Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failure to apply substantive law regarding property seizure. The court found no error in the lower court's consideration of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court failed to apply substantive law regarding property seizure, yet the court verified that all eleven documents submitted by the parties were duly considered. Consequently, the court ruled that the second-instance court had correctly evaluated the evidence and the appeal was baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court has properly considered all evidence submitted by the parties and reached a conclusion based on the complete record without leaving room for doubt regarding the application of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1136 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1136/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Β. του Γ., κατοίκου ..., 2) Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γρηγοριάδη και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Αναστασία Μπρίνια με δήλωση κατ' άρθρο ... παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11533/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10684/1998 του Εφετείου Αθηνών που ανέπεμψε την υπόθεση στο ανωτέρω δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1287/2000 μη οριστική και 1946/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 892/2012 του Εφετείου Αθηνών.Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/2/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χριστοδούλου ανέγνωσε την από 8/3/2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 20-2-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 892/2012 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά των οριστικών διατάξεων της υπ' αριθ. 1287/2000 προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της υπ' αριθ. 1946/2009 οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, που είχαν απορρίψει την από 2-4-1996 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και του δικαιοπαρόχου του δευτέρου αυτών, απέρριψε τις ως άνω εφέσεις. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ 4/2005, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 326/2018).
Περαιτέρω, κατά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 1017§2 ΚΠολΔ, σε περίπτωση πλειστηριασμού πράγματος κινητού ή ακινήτου υπάρχει ευθύνη για τα νομικά ελαττώματα του πράγματος μόνον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και μόνον, αν αυτός γνώριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, ενώ δεν αποκλείεται ευθύνη και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Νομικό ελάττωμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποτελεί κάθε δικαίωμα τρίτου, το οποίο βαρύνει το πράγμα και μπορεί να προβληθεί και εναντίον του υπερθεματιστή, εμποδίζοντας έτσι την ελεύθερη προς αυτόν μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος και την άσκηση των εξουσιών που απορρέουν απ' αυτήν (ΑΠ 580/2006), αφού με τον πλειστηριασμό δεν εξαλείφονται τα δικαιώματα των τρίτων στο πράγμα, αλλά παραμένουν και ο υπερθεματιστής αποκτά κατά το άρθρο 1005 ΚΠολΔ το δικαίωμα μόνο στην έκταση που το είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.
Συνεπώς, ο υπερθεματιστής, ο οποίος μολονότι κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν απέκτησε εντούτοις το πράγμα ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων, όπως συμβαίνει όταν το πράγμα δεν ανήκει εξ ολοκλήρου στον καθ' ου η εκτέλεση ή βαρύνεται με προσωπικές δουλείες, δικαιούται αφενός μεν να στραφεί εναντίον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και να ασκήσει κατ' αυτού, εφόσον, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, ο ίδιος μεν αγνοούσε, εκείνος όμως γνώριζε και όχι απλώς αγνοούσε, έστω από υπαιτιότητά του, την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος (Ολ ΑΠ 1177/1984, ΑΠ 470/2013), όσα δικαιώματα του παρέχονται από τις διατάξεις των άρθρων 514-516, 382 του ΑΚ, που ρυθμίζουν την ευθύνη του πωλητή για νομικά ελαττώματα του πωλούμενου πράγματος (ΑΠ 1313/2009), αφού ο πλειστηριασμός είναι ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, ενεργούμενη υπό το κύρος της αρχής και τελειούμενη με την κατακύρωση (Ολ ΑΠ 12/2008, ΑΠ 1036/2009, ΑΠ 1022/2009), αφετέρου δε να ασκήσει τις αξιώσεις του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό εναντίον όποιου ενέχεται προς απόδοσή του κατά τις διατάξεις των άρθρ. 904-913 του ΑΚ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, προϋπόθεση για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, στερείται δε νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια με αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 2266/2013).
