Insurance company appeal dismissed; insurer liable for third theft due to gross negligence of its representatives.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Court of Appeal's decision to deny coverage for a third theft. The court found that the insurer's representatives failed to take necessary security measures, constituting gross negligence under Article 7(5) of Law 2496/1997. Consequently, the insurer was held liable for the loss despite the thefts occurring within the policy period.
Legislator headnote
AI generatedArt. 7(5) of Law 2496/1997; Art. 330(2) of the Civil Code: An insurer is exempt from liability only if the insured event results from fraud or gross negligence by the insured or their representatives; gross negligence is established when the actor's deviation from the standard of care is exceptionally great or unusually serious.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1137 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1137/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη-Εισηγητή, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανωνύμου Eταιρείας με την επωνυμία "SMART A.B.E.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτρης Μανώλης.
Της αναιρεσιβλήτου : Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE A.A.E" καθολικής διαδόχου, κατόπιν απορροφήσεως, της ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "NORDSTERN COLONIA HELLAS A.Ε.Γ.Α", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Χρήστος Θεοδώρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04.11.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1125/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2187/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20.04.2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 23,11,2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.5 του ν.2496/1997 "ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρεώσεως προς ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, στη μεν ασφάλιση ζημιών, σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων, μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους ή των νομικών αντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων τους ή τρίτων στους οπoίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης". 'Ετσι, επί ασφαλίσεως ζημιών εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη οι κίνδυνοι που πραγματοποιήθηκαν από δόλο ή βαριά αμέλεια οιουδήποτε των άνω προσώπων, ο κύκλος των οποίων διαγράφεται ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων της προστήσεως.
Βαριά θεωρείται η αμέλεια, όταν η εκ μέρους του δράστη απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του πρώτου είναι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ασυνήθιστα σοβαρή, όταν δηλαδή ο δράστης, εξαιτίας μεγάλης αδιαφορίας ή απερισκεψίας του, δεν προέβλεψε την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος ή προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει, και έτσι δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή του.
Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Κατά συνέπεια, επί ασφαλίσεως ζημιών ελέγχεται με τους αναιρετικούς αυτούς λόγους η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη βαριάς αμέλειας οιουδήποτε εκ των ανωτέρω προσώπων, ως προς την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως. Και τούτο, επειδή πρόκειται για αόριστη νομική έννοια που συνιστά προϋπόθεση απαλλαγής του ασφαλιστή, δηλαδή στοιχείο του πραγματικού της εφαρμοζόμενης στην περίπτωση αυτή διατάξεως του άρθρου 7 παρ.5 του ν.2496/1997.
Η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοια γίνεται μέσω των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την οποία εξομοιώνονται οι κανόνες της τυπικής λογικής, Εν προκειμένω, το εφετείο εδέχθη με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως αποδειχθέντα, τα εξής: Δυνάμει εγγράφως καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως ασφαλίσεως, η αναιρεσίβλητη ανέλαβε, για τη χρονική περίοδο από 31-3-1999 έως 31-3-2000, την ασφαλιστική κάλυψη-πλην άλλων, και του κινδύνου κλοπής του περιεχομένου της ανήκουσας στην αναιρεσείουσα βιοτεχνίας ετοίμων ενδυμάτων, η οποία εστεγάζετο στο υπόγειο και στους τρίτο και τέταρτο ορόφους πολυώροφης οικοδομής κειμένης επί της οδού ...
αρ. ... των Αθηνών. Με το άρθρο 1 της παραγράφου 5-15 της εν λόγω συμβάσεως ορίσθηκε ότι η ασφαλιστική κάλυψη κλοπής της περιουσίας (πλην κατοικίας) ισχύει μόνο εφόσον αυτή προστατεύεται επαρκώς καθόλη τη διάρκεια της συμβάσεως με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα προστασίας: α) ειδικές κλειδαριές ασφαλείας, β)ρολά ασφαλείας, γ) σιδηρά κιγκλιδώματα, δ) σύστημα συναγερμού και ε) μόνιμο έμμισθο φύλακα.
