Legislator Case Law & Legislation
1136/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment due to lack of procedural error and admission of all evidence.

Case Number 1136/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Athens Court of Appeal's final decision. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific admissions made by the respondent during the first instance proceedings. The court rejected this claim, noting that the respondent had been absent from the first instance and that the appellate court explicitly confirmed it had reviewed all documents and statements submitted by the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 106, 108, 338 § 1, 559 no. 11 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The appellate court is not bound to consider documents submitted in the first instance if the party was absent from that trial, provided the appellate court explicitly states it has examined all legally submitted evidence.

Keywords

AI generated
cassation appeal procedural error admission of evidence absent party appellate review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 108 and 338 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 107 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 93/2013
Supreme Court Case 33/2021
Supreme Court Case 953/2013
Supreme Court Case 1011/2010
Supreme Court Case 1417/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1136 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1136/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Ε. Γ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ντέσκα. Της αναιρεσιβλήτου: Η. Γ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Οδυσσέα Κομνηνό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 373/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3235/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27-9-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3235/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης-εναγομένης κατά της υπ' αριθμ. 373/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην της, και το Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δίκασε την αγωγή της αναιρεσείουσας-ενάγουσας και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την πιο πάνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε γίνει δεκτή η από 30-3-2011 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποίαν αυτή ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι έχει εξοφλήσει πλήρως έναντι της εναγομένης-αναιρεσίβλητης το τίμημα που πιστώθηκε με το υπ' αριθμ. .../29-11-2005 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μαρίας Πάσχου και ότι δεν υπάρχει απαίτηση της τελευταίας εναντίον της από το εν λόγω συμβόλαιο, ενώ ζήτησε, επίσης, να καταδικαστεί η εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως και συγκεκριμένα να καταδικαστεί στην υπογραφή πράξης εξόφλησης του τιμήματος, το οποίο πιστώθηκε με το ανωτέρω συμβόλαιο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 106, 108 και 338 § 1 ΚΠολΔ, η προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων, ακόμη και όταν διατάχθηκε από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 107 του ίδιου κώδικα, γίνεται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίοι, επομένως, αφού μπορούν να μη προσκομίσουν ή να μην επικαλεστούν ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα που ο νόμος επιτρέπει για την απόδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, μπορούν και να συμφωνήσουν τη μη χρησιμοποίηση, δηλαδή τη μη προσαγωγή και επίκληση, των αποδεικτικών αυτών μέσων στις μεταξύ τους δίκες.

Η ίδια περίπτωση συντρέχει και όταν συμφωνείται η χρήση ορισμένου μόνον αποδεικτικού μέσου, οπότε αποκλείονται τα υπόλοιπα. Η συμφωνία αυτή είναι άκυρη αν το αποδεικτικό μέσο που καθορίζεται ως αποκλειστικό είναι απρόσφορο να παράσχει την οικεία απόδειξη, πράγμα που συμβαίνει και όταν υφίσταται εξαρχής αντικειμενική αδυναμία απόκτησης ή προσαγωγής του στο δικαστήριο.

Διότι τότε η συμφωνία αντίκειται στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη, και ειδικότερα στους κανόνες αφενός των άρθρων 179 περ. α' του ΑΚ και 5 § 1 του Συντάγματος και, αφετέρου, των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. α της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΝΔ 53/1974), αφού δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία του συμβαλλομένου (και εν δυνάμει διαδίκου) να αξιώσει την παροχή από το αρμόδιο δικαστήριο δίκαιης και αποτελεσματικής έννομης προστασίας, η οποία προϋποθέτει δυνατότητα του ενδιαφερομένου όχι να προσφύγει απλώς στο δικαστήριο, ασκώντας αγωγή ή άλλο ένδικο βοήθημα, αλλά και να προσκομίσει σ' αυτό όσα αποδεικτικά μέσα είναι απαραίτητα για τη διάγνωση της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1993).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, γίνεται δεκτό, ότι στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, την οποία καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, οι συμβαλλόμενοι έχουν τη δυνατότητα με εξώδικες δικονομικές συμβάσεις, οι οποίες υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, είναι έγκυρες, να καθορίζουν ότι ορισμένο κρίσιμο για τις σχέσεις τους γεγονός αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο με ορισμένο μέσο, είτε αυτό προβλέπεται ως αποδεικτικό μέσο από την διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ ή τις υπόλοιπες διατάξεις του Κώδικα αυτού ή άλλου νόμου, είτε όχι (ΑΠ 580/2019, ΑΠ 1746/2013, ΑΠ 1927/2008).

Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς του άρθρου 562 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν αφορά ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, όπως η έννοια αυτής οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 ΑΚ, 323 αρ. 5, 897 αρ. 6 ΚΠολΔ και αναφέρεται στην αποτροπή επελεύσεως έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στην Χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν με τον ισχυρισμό προβάλλεται παραβίαση του Συντάγματος και παράλληλα τα θεμελιωτικά αυτού πραγματικά περιστατικά τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας ή προκύπτουν από την ίδια την απόφαση (ΟλΑΠ 20/2011). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: ?Με το με αριθμό .../29-11-2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μαρίας Πάσχου, η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) πώλησε στην ενάγουσα, αδελφή της, μία αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα και συγκεκριμένα το υπό στοιχεία Γ-1 διαμέρισμα του Γ' ορόφου πάνω από το ισόγειο πολυκατοικίας κτισμένης σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, που βρίσκεται στον εγκεκριμένο συνοικισμό ...

της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας και ήδη Δήμου ..., τέως Δήμου ..., εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης αυτής και επί των παραλλήλων οδών .... Στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ότι το τίμημα για την πώληση ανερχόταν σε 185.065,65 ευρώ, όσο δηλαδή και η αντικειμενική αξία του πωλούμενου ακινήτου και ότι η καταβολή του θα γινόταν ως εξής:

ποσό 65.065,65 ευρώ καταβλήθηκε προηγουμένως και εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου, ενώ το υπόλοιπο ποσό, ήτοι αυτό των 120.000 ευρώ, πιστώθηκε, η δε αγοράστρια υποσχέθηκε στην πωλήτρια να το καταβάλει άτοκα από δάνειο που θα λάμβανε από την τράπεζα NOVA ΒΑΝΚ ή από οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την ώρα της υπογραφής του συμβολαίου, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που χορηγούνται τα δάνεια αυτά, ενώ σε περίπτωση που δεν θα χορηγείτο το δάνειο, το πιστωθέν τίμημα θα καταβαλλόταν από χρήματα της αγοράστριας μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την ώρα της υπογραφής του άνω συμβολαίου.

Αναφέρεται, επίσης στο συμβόλαιο ότι η καταβολή του πιστωμένου τιμήματος θα αποδεικνύεται, είτε με έγγραφη απόδειξη της πωλήτριας, είτε, σε περίπτωση άρνησής της να λάβει το άνω ποσό του πιστωμένου τιμήματος, με το αντίστοιχο γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Τέλος, με το ως άνω συμβόλαιο συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής του πιστωμένου τιμήματος, αυτό θα γίνεται ληξιπρόθεσμο, απαιτητό και έντοκο, σύμφωνα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, σ' αυτήν δε την περίπτωση η πωλήτρια θα δικαιούται να εισπράξει ολόκληρο το οφειλόμενο τίμημα με εκτέλεση του άνω συμβολαίου πώλησης που κηρύχθηκε από την ημέρα σύνταξής του τίτλος εκτελεστός και εκκαθαρισμένος.

Η ως άνω συμφωνία για τον αποκλειστικό τρόπο απόδειξης της εξόφλησης του πιστωθέντος τιμήματος, είναι καθόλα έγκυρη και ισχυρή, εφόσον δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη... Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, ως αποκλειστικός τρόπος απόδειξης της εξόφλησης του πιστωθέντος τιμήματος, είτε η έγγραφη απόδειξη της πωλήτριας, είτε, σε περίπτωση άρνησής της να λάβει το άνω ποσό του πιστωμένου τιμήματος, το αντίστοιχο γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, με την κατάθεση του οφειλόμενου ποσού στο εν λόγω νομικό πρόσωπο.