Ειδικότερα, ο υπερθεματιστής δικαιούται, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 380 του ΑΚ, στην οποία παραπέμπει το άρθρ. 382 του ίδιου Κώδικα, να θεωρήσει, σε περίπτωση νομικού ελαττώματος του πράγματος, ότι έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής του πλειστηριάσματος και με βάση τη διάταξη του άρθρου 389§2 του ίδιου επίσης Κώδικα να αρνηθεί την καταβολή του και να το αναζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν το έχει ήδη καταβάλει (ΑΠ 453/2006, ΑΠ 872/1973), χωρίς μάλιστα να είναι αναγκαίο να επιδιώξει προηγουμένως την ακύρωση του πλειστηριασμού, εφόσον γίνει δεκτή η άποψη ότι δικαιούται να ζητήσει για την αιτία αυτή την ακύρωσή του.
Έτσι, αν έχει ήδη γίνει η διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές, υπόχρεοι να επιστρέψουν στον υπερθεματιστή το πλειστηρίασμα που κατέβαλε αυτός για πράγμα βαρυνόμενο με νομικό ελάττωμα, δεν είναι οι δανειστές, αφού αυτοί εισέπραξαν μεν από το πλειστηρίασμα εν όλω ή εν μέρει τις απαιτήσεις τους κατά του καθ' ου η εκτέλεση, με αντίστοιχη όμως απόσβεση των απαιτήσεών τους (άρθρ. 416, ...
ΑΚ) και συνεπώς υπό την έννοια αυτή δεν κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος του επισπεύδοντος, όπως αντίθετα έγινε ο καθ' ου η εκτέλεση, αφού με τη διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές του και την απόσβεση έκτοτε εν όλω ή εν μέρει των εναντίον του απαιτήσεών τους απαλλάχθηκε αντίστοιχα του χρέους του προς αυτούς, έναντι όμως ανύπαρκτου ή κατώτερου από μέρους του ανταλλάγματος, γι' αυτό ο ίδιος και όχι οι δανειστές του νομιμοποιείται παθητικά στην ασκούμενη από τον υπερθεματιστή αγωγή επιστροφής του πλειστηριάσματος (ΑΠ 11/2015, ΑΠ 6/2015, ΑΠ 1523/2006, 860/1977, ΑΠ 110/1982).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 παρ.1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό.
Επίσης, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, στην περίπτωση της λεγόμενης αλυσίδας πλουτισμών, η οποία υφίσταται στις περιπτώσεις αλλεπάλληλων μεταβιβάσεων του πλουτισμού από τον πρώτο λήπτη σε δεύτερο κ.ο.κ., όταν και οι δύο μεταβιβάσεις, μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου και του δευτέρου και του τρίτου, είναι αδικαιολόγητες, ο αρχικώς μεταβιβάσας έχει αξίωση κατά του τελικώς αποκτήσαντος, καθόσον ζημιωθείς και πλουτήσας-και συνεπώς δανειστής και οφειλέτης της αξίωσης αδικαιολογήτου πλουτισμού-είναι τα δύο αυτά πρόσωπα αντίστοιχα.
Δηλαδή, νέος οφειλέτης στις περιπτώσεις αυτές καθίσταται ο περαιτέρω λήπτης που δεν έχει να επιδείξει νόμιμη αιτία στο πρόσωπό του για διατήρηση του πλουτισμού (ΑΠ 1773/2007, ΑΠ 898/2003, ΑΠ 1678/2001, ΑΠ 1440/2000). Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη των αναιρεσειόντων και ο δικαιοπάροχος του δευτέρου αυτών με την ένδικη αγωγή, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ), ζήτησαν ως υπερθεματιστές την καταβολή του αναφερόμενου ποσού και από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα ως επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό και δανείστρια του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, επικουρικά και κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Ως προς την εν λόγω βάση της αγωγής τους η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία σύμφωνα με τα εκτιθέμενα, δεν ακυρώθηκε ο ένδικος πλειστηριασμός, το από αυτόν επιτευχθέν πλειστηρίασμα ανήκε στην περιουσία του καθού η εκτέλεση, οφειλέτη της εναγομένης και έναντι αυτού υφίσταται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός και όχι έναντι της εναγομένης επισπεύσασας τον πλειστηριασμό, ώστε ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο οι εκκαλούντες...
