Legislator Case Law & Legislation
1136/2017 AI generated

1136/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1136/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 200, 288, 349, 351, 648, 652 παρ.1, 653 και 656 ΑΚ, 1, 3 και 7 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του ν 3198/1955 συνάγεται ότι μονομερής, βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν ο εργοδότης, χωρίς δικαίωμα από το νόμο ή τη σύμβαση ή με κατάχρηση δικαιώματος, μεταβάλλει μονομερώς τους όρους της συμβάσεως, με συνέπεια να επέρχεται, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή ηθική ζημία στο μισθωτό.

Legislator headnote

AI generated

1136/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 25-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση κατά παραδοχή του τρίτου και τέταρτου από τους λόγους αυτής και μόνο ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στις αποδοχές αδείας.

Keywords

AI generated
redundancy abandonment of employment termination of service unemployment due to technical progress reduction of salary job cuts
AI generated
108/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
998/2012
Supreme Court partially allows appeal against labor court ruling on employer's refusal to hire employee due to personality insult.
524/2016
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence and amendment of claim basis.
94/2008
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, holding that evidence assessment errors are not grounds for cassation.
142/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 584/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2911/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/12/2005 αίτησή του και τους από 2/11/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 14/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης κύριων και πρόσθετων. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1136 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1136/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Π. Γ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Γκούβα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Κωνσταντίνας Κονιδάρη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 2643/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 1431/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-12-2015 (ημερομηνία κατάθεσης) αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 25-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση κατά παραδοχή του τρίτου και τέταρτου από τους λόγους αυτής και μόνο ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στις αποδοχές αδείας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 200, 288, 349, 351, 648, 652 παρ.1, 653 και 656 ΑΚ, 1, 3 και 7 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του ν 3198/1955 συνάγεται ότι μονομερής, βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν ο εργοδότης, χωρίς δικαίωμα από το νόμο ή τη σύμβαση ή με κατάχρηση δικαιώματος, μεταβάλλει μονομερώς τους όρους της συμβάσεως, με συνέπεια να επέρχεται, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή ηθική ζημία στο μισθωτό.

Η μονομερής, βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη δεν επιφέρει καθ’ εαυτήν τη λύση της. Εάν, όμως, η μεταβολή (ή οι περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτή συντελέσθηκε) δημιούργησε τέτοιες συνθήκες, ώστε, κατ’ αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, να μην είναι πλέον δυνατή η εκπλήρωση της υποχρεώσεως του εργαζόμενου για παροχή εργασίας μέσα σε πλαίσιο αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας ή επέφερε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητά του, ώστε η εξακολούθηση της συμβάσεως να καθίσταται αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής, ο εργαζόμενος, μπορεί να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία, να αποχωρήσει από την εργασία και να απαιτήσει την πληρωμή τής κατά το άρθρο 3 του ν. 2112/1920 αποζημιώσεως.

Επί πλέον, εάν κάτω από τις ίδιες περιστάσεις στοιχειοθετείται προσβολή της προσωπικότητας του εργαζόμενου, αυτός δικαιούται, κατά τα άρθρα 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΟλΑΠ 13/1987, ΑΠ 1839/2008).

2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε προσληφθεί την 1-9-1977, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία που βρίσκεται σε εκκαθάριση, προκειμένου να εργασθεί ως τεχνικός μηχανών γραφείου, με το σύστημα της εβδομαδιαίας εργασίας πέντε ημερών και αμειβόμενος με ημερομίσθιο.

Ότι ως τόπος παροχής της εργασίας του είχε ορισθεί όχι μόνο η έδρα της εναγομένης στην Αθήνα, αλλά και διάφορες επαρχιακές πόλεις στις οποίες η εναγομένη είχε πελάτες, το μηχανολογικό εξοπλισμό των οποίων είχε αναλάβει να συντηρεί. Ότι με την πάροδο των ετών, ο ενάγων απέκτησε μεγάλη εμπειρία, η οποία εμπλουτίσθηκε με την εκ μέρους του παρακολούθηση σεμιναρίων επιμόρφωσης, που διοργάνωναν κατά καιρούς οι εταιρίες κατασκευής των μηχανών που εμπορευόταν η εναγομένη.

