Supreme Court dismisses appeal by heirs against insurance companies regarding car accident liability and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased's heirs against three insurance companies regarding liability for a car accident. The heirs sought to overturn a lower court judgment that held them liable for damages, while the insurers argued against the extent of their responsibility. The court rejected the appeal, ruling that the lower court's decision was legally sound and ordering the appellants to bear the litigation costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 183 and 242 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal where the lower court's judgment on liability and costs is legally sound, and the appellant fails to demonstrate a violation of law or procedural error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1136 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1136/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Ε. Καλού Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Ε. χήρας Γ. Ο., το γένος Ι. Γ., κατοίκου ..., 2) Ι. Ο. του Γ. και Ε., κατοίκου ..., 3) Ν. Α. του Γ., ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιωσάσης συζύγου του Ο. Ο., κατοίκου ..., 4) Α. Γ. συζύγου Ι. Ο., κατοίκου ..., 5) Ε. Α. του Ν. ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιωσάσης μητρός της Ο. Ο., κατοίκου ..., 6) Ε. Ο. του Ι., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς της Ι. Ο. και Α. σύζυγο Ι. Ο. το γένος Γ., οι οποίοι ασκούν από κοινού την γονική της μέριμνα, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Διαλυνά.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ων η κλήση: 1) Κ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" με έδρα την Αθήνα, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERSALONIKA Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την δήλωση παράστασής του και κατέθεσε προτάσεις, 5) Α.
Ι. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και 6) Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΛΙΑΝΖ ΕΛΛΑΣ" (πρώην "ΑΛΛΙΑΝΖ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Α.Ε.") που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό της δίκης ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 18-5-2006 αιτήσεως αναιρέσεως και ζήτησε προθεσμία για να προσκομίσει τα απαραίτητα για την νομιμοποίησή του έγγραφα. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων αποδέχθηκαν την δήλωση και αιτήθηκαν την καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/1999 αγωγή των 1ης, 2ου, 4ης, 5ης και 6ης των ως άνω αναιρεσειόντων, την με αριθμό κατάθεσης 3975/21.12.1999 αγωγή του 5ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, την με αριθμό κατάθεσης 37931/18.10.2000 αγωγή του 1ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, την από 30/5/2001 αγωγή του 1ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, την από 10/5/2000 παρεμπίπτουσα αγωγή του 3ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 19/6/2001 παρεμπίπτουσα αγωγή του 1ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34185/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 464/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18/5/2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1063/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 26/6/2008 κλήση τους.
Εκδόθηκε η 151/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου πού κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Ε. Καλού.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 7 του ν. 4055/2012, και 96 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 3994/2011, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο στον οποίο η πληρεξουσιότητα, καθόσον αφορά στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπουμένου από αυτόν διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητάς ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 281/2011).
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο πληρεξούσιος κάποιου από τους διαδίκους εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται ως μη παριστάμενος.
Εξ άλλου κατά την παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο του άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013 και ισχύει από την έναρξη του νόμου αυτού (20-3-2013) και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις κατ' άρθρο 98 παρ. 1 του ως άνω νόμου, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι του ενός, ως εις ολόκληρον δικαιούχοι ή υπόχρεοι για αποζημίωση εξ αδικοπραξίας όπως στην προκειμένη περίπτωση, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 770/2013, ΑΠ 1259/2013).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναίρεσης (άρθρ.495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει κατάργηση της δίκης.
Για την παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης και στις δύο περιπτώσεις, είτε δηλαδή γίνεται στο ακροατήριο με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, είτε γίνεται στην προδικασία με εξώδικη δήλωση σε δικόγραφο που επιδίδεται στο αντίδικο του παραιτουμένου απαιτείται και αρκεί να έχει ο δηλών για το διάδικο την παραίτηση δικηγόρος τη γενική πληρεξουσιότητα του διαδίκου αυτού που παραιτείται, όπως προκύπτει από το άρθρο 98 εδ.
β' ΚΠολΔ.(ΑΠ 1541/2003).
Εξ άλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, περίπτωση κατά την οποία η δημοσίευση παρουσία του της μη οριστικής περί αναβολής αποφάσεως ισοδυναμεί με επίδοση αυτής (ΚΠολΔ 310 παρ. 2).
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο Δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 63/2008).
Η κατά τα ανωτέρω πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές (ΑΠ 461/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, κατά την εκφώνηση της κρινόμενης από 18-5-2006 ( αριθμ. εκθ. καταθ. 165/1-6-2006) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 464/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης που εισήχθη για συζήτηση κατά την παρούσα δικάσιμο μετά από αναβολή από τη δικάσιμο της 4-10-2013 και εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, παρέστη για λογαριασμό των αναιρεσειόντων ο δικηγόρος Νικόλαος Διαλυνάς ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 18-5-2006 αίτησης αναίρεσης.
Όμως στο φάκελο της δικογραφίας δεν υπάρχει το απαιτούμενο κατά το άρθρο 96 παρ. 3 ΚΠολΔ συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων προς τον προαναφερόμενο δικηγόρο που παραστάθηκε για λογαριασμό τους, προκειμένου να τους εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη, και το οποίο θα έδινε σ' αυτόν το δικαίωμα παραιτήσεως από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς οι διάδικοι αυτοί θεωρούνται δικονομικώς απόντες, η δε γενόμενη ως άνω παραίτηση από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από τον προαναφερόμενο δικηγόρο στον οποίον δεν είχε παρασχεθεί η κατά τα ανωτέρω πληρεξουσιότητα και ως εκ τούτου δεν παρίσταται νομίμως για τη συζήτηση της αναίρεσής τους είναι άκυρη (άρθρ. 104 ΚΠολΔ - ΑΠ 1541/2003).
Εξάλλου, καθόσον αφορά στους αναιρεσίβλητους, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο παραστάθηκαν όλοι οι αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπούμενοι από τους αναφερόμενους σ' αυτά, νομίμως διορισμένους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, πλην του πρώτου, Κ.
Α., ο οποίος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ενώ εξάλλου, οι αναιρεσείοντες, όπως προαναφέρθηκε, λόγω έλλειψης της αναγκαίας πληρεξουσιότητας στο δικηγόρο που παραστάθηκε για λογαριασμό τους θεωρούνται δικονομικώς απόντες.
Από τις υπ' αριθμ. 2946 Δ/7-11-2013, 2963Δ/7-11-2013, 2964Δ/7-11-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, με τις συνημμένες σ' αυτές με ίδια ημερομηνία Βεβαιώσεις των Αξιωματικών Υπηρεσίας των ΑΤ Α' Γλυφάδας, Πατησίων και Πατησίων, αντίστοιχα και της αρμοδίας υπαλλήλου του κεντρικού καταστήματος των ΕΛ-ΤΑ Αθηνών, αντίστοιχα, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο της υπ' αριθμ.
πρωτ. 394/24-10-2013 Βεβαίωσης της αρμόδιας Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου περί αναβολής της υποθέσεως από τη δικάσιμο της 4-10-2013 για την παρούσα δικάσιμο της 21-2-2014, με αριθμό πινακίου 7, με κλήση για να παραστούν κατ' αυτήν επιδόθηκε με επιμέλεια της ως άνω αναιρεσίβλητης στους αναιρεσείοντες Ε. χήρα Γ. Ο., Ν.
Α. του Γ., ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμο της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιώσασας Ο. Ο., Ε. Α. ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμο της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιώσασας μητρός της Ο. Ο. με επιμέλεια της ως άνω αναιρεσίβλητης. Αντιθέτως δεν προσκομίζεται ούτε γίνεται επίκληση από τους νομίμως παριστάμενους αναιρεσίβλητους οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου από το οποίο να προκύπτει ότι τόσο οι λοιποί αναιρεσείοντες, Ι.