παραπονούνται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απορρίφθηκε με οριστική διάταξη της με αριθμό 1287/2000 προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αγωγή τους, ως παθητικώς ανομιμοποίητη, κατά την επικουρική αυτής βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".
Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, εφόσον η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν ακυρώθηκε με ανακοπή, αλλά παρέμεινε ισχυρή και η αναιρεσίβλητη Τράπεζα ως επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό και δανείστρια του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, κατά τα εκτιθέμενα και στην αίτηση αναίρεσης, εισέπραξε το οφειλόμενο χρηματικό ποσό από το ΤΠΔ, δεν είναι αδικαιολογήτως πλουτίσασα, αλλά (αδικαιολογήτως πλουτίσας) ο απαλλαγείς του χρέους του οφειλέτης και καθ' ου η εκτέλεση (Κ Κ.).
Επομένως, η πρώτη των αναιρεσειόντων και ο δικαιοπάροχος του δευτέρου αυτών, στρεφόμενοι κατά της επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό δανείστριας Τράπεζας, που ήδη έχει εισπράξει την απαίτησή της κατά του ως άνω οφειλέτη και η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν έχει ακυρωθεί, δεν δικαιούνται να απαιτήσουν το πλειστηρίασμα κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Τούτο δε διότι αδικαιολογήτως πλουτίσασα δεν είναι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, που εισέπραξε την απαίτησή της, αλλά ο απαλλαγείς του χρέους του οφειλέτης και καθ' ου η εκτέλεση και ως εκ τούτου η αγωγή ήταν απορριπτέα λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Εξάλλου, στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχει η επικαλουμένη από τους αναιρεσείοντες αλυσιδωτή ενέργεια του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία να φθάνει μέχρι την αναιρεσίβλητη, στα χέρια της οποίας περιήλθε κατά τους ισχυρισμούς τους τελικά το πλειστηρίασμα αδικαιολογήτως και ως εκ τούτου αυτή, ως τελευταία πλουτίσασα, να ευθύνεται από την εν λόγω αιτία.
Με βάση τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η είσπραξη εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της απαίτησής της από το πλειστηρίασμα και κατά την προβλεπόμενη διαδικασία δεν είχε ως συνέπεια τη μεταβίβαση του πλουτισμού από τον οφειλέτη προς αυτήν, αλλά πλουτίσας παρέμεινε ο πρώτος (οφειλέτης), ο οποίος απαλλάχθηκε αντίστοιχα του χρέους του προς αυτήν (αναιρεσίβλητη), έναντι όμως ανύπαρκτου από μέρους του ανταλλάγματος, γι' αυτό και ο ίδιος και όχι η ως άνω δανείστρια νομιμοποιείται παθητικά στην ασκούμενη από τους υπερθεματιστές αγωγή κατά τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Με τα δεδομένα αυτά δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση του πλουτισμού από τον οφειλέτη προς τη δανείστρια (αναιρεσίβλητη) και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση αλυσιδωτής ενέργειας του αδικαιολογήτου πλουτισμού (αλυσίδα πλουτισμών).