Ότι λόγω της εμπειρίας αυτής, "προ δεκαπενταετίας περίπου" [ήτοι, περί το έτος 1998, εάν ως κρίσιμος χρόνος θεωρηθεί αυτός της ασκήσεως της αγωγής], η εναγομένη είχε αναθέσει στον ενάγοντα τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση της καλής συντήρησης ή επισκευής των μηχανών που εμπορευόταν. Ότι, παράλληλα, η εναγομένη εξακολούθησε να αναθέτει στον ενάγοντα, προσωπικώς, τη συντήρηση ή επισκευή μηχανών τόσο εντός των εγκαταστάσεων της επιχείρησής της όσο και εκτός αυτών, στις έδρες πελατών της.

Ότι, το Φεβρουάριο 2013, η σύμβαση εργασίας έπαυσε να εξελίσσεται ομαλά, διότι οι διάδικοι προέβησαν στην ανταλλαγή εξωδίκων δηλώσεων, με τις οποίες εξέφρασαν αμοιβαία παράπονα και διαμαρτυρίες. Ότι, πρώτος, ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για το ότι η εναγομένη αφ’ ενός του αφαίρεσε τα διευθυντικά καθήκοντα, τα οποία από ετών του είχε αναθέσει (διότι του στέρησε την ως άνω εξουσία ελέγχου και προγραμματισμού και τον έστελνε να διενεργεί συντήρηση ή επισκευές μηχανών εκτός της έδρας της) και αφ’ ετέρου του μείωσε τις αποδοχές από 2.370 σε 1.500 ευρώ.

Ότι, αμέσως, η εναγομένη απάντησε ότι ουδέποτε του είχε αναθέσει καθήκοντα τεχνικού διευθυντή, ότι με την εξέλιξη της τεχνολογίας η συντήρηση και οι επισκευές των μηχανών γραφείου απαιτούσαν γνώσεις λογισμικού και ηλεκτρονικών υπολογιστών, τις οποίες ο ενάγων, που ήταν εξοικειωμένος μόνο με τις μηχανές παλαιού τύπου, δεν είχε και δεν ενδιαφέρθηκε να αποκτήσει και ότι λόγω της οικονομικής κρίσης και των εντεύθεν προβλημάτων της επιχείρησής της, τα οποία προσπαθούσε να αντιμετωπίσει με μείωση του προσωπικού της, είχε ζητήσει από τον ενάγοντα και το συνάδελφό του Ν.

Γ. αφ’ ενός να διενεργούν επισκευές και στις έδρες πελατών, εντός Αττικής, δυο φορές την εβδομάδα και αφ’ ετέρου να δεχθούν μείωση των αποδοχών τους, η οποία ως προς τον ενάγοντα δεν εφαρμόσθηκε, διότι την αρνήθηκε. Ότι, παράλληλα, η εναγομένη διατύπωσε παράπονα ως προς τη συμπεριφορά του ενάγοντος και τον κάλεσε να σεβαστεί πλήρως τις συμβατικές του υποχρεώσεις.

Ότι ο ενάγων, με δεύτερη δήλωση, ενέμεινε στο περιεχόμενο της προηγούμενης, χαρακτήρισε την εξέλιξη στη σύμβαση εργασίας ως μονομερή βλαπτική μεταβολή, θεώρησε προσβλητική την αμφισβήτηση των ικανοτήτων του και την απόδοση σ’ αυτόν της διασποράς φημών σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και, εν τέλει, εξέλαβε τη συμπεριφορά της εναγομένης ως άτακτη και σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, οπότε από 18-2-2013 έπαυσε να προσφέρει την εργασία του.

