Legislator Case Law & Legislation
1136/2012 AI generated

1136/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1136/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1136/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, με την § 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: "ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς ασφάλισμα αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων, μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος...", ενώ με την § 6 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1136 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1136/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "TANGARA ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε", που εδρεύει στην Γλυφάδα Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τσαβδαρίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ATRADIUS CREDIT INSURANCE N.V", ("Ατράντιους Κρέντιτ Ινσούρανς Α.Ε"), που εδρεύει στο Αμστερντάμ της Ολλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία διατηρεί νόμιμο υποκατάστημα στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ATRADIUS KREDITVERSICHERUNG AG" (πρώην "GERLING KONZERN SPEZIALE KREDITVERSICHERUNGS AKTIENGEL-LSCHAFT"),που είχε έδρα στην Κολωνία Γερμανίας και διατηρούσε νόμιμο υποκατάστημα στην Ελλάδα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Μανούκα και Ευαγγελία Ποδηματά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Δεκεμβρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5675/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2731/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Νοεμβρίου 2011 αίτησή της, με τους με ιδιαίτερο, από 29 Φεβρουαρίου 2012 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 5 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών της 934/18.11.2011 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 36/29.2.2012, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2731/2.6.2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 934/18-11-2011 αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο, 36/29-2-2012, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 2731/2-6-2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 225539/12043/28-12-2006 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση ασφαλίσματος της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, απορρέουσα από την συνομολογηθείσα μεταξύ αυτής και της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Gerling Konzern Speziale Kreditversicherungs Aktiengellschaft" και στη συνέχεια "Atradius Kreditversicherung AG", στην δικονομική θέση της οποίας ακολούθως υπεισήλθε, κατά το άρθρο 59 του ν.δ/τος 400/1970 και 14 του Γερμανικού νόμου περί εποπτείας Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ATRADIUS KREDITINSURANCE N.Y.", σύμβαση ασφαλίσεως.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της κατά το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας αίτημα, η 5676/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (i) 1490/19-2-2010 και (ii) 11456/7-12-2009, αντίστοιχα, εφέσεις των διαδίκων, σειρά και αρίθμηση με την οποία και στη συνέχεια θα αναφέρονται, η 2731/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της με στοιχ. (i) εφέσεως της ενάγουσας.

Αντίθετα, κατά παραδοχή της με στοιχ. (ii) εφέσεως της εναγομένης, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατ' εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικά παραδοχές: "Η ενάγουσα μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, δραστηριοποιείται στην εισαγωγή - εξαγωγή και εμπορία κατεψυγμένων ψαριών.

Δια του 2-12-2001 ασφαλιστηρίου συνήψε σύμβαση ασφάλισης πιστώσεων με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "GERLING KONZERN SPEZIALE KREDITVERSICHERUNGS AKTIENGESEL-LSCHAFT", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ATRADIUS CREDIT INSURANCE NV", πρώην "ATRADIUS KREDITVERSICHERUNG AG" (βλ. ΦΕΚ τ, ΑΕ και ΕΠΕ 4364/19-5-2004. 5923/28-6-2005 και 10923/14-10-2005) -για το χρονικό διάστημα από 1-11-2001 έως 1-11-2002, και με τις 823 και 687 πρόσθετες πράξεις για το χρονικό διάστημα από 1-2-2002 έως 1-11-2002 και από 1-2-2002 έως 1-2-2003 αντίστοιχα.

Με τις πρόσθετες πράξεις τα ασφάλιστρα καθορίστηκαν σε 10.908,64 και 12.726,75 ευρώ, αντίστοιχα, και καταβλήθηκαν. Ως ασφαλιστικός κίνδυνος ορίστηκε η αφερεγγυότητα του πελάτη της ενάγουσας, που συντρέχει - εκτός άλλων περιπτώσεων που ορίζονται στην παρ. 9 των Γενικών Όρων του Ασφαλιστηρίου, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω - σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής (protracted default), όταν η ασφαλισμένη απαίτηση μετά την υπέρβαση της αρχικά συμφωνηθείσας ημερομηνίας πληρωμής (λήξης) δεν πληρώθηκε εντός της προθεσμίας ανοχής, που προσδιορίστηκε σε εννέα μήνες (βλ.