Συνεπώς, το Εφετείο κρίνοντας απορριπτέα ως παθητικά ανομιμοποίητη την αγωγή κατά την ως άνω βάση της και απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν, γι' αυτό είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επίσης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι μετά την παρακατάθεση του πλειστηριάσματος είχε λάβει χώρα διανομή αυτού στους δανειστές και μεταβίβαση στην αναιρεσίβλητη, πλην όμως δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκούσε έννομη επιρροή στην κρίση του περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης για τους ως άνω λόγους. Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τον εν λόγω ισχυρισμό.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 162/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τη βάση της αγωγής από τις διατάξεις των άρθρων 1017 ΚΠολΔ και 914 ΑΚ, κατά το ενδιαφέρον την προκείμενη αναιρετική διαδικασία μέρος της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τις από 18.5.1984 και 10.1.1985 ιδιωτικές συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκαν μεταξύ της εναγομένης τράπεζας και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", εκπροσωπούμενης από τον διαχειριστή της Κ. Κ., ο οποίος υπέγραψε τη σύμβαση και ως εγγυητής, μαζί με την εταιρεία "... ΕΠΕ" και τον Ι. Ρ., ως συνεγγυητές, παραιτηθέντων απάντων της ενστάσεως διζήσεως και των δικαιωμάτων του άρθρου 854 του ΑΚ, η εναγομένη χορήγησε στην άνω ΕΠΕ πίστωση μέχρι του ποσού των 6.600.000 δραχμών, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονταν στις άνω συμβάσεις, ενώ προς εξασφάλιση της άνω απαίτησής της, ενέγραψε προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο της άνω εγγυήτριας εταιρείας στους ....
Η άνω πίστωση, που δεν εξελίχθηκε ομαλά, κλείστηκε οριστικά στις 6.10.1986 με οριστικό κατάλοιπο το ποσό των 12.089.552 δραχμών, οφειλόμενο νομιμοτόκως από 16.3.1988 μέχρις εξοφλήσεως και βάσει αυτής η εναγομένη πέτυχε την έκδοση, εις βάρος της άνω πιστούχου και των συνεγγυητών των πιστωτικών συμβάσεων, της με αριθμό .....24/1988 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Βάσει απογράφου εκτελεστού της άνω διαταγής πληρωμής, η εναγομένη επέσπευσε κατά του οφειλέτη της Κ. Κ. αναγκαστική εκτέλεση, επί ενός οικοπέδου επί της οδού ... εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της ..., στη θέση "..."... Στο οικόπεδο αυτό, η εναγομένη είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 1.700.000 δραχμών, δυνάμει της με αριθμό 5611/1985 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Ακολούθως, δυνάμει της με αριθμό 2321/1.2.1991 κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Λ. Θ., επέβαλε σ' αυτό αναγκαστική κατάσχεση, του πλειστηριασμού του ακινήτου ορισθέντος να διενεργείτο στις 20.3.1991 στο Δημοτικό Κατάστημα ...., ενώπιον της συμβολαιογράφου Α. Τ., ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου.
Ο προγραμματισθείς για την άνω ημερομηνία πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε, ανασταλείς επί εξάμηνο, δυνάμει της με αριθμό ...50/19-3-1991 πράξεως αναστολής πλειστηριασμού της άνω συμβολαιογράφου, εξ αιτίας συμφωνίας μεταξύ της εναγομένης και του άνω καθού η εκτέλεση να εξοφλείτο το χρέος του τελευταίου σε έξι μηνιαίες δόσεις των 650.000 δραχμών, αρχής γενομένης από 15-4-1991.
Λόγω μη τηρήσεως της συμφωνίας ρύθμισης του χρέους, η εναγομένη έδωσε εντολή επαναπροσδιορισμού ημέρας πλειστηριασμού, δια της οποίας ορίστηκε ως τέτοια, η 25η Σεπτεμβρίου 1991, οπότε και αυτός διενεργήθηκε, με αναδειχθέντες υπερθεματιστές, κατ' ισομοιρίαν, την ενάγουσα Ε. Β. και τον αρχικώς ενάγοντα Ι. Μ., μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος του οποίου, όπως δεν αμφισβητήθηκε, είναι ο εκκαλών υιός του Δ.
Μ. του Ι., αντί πλειστηριάσματος 20.003.000 δραχμών (ή 58.702,86 ευρώ), συνταχθείσας της με αριθμό ...66/25-9-1991 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θ. Κ. και της με αριθμό ...48/14-10-1991 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Ά. Τ., την οποία οι ενάγοντες μετέγραψαν στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο ....0 και με αύξοντα αριθμό ....3 στις 15-10-1991.