Ότι η εναγομένη, με νέα δήλωση, αρνήθηκε τα ανωτέρω, τον κάλεσε να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και δήλωσε ότι, στην αντίθετη περίπτωση, θα εκλάβει τη στάση του ως οικειοθελή αποχώρηση. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές ως προς τα συντελεσθέντα γεγονότα, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι ο ενάγων, λόγω της μακράς προϋπηρεσίας και εμπειρίας του, θα μπορούσε να θεωρηθεί στέλεχος της επιχείρησης που ασκούσε η εναγομένη, αλλ’ ουδέποτε είχε την ιδιότητα του τεχνικού διευθυντή αυτής.

Ότι για την εκ των πραγμάτων απόκτηση της ιδιότητας αυτής δεν ήταν αρκετή ούτε η πρόσκαιρη ανάθεση του προγραμματισμού και της παρακολούθησης της καλής συντήρησης ή επισκευής των μηχανών ούτε η μη συχνή εκτέλεση τέτοιων εργασιών στις έδρες πελατών, ενόσω υπήρχαν νεότεροι υπάλληλοι. Ότι η απαίτηση της εναγομένης να μεταβαίνει στο εξής και ο ενάγων τακτικά, δυο φορές την εβδομάδα, εκτός έδρας, όπως και ο έτερος εναπομείνας συνάδελφός του, Ν.

Γ., ώστε να απολυθεί κάποιος νεότερος από αυτούς για οικονομοτεχνικούς λόγους, ήταν εύλογη και σύμφωνη με τους όρους της σύμβασης εργασίας, αφού ο ενάγων, αν και για κάποιο χρονικό διάστημα δεν υποχρεωνόταν συχνά σε παροχή εργασίας εκτός έδρας, ποτέ δεν είχε απαλλαγεί πλήρως από την εν λόγω, συμβατική του υποχρέωση.

Ότι, σε αντίθεση προς το συνάδελφό του, Ν. Γ., μετά την άρνησή του να συναινέσει, μείωση αποδοχών δεν επιβλήθηκε στον ενάγοντα. Ότι η εκ μέρους της εναγομένης αμφισβήτηση της επάρκειας του ενάγοντος δεν ήταν γενική, αλλά έγινε μόνο προς αντίκρουση του ισχυρισμού του ότι ήταν τεχνικός διευθυντής, με την έννοια ότι η εκ μέρους του μη ενημερότητα στην εξέλιξη της ηλεκτρονικής τεχνολογίας του αφαιρούσε την ικανότητα για την άσκηση καθηκόντων σε μια τέτοια θέση.

Ότι, τέλος, η εκ μέρους της εναγομένης διατύπωση μομφής προς τον ενάγοντα, με τη μορφή εξώδικης δήλωσης, για το ότι διαδίδει [αρνητικές] φήμες σχετικά με τη διαχείριση των οικονομικών της υποθέσεων, οφειλόταν σε πληροφορίες που είχαν περιέλθει σ’ αυτήν. Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι στην περίπτωση του ενάγοντος δεν στοιχειοθετείται ούτε μονομερής, βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας ούτε παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας αυτού, οπότε απέρριψε τους λόγους της έφεσης του ιδίου, με τους οποίους αυτός παραπονιόταν κατά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα τα κεφάλαια τα ένδικης αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης απολύσεως και χρηματικής ικανοποίησης.

Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας και υπήγαγε προσηκόντως σ’ αυτές τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και με πληρότητα παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, μετά την παραδοχή ότι στον ενάγοντα δεν είχαν ανατεθεί διευθυντικά καθήκοντα, ότι η παροχή εργασίας εκτός έδρας αποτελούσε συμβατική του υποχρέωση και ότι η εξαγγελθείσα μείωση των αποδοχών του δεν συντελέσθηκε, δεν μπορούσε, πράγματι, να υποστηριχθεί βάσιμα ότι επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή σε βάρος του.

