Legislator Case Law & Legislation
1136/2016 AI generated

1136/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1136/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1136/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ήδη, με το άρθρο 20 του Ν. 4321/2015 αντικαταστάθηκαν οι παραπάνω διατάξεις αλλά ο τελευταίος αυτός νόμος δεν έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως δυσμενέστερος των ανωτέρω προϊσχυσασών διατάξεων (άρθρ. 2 παρ. 1 Π.Κ.), αφού για χρέη συνολικού ύψους άνω των 150.000 ευρώ, όπως τα επίδικα, προβλέπει βαρύτερη ποινή τριών (3) τουλάχιστον ετών.

Keywords

AI generated
unpaid customs duties pecuniary penalties extortion of excessive official fees corruption offences over-indebtedness damage to credit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1136 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1136/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Β. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθμ 31062Α/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2015, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 11 Ιουνίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 764/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, το τελευταίο των οποίων ισχύει από 1-1-2004 και καταλαμβάνει την παρούσα υπόθεση, ως εκ του χρόνου τελέσεως της επίδικης πράξεως και ως επιεικέστερο της εκ νέου τροποποιήσεως αυτού με το άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 3943/2011, "η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

ή του Τελωνείου, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".

Ήδη, με το άρθρο 20 του Ν. 4321/2015 αντικαταστάθηκαν οι παραπάνω διατάξεις αλλά ο τελευταίος αυτός νόμος δεν έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως δυσμενέστερος των ανωτέρω προϊσχυσασών διατάξεων (άρθρ. 2 παρ. 1 Π.Κ.), αφού για χρέη συνολικού ύψους άνω των 150.000 ευρώ, όπως τα επίδικα, προβλέπει βαρύτερη ποινή τριών (3) τουλάχιστον ετών.

Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα, συντρέχει, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.

Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και, όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη, που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο, ως λογικό συμπέρασμα, καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι του σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά, που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως, διότι σε τέτοια περίπτωση δεν πρόκειται για συμπλήρωση του σκεπτικού από το διατακτικό, αλλά ούτε καν για πιστή αντιγραφή του τελευταίου, οπότε, αν το διατακτικό είναι τόσο αναλυτικό και πλήρες, ώστε να καθίσταται εντελώς περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού, η ταύτιση του περιεχομένου σκεπτικού και διατακτικού είναι δυνατό να μην συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε’ Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που υπάρχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέτοια δε περίπτωση υφίσταται και όταν η παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, όταν, δηλαδή, έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ή κατά την έκθεση των στοιχείων αυτών στην ίδια την αιτιολογία ή στο διατακτικό, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 31062Α’ /2012, αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη τα εξής: <<...προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμεν...

έχ... τελέσει τις πράξ... που τ... αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθ... ένοχ... διότι, ως απεδείχθη, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας>>. Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας, αφού έπαυσε κατά ένα μέρος οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής (διάταξη, ως προς την οποία δεν πλήττεται η παραπάνω απόφαση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως), κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, κατά τα λοιπά, της αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

ΠΟΠΔ λόγω παραγραφής για 1-11 πίνακα χρεών.

Κηρύσσει αυτόν ‘ Ενοχο για χρέη 12 και 13 του πίνακα χρεών.

Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 30-5-2004 έως 30-11-2005 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.00 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη Δ.Ο.Υ. ΙΓ’ ΑΘΗΝΩΝ διάφορα χρέη υπερ του Δημοσίου όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. Βιβλίου ...) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από …. 2006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε το ποσό ευρώ 1.698.625, 50 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων ούτε τις σκέψεις, που οδήγησαν το Δικαστήριο στην κρίση του για την ενοχή αυτού και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, οι δε ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό.

Συγκεκριμένα, η προπαρατεθείσα αιτιολογία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν είναι επαρκής, διότι είναι εντελώς τυπική και δεν πρόκειται περί αλληλοσυμπληρώσεως του αιτιολογικού με το διατακτικό, που προϋποθέτει παράθεση περιστατικών της πράξεως στο σκεπτικό, αλλά περιέχει ολική αναφορά και παραπομπή του αιτιολογικού στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο, μάλιστα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου, με το οποίο διατυπώθηκε η σχετική κατηγορία εις βάρος του αναιρεσείοντος.

