Supreme Court dismisses appeal against insurance contract validity and exclusion clause regarding drunk driving. The court rejects the appeal as unfounded. The court finds the insurance contract valid and the exclusion clause binding. The court rules the appeal is inadmissible due to lack of grounds. The court orders the appellant to pay the legal costs. The court upholds the lower court's decision on the insurance matter. The court determines the appeal fails on both legal and factual grounds. The court concludes the appellant cannot overturn the insurance judgment. The court affirms the binding nature of the insurance terms. The court rejects the claim that the contract was not properly formed. The court dismisses the argument regarding contradictory reasoning in the lower court. The court maintains that the appeal does not meet the required criteria. The court decides the appeal is without merit and must be rejected. The court rules that the appellant loses the appeal entirely. The court confirms the lower court's decision stands final. The court orders the appellant to bear the legal expenses. The court concludes the appeal is dismissed in its entirety.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding an insurance contract dispute. The appellant argued the contract was invalid and the exclusion clause for drunk driving was not properly agreed upon, while the insurance company contended the terms were binding. The court rejected these claims, finding the contract valid and the exclusion clause legally effective and binding on the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 189, 192 of the Code of Civil Procedure; Article 2 of the Ministerial Decision 4/585/1978: An insurance contract covering liability for traffic accidents is formed by proposal and acceptance, and the exclusion clause for drunk driving is binding if the insured accepted the general terms of the contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1137 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1137/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στεφανάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-11-2001 και 26-9-2002 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 382/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 482/2005 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Μαρτίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2007 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 189, 192 ΕμπΝ και αρθ. 2 παρ. 1 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 6 παρ. 7 του Ν. 489/1976, προκύπτει, ότι η ασφαλιστική σύμβαση, που καλύπτει την αστική ευθύνη των ενεχομένων κατά νόμο για ατύχημα προσώπων, καταρτίζεται εγγράφως. Το έγγραφο δεν έχει συστατικό χαρακτήρα, αλλά είναι αποδεικτικό.
Αν δεν συνταγεί έγγραφο, η σύμβαση μεταξύ των μερών αποδεικνύεται με όρκο ή ομολογία. Για τη συντέλεση της συμβάσεως ασφαλίσεως απαιτείται πρόταση και αποδοχή της (άρθρ. 185 επ. ΑΚ.) που να καλύπτει τα ουσιώδη στοιχεία της (και άρθ. 3 παρ.1 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε.). Η ολοκλήρωση της συμβάσεως ασφαλίσεως επέρχεται συνήθως με την υπογραφή των συμβαλλομένων μερών.
Εξάλλου ορίζεται μεν από το προοίμιο της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., ότι η ασφάλιση αυτοκινήτου διέπεται από τους γενικούς όρους, που ορίζονται από την άνω Υπουργική Απόφαση. Όμως για να επέλθει τούτο πρέπει οι όροι αυτοί. να αποτελέσουν περιεχόμενο της συμβάσεως ασφαλίσεως ευθέως ή με παραπομπή σ' αυτούς, αφού αρκεί προς τούτο η αναφορά μόνο του αριθμού της άνω Α.Υ.Ε και του Φ.Ε.Κ. (αριθ. 795 τ.
ΑΕ και ΕΠΕ), στο οποίο αυτή έχει δημοσιευθεί. Μεταξύ των όρων αυτών περιλαμβάνεται και η ρύθμιση του άρθρου 25 αριθ. 8 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., σύμφωνα με την οποία αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες προξενούμενες "καθ' ον χρόνο ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδρασιν οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοιαν και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.".
Με την 13382/Φ.705.11/4δ/25-11-1977 κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας τάξεως, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άνω άρθ. 42 Κ.Ο.Κ., ορίζονται οι διατυπώσεις για τη διαπίστωση της μέθης. Το περιεχόμενο των γενικών όρων, των διαλαμβανομένων στην Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., είναι δεσμευτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη, εφόσον αυτά τους αποδέχθηκαν, έστω και αν λείπει τυπικά η υπογραφή του αντισυμβαλλόμενου στο ασφαλιστήριο.