Κατά τις νυκτερινές ώρες της 21/22/10-1999 άγνωστοι, αφού παρεβίασαν την ασφαλιζόμενη, με μία μπάρα με απλό λουκέτο και όχι κλειδαριά ασφαλείας, κεντρική σιδερένια θύρα εισόδου της ευρισκόμενης στο υπόγειο αποθήκης, εισήλθαν στην αποθήκη και αφαίρεσαν διάφορα εμπορεύματα συνολικής αξίας, κατά την αναιρεσείουσα, 27.930.000 δραχμών.
Κατόπιν τούτου, η αναιρεσείουσα (προδήλως εννοείται: μέσω των νομίμων εκπροσώπων της) αντικατέστησε το λουκέτο της ανωτέρας μπάρας με ένα νέο λουκέτο, χωρίς να λάβει κανένα από τα ως άνω συμβατικώς οριζόμενα πρόσθετα μέτρα προστασίας. Κατά τις νυκτερινές ώρες της 8/9-11-1999 άγνωστοι, παραβιάσαντες το- υπάρχον στην υπόγεια αποθήκη και έχον εν μέρει κάθετα κάγκελα και υαλοπίνακα και εν μέρει "κόντρα πλακέ"-παράθυρο και θραύσαντες το "κόντρα πλακέ", εισήλθαν στην αποθήκη, από την οποία και αφαίρεσαν διάφορα εμπορεύματα συνολικής, κατά την αναιρεσείουσα, αξίας 21.395.000 δραχμών.
Η αναιρεσίβλητη, μετά την εκ μέρους της αναιρεσείουσας ανακοίνωση σ'αυτή της κλοπής, απέστειλε πραγματογνώμονα προς διαπίστωση του συμβάντος και των ζημιών. Οι εμπειρογνώμονες της αναιρεσίβλητης, διενεργήσαντες αμέσως μετά αυτοψία στον χώρο, υπέδειξαν προφορικώς στην αναιρεσείουσα την άμεση λήψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας και ειδικότερα αφενός την τοποθέτηση συστήματος συναγερμού με εξωτερική σειρήνα στην οδό .....
σε μη προσβάσιμο σημείο και με τηλεφωνική σύνδεση με την Αστυνομία και αφετέρου την ενίσχυση της προστασίας της θύρας εισόδου της αποθήκης με δύο επιπλέον μπάρες που θα κλειδώνουν με λουκέτα ασφαλείας. Η αναιρεσείουσα, ωστόσο, δεν συμμορφώθηκε στην υπόδειξη αυτή αλλά, αντιθέτως, τοποθέτησε στο μεν παράθυρο της αποθήκης, αντί του "κόντρα πλακέ", κιγκλιδώματα εμποδίζοντας την είσοδο, στη δε θύρα διπλές μπάρες, οι οποίες όμως κλείδωναν με απλό λουκέτο και όχι με κλειδαριά ασφαλείας.
Κατά τις νυκτερινές ώρες της 27/28-11-1999 άγνωστοι, αποκόψαντες τα λουκέτα από τις μπάρες της θύρας, εισήλθαν στην αποθήκη και αφαίρεσαν διάφορα εμπορεύματα συνολικής, κατά την αναιρεσείουσα, αξίας 15.946,000 δραχμών. Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές, το εφετείο έκρινε αφενός μεν ότι οι εξαιτίας των δύο πρώτων κλοπών προκληθείσες στην αναιρεσείοσυα ζημίες δεν καλύπτονται ασφαλιστικώς, λόγω μη λήψεως από αυτή κανενός από τα οριζόμενα ως άνω στο άρθρο 1 της παραγράφου 5.15 της ασφαλιστικής συμβάσεως μέτρα προστασίας, αφετέρου δε ότι για τις προκληθείσες από την τρίτη κλοπή ζημίες η αναιρεσίβλητη απαλλάσσεται της υποχρεώσεως προς καταβολή του ασφαλίσματος, αφού, υπό τα εκτεθέντα περιστατικά, η επέλευση του κινδύνου οφείλεται σε βαριά αμέλεια της αναιρεσείουσας (προδήλως εννοείται:
των εκπροσώπων της), η οποία, παρά τις προηγηθείσες δύο κλοπές, γεγονός που καθιστούσε αντιληπτή σε κάθε μέσο συνετό άνθρωπο την ακαταλληλότητα των υπαρχόντων μέτρων για την αποτροπή της διαρρήξεως, αλλά και παρά την ως άνω υπόδειξη των εμπειρογνωμόνων, παρέλειψε να λάβει πρόσθετα κατάλληλα μέτρα προστασίας, επιδεικνύοντας έτσι συμπεριφορά αποκλίνουσα σε μεγάλο βαθμό από αυτήν του μέσου επιμελούς ανθρώπου ευρισκόμενου υπό ανάλογες συνθήκες.
