Legislator Case Law & Legislation
1136/2015 AI generated

1136/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1136/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Επειδή, κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας (στο εξής: ΣΣΕ) διακρίνονται: α) σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας, β) σε κλαδικές, που αφορούν τους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, γ) σε επιχειρησιακές, που αφορούν τους εργαζόμενους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης, δ) σε εθνικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων όλης της χώρας και ε) σε τοπικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος ή και των συναφών ειδικοτήτων συγκεκριμένης πόλης ή περιφέρειας.

Legislator headnote

AI generated

1136/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι λοιπές ΣΣΕ δεσμεύουν τους εργαζόμενους και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ.4 του άρθρου 3 (άρθρο 8 παρ.2 του ν. 1876/1990).

Keywords

AI generated
lack of standing of association european works councils European Economic Interest Grouping technical barriers economic sectors technical standards and regulations
AI generated
1137/2015
Επειδή, κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ν.1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας (στο εξής: ΣΣΕ) διακρίνονται: α) σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας, β) σε κλαδικές, που αφορούν τους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, γ) σε επιχειρησιακές, που αφορούν τους εργαζόμενους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης, δ) σε εθνικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων όλης της χώρας και ε) σε τοπικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος ή και των συναφών ειδικοτήτων συγκεκριμένης πόλης ή περιφέρειας.
1138/2015
Επειδή, κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ν.1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας (στο εξής: ΣΣΕ) διακρίνονται: α) σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας, β) σε κλαδικές, που αφορούν τους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, γ) σε επιχειρησιακές, που αφορούν τους εργαζόμενους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης, δ) σε εθνικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων όλης της χώρας και ε) σε τοπικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος ή και των συναφών ειδικοτήτων συγκεκριμένης πόλης ή περιφέρειας.
1250/2014
Supreme Court dismisses appeal against judgment rejecting lawsuit due to lack of standing against DEH.
718/2019
Supreme Court remands case for retrial on incidental claim for damages due to employer's delay in hiring.
1698/2007
Supreme Court dismisses appeal against collective agreement scope ruling due to lack of permanent operation in Athens.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1136 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1136/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλη Σαξώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 3073/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 412/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση αυτής ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-1-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δήμητρα Κοκοτίνη, ανέγνωσε την από 14-4-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας (στο εξής: ΣΣΕ) διακρίνονται: α) σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας, β) σε κλαδικές, που αφορούν τους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, γ) σε επιχειρησιακές, που αφορούν τους εργαζόμενους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης, δ) σε εθνικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων όλης της χώρας και ε) σε τοπικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος ή και των συναφών ειδικοτήτων συγκεκριμένης πόλης ή περιφέρειας.

Οι λοιπές ΣΣΕ δεσμεύουν τους εργαζόμενους και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ.4 του άρθρου 3 (άρθρο 8 παρ.2 του ν. 1876/1990).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ.2 του ίδιου νόμου, με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με την επιφύλαξη της παρ.2 του άρθρου 10, κατά την οποία κλαδική ή επιχειρησιακή ΣΣΕ υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ (τοπική ή εθνική).

Αν η ισχύς της ΣΣΕ ή της διαιτητικής απόφασης (στο εξής: ΔΑ) επεκταθεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, τότε εκτείνεται σε όλους τους εργοδότες και τους εργαζόμενους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΟλΑΠ 2/2002, ΑΠ 56/2012). Εξάλλου, ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές, περίπου, συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών, ενώ συναφείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό περίπου όμοιες συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών.

Ως εκ τούτου, προέχον κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας ΣΣΕ ή ΔΑ ως κλαδικής είναι το είδος της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητα του εργαζόμενου, με την οποία παρέχεται η συμφωνημένη εργασία. Αντίθετα, οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ ή ΔΑ ρυθμίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων που ασκούν συγκεκριμένο επάγγελμα, ανεξάρτητα από το είδος της επιχειρήσεως στην οποία παρέχεται η συμφωνημένη εργασία (ΑΠ 56/2012, ΑΠ 912/2006).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι ΣΣΕ συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των ΣΣΕ νομοθετική, κανονιστική εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ' αυτές από την ως άνω διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος.