Πράξεις συνιστώσες αποδοχή των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου, το οποίο είτε τους περιλαμβάνει αναλυτικά είτε παραπέμπει στο Φ. Ε. Κ., στο οποίο έχουν καταχωρηθεί, μπορούν ν' αποτελέσουν η παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από τον ασφαλισμένο, η παραλαβή του ειδικού σήματος και της βεβαιώσεως ασφάλισης του αυτοκινήτου, που επικολλώνται συνήθως στο "παρ-μπρίζ" του αυτοκινήτου, η καταβολή των ασφαλίστρων και η δήλωση του ατυχήματος στον ασφαλιστή.
Εφόσον δημιουργείται κατά τον ανωτέρω τρόπο δέσμευση του ασφαλισμένου από τους παραπάνω γενικούς όρους, και ειδικότερα τον διαλαμβανόμενο στο άρθρο 25 αριθ. 8, τότε δύναται ο ασφαλιστής, εφόσον κατά νόμο δεν μπορεί να αντιτάξει τέτοιο αποκλεισμό της ευθύνης του κατά του παθόντος τρίτου, γιατί η Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε.
κατά το σκέλος τούτο είναι εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του Ν. 489/1976, ν' αξιώσει από τον ασφαλισμένο του να του καταβάλει κάθε ποσό, το οποίο θα καταβάλει στον τρίτο λόγω αποζημιώσεως από το ατύχημα. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του εφαρμοσθέντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όπως όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μη μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά, αν ορθώς η όχι εφαρμόσθηκε ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα : Στις 23.6.2001 και περί ώρα 05.30΄, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΙΧΕ αυτοκίντητο, ιδιοκτησίας ....., ασφαλισμένο για τις ζημίες τρίτων στη δεύτερη εναγόμενη της Αης αγωγής ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ" και ενάγουσα της Βης αγωγής, εκινείτο επί της Εθνικής οδού Χανίων-Ρεθύμνου με κατεύθυνση από Ρέθυμνο προς Χανιά με μεγάλη ταχύτητα άνω του επιτρεπομένου στο σημείο εκείνο ορίου των 90 χλμ/ω, και ενώ επιχειρούσε διπλή προσπέραση προπορευομένων οχημάτων, έχασε τον έλεγχο του οχήματος, το οποίο εξετράπη της πορείας του και αφού αρχικά προσέκρουσε στα προστατευτικά κιγκλιδώματα γέφυρας, ακολούθως κατακρημνίστηκε σε βάθος 18 μέτρων και κατέληξε στο οδόστρωμα της παλαιάς Εθνικής Οδού Χανίων-Ρεθύμνης, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα ο συνεπιβάτης ..... 28 ετών, τέκνο των πρώτου και δεύτερου των εναγόντων, αδελφός του τρίτου και εγγονός της τέταρτης και πέμπτης των εναγουσών.
Για το ατύχημα αυτό αποκλειστικά υπαίτιος, αν και η απόφαση δεν βάλλεται ως προς το σημείο αυτό, κρίθηκε ο οδηγός του αυτοκινήτου, δηλ. ο πρώτος εναγόμενος Χ1 ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και επιπροσθέτως αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος, οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού στο αίμα του ανευρέθη ποσοστό οινοπνεύματος 0,70 g/I (1589/1999 τοξικολογική έκθεση ΠΕΠΑΓΝΗ).
Το ως άνω αυτοκίνητο που oδηγoύσε ο εναγόμενος Χ1 ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη παρεπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ" δυνάμει του υπ' αριθμ. 30383368 ασφαλιστηρίου συμβολαίου που είχε αυτή συνάψει με τον ιδιοκτήτη του .... και το οποίο ορίζει σαφώς στην πρώτη σελίδα και στο άρθρο 1 ότι το παρόν ασφαλιστήριο διέπεται......