Ακολούθως, το εφετείο, δεχθέν ως βάσιμες κατ'ουσίαν τις ενστάσεις της αναιρεσίβλητης περί μη ασφαλιστικής καλύψεως των δύο πρώτων κλοπών και περί απαλλαγής της αναιρεσίβλητης, από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος για την τρίτη κλοπή, λόγω βαριάς αμέλειας της αναιρεσείουσας, απέρριψε την έφεση της τελευταίας κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως.
Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.5 του ν.2496/1997 και 330 παρ.2 ΑΚ, καθόσον τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά γεγονότα ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, αρκούν δηλαδή τόσο για την εξαίρεση των δύο πρώτων κλοπών από την ασφαλιστική κάλυψη, όσο και για την κατάφαση της συνδρομής βαριάς αμέλειας στους εκπροσώπους της αναιρεσείουσας και, άρα, για την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από την υποχρέωση προς καταβολή του ασφαλίσματος, αναφορικώς με την τρίτη κλοπή.
Διέλαβε, άλλωστε, στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ειρημένων διατάξεων. Δεν ήταν δε αναγκαίο κατά νόμο να αναφερθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ονόματα ούτε των ως άνω "πραγματογνώμονα" και "εμπειρογνωμόνων" της αναιρεσίβλητης ούτε των νομίμων εκπροσώπων της, στους οποίους, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου αυτής της αποφάσεως, οι "εμπειρογνώμονες" υπέδειξαν τη λήψη πρόσθετων μέτρων ασφαλείας.
Περαιτέρω, οι παραδοχές του εφετείου, περί αποστολής από την αναιρεσίβλητη "πραγματογνώμονα" προς διαπίστωση του συμβάντος και των ζημιών και περί "εμπειρογνωμόνων" της ιδίας διενεργησάντων αμέσως μετά αυτοψία στο χώρο και υποδειξάντων προφορικώς σ'αυτή (αναιρεσείουσα) την άμεση λήψη μέτρων ασφαλείας, δεν ενέχουν μεταξύ τους αντίφαση, δεν τελούν δηλαδή σε λογική ανακολουθία, αλλά ούτε και δημιουργούν ασάφεια ως προς τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού του εφετείου αναφορικώς με τις μνημονευόμενες πιο πάνω ενστάσεις της αναιρεσίβλητης.
Επομένως αμφότεροι οι λόγοι του αναιρετηριου, με τους οποίους καταλογίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ απορρέουσες πλημμέλειες της παραβιάσεως των ειρημένων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι. Ως προς την αιτίαση περί λήψεως υπόψη από το εφετείο ανεπίτρεπτων κατά νόμο αποδεικτικών μέσων, ήτοι των διαπιστώσεων και υποδείξεων του "πραγματογνώμονα" και των "εμπειρογνωμόνων", οι οποίοι ούτε ως μάρτυρες εξετάσθηκαν ούτε ως πραγματογνώμονες διορίσθηκαν, αλλ'ούτε και συνέταξαν κάποια έκθεση, ο πρώτος λόγος, του οποίου επιχειρείται η στήριξη στο άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο έλαβε υπόψη τις εν λόγω διαπιστώσεις και υποδείξεις, όχι ως αποδεικτικά μέσα, αλλά ως πραγματικά γεγονότα αντληθέντα από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην αρχή του αποδεικτικού συλλογισμού του.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-4-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας "SMART A.B.E.E" περί αναιρέσεως της 2187/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26-5-2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29-5-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