Μετά την παράδοση της νομής του ενδίκου οικοπέδου στους ενάγοντες, οι τελευταίοι το επόπτευαν και τοποθέτησαν κλειδαριά στην σιδερένια πόρτα της συρμάτινης περίφραξής του. Τον μήνα Ιανουάριο 1994, κατά τη διάρκεια επίσκεψής τους, οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι είχε καταστραφεί η κλειδαριά που είχαν τοποθετήσει, ενώ δύο χρόνια μετά (1996) κατά τη διάρκεια ανοικοδομήσεως ομόρου οικοπέδου, πληροφορήθηκαν από τον ιδιοκτήτη αυτού, ότι το ένδικο ακίνητο ανήκε κατά κυριότητα σε τρίτο και όχι στον καθού η αναγκαστική εκτέλεση.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι αληθής κύριος του ενδίκου οικοπέδου ήταν ο Δ. Χ. του Ε., αποκτήσας αυτό παραγώγως, δυνάμει αγοραπωλησίας συσταθείσας με το με αριθμό ...79/8-6-1960 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Π. Γ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα..., από τον παρακάτω αληθή κύριο αυτού, αλλά και σε κάθε περίπτωση, πρωτοτύπως και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου ότι βρισκόταν αδιαλείπτως στη νομή του για περισσότερο από είκοσι χρόνια και δη, από τον Ιούνιο του έτους 1960, που αυτή του παραδόθηκε από τον αληθή κύριο αυτού Ιερέα, Ι.
Β. του Β.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι το ένδικο ακίνητο έπασχε από νομικό ελάττωμα, δηλαδή υπαρκτό και ενεργό δικαίωμα τρίτου, εν προκειμένω του Δ. Χ., αληθούς κυρίου αυτού, και δεν ανήκε αυτό κατά κυριότητα στον οφειλέτη της εναγομένης τράπεζας και καθού η υπόψη αναγκαστική εκτέλεση, Κ. Κ.. Ο τελευταίος, ως προεκτέθηκε, ήταν συνεγγυητής στην πίστωση της "...
ΕΠΕ" από την Εθνική Τράπεζα (εναγομένη). Όταν η εναγομένη διαπίστωσε ότι οι απαιτήσεις της από την εν λόγω πίστωση δεν καλύπτονταν από την υπάρχουσα ασφάλεια, δηλαδή από μία προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο άλλης συνεγγυήτριας της πίστωσης, στους ..., ανέθεσε στο αρμόδιο νομικό της τμήμα την έρευνα περιουσιακών στοιχείων των λοιπών συνεγγυητών, προς ενδυνάμωση των εμπραγμάτων ασφαλειών της.
Στα πλαίσια αυτής της έρευνας, στα υποθηκοφυλακεία της χώρας για ανεύρεση ακινήτου πρόσφορου για εγγραφή εμπραγμάτου βάρους, η εναγομένη διαπίστωσε ότι ο συνεγγυητής-οφειλέτης της, εφέρετο ως κύριος του επιδίκου οικοπέδου στη ..., ως αποκτήσας αυτό παραγώγως, δυνάμει του με αριθμό ...8/1967 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θ.
Χ. Ρ., που είχε μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... και δη στον τόμο ....7 και με αύξοντα αριθμό ....57, από τον Γ. Ν. του Σ., στον οποίο εφέρετο ότι είχε περιέλθει κατά κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Λαμβανομένου υπόψη ότι η έκτακτη χρησικτησία αποτελεί ένα εκ των νομίμων τρόπων κτήσεως κυριότητος ακινήτου και η εν συνεχεία ειδική διαδοχή στην κυριότητα αυτού με παράγωγο τρόπο (συμβόλαιο και μεταγραφή) από τον αληθή κύριο αυτού, συνήθη στις συναλλαγές τρόπο κτήσεως κυριότητος, η εναγομένη δια των αρμοδίων οργάνων της, ευλόγως ήταν βεβαία για την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητος στο πρόσωπο του παραπάνω οφειλέτη της, επί του υπόψη ακινήτου και δεν προέβη σε περαιτέρω έλεγχο τίτλων, ο οποίος και αν ακόμη πραγματοποιείτο δεν θα μπορούσε να αποδώσει την αληθή νομική κατάσταση του υπόψη ακινήτου, εξ αιτίας αδυναμίας των υπαλλήλων της να διαπιστώσουν την πραγματική κατάσταση της νομής επί αυτού, κατά τον απώτερο παρελθόντα χρόνο.