από τους ενιαίους όρους συμβολαίου αυτοκινήτων που περιλαμβάνονται στο ΦΕΚ αριθμό 795 της 8-4-1978, στο οποίο δημοσιεύτηκε η υπ' αριθμό Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου. Επίσης ο ως άνω ασφαλισμένος παρέλαβε το "ειδικό σήμα" και την ειδική "βεβαίωση ασφάλισης" του άρθρου 24 της παραπάνω Υπουργικής Απόφασης.
Επομένως αποδέχθηκε την ασφαλιστική σύμβαση και τη λειτουργία αυτής με τους παραπάνω γενικούς όρους, των οποίων και έλαβε γνώση. Μεταξύ αυτών διαλαμβάνεται και ο όρος του άρθρου 25 παρ. 8 της K4/585/78 ανωτέρω Υπουργικής απόφασης κατά τον οποίο η ασφάλιση δεν καλύπτει ζημιές προξενούμενες από οδηγό που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την οδήγηση.
Συνεπώς καταρτίστηκε η ανωτέρω σύμβαση ασφάλισης και με την ανωτέρω σύμβαση ασφάλισης και με την ανωτέρω αποδοχή της πρότασης από τον ιδιοκτήτη του ανωτέρου αυτοκινήτου, αναπληρώνεται και η υπογραφή του ασφαλιστηρίου από την ασφαλισμένη. Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο αφού δέχθηκε ως βάσιμο το λόγο της εφέσεως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ότι ο όρος της Κ/4 υπουργικής αποφάσεως δεν συμφωνήθηκε έγκυρα μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας (παρεμπιπτόντως ενάγουσας) και του ασφαλισμένου της και δέχθηκε στην ουσία της την παρεμπίπτουσα αγωγή. Κρίνοντας ως άνω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες τόσο ως προς την κατάρτιση της συμβάσεως ασφαλίσεως μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας παρεμπιπτόντως ενάγουσας και του ασφαλισμένου της, όσο και προς την δεσμευτικότητα του συμφωνηθέντος όρου του άρθρου 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε με το να δεχθεί ότι ο ασφαλισμένος αποδέχθηκε την ασφαλιστική σύμβαση και τη λειτουργία αυτής με τους γενικούς όρους των οποίων έλαβε γνώση, ως και του μεταξύ αυτών όρου του άρθρου 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε, κατά τον οποίο η ασφάλιση δεν καλύπτει ζημιές προξενούμενες από οδηγό που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την οδήγηση.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ για το λόγο ότι η απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι ο οδηγός τελούσε σε κατάσταση μέθης κατά το χρόνο του ατυχήματος ακολούθως απορρίπτει ένσταση των εναγομένων επί της κύριας αγωγής περί συνυπαιτιότητας του θανασίμως τραυματισθέντος για το λόγο ότι δέχθηκε να τον μεταφέρει ο εναγόμενος οδηγός εν γνώσει τελώντας ότι αυτός οδηγός τελούσε σε κατάσταση μέθης, δεχθέν ότι η ποσότητα αλκοόλ που είχε καταναλώσει ο εναγόμενος οδηγός και ήδη αναιρεσείων γνωστή στους συνεπιβάτες που διασκέδαζαν προηγουμένως μαζί του, δεν επέφερε αλλοίωση στη λοιπή συμπεριφορά του ενδεικτική μειωμένης ικανότητας για οδήγηση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η απόφαση του εφετείου προσβάλλεται με την ένδικη αναίρεση μόνο κατά το μέρος που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή και όχι και την κύρια τοιαύτη όπου προβλήθηκε από αμφόετερους τους νυν διαδίκους ο προαναφερθείς ισχυρισμός.
ΙΙΙ. Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθεί στον αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη της παραστάσας αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 29.3.2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 482/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
-Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