Ωστόσο, η ενάγουσα - αγοράστρια δεν προσκομίζει ούτε εξοφλητική απόδειξη της πωλήτριας, ούτε και απόδειξη κατάθεσης του ποσού αυτού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά επικαλείται με την κρινόμενη αγωγή της, μάρτυρες και έγγραφα προς απόδειξη της εξόφλησης αυτής. Τέτοιος τρόπος απόδειξης, όμως, δεν προβλέφθηκε από την προαναφερθείσα έγκυρη και ισχυρή συμφωνία των συμβαλλομένων, ούτε βέβαια γίνεται επίκληση ή αποδεικνύεται τροποποιητική, της ως άνω, συμφωνία των διαδίκων μερών?.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε η εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος της πώλησης και αφού προηγουμένως είχε εξαφανίσει την πρωτοβάθμια απόφαση λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας-εναγομένης στην πρωτόδικη δίκη, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε κατ' αποτέλεσμα τις διατάξεις των άρθρων 179 περ. α' του ΑΚ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) όσον αφορά το ουσιαστικού δικαίου ατομικό δικαίωμα για την παροχή δίκαιης δίκης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεχόμενο ότι ήταν έγκυρη και δεσμευτική η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα δικονομική αποδεικτική σύμβαση για απόδειξη της εξόφλησης από την αναιρεσείουσα-αγοράστρια του αναφερόμενου στο πωλητήριο συμβόλαιο πιστωμένου τιμήματος αποκλειστικά με εξοφλητική απόδειξη της αναιρεσίβλητης-πωλήτριας ή με γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Και τούτο διότι, τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων αποκλειστικά αποδεικτικά μέσα, αποτελούν, κατ' αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρόσφορα μέσα απόδειξης καταβολών προς εξόφληση χρηματικών απαιτήσεων και δεν συνιστούν υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας της οφειλέτριας αναιρεσείουσας για την επιδίωξη δίκαιης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ώστε να θεωρηθούν απρόσφορα για την εξασφάλιση αυτής της προστασίας, με αποτέλεσμα η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα αποδεικτική σύμβαση να μην αντίκειται στα χρηστά ήθη, ούτε στη δημόσια τάξη.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου παραβιάστηκαν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 179 περ. α' του ΑΚ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ.

α' της ΕΣΔ και ότι η ανωτέρω δικονομική συμφωνία αντίκειται στα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη, καθώς δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία της να αξιώσει την παροχή από το δικαστήριο δίκαιης και αποτελεσματικής έννομης προστασίας, είναι αβάσιμα. Σημειώνεται δε εδώ ότι ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος παραδεκτά προτάθηκε το πρώτον με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δεδομένου ότι προβάλλεται με αυτόν παραβίαση του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και επομένως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη και παράλληλα τα θεμελιωτικά αυτού πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ομολογίες (απλές και σύνθετες) της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, τις οποίες είχε νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει και οι οποίες ενέπιπταν στο αντικείμενο της πιο πάνω δικονομικής σύμβασης.

Ότι ειδικότερα, με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επεσήμανε τις αναφερόμενες δικαστικές ομολογίες της εναγομένης ως προς την καταβολή του τιμήματος της πώλησης του διαμερίσματος, οι οποίες ομολογίες περιλαμβάνονταν στις πρώτες και στις νέες προτάσεις, που κατέθεσε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ότι τις ομολογίες αυτές και τους σχετικούς ισχυρισμούς της επανέφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, χωρίς όμως να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.

Πλην όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 373/2017 απόφασης του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη παραστάθηκε στο Δικαστήριο μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου μόνο για την υποβολή αιτήματος αναβολής, μετά την απόρριψη του οποίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της τελευταίας αποχώρησε, με αποτέλεσμα η εναγομένη να δικαστεί ερήμην.

Επομένως, οι προτάσεις που είχε καταθέσει η εναγομένη στο εν λόγω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως διαδικαστικό έγγραφο για συναγόμενες δικαστικές ομολογίες της από τις προτάσεις της αυτές (πρβλ ΑΠ 93/2013), όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα. Ανεξαρτήτως αυτών, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε και τις ως άνω προτάσεις, στις οποίες περιέχεται, κατά το λόγο αναίρεσης, η επικαλούμενη (κατ' εκτίμηση) εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης και συνεπώς δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (βλ.

ΑΠ 33/2021, ΑΠ 953/2013, ΑΠ 1011/2010. ΑΠ 1417/2019). Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εξ αίματος δευτέρου βαθμού συγγένειάς τους, ως αδελφών (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-9-2018 αίτηση της Κ. - Ε. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3235/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείου. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