Περαιτέρω, επί του ακινήτου αυτού (επιδίκου) η εναγομένη προς εξασφάλιση της απαίτησής της κατά της "... ΕΠ" που είχε ήδη διευρυνθεί, ενέγραψε στις 29-4-1988 προσημείωση υποθήκης για ποσό 1.700.000 δραχμές, τραπείσα σε υποθήκη ολικώς στις 7-2-1989 και στις 4-1-1989 δεύτερη προσημείωση υποθήκης για ποσό 5.005.000 δραχμών, τραπείσα ολικώς σε υποθήκη στις 7-2-1989.
Οι προσημειώσεις αυτές δεν ήσαν συναινετικές αλλά κατ' αντιδικία, πράγμα το οποίο αναγκαίως σημαίνει ότι ο φερόμενος στον άνω τίτλο ως κύριος του επιδίκου και καθού η εκτέλεση Κ. Κ., συμπεριφερόταν ως πραγματικός κύριος αυτού, που προσπαθούσε να διαφυλάξει την περιουσία του από εμπράγματα βάρη και εν τέλει από αναγκαστική εκτέλεση. 'Ετσι δημιουργήθηκε στα αρμόδια όργανα της εναγομένης τράπεζας η πεποίθηση ότι ο καθού η εκτέλεση είναι κύριος του κατασχεθέντος επιδίκου ακινήτου, τη δε πεποίθηση αυτή συντήρησε και επέτεινε η μετέπειτα δικονομική συμπεριφορά του καθού η εκτέλεση, ο οποίος όχι μόνον δεν αδιαφόρησε για την τύχη του κατασχεθέντος ακινήτου, αλλά προσήλθε στην εναγομένη, ζήτησε να μην εκπλειστηριασθεί αυτό, κατέβαλε έναντι του χρέους της πίστωσης 3.000.000 δραχμές , σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος της εναγομένης, Κ.
Β., και έτσι πέτυχε την ρύθμιση του υπολοίπου χρέους και την συναίνεση της τράπεζας για αναστολή του πλειστηριασμού επί εξάμηνο. Αποδείχθηκε επομένως, ότι η εναγομένη τράπεζα βρισκόταν σε απολύτως καλή πίστη, η οποία διήρκεσε μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού, συναφώς προς το δικαίωμα κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου του οφειλέτη της-καθού η υπόψη αναγκαστική εκτέλεση και δεν τελούσε σε δόλο ούτε ευθύ ούτε και ενδεχόμενο.
Τούτο αποδεικνύεται και από τη συμπεριφορά της και κατά τη διάρκεια του πλειστηριασμού, διότι μετέσχε σ' αυτόν, πλειοδοτήσασα μέχρι του ποσού των 20.000.000 δραχμών περίπου, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ειλικρινώς επίστευε ότι το επίδικο ακίνητο δεν έφερε νομικό ελάττωμα, ενώ σε κάθε περίπτωση ούτε αμελής συμπεριφορά της τράπεζας αποδείχθηκε κατά τα προδιαληφθέντα.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι υπάλληλοι της εναγομένης τράπεζας διαβεβαίωσαν τον τέως σύζυγο της πρώτης αυτών, που επιλήφθηκε της υπόθεσης, ότι το ακίνητο ανήκε στον καθού η εκτέλεση, και αυτό όχι διότι επίστευαν το αντίθετο, αλλά διότι αποδείχθηκε ότι υφίστανται αυστηροί κανόνες της εναγομένης προς τους υπαλλήλους της, που απαγορεύουν την παροχή συναφών πληροφοριών στους ενδιαφερόμενους να συμμετάσχουν στους πλειστηριασμούς, συναφώς προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των πλειστηριαζομένων ακινήτων.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε η ιστορική βάση της αγωγής και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει μετά μερική συμπλήρωση των αιτιολογιών της με αυτές της παρούσας, να απορριφθεί και αυτός ο λόγος έφεσης και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα και η έφεση στο σύνολο της".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1017 ΚΠολΔ και 914 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθώς και ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δια των αρμοδίων οργάνων της και ενδεικτικά η εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης κατ' αντιδικία με τον οφειλέτη, καθώς και η μερική καταβολή εκ μέρους του έναντι του χρέους του ποσού 3.000.000 δραχμών, που σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων, δημιούργησαν απολύτως σ' αυτήν καλή πίστη ως προς την κυριότητα του οφειλέτη στο επίδικο ακίνητο.