Συνεπώς, οι ΣΣΕ, ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Για το λόγο αυτό, δεν απαιτείται να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των νομίμων αποδοχών του εργαζόμενου, οι εφαρμοστέες ΣΣΕ, οι οποίες αναζητούνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. α' ΚΠολΔ, τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων σχέση, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζόμενου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές (ΑΠ 127/2013, ΑΠ 56/2012).

2. Επειδή, με την 12.479/12-9-2002 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β', 1213/2002), η ισχύς της οποίας αρχίζει από 22-7-2002, κηρύχθηκε υποχρεωτική η 27/2002 ΔΑ, η οποία αφορά "τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών, περιελιγκτών κλπ, που απασχολούνται στα βιομηχανικά εργοστάσια όλης της χώρας", ενώ με την 15.272/16-7-2003 απόφαση του ίδιου Υπουργού, η οποία ισχύει από 13-5-2003 (ΦΕΚ Β', 1012/2003), κηρύχθηκε υποχρεωτική η ΔΑ 16/2003, που αφορά "τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών - περιελιγκτών, αρχιτεχνιτών, εργοδηγών και πτυχιούχων επίβλεψης και βοηθών μαθητευόμενων, καθώς και των αδειούχων ραδιοηλεκτρολόγων που εργάζονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στα βιομηχανικά εργοστάσια όλης της χώρας".

Εξάλλου, με την απόφαση 12.744/7-9-2004 του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β', 1442/2004) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 25-6-2004 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών - περιελιγκτών, ραδιοηλεκτρολόγων, ραδιοτεχνιτών κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας", η οποία ισχύει από 5-7-2004 και για το έτος 2005 και καταρτίσθηκε μεταξύ του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδας και της Ομοσπονδίας Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδας, ενώ με την απόφαση 11.447/12-5-2004 του ίδιου ως άνω Υπουργού (ΦΕΚ Β', 809/1-6-2004) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 10-6-2003 Τοπική ΣΣΕ των ετών 2003 και 2004 των Ηλεκτρολόγων της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης (στο εξής:

Ν/Ζ) Αττικής και Νήσων για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους στον κλάδο που αυτή αφορά και η οποία ισχύει από 11-3-2004. Η ανωτέρω ΣΣΕ καταρτίσθηκε μεταξύ της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Επισκευαστών και Κατασκευαστών Πλοίων Πειραιά και του Σωματείου Ηλεκτρολόγων Επισκευών, Εγκαταστάσεων Πλοίων Αττικής και Νήσων.

Τέλος, με τις Υπουργικές Αποφάσεις 12.041/2005 (ΦΕΚ Β', 875/28-6-2005) και 11.508/2006 (ΦΕΚ Β', 801/25-5-2006) κηρύχθηκαν υποχρεωτικές οι από 12-4-2005 ΣΣΕ έτους 2005 και από 22-3-2006 ΣΣΕ του έτους 2006 σχετικά με τους όρους αμοιβής και εργασίας των τεχνιτών και βοηθών ηλεκτρολόγων που εργάζονται στις επιχειρήσεις ηλεκτρολογικών έργων της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους του επαγγέλματος στον κλάδο που αφορά, oι οποίες ισχύουν από 19-4-2005 και 14-4-2006 αντίστοιχα και με την Υπουργική Απόφαση 12.524/16-8-2006 (ΦΕΚ Β', 1335/2006) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 30-5-2006 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών - περιελιγκτών, ραδιοηλεκτρολόγων, ραδιοτεχνιτών κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας", η ισχύς της οποίας αρχίζει από 19-6-2006 και αφορά τα έτη 2006 και 2007 και η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδας και της Ομοσπονδίας Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδας.

Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2014, ΟλΑΠ 2/2013).

3. Επειδή, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα διατηρεί ναυπηγοεπισκευαστική επιχείρηση, εγκατεστημένη στην ... της ..., δηλαδή σε χώρο της Ν/Ζ Πειραιά και περιχώρων. Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη την 1-8-1994, ως ηλεκτροτεχνίτης και με την ειδικότητα αυτή εργάστηκε στην επιχείρηση μέχρι την 25-6-2007, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας.