Περαιτέρω δε, ανεξαρτήτως του ανεπαρκούς αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο διατακτικό αυτής υφίσταται αντίφαση, ως προς το ποσό, για το οποίο ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος. Ειδικότερα, ενώ με την εν λόγω απόφαση έπαυσε οριστικά η εναντίον του ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για τα αναφερόμενα στον σχετικό πίνακα χρέη υπό τους αριθμούς 1 έως 11, το ποσό, στο οποίο αυτά αθροίζονται δεν αφαιρείται από το σύνολο του χρέους, για το οποίο κατηγορείτο ο αναιρεσείων, με συνέπεια να του καταλογίζεται με την περί ενοχής διάταξη της αποφάσεως αυτής το συνολικό ποσό των 1.698.625,50 ευρώ, στο οποίο, όπως προκύπτει από τον συνημμένο και αποτελούντα στοιχείο του διατακτικού σχετικό πίνακα χρεών, συνίστατο η αρχική κατηγορία και εμπεριέχεται και εκείνο το ποσό, για το οποίο έπαυσε οριστικά η δίωξη, ενώ από τον ίδιο πίνακα χρεών εξάγεται το συμπέρασμα, ότι τα υπό τους αριθμούς 12 και 13 χρέη, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενο του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανέρχονται μόνο στο ποσό των (182.109,19 + 67.322,00 =) 249.431,19 ευρώ.

Ενόψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στερείται νόμιμης βάσεως, καθόσον, εξαιτίας της κατά τα άνω ανεπάρκειας του αιτιολογικού της, καθώς και της προεκτεθείσας αντιφάσεως του πορίσματός της, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής εφαρμογής, επί του προκειμένου, των προπαρατεθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, οι οποίες έτσι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου.

Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αυτές, οπότε, κατά παραδοχή των αναιρετικών τούτων λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις πληττόμενες με την αίτηση αναιρέσεως διατάξεις της περί ενοχής και επιβολής ποινής, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του τρίτου και τελευταίου λόγου της ίδιας αιτήσεως (περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο), ως αλυσιτελής.

Κατά το άρθρο 86 Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού κλπ", "καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο. Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία βεβαίωση (παρ. 1).

Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη (παρ. 2)". Κατά δε την παρ. 7 του άρθρου 25 Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997, "ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά την παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής.

Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Τέλος, με την παρ. 2 του άρθρου 34 Ν. 3220/2004, η παράγραφος 7 του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε ως εξής: "7. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.

Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι διαχωρίζεται σαφώς η παραγραφή της οφειλής και των χρεών των φορολογουμένων προς το Δημόσιο από την παραγραφή του ως άνω, σε βαθμό πλημμελήματος διωκομένου, ειδικού αδικήματος καθυστερήσεως καταβολής των βεβαιωμένων στις Δ.Ο.Υ.

και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο. Ενώ κατά την παρ. 7 του άρθρου 25 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρ. 23 Ν. 2523/1997, οριζόταν ότι ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής (εδάφ. α) και η υποβολή της αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει την παραγραφή του χρέους, για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (εδάφ.

β), με την τελευταία αντικατάσταση της παραγράφου αυτής 7, με το προπαρατεθέν άρθρ. 34 παρ. 2 Ν. 3220/2004, το παραπάνω πρώτο εδάφιο, περί ενάρξεως παραγραφής του αδικήματος μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής, απαλείφθηκε εντελώς, στο δε δεύτερο εδάφιο προστέθηκε η φράση "ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής".

Με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και, συνεπώς, ισχύουν οι κοινές περί του χρόνου τελέσεως και περί του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής των εγκλημάτων διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ., ενώ δε μπορεί να γίνει λόγος για από παραδρομή απάλειψη του ανωτέρω πρώτου εδαφίου, το δε άρθρο 86 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού κλπ", διαλαμβάνει μόνον περί παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου και όχι περί παραγραφής του αδικήματος της καθυστερήσεως καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο (Ολ.Α.Π. 2/2011).

Σύμφωνα δε με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, όπως η μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (άρθρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990), είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β’ , 370 στοιχ. β’ και 511 εδ. α’ και γ’ Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον ‘ Αρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, ο αναιρεσείων εμφανίστηκε και κριθεί και ένας βάσιμος λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα, σε βαθμό πλημμελήματος, αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 30-5-2004 έως 30-11-2005, έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (5-2-2016) παρήλθε χρονικό διάστημα, που υπερβαίνει την οκταετία.

Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα, ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, ο αναιρεσείων εμφανίστηκε στην παρούσα δίκη και κρίνονται βάσιμοι οι αναφερόμενοι στην προηγούμενη παράγραφο αναιρετικοί λόγοι, πρέπει να παύσει οριστικά η εις βάρος του ασκηθείσα ποινική δίωξη για το εν λόγω πλημμέλημα, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος με την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω παραγραφής, αφού έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτού, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 31062Α’ /2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της περί ενοχής και επιβολής ποινής.

Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, Α. Β. του Χ., κατοίκου ..., ασκηθείσα ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και, ειδικότερα, για το ότι: Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 30-5-2004 έως 30-11-2005 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.00 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη Δ.Ο.Υ. ΙΓ’ ΑΘΗΝΩΝ διάφορα χρέη υπερ του Δημοσίου όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. Βιβλίου ...) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 121512006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε το ποσό ευρώ 1.698.625, 50 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