Επίσης, με πληρότητα αναφέρεται ότι δεν αποδείχθηκε αμελής συμπεριφορά των ως άνω οργάνων της αναιρεσίβλητης, ούτε ότι αυτοί διαβεβαίωσαν τον τέως σύζυγο της πρώτης των αναιρεσειόντων σχετικά με ιδιοκτησιακό καθεστώς του πλειστηριαζομένου ακινήτου, ώστε να μη υφίσταται υπαιτιότητα αυτής και ως εκ τούτου να ελλείπει το εν λόγω απαιτούμενο στοιχείο για τη θεμελίωση της ευθύνης της αναιρεσίβλητης από τις ως άνω διατάξεις.
Κατά συνέπεια τούτων είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα.
ΙV. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.
Ειδικότερα, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 22/2018, ΑΠ 681/2017, ΑΠ 43/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσής τους, αφού παραθέτουν το κείμενο της κατάθεσης του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ως προς το ζήτημα της γνώσης από την αναιρεσίβλητη του υπάρχοντος νομικού ελαττώματος του εκπλειστηρισθέντος ακινήτου με επίσπευσή της και συγκεκριμένα του ισχύοντος πορίσματος της κοινής λογικής ότι ο μέσος τραπεζικός υπάλληλος και η ίδια η τράπεζα δεν θα αγόραζε ποτέ ένα ακίνητο της νομικής κατάστασης του εκπλειστηριασθέντος.
Με το ως άνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού οι διαλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την έννοια που προεκτέθηκε και, σε κάθε περίπτωση, με τον λόγο αυτό πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
V. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 104/2019, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1476/2017).
Επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται και αν το εφετείο, δίχως αντίστοιχο λόγο έφεσης, αντικατέστησε τις λανθασμένες αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης με νέες ορθές, μόνον όταν διαμέσου των νέων αιτιολογιών παραβιάζονται τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΑΠ 781/2017, ΑΠ 721/2017, ΑΠ 224/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσής τους αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι, ενώ η πρωτόδικη απόφαση δέχεται τα περί διαβεβαιώσεων από τους υπευθύνους της αναιρεσίβλητης Τράπεζας προς την πρώτη και το δικαιοπάροχο του δευτέρου αυτών (αναιρεσειόντων) για το επίμαχο ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση χωρίς ειδικό παράπονο δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός τους περί των εν λόγω διαβεβαιώσεων.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού με την γενόμενη από το Εφετείο μερική αντικατάσταση και συμπλήρωση των αιτιολογιών της πρωτόδικης απόφασης δεν παραβιάστηκαν τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου της πρώτης. Ειδικότερα, από την επισκόπηση του περιεχομένου των εν λόγω αποφάσεων προκύπτει ότι η πρωτόδικη απόφαση είχε δεχθεί την ύπαρξη διαβεβαιώσεων από τα αρμόδια όργανα της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου ακινήτου προς τους υπερθεματιστές κατά τον πλειστηριασμό τούτου, πλην όμως στη συνέχεια δέχθηκε πεποίθηση της αναιρεσίβλητης ως προς την κυριότητα του οφειλέτη επ' αυτού και έλλειψη θετικής γνώσης αυτής ως προς το νομικό ελάττωμα και ως εκ τούτου και ευθύνης αυτής.