Ο. του Γ., Α. Γ., σύζ. Ι. Ο. και Ε. Ο. του Ι., νομίμως εκπροσωπούμενη από τους γονείς της Ι. Ο. και Α. σύζ. Ι.Ο., το γένος Γ., οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, λόγω έλλειψης της αναγκαίας πληρεξουσιότητας στο δικηγόρο που παραστάθηκε για λογαριασμό τους θεωρούνται δικονομικώς απόντες, όσο και ο απολιπόμενος πρώτος αναιρεσίβλητος Κ.
Α. του Σ., είτε κλητεύθηκαν νόμιμα κατά την παρούσα (μετά από τρεις διαδοχικές αναβολές κατά τις δικασίμους 9-3-2012, 25-1-2013 και 4-10-2013 ) δικάσιμο, είτε είχαν επισπεύσει εγκύρως την αρχική συζήτηση για τη δικάσιμο της 9-3-2012, είτε είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν στις δικασίμους κατά τις οποίες αναβλήθηκε η συζήτηση (9-3-2012, 25-1-2013 και 4-10-2013), είτε είχαν παραστεί νόμιμα κατ' αυτές.
Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι αυτοί διάδικοι δεν κλητεύθηκαν νόμιμα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς τους εν λόγω διαδίκους και αφού η σχέση, μεταξύ των αναιρεσειόντων αφ' ενός και των αναιρεσιβλήτων αφ' ετέρου, ως περισσοτέρων του ενός δικαιούχων και υποχρέων αντίστοιχα, ανάγεται σε απλή ομοδικία, κατ' επιταγή της διατάξεως του άρθρου 576§3 εδ.2 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, πρέπει, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους διαδίκους αυτούς, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μεταξύ των λοιπών, νομίμως κλητευθέντων αναιρεσειόντων (Ε.
χήρας Γ. Ο., Ν. Α. του Γ., ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιώσασας Ο. Ο., Ε. Α. ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιώσασας μητρός της Ο. Ο.) σαν να είναι παρόντες και των παρισταμένων νομίμως αναιρεσιβλήτων Α. Κ. του Κ., Ν.Π.Ι.Δ "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERSALONIKA A.E", Α.
Ι. του Ι. και Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΛΙΑΝΖ ΕΛΛΑΣ", πρώην "ΑΛΛΙΑΝΖ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΑΕ" που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιους δικηγόρους. Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων απ'αυτούς, από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντα, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτής (ΑΠ 1475/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πέμπτου και έκτης από τους αναιρεσίβλητους Α. Ι. του Ι. και Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΛΙΑΝΖ ΕΛΛΑΣ", πρώην "ΑΛΛΙΑΝΖ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΑΕ", αντίστοιχα, οι οποίοι ήταν αντίδικοι των αναιρεσειόντων στη δίκη στο Εφετείο, όπου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού η έφεσή τους απευθύνθηκε και κατ' αυτών, ανεξαρτήτως του ότι δεν είχαν την ιδιότητα των διαδίκων στον πρώτο βαθμό, εφόσον η αγωγή των αναιρεσειόντων δεν ασκήθηκε και κατ' αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αφορούν τους εν λόγω αναιρεσίβλητους.
Και τούτο διότι, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επειδή απέρριψε προβληθέντα με τους κατ' ιδίαν λόγους αυτής παράπονα κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς τους εναγόμενους με αυτή Επικουρικό Κεφάλαιο και Α.
Κ., καθώς και ως προς το αγωγικό κονδύλιο που αφορά αποζημίωση της πρώτης αναιρεσείουσας λόγω στέρησης της διατροφής που εδικαιούτο από το θανατωθέντα συνέπεια του ατυχήματος σύζυγό της, κατά το μέρος που η αγωγή στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου Κ. Α. και συνεπώς, όπως προαναφέρθηκε, δεν αφορούν τους εν λόγω αναιρεσίβλητους οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Με το Π.Δ/μα, 237/1986 "Κωδικοποίηση των διατάξεων του Ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφάλισης των εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε, ορίζονται: Στο άρθρο 2 "Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλεια την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος".
Στο άρθρο 10 αυτού "Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή". Στο άρθρο 11 παρ.1 του ιδίου Π.Δ/τος "Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ' άρθρου 10 παρ.1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του αντισυμβαλλομένου, του ασφαλισμένου και του οδηγού".
Και στο άρθρο 19 παρ.1 περ.1 του ιδίου Π.Δ. "Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στο πρόσωπο που ζημιώθηκε την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανατώσεως ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικό ατύχημα όταν ... β) Το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση ...".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου, που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, πρέπει να έχει ασφαλίσει αυτό σε μία νομίμως λειτουργούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία. Εάν από το αυτοκίνητο προξενηθούν θανάτωση, σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες ο παθών έχει ευθεία αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας για καταβολή της αποζημίωσης του μέχρι το ποσό, που προβλέπεται από την ασφαλιστική σύμβαση, και ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση κατά του ασφαλιζομένου ή του αντισυμβαλλομένου ή του οδηγού.
Και μόνο όταν το αυτοκίνητο είναι ανασφάλιστο τότε ο παθών έχει αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου για καταβολή της αποζημίωσης, δηλαδή η αγωγή κατά του τελευταίου είναι επικουρική. Ως ανασφάλιστο θεωρείται το ζημιογόνο αυτοκίνητο α) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό ποτέ κατά το παρελθόν σύμβαση ασφαλίσεως ή β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε ή λύθηκε ή ακυρώθηκε ή ανεστάλη είτε μονομερώς με καταγγελία του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου είτε με κοινή συμφωνία αυτών.
Στη δεύτερη περίπτωση για να θεωρηθεί ανασφάλιστο το ζημιογόνο αυτοκίνητο πρέπει να έχει χωρήσει γνωστοποίηση στον αντισυμβαλλόμενο ή στον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή της λήξεως, λύσεως, ακυρώσεως ή ανταστολής της ασφαλιστικής σύμβασης και να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα έξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή, διότι μόνο, εφόσον συντρέξουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις (γνωστοποίηση της λήξεως κλπ και πάροδος 16 ημερών από αυτήν), ο ασφαλιστής μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου παθόντος την λήξη, λύση, ακύρωση ή αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης και κατά συνεπεία αυτός δεν έχει αξίωση για αποζημίωση κατά του ασφαλιστή και το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο (άρθρο 11 παρ.2 εδαφ.α' ΠΔ 237/1986).
Η γνωστοποίηση, δε, γίνεται με έγγραφη επιστολή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή τον αντισυμβαλλόμενο στην κατοικία ή στη διαμονή αυτών (εδαφ. β' της ανωτέρω παραγρ.2. του άρθρου 11, όπως αντικαταστάθηκε με την παραγρ.3 του άρθρου 7 του Ν. 2170/1993). Η γνωστοποίηση αυτή απαιτείται και αν ακόμη η ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης έγινε με μεταγενέστερη κοινή συμφωνία ασφαλιστή και αντισυμβαλλομένου ή ασφαλισμένου.
Ο σκοπός της γνωστοποιήσεως αυτής είναι να άρει κάθε αμφισβήτηση ως προς τον χρόνο παύσεως της ευθύνης του ασφαλιστή και έτσι να αποτρέψει τη δυνατότητα συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου, στην προστασία του οποίου και αποβλέπει το περιεχόμενο του άρθρου, στο οποίο και αυτή η διάταξη έχει ενταχθεί.
Επομένως, για την έναντι του ζημιωθέντος τρίτου απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρίας είναι αναγκαία η τήρηση του από το νόμο επιβαλλόμενου τύπου της γνωστοποίησης αυτής και αν ακόμη η ακύρωση της ασφαλιστικής συμβάσεως επήλθε με μεταγενέστερη συμφωνία του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, οπότε ο τελευταίος γνώριζε έκτοτε την ακύρωση αφού με τη σύμπραξή του είχε προκληθεί.
