Legislator Case Law & Legislation
1136/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to raise proportionality claim in first instance traffic accident case.

Case Number 1136/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's award of €110,000 in damages for a traffic accident involving a deceased motorcyclist. The appellant argued this amount violated the principle of proportionality, but the Court ruled the claim inadmissible because it was not formally raised before the lower court. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the insurer's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562 para. 2 and 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument regarding the proportionality of damages in a traffic accident case is inadmissible if not raised and recorded in the proceedings of the court of first instance.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal proportionality principle traffic accident damages code of civil procedure failure to raise claim

Cited Legislation

AI generated
Article 42 of Law 2696/1999 (Code of Civil Procedure)
Article 6β § 1 point b of Presidential Decree 237/1986
Article 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 point e of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1136 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1136/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Β., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φλώρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Μπρουγκουτσίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2623/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 398/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 42 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 2963/2001, που έχει, εν προκειμένω, εφαρμογή, ως εκ του χρόνου του ενδίκου ατυχήματος (14-8-2013), ορίζεται ότι: "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/Ι) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί.... να καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά τις παραγράφους του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια...." (§1) και "σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες..." (§3).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6β’ § 1 περ. β’ του π.δ/τος 237/1986 "κωδικοποίηση των περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως οχημάτων", που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 και που, σύμφωνα με το άρθρο 18 του τελευταίου αυτού νόμου, άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 100 τ.Α/14.5.2007), "εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται:

α)..., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος". Εξάλλου, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 11 § 1 του Ν. 489/1976, ο περιληφθείς στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα όρος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ’ αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η παράβαση του ασφαλιστικού αυτού όρου από τον ασφαλισμένο συνέχεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος (Α.Π. 158/2015, Α.Π. 323/2011).

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ανίχνευση οινοπνεύματος στον οργανισμό του ελεγχόμενου οδηγού σε ποσοστό 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται με τη μέθοδο της αιμοληψίας, ή σε ποσοστό 0,25 και άνω χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεομένου αέρα, μετρούμενο με αλκοολική συσκευή, αποτελεί, κατά πρόβλεψη του νόμου, πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, ότι ο οδηγός αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μέθης και είναι απολύτως ανίκανος προς οδήγηση.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π. 128/2013, Α.Π. 1569/2010, Α.Π. 600/2010, Α.Π. 259/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο έκρινε ότι αποκλειστικός υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία αυτοκινήτου, ο οποίος, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, που συνετέλεσε στην επέλευση αυτού, με βάση δε την κρίση αυτή απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την από 10.11.2015 έφεση και τους από 9.11.2016 προσθέτους λόγους εφέσεως του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 2623/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένδικη από 21.11.2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, αναγνωρίζοντας ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει σ’ αυτήν το συνολικό ποσό των 110.000 ευρώ, το οποίο εκείνη κατέβαλε στους οικείους του θανατωθέντος στο εν λόγω ατύχημα στενού συγγενούς τους, Γ.

Σ. του Δ., οδηγού του εμπλακέντος σ’ αυτό μοτοποδηλάτου, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, κατόπιν συμφωνηθέντος εξωδίκου συμβιβασμού, αναλυόμενο ειδικότερα ως εξής: α) στην Μ. χήρα Γ. Σ., το γένος Ν. Τ., σύζυγό του, 40.000 ευρώ, β) στην Χ. Σ. του Γ., θυγατέρα του, 36.000 ευρώ, γ) στον Δ. Γ. του Ε., γαμβρό από θυγατέρα, 4.000 ευρώ και ε) στους Γ.

Γ. του Δ., Ε. Γ. του Δ. και Μ. Γ. του Δ., εγγόνια του, 10.000 ευρώ, στο καθένα. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη το αναφερόμενο αποδεικτικό μέσο, που αυτός νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού ότι οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η αιμοληψία που διενεργήθηκε ήταν άκυρη, γιατί δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται βέβαιο ότι έλαβε υπόψη την από 4.7.2014 αναφορά του υπογράφοντος το πρωτόκολλο αιμοληψίας αστυφύλακα Μ. Κ. προς τον Αστυνομικό Υποδιευθυντή Ευβοίας, από την οποία (αναφορά), προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς του (αναιρεσείοντος), ότι ο υπογράψας το ως άνω πρωτόκολλο αστυνομικός υπάλληλος δεν παρίστατο κατά την διαδικασία της αιμοληψίας, κατά την οποία παρίστατο έτερος αστυνομικός και δη ο αρχιφύλακας Δ.