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση στο πλαίσιο της έρευνας των λόγων της έφεσης των ηττηθέντων ήδη αναιρεσειόντων (εκκαλούντων), που παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής τους, ερεύνησε τη βασιμότητα των επικαλούμενων απ' αυτούς περιστατικών για τη θεμελίωση αυτής, μεταξύ των οποίων ήταν και η γνώση του νομικού ελαττώματος από την αναιρεσίβλητη, την οποία, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν δέχθηκε ότι υπήρχε εκ μέρους της, συμπληρώνοντας εν μέρει και αντικαθιστώντας παραδεκτά (άρθρ. 534 ΚΠολΔ) στο σημείο αυτό την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης ως προς το ζήτημα των διαβεβαιώσεων από τους υπευθύνους της αναιρεσίβλητης προς τους αναιρεσείοντες για το επίμαχο ζήτημα της κυριότητας, αφού δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων (εναγόντων) ότι οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης (εναγομένης) Τράπεζας διαβεβαίωσαν τον τέως σύζυγο της πρώτης αυτών, που επιλήφθηκε της υπόθεσης, ότι το ακίνητο ανήκε στον καθ' ου η εκτέλεση.
Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπόψη ότι το δεδικασμένο αφορά έννομη σχέση και όχι αυτοτελώς κατ' ιδίαν στοιχεία της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού, το Εφετείο με την ως άνω κρίση του και εν μέρει συμπλήρωση και αντικατάσταση της αιτιολογίας της πρωτόδικης απόφασης δεν κατέληξε σε δυσμενέστερο για τους αναιρεσείοντες διατακτικό, αφού το δυσμενές γι' αυτούς δεδικασμένο έχει την ίδια έκταση χωρίς να επέρχεται χειροτέρευση της θέσης αυτών ως εκκαλούντων και ως εκ τούτου στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για λήψη υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
VI. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 64/2019, ΑΠ 306/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με την έλλειψη γνώσης της αναιρεσίβλητης ως προς το αναφερόμενο νομικό ελάττωμα του εκπλειστηρισθέντος ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη του τα αναγραφόμενα στο λόγο αυτό έντεκα (11) συνολικά αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως και ειδικότερα: 1) την υπ' αριθ. ....21/1-2-1991 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και περίληψη εγγραφής κατάσχεσης ακινήτου στα οικεία βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου ..., 2) το απόσπασμα από τον τόμο ΞΒ' και με ημερομηνία 19 Απριλίου 1991 του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών, 3) τη με αριθ. ...66/25-9-1991 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θ.
Κ., 4) τη με αριθμό ...48/14-10-1991 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Ά. Τ., 5) το με αριθ. ...8/1967 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θ. Χ. Ρ., που είχε μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ...7 και με αύξοντα αριθμό ....57, 6) το από 25-1-1999 τοπογραφικό διάγραμμα του οικοπέδου του δικαιοπαρόχου του οφειλέτη Γ.
Ν., 7) το υπ' αριθ. ...14/30-6-1938 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Ρ., νομίμως μεταγεγραμμένου, 8) το υπ' αριθ. ...79/18-6-1960 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Π. Λ., νομίμως μεταγεγραμμένου, 9) το αντίγραφο του σχεδιαγράμματος-απόσπασμα του σχεδίου πόλης, 10) την τρισδιάσταση αεροφωτογραφία από σχετική ιστοσελίδα και 11) την υπ' αριθ. 5611/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (7ο φύλλο αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν νόμιμα και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα προαναφερόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω έντεκα (11) συνολικά αποδεικτικά έγγραφα, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της έλλειψης γνώσης της αναιρεσίβλητης ως προς το αναφερόμενο νομικό ελάττωμα του εκπλειστηρισθέντος ακινήτου.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.
ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-2-2015 αίτηση των Ε. Β. και Δ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 892/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