Έτσι, μετά ταύτα και εφόσον ο κύριος ή κάτοχος του κατά άνω ασφαλισθέντος αυτοκινήτου δεν έχει καλύψει με άλλη ασφαλιστική σύμβαση την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 και 19 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Π. Δ/γματος, η υποχρέωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου βαρύνει το "Επικουρικό Κεφάλαιο".
Ο παθών τρίτος για να θεμελιώσει την αξίωση του για αποζημίωση κατά του Επικουρικού κεφαλαίου αρκεί να επικαλεσθεί, εκτός των άλλων αναγκαίων πραγματικών περιστατικών, ότι το προκαλέσαν τη ζημία αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ανασφάλιστο. Το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο έχει το δικαίωμα να αποδείξει ανταποδεικτικώς ότι το εν λόγω αυτοκίνητο καλυπτόταν από ασφαλιστική σύμβαση οπότε ο ενάγων παθών τρίτος έχει το δικαίωμα να προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η επικαλουμένη από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο σύμβαση ασφαλίσεως έληξε, λύθηκε, ακυρώθηκε ή ανεστάλη με νόμιμο τρόπο, έγινε η γνωστοποίηση αυτής με τον προαναφερθέντα τύπο από τον ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή αντισυμβαλλόμενο και το ατύχημα συνέβη μετά παρέλευση 16 ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή.
Και αν αποδειχθεί ο ισχυρισμός αυτός το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο και το Επικουρικό Κεφάλαιο ενέχεται στην καταβολή της αποζημίωσης. Έτσι ο τρίτος παθών δεν βρίσκεται σε δυσχερή θέση έναντι του αντιδίκου του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφού γνωρίζοντας την ασφαλιστική σύμβαση, που παραδεκτώς και ορισμένως επικαλέσθηκε το τελευταίο, έχει την ευχέρεια να ερευνήσει εάν αυτή κατά το χρόνο του ατυχήματος ίσχυε ή είχε λήξει, λυθεί, ακυρωθεί ή ανασταλεί και να προβάλλει και να αποδείξει το σχετικό ισχυρισμό του.
Εξάλλου, το Π.Δ/μα 314/1993, το οποίο εκδόθηκε προς συμμόρφωση στην 90/232 οδηγία της ΕΟΚ (ήδη Ευρ. Εν.) ορίζει στο άρθρο 2 "Δεν επιτρέπεται στο Επικουρικό Κεφάλαιο να απαιτεί, προκειμένου να καταβάλει την αποζημίωση, να αποδείξει το θύμα καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι το υπεύθυνο για το ατύχημα μέρος δεν είναι σε θέση ή αρνείται να πληρώσει" και στο άρθρο 3 "Σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του Ασφαλιστή Αστικής Ευθύνης για το ποιος πρέπει να αποζημιώσει το θύμα για σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες ανασφαλίστου αυτοκινήτου, το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται σε πρώτη φάση να αποζημιώσει το θύμα.
Αν τελικά αποφασισθεί ότι ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα έπρεπε να είχε καταβάλει την αποζημίωση εξ ολοκλήρου ή εν μέρει ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό στο Επικουρικό Κεφάλαιο που την κατέβαλε". Η διάταξη αυτή, όπως από το κείμενό της αδιστάκτως προκύπτει, αναφέρεται σε διαφορά μεταξύ Επικουρικού Κεφαλαίου και ασφαλιστή για το ποιός πρέπει να αποζημιώσει τον τρίτο παθόντα και δεν καθιερώνει εξ αρχής δυνατότητα του τρίτου να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και υποχρέωση του τελευταίου να αποζημιώσει αυτόν, και αν ακόμη το αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, και μετά το Επικουρικό Κεφάλαιο να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει την απόδοση του ποσού που αυτό κατέβαλε στον παθόντα.
Διαφορετική ερμηνεία θα ανέτρεπε το σκοπό της συστάσεως και λειτουργίας του Επικουρικού Κεφαλαίου, ο οποίος, όπως έχει αναπτυχθεί στην αμέσως προηγουμένη αιτιολογία, συνίσταται σε επικουρική παρέμβαση και όχι κυρία και η επικουρική παρέμβαση είναι επιτρεπτή (άρθρο 1 παρ. 4 της 84/5 οδηγίας Ε.Ο.Κ.). Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή (άρθρο 3 Π.Δ. 314/93), η οποία είναι πιστή αντιγραφή του άρθρου 4 της 90/232/ΕΟΚ), προκύπτει ότι, εάν ο παθών επικαλεσθεί ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο και το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν αποδείξει ανταποδεικτικώς ότι ήταν ασφαλισμένο ή εάν το τελευταίο αποδείξει μεν ότι είχε συναφθεί για το αυτοκίνητο σύμβαση ασφαλίσεως, αλλά ο παθών ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η σύμβαση αυτή έληξε, λύθηκε, ακυρώθηκε ή ανεστάλη νομοτύπως, τότε το Επικουρικό Κεφάλαιο έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει αμέσως τον παθόντα.
Εάν εκ των υστέρων αποκαλυφθεί ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο καλυπτόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος από ισχύουσα ασφαλιστική σύμβαση, τότε το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν έχει το δικαίωμα να στραφεί κατά του παθόντος και να ζητήσει την επιστροφή, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, του ποσού της αποζημίωσης που του κατέβαλε, αλλά έχει αξίωση για επιστροφή της καταβληθείσας αποζημίωσης μόνο κατά του ασφαλιστή.
Δηλαδή και η διάταξη αυτή θεσπίστηκε για την προστασία του θύματος από το κίνδυνο εμπλοκής σε δικαστικούς αγώνες με το Επικουρικό Κεφάλαιο και επιστροφή σ' αυτό της αποζημίωσης που εισέπραξε στην περίπτωση που εκ των υστέρων προέκυπτε ότι το αυτοκίνητο, από το οποίο προκλήθηκε η ζημία του, ήταν ασφαλισμένο(ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 1519/2006, 1145/2006 και 680/2006).
Τέλος, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, ιδρύεται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ,ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ.
έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να απορρίψει κατ' ουσίαν τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων με τον οποίο προέβαλαν παράπονα κατά της εκκαλουμένης για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής τους από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά το μέρος που ασκήθηκε κατά του τρίτου εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, δεχόμενο(το Εφετείο) ότι στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία, ήδη πριν από το αυτοκινητικό ατύχημα και διαρκούσης της ασφαλιστικής συμβάσεώς του είχε λάβει χώρα νομότυπη μεταβίβαση της κυριότητας του ζημιογόνου αυτοκινήτου από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη αυτού στον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Κ.
Α. και περαιτέρω είχε λάβει χώρα συμβατική ακύρωση της συναφθείσας πριν από τη μεταβίβασή του σύμβασης ασφάλισης αυτού, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του προηγούμενου ιδιοκτήτη του και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ" και ήδη "ALLIANZ ΑΕΓΑ"(μη διαδίκου στην ως άνω αγωγή ) στην οποία αυτό ήταν ασφαλισμένο, απαιτείτο να τηρηθεί από την τελευταία η διαδικασία της έγγραφης γνωστοποίησης της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης, κατ' άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 489/1976, για να θεωρηθεί ανασφάλιστο το ζημιογόνο αυτοκίνητο και ότι συνεπώς, εφόσον δεν τηρήθηκε η διαδικασία αυτή το ως άνω αυτοκίνητο εξακολουθούσε να είναι ασφαλισμένο στην προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία και οι ενάγοντες δεν δικαιούντο να στραφούν δικαστικά κατά του τρίτου εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και δη τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 2, 3 Π.Δ. 314/1993 περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων με αριθ. 3 και 4 της Τρίτης Οδηγίας 99/232 ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14.5.1990, οι οποίες υπερισχύουν κατ' άρθρο 28 παρ. 1 Σ κάθε αντίθετης διάταξης εσωτερικού δικαίου, ως επίσης των άρθρων 2, 10 παρ. 1, 11 και 19 παρ. 1 στοιχ.