παρ. 8.4.1 εδ. Ια. Ιβ και Ιδ των Ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου). Έκτοτε, εννέα μήνες μετά τη συμφωνημένη ημερομηνία πληρωμής της ασφαλισμένης απαίτησης, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα. Προκειμένου να θεωρηθεί μια απαίτηση ασφαλισμένη η ενάγουσα όφειλε να κατονομάζει τον πελάτη της - αγοραστή και να ζητά από την εναγομένη έγκριση πιστωτικού ορίου και προθεσμία για την εξόφληση των απαιτήσεων της, μέγιστη περίοδο πίστωσης, που ξεκινά από την ημέρα τιμολόγησης της απαίτησης (παρ. 2. 3 και 7 εδ. 1 των Γενικών ορών του ασφαλιστηρίου).

Περαιτέρω, ορίστηκε ότι σε περίπτωση υπέρβασης της μέγιστης περιόδου πίστωσης πρέπει να ειδοποιηθεί αμέσως ο ασφαλιστής - υποχρέωση δήλωση: υπέρβαση μεγίστης περιόδου πίστωση (παρ. 7 εδ. 2 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου). Εάν σε μία απαίτηση γίνει υπέρβαση της περιόδου πίστωσης, που είχε συμφωνηθεί αρχικά, τότε ο ασφαλισμένος από τη στιγμή αυτή διαθέτει τρεις μήνες γιο να λάβει ο ίδιος τα απαραίτητα μέτρα για την είσπραξη της απαίτησης, ενώ εάν δεν έχουν πληρωθεί οι απαιτήσεις τρεις μήνες μετά την υπέρβαση της, λήξης, η οποία είχε συμφωνηθεί αρχικά, τότε ο ασφαλισμένος πρέπει να τις παραδώσει προς είσπραξη στην εταιρία είσπραξης με την επωνυμία "NAMINTER" (βλ.

παρ, 8.4 εδ. 4α και 4 β των Ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου). Εάν ο ασφαλισμένος δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει ο νόμος ή η ασφαλιστική σύμβαση (παράβαση υποχρεώσεων), η ασφαλιστική εταιρία απαλλάσσεται από την υποχρέωση της προς αποζημίωση, εκτός εάν η παράβαση θεωρηθεί ανυπαίτια (παρ. 14 εδ. 1 Γενικών όρων του ασφαλιστηρίου).

Ανεξάρτητα της ανωτέρω υποχρέωσης δήλωσης κατά την παρ. 7.2 των Γενικών όρων του Ασφαλιστηρίου, (δήλωση υπέρβασης μεγίστης περιόδου πίστωσης), ο ασφαλισμένος πρέπει να ενημερώσει την ασφαλιστική εταιρία για τη μη πληρωμή της απαίτησης του (δήλωση μη πληρωμής" τρεις μήνες μετά την υπέρβαση της ημερομηνίας πληρωμής που είχε συμφωνηθεί αρχικά.

Η παράλειψη της εμπρόθεσμης δήλωσης μη πληρωμής συνεπάγεται απώλεια της απαίτησης προς αποζημίωση από καθυστέρηση πληρωμής (protracted default) (παρ. 8.3 εδ. α, 3β Ειδικών όρων του ασφαλιστήριου).

Α) Περαιτέρω η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 4-6-2002 μέχρι 2-9-2002 πούλησε και παρέδωσε στην εταιρία με την επωνυμία "FURIO MARE SRL" εμπορεύματα (φιλέτα πέρκας) συνολικής αξία: 266.130 ευρώ. Είχε προηγηθεί υποβολή αίτησης προς την εναγομένη για έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας της αγοράστριας εταιρίας και έγκριση πιστωτικού ορίου.