Κ. Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα και με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναπτύχθηκαν, διότι από την ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το παραπάνω αναφερόμενο αποδεικτικό μέσο, ήτοι την από 4-7-2014 αναφορά, αφού το αποδεικτικό αυτό μέσον, υπάγεται στην κατηγορία των εγγράφων και δεν έχρηζε ειδικής μνείας στην επίκληση των αποδεικτικών μέσων.

Κατά την διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., το δικαστήριο, κατά την εργατική διαδικασία, κατά την οποία, κατά παραπομπή του άρθρου 681Α’ του ίδιου Κώδικα, εκδικάσθηκε η προκειμένη διαφορά για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από την σύμβαση ασφαλίσεώς του, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου.

Από την εν λόγω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι το δικαστήριο δύναται μεν να λάβει υπόψη και άκυρα αποδεικτικά μέσα, στερούμενα δηλ. για το έγκυρο αυτών, των προϋποθέσεων του νόμου και απλώς δεν επιτρέπεται να λάβει υπόψη ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη προβλεπόμενα δηλαδή από το νόμο (ήτοι από το άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δικ.

ή από άλλη ειδική διάταξη). Την ρύθμιση αυτή υπαγόρευσε στο νομοθέτη όχι μόνο η κατά τεκμήριο απλότητα των δικαζόμενων κατά την ειδική αυτή διαδικασία υποθέσεων, αλλά και η ανάγκη σύντομης εκδικάσεώς τους και ανευρέσεως της ουσιαστικής αλήθειας (ΑΠ 1936/2013). Περαιτέρω, με την 43500/ 5691/2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ 1055/12-8-2002 τ.

Β’ ), η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. και έχει επίσης εδώ εφαρμογή, καθορίστηκαν οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπιστώσεως της χρήσεως οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που είναι η αιμοληψία και χρήση αλκοολικής συσκευής στον εκπνεόμενο αέρα. Η διαγραφόμενη, όμως, κατά τα προαναφερόμενα, διαδικασία ανιχνεύσεως των εν λόγω απαγορευμένων ουσιών δεν είναι αποκλειστική.

Συγκεκριμένα, οι διατάξεις της αποφάσεως αυτής προσδιορίζουν την διαδικασία που πρέπει να τηρείται για να διαπιστωθεί στην ποινική δίκη αν ο δράστης τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος κ.λπ. κατά την τέλεση του εγκλήματος και δεν είναι θεμελιωτικές της σχετικής αστικής αγωγής. Έτσι, τις τυχόν συνταχθείσες εκθέσεις εξετάσεως αίματος του οδηγού και ανιχνεύσεως οινοπνεύματος κ.λπ., παρά τη μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από την πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση, μπορεί να συνεκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας ως δικαστικά τεκμήρια. (Α.Π. 1304/2015, Α.Π. 1936/2013).

Κατ’ ακολουθίαν και υπό την εκδοχήν ότι με τον αυτόν ως άνω λόγο (πρώτο), κατά το έτερο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία αυτοκινήτου και ήδη αναιρεσείων ευρίσκετο, κατά τον χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, υπό την επίδραση οινοπνεύματος, έλαβε υπόψη τις από 16.9.2013 και 2.10.2013 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του εργαστηρίου προσδιορισμού οινοπνεύματος της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, με βάση τις οποίες η περιεκτικότητα του αίματός του σε οινόπνευμα ανερχόταν σε 1,19 εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος, κατά την πρώτη μέτρηση και 1,15 εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος, κατά την δεύτερη μέτρηση, ήτοι έγγραφα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου, δοθέντος ότι η αιμοληψία πραγματοποιήθηκε χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων που επιτάσσει το άρθρο 4 της Κ.Υ.Α. 43500/5691/12.8.2002, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, ενόσω πρόκειται περί αποδεικτικών μέσων, προβλεπομένων από το νόμο (άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δικ.), ήτοι περί εγγράφων, που ακόμη και αν δεν πληρούν τους όρους της ανωτέρω κοινής υπουργικής αποφάσεως και, επομένως, ακύρων, που, όμως, επιτρεπτώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, το οποίο δίκασε την παρούσα υπόθεση, κατά την διαδικασία των άρθρων 671 επ.