Ότι, ειδικότερα, καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 25-6-2007, ο ενάγων συμμετείχε σε συνεργείο, που είχε μόνιμα συγκροτήσει η εναγομένη για την εκτέλεση ηλεκτρολογικών εργασιών σε πλοία, τη συντήρηση των οποίων αυτή αναλάμβανε. Ότι, με βάση τα ανωτέρω, τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση για τα έτη 2002, 2003, 2004 και 2007 οι εθνικές ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ και ΔΑ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών - περιελιγκτών, ραδιοηλεκτρολόγων κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας", οι οποίες κηρύχθηκαν γενικώς υποχρεωτικές με τις αντίστοιχες ΥΑ και ειδικότερα:

α) η ΔΑ 27/2002 με την ΥΑ 12.479/2002 (ΦΕΚ Β' 1213/2003), β) η ΣΣΕ 16/2003 με την ΥΑ 15.272/2003 (ΦΕΚ Β' 1012/2003), γ) η ΣΣΕ 25/2004 με την ΥΑ 12.744/2004( ΦΕΚ Β' 1442/2004) και δ) η ΣΣΕ 30/2006 των ετών 2006-2007 με την ΥΑ 12.542/2006 (ΦΕΚ Β' 1335/2006). Ότι, για τα υπόλοιπα έτη, 2005 και 2006, εφαρμοστέες είναι οι Τοπικές Ομοιοεπαγγελματικές [ορθώς: κλαδικές] ΣΣΕ, που αφορούν στους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις ηλεκτρολογικών έργων της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων, δηλαδή οι ΣΣΕ 12/2005 και 22/2006, αντίστοιχα, που κηρύχθηκαν γενικώς υποχρεωτικές με τις Υπουργικές Αποφάσεις 12.041/2005 (ΦΕΚ Β' 875/28-6-2005) και 11.508/2006 (ΦΕΚ Β' 801/2006), αντίστοιχα, ως ευνοϊκότερες για τους μισθωτούς.

Ότι, συγκεκριμένα, οι εθνικές ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών - περιελιγκτών, ραδιοηλεκτρολόγων κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας, είναι στο σύνολό τους, αλλά και κατά την κρίσιμη για την υπόθεση αυτή ενότητα των αποδοχών, δυσμενέστερες για τους μισθωτούς, σε σχέση με τις ως άνω τοπικές ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ, που αφορούν στους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις ηλεκτρολογικών έργων της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων, όπως άλλωστε συνομολογείται και από την εναγομένη με τις προτάσεις της και, συνεπώς, ανάμεσα στις περισσότερες αυτές ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές ρυθμίσεις υπερισχύουν οι ΣΣΕ της Ν/Ζ, οι οποίες καταλαμβάνουν και ρυθμίζουν μόνο αυτές την εργασιακή σχέση των διαδίκων για τα έτη 2005 και 2006.

Ότι οι διάδικοι δεσμεύονται από τις εν λόγω ΣΣΕ της Ν/Ζ για τα έτη 2005 και 2006, τόσο ο ενάγων, ως μέλος του Σωματείου Ηλεκτρολόγων Επισκευών Εγκαταστάσεων Πλοίων Αττικής και Νήσων, όσο και η εναγομένη, ανεξαρτήτως του ότι αυτή δεν ήταν μέλος της συμβληθείσας εργοδοτικής οργάνωσης και, επίσης, έστω και αν γίνουν δεκτά:

α) ότι οι διάδικοι δεν είχαν συμφωνήσει την εφαρμογή των εν λόγω ΣΣΕ κατά την κατάρτιση της μεταξύ τους ατομικής σύμβασης εργασίας και β) ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει την εφαρμογή της δυσμενέστερης ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών - περιελιγκτών, ραδιοηλεκτρολόγων κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας.