Και περαιτέρω, μετά την παραδοχή ότι η εναγομένη χρειάστηκε να απαντήσει στα παράπονά του για διοικητικό και οικονομικό υποβιβασμό, οι χαρακτηρισμοί της [στους οποίους εστιάζει ο δεύτερος από τους λόγους αναιρέσεως] ότι αυτός είχε φανεί "αχάριστος", διότι δεν δέχθηκε τη μείωση των αποδοχών του ενώ στο παρελθόν, όταν η οικονομική πορεία της εναγομένης ήταν ανοδική, ελάμβανε αποδοχές υπέρτερες των νόμιμων και επίδομα παραγωγικότητας και "ανίκανος" για την άσκηση διευθυντικών καθηκόντων, διότι δεν είχε κατορθώσει να προσαρμοσθεί στην ηλεκτρονική τεχνολογία, ήσαν απλές αξιολογικές κρίσεις, δικαιολογημένες από το σκοπό για τον οποίο διατυπώθηκαν και δεν συνιστούσαν προσβολή της προσωπικότητάς του.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

3. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας των ετών 2008 και 2009, "Υπάλληλοι και εργατοτεχνίτες που συμπληρώνουν υπηρεσία δέκα (10) ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δώδεκα (12) ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια τριάντα (30) εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή είκοσι πέντε (25) εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας.

Από 1-1-2008, μετά τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας, δικαιούνται μία (1) επιπλέον εργάσιμη ημέρα, δηλ. συνολικά τριάντα μία (31) και είκοσι εξ (26) εργάσιμες ημέρες, αντίστοιχα". Στην προκείμενη περίπτωση και σε σχέση με το κεφάλαιο της ένδικης αγωγής για τις αποδοχές αδείας, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη:

Ότι η σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων είχε λειτουργήσει συνεχώς από την 1-9-1977, με το σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Ότι ο ενάγων έπαυσε να προσφέρει την εργασία του κατά την 18-2-2013, διότι θεώρησε ότι η εναγομένη είχε μεταβάλει μονομερώς και με τρόπο βλαπτικό γι’ αυτόν τους όρους της συμβάσεως.

Ότι ως εκ της προϋπηρεσίας του ο ενάγων δικαιούταν 25 ημέρες άδειας για καθένα από τα έτη 2011, 2012 και 2013. Ότι είχε λάβει αντιστοίχως 24, 32 και 3 ημέρες άδειας, με συνέπεια να δικαιούται επί πλέον 1 ημέρα άδειας για το έτος 2011, καμία για το έτος 2012 και 22 ημέρες άδειας για το έτος 2013. Μετά τις παραδοχές αυτές, υπολόγισε και επιδίκασε τις διαφορές, κατά παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος και κάνοντας εν μέρει δεκτό το συναφές κεφάλαιο της ένδικης αγωγής.

Με την κρίση αυτή, όμως, το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε με εσφαλμένη υπαγωγή και ελλιπή αιτιολογία την προαναφερθείσα διάταξη της ΕΓΣΣΕ των ετών 2008-2009, διότι αν και από τις παραδοχές του καθίσταται σαφές ότι ο ενάγων είχε συμπληρώσει 25 χρόνια υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη και, ως εργαζόμενος με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, εδικαιούτο 26 ημέρες άδειας αναπαύσεως για κάθε ημερολογιακό έτος, αυτό προχώρησε στους υπολογισμούς του με 25 ημέρες άδειας αναπαύσεως ετησίως.

Και πέραν τούτου, παρέλειψε να διευκρινίσει εάν οι ημέρες άδειας, τις οποίες δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε λάβει αντιστοίχως, ήσαν αποκλειστικά ημέρες άδειας αναπαύσεως ή και άλλης φύσεως (αναρρωτικές ή μέρες αυθαίρετης και μη αμειβόμενης απουσίας), οπότε δεν θα έπρεπε να προσμετρηθούν κατά τους υπολογισμούς.

Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνονται τα παραπάνω και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, θα πρέπει να κριθούν βάσιμοι.

4.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την έκταση των αναιρετικών λόγων που ευδοκίμησαν (ήτοι, μόνο ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στις αποδοχές αδείας) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 1431/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς την έκταση των αναιρετικών λόγων που ευδοκίμησαν.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή είναι εφικτή.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 16η Μαΐου 2017.

Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