του Κ.Πολ.Δικ., για την μόρφωση της κρίσεώς του αναφορικά με το επίμαχο ως άνω ζήτημα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο, κατ’ ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 1546/2014, Α.Π. 1513/2014, Α.Π. 128/2013).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ο αναφερόμενος στο εν λόγω άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. όρος "ζητήματα", επί των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου (Α.Π. 545/2014, Α.Π. 1182/2012, Α.Π. 381/2010).

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως ή ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κ.λπ. (Α.Π.

Ολομ. 14/2004, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία, καθώς και εκείνοι οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, στην βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, που διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι, κατ’ άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της αποφάσεως.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 154/2018, Α.Π. 1221/2017). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναιρέσεως που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (Α.Π. 1207/2017, Α.Π. 125/2017, Α.Π. 763/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 398/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α’ ) Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυαν τότε, δέχθηκε, ανέλεγκτα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 14.8.2013 και περί ώρα 6:05’ ο Γ.

Σ., οδηγώντας το ποδήλατό του εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση από τα ... του Νομού Ευβοίας και στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του. Η πιο πάνω επαρχιακή οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ στο σημείο του ατυχήματος είναι ευθεία, επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και των πεζών αραιή, υπήρχε επαρκής φωτισμός και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κάποιο εμπόδιο.

Κατά τον ίδιο χρόνο ο εναγόμενος Γ. Π., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο ομόρροπα και όπισθεν του ποδηλάτου που οδηγούσε ο Γ. Σ.. Στο ύψος του πρώτου χιλιομέτρου της παραπάνω οδού, ο εναγόμενος Γ.

Π. από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ευρισκόμενος υπό της επίδραση οινοπνεύματος, δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγήν ατυχήματος, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον κανονικά κινούμενο ποδηλάτη και να προσκρούσει με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του στο οπίσθιο μέρος του ποδηλάτου, με αποτέλεσμα την ανατροπή του, την βίαιη πτώση του αναβάτη επί του οδοστρώματος και τον θανάσιμο τραυματισμό του.

Όταν ο Γ. Π. υποβλήθηκε σε έλεγχο αλκοτέστ με την μέθοδο της αιμοληψίας, αυτός βρέθηκε θετικός, αφού διαπιστώθηκε περιεκτικότητα αλκοόλ 1,19 εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος, κατά την πρώτη μέτρηση, και 1,15 εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος, κατά τη δεύτερη μέτρηση (βλ. τις από 16/9/2013 και 2/10/2013 εκθέσεις εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του εργαστηρίου προσδιορισμού οινοπνεύματος της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας).

Η παραπάνω ανευρεθείσα ποσότητα οινοπνεύματος στο αίμα του εναγομένου οδηγού συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, εφόσον αποδείχθηκε από τις συνθήκες του ατυχήματος ότι η κατανάλωση οινοπνεύματος επηρέασε σημαντικά την ικανότητά του, ως οδηγού. Όμως δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το ποδήλατο εισήλθε αιφνιδιαστικά στην οδό, όπου αυτός εκινείτο, από παρακείμενη αγροτική οδό, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου θα ήταν στην πλαϊνή πλευρά του ποδηλάτου και όχι στην οπίσθια, όπως πράγματι συνέβη.

Επίσης ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο θανών φορούσε σκούρα ρούχα και στο ποδήλατό του δεν υπήρχαν αντανακλαστικά, ώστε να μπορεί να τα διακρίνει με ευκολία. Ο πιο πάνω ισχυρισμός είναι απορριπτέος, διότι με δεδομένο ότι στο σημείο του ατυχήματος η οδός είναι ευθεία και το ποδήλατο εκινείτο με πολύ μικρή ταχύτητα, ο εναγόμενος, οδηγώντας με αναμμένα τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου του, θα μπορούσε με μεγάλη ευχέρεια να το διακρίνει από μεγάλη απόσταση και να πραγματοποιήσει έγκαιρα τον κατάλληλο ελιγμό, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση.

Συνεπώς, αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου, ο οποίος επιδεικνύοντας αμελή συμπεριφορά παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 42 του Κ.Ο.Κ.". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ.