Και τούτο, γιατί οι ανωτέρω ΣΣΕ της Ν/Ζ έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές με τις προαναφερόμενες Υπουργικές Αποφάσεις, οι οποίες, ως κανονιστικές διοικητικές πράξεις, δεσμεύουν όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους του σχετικού επαγγέλματος του ηλεκτροτεχνίτη, με την προϋπόθεση ότι αυτοί (εργαζόμενοι και εργοδότες), με βάση τη δραστηριότητά τους, θα μπορούσαν να είναι μέλη των αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων που συμμετείχαν και υπέγραψαν τη συλλογική σύμβαση και, συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, δεσμεύουν τους διαδίκους και δη την εναγομένη, η οποία προφανώς θα μπορούσε να είναι μέλος της (συμβληθείσας στις ως άνω ΣΣΕ) Ένωσης Ηλεκτρολόγων Επισκευαστών και Κατασκευαστών Πλοίων Πειραιά, αφού είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην ευρύτερη περιοχή της Ν/Ζ Πειραιά, όπου διατηρεί ναυπηγείο, ήτοι συγκρότημα επισκευής και κατασκευής πλοίων και πλωτών μέσων και εκτελεί κάθε εργασία συναφή με τα ανωτέρω, στις οποίες αναγκαίως περιλαμβάνονται και οι ηλεκτρολογικές εργασίες.

Ότι η κρίση αυτή δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι η επιχείρηση της εναγομένης, ως ναυπηγείο, δεν ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με ηλεκτρολογικές εργασίες, αλλά με το σύνολο των ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών, γιατί οι ανωτέρω, κηρυχθείσες γενικώς υποχρεωτικές ΣΣΕ, που αφορούν τους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις ηλεκτρολογικών έργων της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων, αναφέρονται στις ως άνω επιχειρήσεις όχι μόνο ως αυτοτελείς ηλεκτρολογικές επιχειρήσεις, αλλά και ως σύνολα εννόμων σχέσεων και πραγματικών καταστάσεων, που αποτελούν οργανωμένες ενότητες περί το πρόσωπο του φορέα τους και τείνουν στην επίτευξη κέρδους ή σε επί μέρους ηλεκτρολογικές εκμεταλλεύσεις της όλης επιχείρησης, δηλαδή σε αυτοτελώς οργανωμένα σύνολα μέσων, πρόσφορων προς επίτευξη ορισμένου επί μέρους ηλεκτρολογικού αποτελέσματος, εντασσόμενου στο γενικότερο οικονομικό σκοπό της όλης επιχείρησης, τον οποίο και εξυπηρετούν.

Ότι η εναγομένη προέβαινε αναγκαίως, κατ' επάγγελμα, και σε ηλεκτρολογικές εργασίες ευρείας έκτασης σε διάφορα πλοία, των οποίων αναλάμβανε τις εργασίες επισκευής - συντήρησης και μετασκευής, στην Ν/Ζ της ..., διατηρώντας προς τούτο μόνιμο συνεργείο, στο οποίο εργαζόταν ο ενάγων και το οποίο κάλυπτε την έννοια της ηλεκτρολογικής επιχείρησης, ως συνόλου πραγμάτων, δικαιωμάτων και πραγματικών καταστάσεων, που αποτελεί εργασιακή ενότητα γύρω από το πρόσωπο της εναγομένης εταιρείας και τείνει στην επίτευξη κέρδους.

Ότι, για τα λοιπά έτη του ενδίκου χρονικού διαστήματος, δηλαδή για τα έτη 2002, 2003, 2004 και 2007, οι ΣΣΕ της Ν/Ζ για τους απασχολούμενους σε ηλεκτρολογικές εργασίες δεν κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με Υπουργικές Αποφάσεις, ώστε να δεσμεύουν τους διαδίκους, με συνέπεια να μην τυγχάνουν εφαρμογής στην ένδικη εργασιακή σχέση.

Μετά τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο υποστήριζε ότι η ΣΣΕ της Ν/Ζ για τα έτη 2003 και 2004 είχε κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική και, επομένως, είχε εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση. Με την κρίση του αυτή, κατά τα προαναφερθέντα και πέραν του ότι οι ΣΣΕ για τους ηλεκτρολόγους της Ν/Ζ είχαν εφαρμογή ως κλαδικές, έναντι των ομοιοεπαγγελματικών των ηλεκτρολόγων της βιομηχανίας εν γένει, το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 11 παρ.2 του ν.1876/1990 και της ΥΑ 11.447/12-5-2004, κρίνοντας ότι η τελευταία δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική και για το λόγο αυτό δεν ισχύει για τα έτη 2003 και 2004.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

4. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν , δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (OλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 28/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, και τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει την εφαρμογή στην ένδικη σύμβαση εργασίας των ΣΣΕ της Ν/Ζ, αφού ακόμη και ο μάρτυρας αυτού, Α.