β' και παρ. 3 του ν. 489/1976, 19 §§ 3, 5β' του Π.Δ. 237/1986, προβαίνοντας σε ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή αυτών, παραβιάζοντας περαιτέρω με τον τρόπο αυτό και τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 (δικαίωμα δικαστικής προστασίας), 25 παρ. 1 εδ. δ' (αρχή αναλογικότητας) του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, τις οποίες υποχρεούνται να εφαρμόζουν τα δικαστήρια.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την κατ' αρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 25-11-1999 και με αριθμό έκθ. κατάθεσης 46888/1999 αγωγή που άσκησαν οι παρακάτω ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, στρεφόμενη κατά των εναγομένων και ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων: 1) Κ.
Α. του Σ., 2) Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Ασφαλιστική Εταιρία ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε." που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Α. Κ. του Κ. και η οποία συνεκδικάστηκε με άλλες αγωγές (κύριες και παρεμπίπτουσες άλλων διαδίκων, οι δι'αυτής ενάγοντες: 1) Ε.
χήρα Γ. Ο., το γένος Ι. Γ., 2) Ι. Ο. του Γ.,3) Ο. Ο., (στη θέση της οποίας υπεισήλθαν, λόγω του επισυμβάντος θανάτου της μετά την επίδοση της αγωγής και πριν από τη συζήτηση αυτής στον πρώτο βαθμό, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι ο σύζυγός της Ν. Α. και η ανήλικη θυγατέρα τους Ε. Α., εκπροσωπούμενη από τον ασκούντα τη γονική μέριμνα αυτής πατέρα της ), 4) Α.
Γ. σύζ. Ι. Ο., 5) Ε. Ο., ως προς τον οποίο έλαβε χώρα παραίτηση από την αγωγή, ήδη στον πρώτο βαθμό, θεωρηθείσας της αγωγής, ως μη ασκηθείσας ως προς αυτόν, και ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, 6) Ν. Α. (ατομικά ), 7) Ε. Α. του Ν., νομίμως εκπροσωπούμενη από τον πατέρα της έκτο ενάγοντα, λόγω της ανηλικότητάς της, και 8) Ε.
Ο. του Ι., νομίμως εκπροσωπούμενη από τους γονείς της Ι. Ο. και Α. Γ., λόγω της ανηλικότητάς της, επικαλούμενοι ότι στις 6-8-1999 ο πρώτος εναγόμενος Κ. Α., οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ανασφάλιστο και ο τέταρτος εναγόμενος Α. Κ., οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.", από αμέλειά τους κατά την οδήγηση των ως άνω αυτοκινήτων τους, όπως τα περιστατικά που θεμελιώνουν αυτή περιγράφονται στην αγωγή, προκάλεσαν στη διασταύρωση των οδών Αργοναυτών και Τάκη Οικονομίδη του Δήμου Καλαμαριάς το αναφερόμενο αυτοκινητικό ατύχημα, το οποίο είχε ως περαιτέρω συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του πεζού Γ.
Ο., συζύγου της πρώτης, πατέρα του δευτέρου και της τρίτης (η οποία, σημειωτέον, μετά την άσκηση της αγωγής απεβίωσε και συνέχισαν τη δίκη οι κληρονόμοι αυτής), πεθερού της πέμπτης και του έκτου και παππού της έβδομης και όγδοης των εναγόντων, ο οποίος, κατ' εκείνη τη χρονική στιγμή, ευρίσκετο επί της οδού Τάκη Οικονομίδη και στον αριθμό 44, όπως επίσης, να τραυματιστούν οι ευρισκόμενοι στο ίδιο σημείο πρώτη και δεύτερος των εναγόντων και την πρόκληση υλικών ζημιών στο αυτοκίνητο του δευτέρου των εναγόντων, που ήταν κανονικά σταθμευμένο στο ως άνω σημείο, ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, νομιμοτόκως, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν όλοι οι ενάγοντες λόγω του θανάτου του προαναφερόμενου συγγενικού τους προσώπου κατά το ως άνω ατύχημα, επί πλέον δε, στην μεν πρώτη ενάγουσα, τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά για έξοδα κηδείας του θανόντος συζύγου της, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον τραυματισμό της και αποζημίωση για στέρηση της διατροφής της, κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ζούσε ο θανατωθείς σύζυγός της και θα της παρείχε μηνιαίως ως διατροφή της, ποσό το οποίο της παρείχε κατά το χρόνο θανάτου του, εφάπαξ καταβαλλόμενο, άλλως μηνιαίως για το ως άνω χρονικό διάστημα, στο δε δεύτερο ενάγοντα τα αναφερόμενα, επίσης, σ' αυτήν ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση για τη σωματική βλάβη που υπέστη από τον τραυματισμό του, αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας του λόγω των βλαβών που υπέστη το αυτοκίνητό του κατά το ατύχημα και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη εξ αιτίας των βλαβών του αυτοκινήτου του.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την εκδοθείσα επί της ως άνω αγωγής υπ' αριθμ. 34185/2003 απόφασή του, απέρριψε την ως άνω κύρια αγωγή κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των εναγομένων: α) Α. Κ. (ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου), αφού δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος ήταν ο πρώτος εναγόμενος Κ.
Α.(ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) και β) "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" (ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου), αφού δέχτηκε ότι κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο Κ. Α., με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν ανασφάλιστο αλλά ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ" και ήδη "ALLIANZ ΑΕΓΑ", η οποία δεν ήταν εναγομένη στην ως άνω αγωγή, καθώς και ως προς το κονδύλιο αυτής που αφορούσε αξίωση της πρώτης ενάγουσας προς αποζημίωσή της λόγω στέρησης της διατροφής που θα της παρείχε ο θανατωθείς σύζυγός της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, ενώ δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, ως προς τα λοιπά κονδύλιά της και κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου Κ.
Α.. Κατά της αποφάσεως αυτής, οι ως άνω ενάγοντες άσκησαν τη με αριθμό καταθέσεως 2830/30-7-2004 έφεση, με την οποία ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την παραδοχή καθ' ολοκληρίαν της αγωγής τους, ως προς όλους τους εναγόμενους, παραπονούμενοι μεταξύ άλλων με τους σχετικούς λόγους της έφεσής τους, τόσο για την απόρριψη της αγωγής ως προς τους ως άνω εναγόμενους, όσο και για την απόρριψη του ως άνω κονδυλίου αποζημίωσης της πρώτης ενάγουσας.
Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, αναφορικά με την απεύθυνση της αγωγής κατά του δεύτερου εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", ως προς το οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 464/2006 απόφασή του που εκδόθηκε επί της ως άνω έφεσης, δέχτηκε τα εξής: " Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις με το να δεχθεί ότι το ζημιογόνο Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., που οδηγούσε ο πρώτος των εφεσιβλήτων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ" και ήδη "ALLIANZ ΑΕΓΑ" και στην συνέχεια να απορρίψει την αγωγή τους κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, νυν τρίτου των εφεσιβλήτων και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου.
Τούτο δε διότι, ο προηγούμενος κύριος του εν λόγω αυτοκινήτου, Δ. Λ., είχε καταρτίσει σύμβαση ασφάλισης με την εν λόγω ασφαλιστική εταιρία για το χρονικό διάστημα από 21.12.1997 έως 21.12.1999 και ενώ διαρκούσε η εν λόγω σύμβαση στις 29.5.1999 έλαβε χώρα η μεταβίβαση της κυριότητας αυτού στον πρώτο των εφεσιβλήτων και για το λόγο αυτό υπήρξε συμβατική ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης και εκδόθηκε η σχετική πρόσθετη πράξη στο σώμα της οποίας ρητά αναγράφονταν ότι η αιτιολογία της έκδοσής της είναι η ακύρωση λόγω πωλήσεως.