και του Κ.Ο.Κ. και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου και η ανυπαρξία οποιασδήποτε υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού του μοτοποδηλάτου και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, τα οποία επέδειξε ο υπαίτιος οδηγός του αυτοκινήτου, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι ο εν λόγω οδηγός οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημά του, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, η οποία επέδρασε καταλυτικά στην οδηγική του συμπεριφορά, χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτού (οχήματός του), ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα το έμπροσθέν του κανονικά κινούμενο μοτοποδήλατο, ώστε να πραγματοποιήσει εγκαίρως τον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό, παρόλο που δεν περιοριζόταν η ορατότητά του (ήταν ευθεία, υπήρχε επαρκής φωτισμός) και να προσκρούσει με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του στο οπίσθιο μέρος του μοτοποδηλάτου, με αποτέλεσμα την ανατροπή του, την βίαιη πτώση του αναβάτη επί του οδοστρώματος και τον θανάσιμο τραυματισμό του, προσέτι δε ότι η κατάσταση μέθης στην οποία ευρισκόταν ο αναιρεσείων τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Ακόμη ως προς την συμπεριφορά του οδηγού του μοτοποδηλάτου το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, δεχόμενο ότι αυτός εκινείτο κανονικά με πολύ μικρή ταχύτητα και στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του. Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτός (αναιρεσείων) διατείνεται, δεν διευκρινίζεται:

α) από πόση απόσταση εμφανίστηκε ο μοτοποδηλάτης στην πορεία του αυτοκινήτου και από πόση απόσταση θα μπορούσε ο αναιρεσείων - οδηγός του αυτοκινήτου να τον αντιληφθεί, εάν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του, β) η ταχύτητα με την οποία εκινείτο το μοτοποδήλατο και γ) ενώ δέχεται ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου, αν οδηγούσε το όχημά του με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, θα μπορούσε να αντιληφθεί από μεγάλη απόσταση το έμπροσθέν του κινούμενο μοτοποδήλατο και να πραγματοποιήσει εγκαίρως τον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό, δεν διευκρινίζεται αν ο ελιγμός αυτός έπρεπε να γίνει προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά του οδοστρώματος, ούτε ποιο τμήμα του οδοστρώματος ήταν ελεύθερο.

Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως άνω, υπό στοιχ. α’ και β’ ως ελλείψεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Περαιτέρω, ως προς την υπό στοιχ. γ’ αιτίαση, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, που συνίσταται στο ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο αυτοτελής ισχυρισμός και τα θεμελιωτικά τούτου περιστατικά, καθώς και ότι αυτά προτάθηκαν, κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο, στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται, κατά τον αναιρεσείοντα, η ανεπάρκεια, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη (Α.Π. 944/2017).

Εξ άλλου, η αιτιολογία της πληττομένης αποφάσεως ότι "(ο αναιρεσείων) δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του..." είναι πλεοναστική και διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου προς άντληση επιχειρημάτων υπέρ της κύριας αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του (ότι ο αναιρεσείων οδηγούσε το όχημά του, υπό την επίδραση οινοπνεύματος, χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος), που στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως, αφού δεν πλήττεται επιτυχώς αναιρετικά και, συνεπώς, η προβαλλομένη συναφής αιτίαση ότι δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση "με ποια ταχύτητα εκινείτο το αυτοκίνητο και ποια είναι η επιτρεπόμενη ταχύτητα, με βάση τις περιστάσεις" κρίνεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απορριπτέα ως αλυσιτελής.

Κατ’ ακολουθίαν, ο συναφής δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Κατά την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της εν λόγω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π.

Ολομ. 9/2015). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 73/2016, Α.Π. 168/2015, Α.Π. 682/2014, Α.Π. 183/2014).

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά την δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Α.Π. 168/2015, Α.Π. 1620/2005).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ο αναιρεσείων, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., αποδίδει στην πληττομένη απόφαση, κατ’ ορθήν εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 110.000 ευρώ, που εκείνη κατέβαλε στους οικείους του, κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, θανόντος οδηγού του μοτοποδηλάτου, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς, εκείνο που επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., καθ’ όσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζομένης κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και μόνον θα ήταν παραδεκτή, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η προβολή του παραπάνω αναιρετικού λόγου, ενόψει (και) του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

εξαιρετικές περιπτώσεις, ούτε, σε κάθε περίπτωση, από τις προτάσεις, ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, του αναιρεσείοντος, καθώς και από τα πρακτικά της δίκης εκείνης, προκύπτει, μετά την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπησή τους, ότι προβλήθηκε από αυτόν τέτοιος ισχυρισμός.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.7.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 398/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