Χ., που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παραδέχθηκε ότι ούτε ο ίδιος, που εργαζόταν στην εναγομένη, ούτε ο ενάγων, ούτε κάποιος άλλος από τους εργαζόμενους σ' αυτήν, αμείβονταν με τις αποδοχές που προβλέπει η ΣΣΕ της Ν/Ζ, καταθέτοντας χαρακτηριστικά: "Με την πάροδο του χρόνου καταλάβαμε ότι πρέπει να αμειβόμαστε με τη ζώνη".

Εξάλλου, εάν πράγματι είχε συμφωνηθεί ρητώς να εφαρμόζεται στην εργασιακή σχέση του ενάγοντος η ως άνω ΣΣΕ, δεν δικαιολογείται ο περαιτέρω ισχυρισμός αυτού, ότι υπήρξε ιδιαίτερη συμφωνία ως προς τη διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησής του, που ορίστηκε σε 7 ώρες και ως προς την καταβολή σ' αυτόν 6 ημερομισθίων για πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία, αφού τα θέματα αυτά καλύπτονται άμεσα από την εν λόγω ΣΣΕ και, συνεπώς, μετά την υποτιθέμενη συνολική παραπομπή σ' αυτήν τη ΣΣΕ περίττευε η χωριστή ρύθμιση.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο υπολόγισε τις νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος για τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα σύμφωνα με τις ως άνω συλλογικές ρυθμίσεις και, αφού διαπίστωσε ότι υπήρξαν υπέρ του ενάγοντος διαφορές μεταξύ αυτών και των αποδοχών που πράγματι είχαν καταβληθεί σύμφωνα με την ατομική σύμβαση εργασίας του, έκρινε ότι η καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης ήταν ελλιπής κατά το αναφερόμενο ποσό και ότι πρέπει να του επιδικασθούν οι διαπιστωθείσες διαφορές αποδοχών, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 14.011,74 ευρώ.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τους συμφωνηθέντες όρους της εργασίας του κατά την πρόσληψή του και το λόγο εφαρμογής τους, απορρίπτοντας, έτσι, τον αγωγικό ισχυρισμό του περί συμφωνίας εφαρμογής των ΣΣΕ της Ν/Ζ για τα έτη 2002, 2003, 2004 και 2007, χωρίς να υποστηρίζει τη διάγνωση αυτή με τα αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά που έκανε δεκτά στο σκεπτικό της και, ειδικά, χωρίς να αναφέρεται στο συμφωνημένο 7ωρο εργασίας του, στη συμφωνηθείσα καταβολή 6ου ημερομισθίου κάθε εβδομάδα και στη συμφωνηθείσα καταβολή αποδοχών για τη μετά το 7ωρο εργασία του με προσαύξηση 100% από την πρώτη ώρα, τα οποία αποτελούν όρους εργασίας των ΣΣΕ της Ν/Ζ και μόνο, τα οποία συνομολόγησε και η αντίδικός του.

Το Εφετείο, όμως, με την ανωτέρω κρίση του, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, έκρινε ως προς το ζήτημα της μη ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης εργασιακής σύμβασης, να καταστούν όροι της ατομικής σύμβασης του ενάγοντος - αναιρεσείοντος οι όροι της τότε ισχύουσας ΣΣΕ της Ν/Ζ.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

5. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου της αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που δεν εφάρμοσε ως προς τον υπολογισμό των αποδοχών του αναιρεσείοντος για τα έτη 2003 και 2004 την ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Ηλεκτροτεχνιτών της Ν/Ζ Αττικής και Νήσων και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ.3, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 του ν 4139/2013). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 412/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2α Ιουλίου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26η Αυγούστου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