Ότι εντός της προθεσμίας των 15 ημερών από την μεταβολή της κυριότητας δεν ζητήθηκε η συνέχιση της ασφαλιστικής κάλυψης από τον νέο ιδιοκτήτη του εν λόγω αυτοκινήτου, το δε ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα την 6.8.1999 και μετά την παρέλευση 16 ημερών από την καταργητική σύμβαση. Ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι έναντι των τρίτων ισχύει η εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση, διότι δεν έλαβε χώρα γνωστοποίηση της λήξεως της συμβάσεως στον ασφαλισμένο, αγνοώντας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν απαιτείτο η εν λόγω γνωστοποίηση, αφού ο αντισυμβαλλόμενος (προηγούμενος κύριος του ζημιογόνου αυτοκινήτου) συμμετείχε στην κατάρτιση της καταργητικής σύμβασης και συνεπώς την γνώριζε.
Ο εν λόγω ισχυρισμός των εκκαλούντων, ο οποίος αποτελεί το περιεχόμενο του σχετικού πρώτου λόγου της έφεσης, όπως προαναφέρθηκε, και ο οποίος, σημειωτέον, προβλήθηκε παραδεκτά και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, εφόσον οι ενάγοντες, οι οποίοι, σημειωτέον, είναι τρίτοι ζημιωθέντες, ομολογούν ότι δεν υπήρξε έγγραφη γνωστοποίηση από την ως άνω ασφαλιστική εταιρία προς τον ασφαλισμένο της και πάροδος 16 ημερών με αφετηρία την εν λόγω έγγραφη γνωστοποίηση, δεν μπορεί να γίνει λόγος κατά νόμο ότι το εν λόγω ζημιογόνο αυτοκίνητο είναι ανασφάλιστο για να μπορεί στη συνέχεια να ενάγεται το Επικουρικό Κεφάλαιο.
Ο περαιτέρω δε ισχυρισμός τους ότι ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος δήλωσε στην αστυνομία ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ανασφάλιστο και μετά την ημερομηνία του ενδίκου ατυχήματος ο ίδιος το ασφάλισε σε άλλη εταιρία, αυτή καθ' εαυτή η δήλωση δεν παρέχει δικαίωμα σ' αυτούς να στραφούν εναντίον του Επικουρικού Κεφαλαίου, με δεδομένο ότι οι ίδιοι ομολογούν την ύπαρξη ασφαλιστικής σύμβασης από την ως άνω εταιρία, πλην όμως μη νομίμως επικαλούνται λύση αυτής έναντι αυτών ως τρίτων ζημιωθέντων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή τους κατά το μέρος που ασκήθηκε κατά του τρίτου εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δη ότι εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση της με κοινή συμφωνία ασφαλιστή και ασφαλισμένου ακυρώσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως του οδηγούμενου από τον πρώτο αναιρεσίβλητο αυτοκινήτου δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το νόμο παραπάνω διαδικασία γνωστοποίησης, το αυτοκίνητο αυτό δεν θεωρείται ανασφάλιστο και συνεπώς το Επικουρικό Κεφάλαιο, δεν υποχρεούται να αποζημιώσει τους αναιρεσείοντες, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 489/1976, καθώς και αυτές του Π.Δ. 314/1993 περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων με αριθ. 3 και 4 της Τρίτης Οδηγίας 99/232 ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14.5.1990, και του Π.Δ. 237/1986, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας.
Περαιτέρω, η ρύθμιση των παραπάνω διατάξεων τις οποίες εφάρμοσε τα Εφετείο, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που καθιερώνει τη δικονομική αρχή της "δίκαιης δίκης" διότι δεν παραβιάζει καμιά από τις αρχές που συγκροτούν, κατά τη διάταξη αυτή, την έννοια της δίκαιης δίκης, ούτε επίσης αντιβαίνει στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης αυτής (ΕΣΔΑ) που προστατεύει την περιουσία, αφού δεν αναιρεί ή μειώνει την προστασία που παρέχει σ' αυτή το εν λόγω πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, ούτε εξάλλου στη συγκεκριμένη περίπτωση, τίθεται θέμα παραβίασης της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, ως κανόνα δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού και κοινωνικού δικαιώματος του ανθρώπου νόμο και κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, αφού οι προαναφερόμενες διατάξεις που εφάρμοσε το Εφετείο δεν περιορίζουν, ούτε δυσχεραίνουν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος του παθόντος τρίτου για αποζημίωση κατά του Επικουρικού κεφαλαίου, στα πλαίσια της επικουρικής ευθύνης του τελευταίου.
Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παραλείψεις αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.
Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 210/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας, μπορεί δε να αφορά επιθετικά ή αμυντικά μέσα.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 Σ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, διαφορετικά, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους υπό στοιχεία II, III και Δ' λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο το οποίο καθόσον αφορά στην ως άνω κύρια αγωγή, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι μόνο ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του ιδιωτικής χρήσης επιβατικού αυτοκινήτου Κ.
Α., και ότι δεν συντρέχει συγκλίνουσα αμέλεια στην πρόκληση του ατυχήματος και του τέταρτου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου οδηγού Α. Κ. και με την παραδοχή αυτή απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία τη με αριθμό καταθέσεως 2830/30-7-2004 έφεσή τους ως προς τους τέταρτο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Α.
Κ., οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου και τρίτη των εναγομένων και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕ", στην οποία ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη το ως άνω ΙΧΦ αυτοκίνητο κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 34185/2003 Απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την από 25-11-1999 (αριθμ.
έκθ. Κατάθ. 46888/1999 αγωγή των αναιρεσειόντων- εναγόντων ως προς τους εναγόμενους αυτούς παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά τον πρώτο λόγο, των άρθρων 81 παρ. 13 και 92 στοιχ. β' του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), κατά το δεύτερο λόγο, των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 4, 19 παρ. 1, 2, 3, 26 περ. 1, 4 του ΚΟΚ, 914, 926 και 300 ΑΚ και κατά τον τρίτο λόγο, του άρθρου 19 του ΚΟΚ., δεδομένου ότι καθόσον αφορά στην πρώτη περίπτωση του υπό στοιχ.
II λόγου δεν περιέλαβε καθόλου αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της κατάστασης των ελαστικών των δύο εμπρόσθιων τροχών του οχήματος που οδηγούσε ο τέταρτος εναγόμενος Α. Κ., τα οποία όπως αποδείχτηκε από τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη δεν πληρούσαν τους όρους ασφαλείας και των οποίων η καλή κατάσταση είναι ουσιώδους σημασίας για την ασφάλεια της οδήγησης και την αποφυγή πρόκλησης κινδύνου και τροχαίων ατυχημάτων κατά την κυκλοφορία του οχήματος, καθόσον δε αφορά στις λοιπές περιπτώσεις διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες σχετικά με την οδηγική συμπεριφορά του εν λόγω εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγών αυτοκινήτων, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 6.8.1999 και περί ώρα 17:00 ο δεύτερος εναγόμενος και στην παρούσα δίκη δεύτερος εφεσίβλητος,, Α.
Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Α. Ι. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τέταρτη εναγομένη και στην παρούσα δίκη τέταρτη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "INTERSALONICA Α.Ε.", εκινείτο επί της οδού Τάκη Οικονομίδη, στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλεως.
Η ως άνω οδός έχει πλάτος οδοστρώματος οκτώ (8) μέτρα, είναι ευθεία και μονής κατευθύνσεως προς το κέντρο της πόλεως και έχει προτεραιότητα διέλευσης έναντι όλων των συμβαλλόμενων με αυτήν οδών, μεταξύ των οποίων και η οδός Αργοναυτών. Κατά τον ίδιο χρόνο επί της τελευταίας οδού (Αργοναυτών) εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος και στην παρούσα δίκη πρώτος εφεσίβλητος, Κ.
Α., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του. Αυτός όταν έφτασε στο σημείο, όπου η εν λόγω οδός διασταυρώνεται κάθετα με την ως άνω οδό Τάκη Οικονομίδη και προτιθέμενος να εισέλθει εντός αυτής δεν συμμορφώθηκε προς την υπάρχουσα στην πορεία του πινακίδα Ρ-2 ( STOP), η οποία τον υποχρέωνε σε υποχρεωτική διακοπή της πορείας του και παραχώρηση προτεραιότητας στα κινούμενα επί της οδού Τάκη Οικονομίδη οχήματα, αλλά ούτε και έλεγξε την εν λόγω διασταύρωση από απόψεως κινήσεως οχημάτων, ώστε να εισέλθει εντός αυτής ακινδύνως για τα τυχόν κινούμενα επ' αυτής οχήματα, αντίθετα δε, εισήλθε σ' αυτή με την αυξημένη ταχύτητα που εκινείτο, με συνέπεια να επιπέσει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του στην οπίσθια αριστερή πλευρά του ανωτέρω πρώτου αυτοκινήτου, το οποίο είχε προτεραιότητα και σχεδόν εξήρχετο από τη διασταύρωση, με περαιτέρω συνέπεια το τελευταίο, λόγω της ωθήσεως που δέχθηκε στην οπίσθια αριστερή πλευρά του, να περιστραφεί το οπίσθιο τμήμα του προς τα δεξιά και να πλαγιολισθήσει το εμπρόσθιο τμήμα του προς τα αριστερά και στη συνέχεια να ανέλθει επί του πεζοδρομίου και να επιπέσει με τη δεξιά πλευρά του στους ευρισκομένους στο σημείο εκείνο πεζούς Γ.
Ο., Ε. σύζυγο Γ. Ο. και Ι. Ο. και στη αριστερή πλευρά του εκεί σταθμευμένου (πάνω στο πεζοδρόμιο) με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του Ι. Ο., τραυματίζοντας τους ως άνω πεζούς, από τους οποίους τον πρώτο θανάσιμα και προκαλώντας υλικές ζημίες στο ως άνω αυτοκίνητο και τελικά ακινητοποιήθηκε, αφού προσέκρουσε στην περίφραξη της οικοδομής που βρίσκεται στον αριθμό 44 της οδού Τάκη Οικονομίδη.
Η ένδικη σύγκρουση, η οποία είχε ως συνέπεια τα προαναφερόμενα αποτέλεσμα (θανάσιμο τραυματισμό, σωματικές βλάβες, υλικές ζημίες) οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του προαναφερομένου οδηγού Κ. Α.. Ειδικότερα, η αμέλειά του συνίσταται στο ότι αυτός δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα, εξ αιτίας μη καταβολής της προσοχής, που με αντικειμενική έπρεπε να καταβάλει, με τις ίδιες περιστάσεις ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός οχήματος, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την οδήγηση των οχημάτων, δηλαδή ο εν λόγω οδηγός δεν οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του, ούτε και ασκούσε τον επιβαλλόμενο έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, αλλά ούτε και διέκοψε την πορεία του υποχρεωτικά, συμμορφούμενος στην υπάρχουσα σε σχέση με την πορεία του ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (STOP), χωρίς μάλιστα να λάβει υπόψη του ότι θα διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της οδού Τάκη Οικονομίδη, η οποία σημειωτέον, είναι μία από τις κεντρικότερες οδούς του Δήμου Καλαμαριάς, στην οποία συνήθως παρατηρείται αυξημένη κίνηση οχημάτων, προκειμένου να συνεχίσει την πορεία του επί της οδού Αργοναυτών και να κατευθυνθεί προς την οδό Μητρ.
Κυδωνιών και με την ασύνετη αυτή κυκλοφοριακή του συμπεριφορά, που προσκρούει στα άρθρα 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2,, 3 και 26 παρ. 1 και 4 ΚΟΚ, να γίνει αποκλειστικός υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος. Αμέλεια του ανωτέρω οδηγού (Α. Κ.), που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε με ασφάλεια.
Ειδικότερα, προέκυψε ότι αυτός εκινείτο με την επιτρεπομένη εντός κατοικημένης περιοχής ταχύτητα, η οποία είναι αυτή των 50 χ/ω, έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, εκινείτο δε, όπως προαναφέρθηκε, σε οδό προτεραιότητας. Και είναι μεν αληθές ότι, πράγματι το αυτοκίνητο που οδηγούσε αυτός διάνυσε απόσταση από το σημείο που δέχτηκε την πρόσκρουση από το άλλο αυτοκίνητο περίπου 20 μέτρων, όμως κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το γεγονός αυτό δεν δηλώνει και ταχύτητα αυτού αυξημένη (πάνω από 50 χ/ω) ή υπερβολική (90 χ/ω), κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός, που προειπώθηκε, ότι δέχτηκε σφοδρό κτύπημα κατά τη στιγμή που σχεδόν εξήρχετο από τη διασταύρωση και λογικά αυτός έχασε πλέον τον' έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου, χωρίς έτσι να έχουμε και πέδηση αυτού και για το λόγο αυτό, κινούμενο ήδη με την επιτρεπόμενη ταχύτητα τουλάχιστον των 40 χ/ω να διανύσει τα ως άνω μέτρα κατά τη φορά που προαναφέρθηκε και να ανέλθει επί του πεζοδρομίου, του οποίου του οποίου, σημειωτέο, η υψομετρική διαφορά, στο σημείο εκείνο, με το οδόστρωμα είναι ελάχιστη.
Το Δικαστήριο οδηγείται στην εν λόγω κρίση από την προσήκουσα αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού και κυρίως από την έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, όπου αποτυπώνονται οι συνθήκες του ατυχήματος, αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα Φ. Κ., ο οποίος μετά λόγου γνώσεως, ως αυτόπτης μάρτυρας, κατέθεσε για τις συνθήκες του ατυχήματος και ο οποίος, σημειωτέον, είναι τρίτος προς όλους τους διαδίκους και επί πλέον σημειώνεται και ως αυτόπτης μάρτυρας στην σχετική έκθεση αυτοψίας, που δηλώθηκε από τον οδηγό Α.
Κ.. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί από μόνη την κατάθεση της μάρτυρας, Χ. Φ., η οποία καταθέτει ότι είδε το ατύχημα από τη βεράντα της οικίας της (σημειώνεται ότι στην έκθεση αυτοψίας δεν αναφέρεται ως αυτόπτης μάρτυρας) και η οποία στην μεν προανακριτική κατάθεσή της καταθέτει επί λέξει: "άκουσα ένα δυνατό φρενάρισμα", στη δε κατάθεσή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αναφέρει κάτι τέτοιο, φρενάρισμα όμως στην έκθεση αυτοψίας δεν αποδίδεται καμία παράβαση του Κ.Ο.Κ.
στον οδηγό Α. Κ., καθώς και το γεγονός ότι από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και σωματικές βλάβες από αμέλεια κατά συρροή μόνο ο οδηγός Κ. Α.. Ανεξάρτητα από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ταχύτητα του οδηγού Α.
Κ. ήταν ανώτερη της επιτρεπόμενης των 50 χ/ω και πάλι το γεγονός αυτό παράβαση της σχετικής διάταξης του Κ.Ο.Κ. θα θεμελίωνε σε βάρος του οδηγού αυτού, χωρίς να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τα επελθόντα αποτελέσματα, αφού αυτή καθ' εαυτή από μόνη της, εάν δεν μεσολαβούσε η όλως ασύνετη κυκλοφοριακή συμπεριφορά του άλλου εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού, δεν ήταν ικανή να επιφέρει τα εν λόγω αποτελέσματα.
Επομένως, η σχετική νόμιμη ένσταση του δευτέρου και τέταρτης των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου (άρθρο 5 του Ν. ΓΠΝ/1911) πρέπει να γίνει δεκτή, ως ουσία βάσιμη, να απορριφθεί δε η ίδια ένσταση του πρώτου εναγομένου, ως ουσία αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη στην ίδια οδηγήθηκε κρίση, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως προς τον δεύτερο και τέταρτη των εναγομένων ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις ενώπιον του προσαχθείσες αποδείξεις και οι σχετικοί περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν, ως ουσία αβάσιμοι".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε, στη συνέχεια, ως αβάσιμη στην ουσία την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ως προς τους τέταρτο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Α. Κ., οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου και τρίτη των εναγομένων και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕ", στην οποία ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη το ως άνω ΙΧΦ αυτοκίνητο κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 34185/2003 Απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την από 25-11-1999 (αριθμ.
έκθ. Κατάθ. 46888/1999 αγωγή των αναιρεσειόντων- εναγόντων ως προς τους εν λόγω εναγόμενους. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, και δη ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος που προκλήθηκε από τη σύγκρουση των ως άνω αυτοκινήτων ήταν ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Κ. Α., χωρίς να συντρέχει συγκλίνουσα υπαιτιότητα του τέταρτου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου Α.
Κ. που να συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της οδηγικής συμπεριφοράς του τελευταίου κατά την ένδικη σύγκρουση που στηρίζουν το διατακτικό της, δηλ. την απόρριψη της αγωγής ως προς το δεύτερο εναγόμενο Α. Κ. και συνακόλουθα και ως προς την τέταρτη των εναγομένων και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕ", στην οποία ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη το οδηγούμενο από τον παραπάνω αναιρεσίβλητο ΙΧΦ αυτοκίνητο.
Ειδικότερα, με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο περιλαμβάνει λεπτομερή αναφορά των λόγων που δικαιολογούν την έλλειψη υπαιτιότητας του δεύτερου αναιρεσίβλητου Α. Κ., στην πρόκληση του ατυχήματος, και στηρίζουν το διατακτικό της, δηλ. την απόρριψη της αγωγής ως προς τους ως άνω εναγόμενους και δεν στέρησε κατά τούτο την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως δέχεται:
α) το οδηγούμενο από τον τέταρτο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Α. Κ. αυτοκίνητο εισήλθε στην ως άνω διασταύρωση προερχόμενο από την οδό Τάκη Οικονομίδη, στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, η οποία έχει προτεραιότητα διέλευσης έναντι όλων των συμβαλλόμενων με αυτήν οδών, μεταξύ των οποίων και η οδός Αργοναυτών στην οποία εκινείτο το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ο οποίος είχε στην πορεία του ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (STOP), την οποία παραβίασε κατά την είσοδό του στην εν λόγω διασταύρωση, β) ότι το οδηγούμενο από τον τέταρτο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Α.
Κ. αυτοκίνητο σχεδόν εξερχόταν από τη διασταύρωση όταν το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Κ. Α. αυτοκίνητο επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του στην οπίσθια αριστερή πλευρά του, β) ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εκινείτο με την επιτρεπομένη εντός κατοικημένης περιοχής ταχύτητα, η οποία είναι αυτή των 50 χ/ω, έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, αλλά και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ταχύτητά του ήταν ανώτερη της επιτρεπόμενης των 50 χ/ω και πάλι το γεγονός αυτό, ναι μεν θα θεμελίωνε παράβαση της σχετικής διάταξης του Κ.Ο.Κ.
σε βάρος του οδηγού αυτού, πλην, όμως δεν θα τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με τα επελθόντα αποτελέσματα, αφού αυτή καθ' εαυτή από μόνη της η ταχύτητα, εάν δεν μεσολαβούσε η όλως ασύνετη κυκλοφοριακή συμπεριφορά του άλλου εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού, δεν ήταν ικανή να επιφέρει τα εν λόγω αποτελέσματα και δ)ότι η τελική θέση του οδηγούμενου από το δεύτερο αναιρεσίβλητο αυτοκινήτου μετά τη σύγκρουση επί του πεζοδρομίου, του οποίου, η υψομετρική διαφορά, στο σημείο εκείνο, με το οδόστρωμα είναι ελάχιστη, αφού διήνυσε απόσταση 20 περίπου μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, οφείλεται στο σφοδρό κτύπημα που δέχτηκε κατά τη στιγμή που σχεδόν εξερχόταν από τη διασταύρωση και ενώ εκινείτο με την επιτρεπόμενη ταχύτητα, εξ αιτίας του οποίου απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει πέδηση.
Επομένως, οι υπό στοιχ. III και Δ' λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, αναφορικά με την οδηγική συμπεριφορά του δεύτερου αναιρεσίβλητου, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι προαναφερόμενες πλημμέλειες της εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 4, 19 παρ. 1, 2, 3, 26 περ. 1, 4 του ΚΟΚ, 914, 926 και 300 ΑΚ, καθόσον αφορά τον υπό στοιχ.
III λόγο και του άρθρου 19 του ΚΟΚ., καθόσον αφορά στο υπό στοιχ. Δ' λόγο, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, ο υπό στοιχ. ΙΙ λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, πέραν της αοριστίας του, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) στον οποίο αφορά αυτός, ούτε άλλωστε από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός αναφορικά με την κακή κατάσταση των ελαστικών που έφερε το οδηγούμενο από το δεύτερο αναιρεσίβλητο αυτοκίνητο, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του λόγου αυτού, πλήττεται η μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) αναφορικά με το συμπέρασμα που συνήγαγε απ' αυτές σχετικά με το θέμα της υπαιτιότητας του δεύτερου αναιρεσίβλητου οδηγού, το οποίο (συμπέρασμα) εκτίθεται σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β' του ΑΚ, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα ότι δεν αποκαθίσταται η ζημία του εμμέσως ζημιωθέντος, επί θανατώσεως προσώπου υφίσταται υποχρέωση προς αποζημίωση και έναντι τρίτου, ο οποίος κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή και στερήθηκε εξαιτίας του θανάτου του το δικαίωμα αυτό.
Η αξίωση που απορρέει από την ως άνω διάταξη είναι γνήσια αξίωση αποζημιώσεως και όχι διατροφής και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος για να τον διατρέφει. Επομένως, από απόψεως εκτάσεως, η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1378 επ., 1442 επ., 1485 επ.
και 1504 ΑΚ, περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής (ΑΠ 873/2012, ΑΠ 925/2004). Από την αυτή ως άνω διάταξη (άρθρο 928 εδ. β' ΑΚ) συνάγεται ότι η αξίωση αποζημιώσεως του επιζώντος συζύγου στοχεύει γενικώς στην αποκατάσταση της ζημίας που αυτός υφίσταται εξαιτίας του ότι, με το θάνατο του άλλου συζύγου, επέρχεται απόσβεση της αξιώσεως για συμβολή στις ανάγκες της οικογενείας που ο σύζυγος είχε από το νόμο.
Για να ευρεθεί, όμως, το περιεχόμενο της αποζημιώσεως επιβάλλεται να γίνει προσφυγή στις σχετικές διατάξεις του οικογενειακού δικαίου, που ρυθμίζουν το ζήτημα της συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες και ειδικότερα στη διατροφή του συζύγου (άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ), το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών του δικαιούχου, όπως διαμορφώνονται στα πλαίσια της συμβιώσεως, οριοθετούνται δε από το ύψος των τυχόν εισοδημάτων του και της λοιπής περιουσίας αυτού, σε συσχετισμό προς την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου.
Κρίσιμος για τον υπολογισμό τής με το ανωτέρω περιεχόμενο αποζημιώσεως είναι ο προσδιορισμός των εισοδημάτων του θανατωθέντος κατά τον τελευταίο καιρό πριν από τη θανάτωση του και της πιθανής εξελίξεως των εισοδημάτων αυτών, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν αυτός ζούσε. Εξάλλου, όταν ενάγει ο επιζών σύζυγος τον υπόχρεο και ζητά αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας του από τη στέρηση του δικαιώματος διατροφής, την οποία κατά το νόμο θα όφειλε ο θανατωθείς και υπόχρεος αν ζούσε, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του και τη θεμελίωση της αξίωσής του στο νόμο, πρέπει να επικαλείται τα εξής στοιχεία:
α) την ύπαρξη γάμου μεταξύ δικαιούχου και υπόχρεου διατροφής, β) τη θανάτωση του υπόχρεου από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του εναγομένου, γ) τον πιθανό χρόνο ζωής του υπόχρεου σε διατροφή συζύγου και δ) το ποσό της καταβλητέας διατροφής, ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής. Αντίθετα, δεν απαιτείται, για να είναι ορισμένη η αγωγή αποζημιώσεως του δικαιούχου συζύγου, να γίνεται στο δικόγραφο αποτίμηση της συνεισφοράς που θα παρείχε καθένας από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας, αφού η αποτίμηση αυτή μπορεί να θεμελιώσει καταλυτικό της αξιώσεως ισχυρισμό του εναγομένου (212/2013, ΑΠ 873/2012, ΑΠ 153/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχεία IV λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο περί αποζημίωσης της πρώτης αναιρεσείουσας Ε. χας Γ.
Ο. λόγω στέρησης της δικαιούμενης απ' αυτήν διατροφής, από το θανάσιμα τραυματισθέντα σύζυγό της, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 928 εδαφ. β' ΑΚ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς το ενδιαφέρον ζήτημα της αποζημίωσης της πρώτης αναιρεσείουσας λόγω στέρησης της διατροφής που εδικαιούτο από το θανατωθέντα, κατά το ως άνω ατύχημα σύζυγό της: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω θανάσιμα τραυματισθείς, κατά το ένδικο ατύχημα, Γ.
Ο., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του, ηλικίας 76 ετών και ήταν συνταξιούχος καθηγητής Θεολογίας και ελάμβανε, ως μηνιαία σύνταξη (κύρια και επικουρική) το ποσό των 1.364,55 ευρώ. Αυτός ήταν συγκύριος, κατ' ισομοιρία, μαζί με την εν λόγω σύζυγό του ενός διαμερίσματος, που βρίσκεται επί της οδού Κύπρου 58 στη Γλυφάδα Αττικής, το οποίο χρησιμοποιούσαν ως οικογενειακή στέγη.
Άλλη περιουσία ή εισόδημα από οποιαδήποτε άλλη πηγή δεν αποδείχθηκε ότι είχε. Η ενάγουσα - σύζυγός του, ηλικίας, κατά το χρόνο θανάτου του συζύγου της, 67 ετών, ήταν και αυτή συνταξιούχος εκπαιδευτικός και ελάμβανε, μηνιαίως, ως σύνταξη (κύρια και επικουρική), το ποσό των 983,24 ευρώ. Επίσης, αυτή παρείχε τις προσωπικές της υπηρεσίες για την περιποίηση του συζύγου και του οίκου της, οι οποίες, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αποτιμώνται στο ποσό των 200 ευρώ, μηνιαίως.
Δεν αποδείχθηκε ότι είχε περιουσία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή. Οι ανάγκες της οικογενείας τους (τροφή, ένδυση, ψυχαγωγία κ.λ.π., κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου, ήταν οι συνήθεις ανάγκες ενός ζευγαριού με τις ως άνω ηλικίες. Αυτοί δεν επιβαρύνονταν, κατά νόμο, με την υποχρέωση διατροφής τρίτου προσώπου, ο δε ισχυρισμός ότι κατέβαλαν για την εγγονή τους, Ε., το ποσό των 140.000 δραχμών, ως μηνιαία δίδακτρά της, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη.
Ενόψει των ως άνω οικονομικών δυνάμεών τους, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πρώτη ενάγουσα, κατά το χρόνο θανάτου του συζύγου της, κάλυπτε πλήρως τις διατροφικές της ανάγκες με το ως άνω εισόδημά της και επομένως, δεν είχε γεγενημένη αξίωση διατροφής κατά του συζύγου της, κατά τον ως άνω χρόνο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που οδηγήθηκε στην ίδια κρίση και απέρριψε το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, ως αβάσιμο, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος της έφεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος".
Με βάση τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό με το ως άνω αγωγικό κονδύλιο λόγο της με αριθμό καταθέσεως 2830/30-7-2004 εφέσεως που προέβαλε η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει αυτό ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.
Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω λόγο εφέσεως, αφού έκρινε ότι η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα δεν είχε γεγενημένη αξίωση διατροφής κατά του συζύγου της, κατά το χρόνο του θανάτου του, και συνεπώς δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης αυτής κατά τη διάταξη του άρθρου 928 εδαφ.
β' ΑΚ που συνίσταται στο ποσό της διατροφής, την οποία κατά νόμο θα όφειλε ο θανατωθείς και υπόχρεος σύζυγος, αφού έλαβε υπόψη, αφ' ενός μεν τις ανάγκες του διατροφής της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και τη βιοποριστική ικανότητα αυτής, αφ' ετέρου δε τις οικονομικές δυνατότητες και τα εισοδήματα εν γένει του φερόμενου ως υποχρέου σε παροχή της.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αφ' ενός μεν διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αποζημίωσης της πρώτης αναιρεσείουσας λόγω στέρησης της διατροφής που επικαλείτο ότι δικαιούτο από το θανατωθέντα συνέπεια του ατυχήματος σύζυγό της, αφ' ετέρου δε, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 928 εδαφ.
β' ΑΚ., δεδομένου ότι υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά ανελέγκτως απ' αυτό ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν θεμελιώνεται κατά νόμο γεγενημένο, κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της, δικαίωμα της να απαιτεί απ' αυτόν διατροφή, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση της προβλεπόμενης από την εν λόγω διάταξη υποχρέωσης προς αποζημίωση του επιζώντος συζύγου επί θανατώσεως προσώπου, η μη συνδρομή της οποίας, στην προκειμένη περίπτωση, αποκλείει την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.
Επομένως, ο τρίτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες Ε. χήρα Γ. Ο., Ν. Α. του Γ., ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμο της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιώσασας Ο.
Ο., Ε. Α. ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμο της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιώσασας μητρός της Ο. Ο. και στρέφεται κατά των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων και να καταδικαστούν οι εν λόγω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των τελευταίων (άρθρ. 183 ΚΠολΔ) που εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς δικηγόρους και δη:
α) ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Α. Κ., η τέταρτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία που εδρεύει στην Αθήνα "INTERSALONICA AE" και ο πέμπτος αναιρεσίβλητος Α. Ι. από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, β) το Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και γ) η έκτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΙΑΝΖ ΕΛΛΑΣ" πρώην "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ" από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμ.
Κοπακάκη, και κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18/5/2006 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ως προς τους αναιρεσείοντες Ι. Ο. του Γ., Α. Γ., σύζ. Ι. Ο. και Ε. Ο. του Ι., νομίμως εκπροσωπούμενη από τους γονείς της Ι. Ο. και Α. σύζ. Ι. Ο., το γένος Γ. και ως προς τον αναιρεσίβλητο Κ. Α. του Σ..
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους αμέσως παραπάνω αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητο και την πρόοδο αυτής ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες Ε. χήρα Γ. Ο., Ν. Α. του Γ., ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμο της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιώσασας Ο. Ο., Ε. Α. ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμο της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιώσασας μητρός της Ο. Ο., καθώς και ως προς τους παρασταθέντες αναιρεσίβλητους Α. Κ., Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία που εδρεύει στην Αθήνα "INTERSALONICA AE", Α. Ι. και ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΙΑΝΖ ΕΛΛΑΣ" πρώην "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ".
Απορρίπτει την ίδια ως άνω αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που ασκήθηκε από τους αμέσως παραπάνω αναιρεσείοντες και στρέφεται κατά των αμέσως παραπάνω αναιρεσιβλήτων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες Ε. χήρα Γ. Ο., Ν. Α. του Γ., ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμο της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιώσασας Ο. Ο., Ε. Α. ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμο της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιώσασας μητρός της Ο. Ο. στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει: α) σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. για τους αναιρεσίβλητους Α. Κ., ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία " INTERSALONICA AE" και Α. Ι., β) σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ " και γ) σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για την αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΙΑΝΖ ΕΛΛΑΣ" πρώην "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ" ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