Η εναγομένη χορήγησε ασφαλιστική κάλυψη για την ως άνω αγοράστρια εταιρία, ορίζοντας πιστωτικό όριο 200.000 ευρώ και περίοδο πίστωσης δυο μηνών (βλ. από 13-5-2002 έγγραφο). Η εναγομένη προέβη στις πωλήσεις προς την ως άνω αγοράστρια εταιρία με πίστωση ενός μηνός από την έκδοση εκάστου τιμολογίου ως εξής: Αριθμ.

Τιμολογίου Ημ/νία Έκδοσης Περιγραφή Τύπου Τεμάχια (σε κιβώτια) Τιμή Κιλού (σε ευρώ) Συνολική Αξία Περίοδος Πίστωσης (σε μήνες) Δήλη Ημέρα 219 4-6-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 840 6,50 37.760 1 4-7-02 227 10-6-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 980 6,50 38.220 1 10-7-02 235 12-6-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 760 6 27.360 1 12-7-02 243 17-6-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 1.180 6,30 44.604 1 17-7-02 248 24-6-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 1.260 6 45.360 1 24-7-02 255 26-6-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 280 6 10.080 1 26-7-02 286 4-7-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 1.150 5,40 37.260 1 4-8-02 304 8-7-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 500 5,55 16.500 1 8-8-02 500 2-9-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 420 5,55 13.986 Με συμφωνία πληρωμής κατά τη παράδοση 2-9-02 και συνολικά 266.130 ευρώ.

Την 10-7-2002 η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία προέβη σε ακύρωση του πιστωτικού ορίου από την 10-7-2002. Η αγοράστρια εταιρία δεν κατέβαλε τις οφειλές της τη συμφωνημένη ημέρα πληρωμής.(ένα μήνα από την έκδοση εκάστου τιμολογίου) και η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγομένη, την 13-7-2002 και 5-8-2002 για τα τιμολόγια που μέχρι τότε δεν είχαν πληρωθεί κατά τη συμφωνημένη ημέρα λήξης (πληρωμής), και συγκεκριμένα για τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από 4-6-2002 έως 8-8-2002 με ημερομηνία πληρωμής από 4-7- 2002 έως 8-8-200.

Μέχρι δε την 23-10-2002 είχε αποστείλει παραγγελία επανείσπραξης στην εταιρία είσπραξης "NAMINTER". Όμως δεν προέβη σε δήλωση μη πληρωμής προς την ασφαλιστική εταιρία, τρεις μήνες μετά την υπέρβαση της ημερομηνίας πληρωμής που είχε συμφωνηθεί αρχικά για κάθε πώληση προς την αγοράστρια εταιρία, ήτοι την 4-10-2002, 10-10-2002, 12-10-5002, 17-10-2002, 24-10-2002, 26-10-2002, 4-11-2002 και 8-11-2002.

Σύμφωνα με τον ως άνω όρο του ασφαλιστηρίου λόγω της μη (υποβολής) δήλωσης μη πληρωμής επέρχεται απώλεια της απαίτησης αποζημίωσης για καθυστέρηση πληρωμής, ώστε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης στην ενάγουσα για τις απαιτήσεις αυτής κατά της αγοράστριας εταιρίας με την επωνυμία "FURLO MARE SLR" (παρ. 8.3 εδ 3α, 3β των Ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου) Ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης που είχε προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρεται με τον τέταρτο λόγο έφεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτού (4γ) πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Επειδή δε η ένδικη σύμβαση είναι σύμβαση ασφάλισης πιστώσεων που συμπεριλαμβάνεται στις περιπτώσεις συμβάσεων ασφαλίσεων, στις οποίες είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των δικαιωμάτων του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος, κατά τις σκέψεις που προεκτέθηκαν, δεν είναι άκυρος ο σχετικός όρος του ασφαλιστηρίου και ο αντίθετος ισχυρισμός της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ως άνω ένσταση απαλλαγής της εναγομένης έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Β) Στη συνέχεια, κατά το χρονικό διάστημα από 5-8-2002 μέχρι 8-9-2002. η ενάγουσα πούλησε και παρέδωσε στην εταιρία με την επωνυμία "CIEMME PESCA SLR" εμπορεύματα (φιλέτα πέρκας) συνολικής αξίας 76.680 ευρώ.

Προγενέστερα είχε υποβάλλει αίτηση στην εναγομένη για έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας της αγοράστριας εταιρίας και έγκριση πιστωτικού ορίου και η εναγομένη χορήγησε ασφαλιστική κάλυψη για την ως άνω αγοράστρια εταιρία, ορίζοντα: πιστωτικό όριο 50.000 ευρώ και περίοδο πίστωσης δυο μηνών, για παραδόσεις από 1-6-2002 (βλ.

από 6-6-2002 έγγραφο). Η εναγομένη προέβη στις πωλήσεις προς την ως άνω αγοράστρια εταιρία με πίστωση ενός μηνός από την έκδοση εκάστου τιμολογίου, ως εξής: Αριθμ. Τιμολογίου Ημ/νία Έκδοσης Περιγραφή Τύπου Τεμάχια (σε κιβώτια) Τιμή Κιλού (σε ευρώ) Συνολική Αξία Περίοδος Πίστωσης (σε μήνες) Δήλη Ημέρα 393 5-8-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 535 5,70 23.841 1 5-9-02 403 7-8-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 145 5,70 9.495 1 7-9-02 412 12-8-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 200 6 10.056 1 12-9-02 424 14-8-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 100 5,60 5.010 1 14-9-02 467 27-8-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 140 5,60 4.704 1 27-9-02 483 29-8-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 200 5,65 9.444 1 29-9-02 499 2-9-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 240 5,65 14.130 1 2-10-02 513 4-9-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 395 5,05 15.087 1 4-10-02 535 8-9-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 360 5,75 19.200 1 8-10-02 Και συνολικά 110.967 ευρώ.

Την 3-9-2002 η ασφαλιστική εταιρία προέβη. σε ακύρωση του πιστωτικού ορίου από την 3-9-2002. Η αγοράστρια εταιρία δεν κατέβαλε τις οφειλές της τη συμφωνημένη ημέρα πληρωμής, (ένα μήνα από την έκδοση εκάστου τιμολογίου). Μέχρι δε την 23-10-2002 η ενάγουσα είχε αποστείλει παραγγελία επανείσπραξης στην εταιρία είσπραξης "ΝΑΜΙΝΤΕR" Όμως, δεν προέβη σε δήλωση μη πληρωμής, τρεις μήνες μετά την υπέρβαση της ημερομηνίας πληρωμής που είχε συμφωνηθεί αρχικά (παρ. 8.3 εδ 3α. 3 β των Ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου), με αποτέλεσμα την απαλλαγή της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας κατά τους ως άνω όρους του ασφαλιστηρίου (παρ. 8.3 εδ 3α. 3β των Ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου).

Ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης που είχε προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρεται με τον πέμπτο λόγο κατά το τρίτο σκέλος αυτού (5 γ) της πρώτης υπό κρίση έφεσης (της εναγομένης), πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Επομένως η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία απαλλάσσεται της υποχρέωσης καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης, για τις απαιτήσεις αυτής κατά της αγοράστριας εταιρίας με την επωνυμία "CIEMME PESCA SRL".

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που σιωπηρά απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό, έσφαλε και ο σχετικός λόγος της πρώτης υπό κρίση έφεσης (της εναγομένης), πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Γ) Τέλος κατά το χρονικό διάστημα από 21-10-2002 μέχρι 18-11-2002 η ενάγουσα πούλησε και παρέδωσε στην εταιρία με την επωνυμία "MARE BLU SRL" εμπορεύματα (φιλέτα πέρκας) συνολικής αξίας 81.144 ευρώ. Προγενέστερα είχε υποβάλλει αίτηση στην εναγομένη για έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας της αγοράστρια: εταιρίας και έγκριση πιστωτικού ορίου και η εναγομένη χορήγησε ασφαλιστική κάλυψη για την ως άνω αγοράστρια εταιρία, ορίζοντας πιστωτικό όριο 100.000 ευρώ και περίοδο πίστωσης δυο μηνών, για παραδόσεις από 1-9-2002 (βλ, από 6-6-2002 έγγραφο).

Η εναγομένη προέβη στις πωλήσεις προς των ως άνω αγοράστρια εταιρία με πίστωση ενός μηνός από την έκδοση εκάστου τιμολογίου, ως εξής: Αριθμ. Τιμολογίου Ημ/νία Έκδοσης Περιγραφή Τύπου Τεμάχια (σε κιβώτια) Τιμή Κιλού (σε ευρώ) Συνολική Αξία Περίοδος Πίστωσης (σε μήνες) Δήλη Ημέρα 706 21-10-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 560 5,95 19.992 1 21-11-02 718 28-10-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 560 5,80 19.488 1 28-11-02 750 1-11-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 560 6,10 20.496 1 1-12-02 759 11-11-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 560 6,30 21.168 1 11-12-02 769 18-11-02 Κιβώτια με φιλέτα πέρκας (6 κιλά ανά κιβώτιο) 650 6,40 24.960 1 18-12-02 και συνολικά 106.104 ευρώ.

Την 15-11-2002 η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία προέβη σε ακύρωση του πιστωτικού ορίου από την 15-11-2002. Η αγοράστρια εταιρία δεν κατέβαλε τις οφειλές της τη συμφωνημένη ήμερα πληρωμής (ένα μήνα από την έκδοση έκαστου τιμολογίου). Μέχρι δε την 31-7-2003 η ενάγουσα είχε αποστείλει παραγγελία επανείσπραξης στην εταιρία είσπραξης "NAMINTER".

Όμως δεν προέβη σε δήλωση μη πληρωμής, τρεις μήνες μετά την υπέρβαση της ημερομηνίας πληρωμής που είχε συμφωνηθεί αρχικά (παρ. 8.3 εδ 3α, 3β των Ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου), με αποτέλεσμα τη απαλλαγή της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας κατά τους ως άνω όρους του ασφαλιστηρίου (παρ. 8.3 εδ 3α, 3β των Ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου).

Ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης, που είχε προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρεται με τον έκτο λόγο κατά το τρίτο σκέλος αυτού (6 γ) της πρώτης υπό κρίση έφεσης (της εναγομένης), πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Επομένως η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία απαλλάσσεται της υποχρέωσης καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης για τις απαιτήσεις αυτής κατά της αγοράστριας εταιρίας με την επωνυμία "MARE BLU SRL".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος-εκκαλών-ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:

Α1 Κύριο δικόγραφο

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1' στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (Ολ.ΑΠ 23/2008). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο'12 ν. 1915/2001" και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή προξένου, το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Οι βεβαιώσεις αυτές δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. του ΚΠολΔ., αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που διακρίνεται από τα έγγραφα, και γι' αυτό ακριβώς, αν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναφέρει μόνο, ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι και ιδρύεται ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγος αναιρέσεως.

Η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται.

Κατά τις επίμαχες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν λαμβάνονται υπόψη οι ενώπιον της συμ/φου Αθηνών Ερρικαίτης Τσουμάκα και με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, ως εφεσίβλητης (εκκαλούσης), δοθείσες 5598 και 5599/6-2-2009 ένορκες βεβαιώσεις για τον λόγο ότι, κατά την και στα πράγματα ανταποκρινόμενη εκτίμηση των ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεών της (ΚΠολΔ 561 παρ. 2), δεν επικαλείται κλήτευση της αναιρεσίβλητης, ως εναγομένης ή ότι η τελευταία παραστάθηκε κατά τη λήψη τους, διαλαμβάνοντας παράλληλα ότι δεν είναι επιτρεπτή η αξιολόγησή τους για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της, δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη.

Επομένως, η προβαλλόμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 β ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη και συνεκτιμήσει κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, ελέγχεται ως αβάσιμη, χωρίς η κρίση αυτή να διαφοροποιείται από το γεγονός ότι πράγματι στις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις γίνεται μνεία για προηγούμενη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, με αναφορά στις συνταχθείσες προς τούτο εκθέσεις επιδόσεως, σημειώνοντας παράλληλα ότι κατά την λήψη αυτών παρέστη η τελευταία, εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο αυτής δικηγόρο Στέφανο Φουρτουνίδη.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8α ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν στοιχειοθετείται επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν πρόκειται για ισχυρισμό ο οποίος δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με τον τρίτο κατά τη σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8α ΚΠολΔ, ότι, με την παραδοχή της ότι η αναιρεσείουσα είχε αποστείλει παραγγελία επανεισπράξεως του οφειλομένου εις εκείνη από τις συμβάσεις πωλήσεως τιμήματος στην εισπρακτική εταιρείας NAMINTER μέχρι 23-10-2002, έλαβε υπόψη μη προβληθέντα από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμό, η οποία αντιθέτως υποστήριξε με τις προτάσεις της ότι η εν λόγω παραγγελία επανεισπράξεως είχε αποσταλεί ήδη στις 22-9-2002.

Πρόκειται για ισχυρισμό ο οποίος δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Και τούτο για το λόγο ότι, κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την απορριπτική επί της αγωγής της αναιρεσείουσας κρίση της στήριξε στην παραδοχή της ότι η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε στη συμβατική της υποχρέωση δηλώσεως προς την αναιρεσίβλητη της μη πληρωμής του οφειλομένου τιμήματος πωλήσεως τρεις μήνες μετά την υπέρβαση της συνομολογηθείσης ημερομηνίας πληρωμής του στην αναιρεσείουσα, με απειλούμενη συνέπεια στην περίπτωση αυτή, κατά τον σχετικό όρο της συνδέουσας τις διαδίκους συμβάσεως ασφαλίσεως, την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από την υποχρέωσή της καταβολής του ασφαλίσματος, με άμεση δικονομική συνέπεια την αξιολόγησή της εν λόγω αναιρετικής αιτιάσεως ως αβάσιμης.

Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμη, η προσβαλλόμενη με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτιάση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την έννοια της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με την πλήρη και σαφή πράγματι παραδοχή της περί μη εμπρόθεσμης από την αναιρεσείουσα ενημερώσεως της αναιρεσίβλητης για τη μη πληρωμή του τιμήματος πωλήσεως, ενώ παράλληλα με την επίκληση και αναφορά στα αποσταλέντα προς τούτο κατά το αναιρετήριο από 13-7-2002 και 5-8-2002 μηνύματα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, κατά τρόπο δικονομικώς ανεπίτρεπτο πλήττεται η ανέλεγκτη περί πράγματων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Β. Πρόσθετο δικόγραφο Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει όλα τα αποδεικτικά μέσα, αλλά και μόνον εκείνα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ιδρυομένου στην αντίθετη περίπτωση της μη λήψεώς τους υπόψη του προβλεπομένου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.

Η προϋπόθεση της νόμιμης επικλήσεως για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται και για την κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ δικαστική ομολογία παρά το γεγονός, ότι επιτρεπτώς λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στην διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ότι με την παραδοχή της ότι η αναιρεσείουσα "δεν προέβη σε δήλωση μη πληρωμής προς την ασφαλιστική εταιρεία, τρεις μήνες μετά την υπέρβαση της ημερομηνίας πληρωμής που είχε συμφωνηθεί αρχικά για κάθε πώληση προς την αγοράστρια", στην οποία στήριξε την απορριπτική επί της αγωγής κατ' ουσίαν κρίση της, δεν έλαβε υπόψη (α) την περιεχόμενη στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της και επαναδιατυπωθείσα σε εκείνες ενώπιον του Εφετείου δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης περί έγκαιρης ενημερώσεως στην περίπτωση της "FURIO MARE SRL" της ασφαλιστικής εταιρείας.

Στην πλημμέλεια αυτή προσήκει η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας η αναιρεσείουσα δεν διατείνεται, ούτε σε κάθε περίπτωση βεβαιώνεται από το επικαλούμενο περιεχόμενο των ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεών της, ότι προέβη σε νόμιμη επίκληση της εν λόγω δικαστικής ομολογίας της αναιρεσίβλητης και (β) τον αντιστοίχου περιεχομένου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο αρνητικά αξιολόγησε και απέρριψε με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση της, με άμεση δικονομική συνέπεια οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. (α) 11γ και (β) 8 ΚΠολΔ να ελέγχονται ως αβάσιμες.

II. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με την μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη Χρησίμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Με τον έκτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στην διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ότι, με την παραδοχή της "Η αγοράστρια εταιρία δεν κατέβαλε τις οφειλές της τη συμφωνημένη ημέρα πληρωμής (ένα μήνα από την έκδοση εκάστου τιμολογίου) και η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγομένη, την 13-7-2002 και 3-8-2002 για τα τιμολόγια που μέχρι τότε δεν είχαν πληρωθεί κατά τη συμφωνημένη ημέρα λήξης (πληρωμής) και συγκεκριμένα για τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από 4-6-2002 έως 8-8-2002, με ημερομηνία, πληρωμής από 4-7-2002 έως 8-8-2002. Μέχρι δε την 23-10-2002 είχε αποστείλει παραγγελία επανείσπραξης στην εταιρία είσπραξης "NAMINTER".Όμως δεν προέβη σε δήλωση μη πληρωμής προς την ασφαλιστική εταιρία, τρεις μήνες μετά την υπέρβαση της ημερομηνίας πληρωμής που είχε συμφωνηθεί αρχικά για κάθε πώληση προς την αγοράστρια εταιρία, ήτοι την 4-10-2002, 10-10-2002, 12-10-2002 17-10-2002, 24-10-2002, 26-10-2002, 4-11-2002 και 8-11-2002", παραμόρφωσε την από 5-8-2002 επιστολή της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, με το ακόλουθο, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, περιεχόμενο, "Αγαπητέ κύριε Επείγον Κύριοι, με λύπη σας ενημερώνουμε ότι η FURIO MARE μας οφείλει συνολικά το ποσό των 252.144 από την πώληση φρέσκων ψαριών (φρέσκα φιλέτα πέρκας Νείλου) Τα μη εξοφληθέντα τιμολόγια μέχρι στιγμής έχουν ως ακολούθως:

ΤΙΜΟΛΟΓΙΟ ΠΟΣΟ ΣΕ ΕΥΡΩ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΛΗΡΩΜΕΣ 219

32.760 4/7 227 38.220 10/07 255 27.360 12/07 245 44.604 17/7 248 45.360 24/7 255 10.080 26/7 283 37.260 4/8 . Το επόμενο είναι και το τελευταίο τιμολόγιο υπ' αρ. 304, για το ποσό των 16.500 ευρώ, το οποίο είναι πληρωτέο την 8.08, δεδομένου ότι σταματήσαμε της πωλήσεις αμέσως αφού η GERLING μας ενημέρωσε ότι έχουν ακυρώσει το πιστωτικό τους όριο.

Παρακαλώ προχωρήστε αμέσως προκειμένου να διεκδικήσετε τις οφειλές".

Προφανές είναι ότι δεν πρόκειται για λάθος ανάγνωση του κειμένου του εν λόγω εγγράφου, αλλά για συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, με την έννοια ότι δεν αφορούσε και επομένως δεν κάλυπτε τη συμβατική υποχρέωση της αναιρεσείουσας για δήλωση μη πληρωμής προς την ασφαλιστική εταιρεία τρεις μήνες μετά την υπέρβαση της ημερομηνίας πληρωμής, που είχε συμφωνηθεί αρχικά για κάθε πώληση, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνδέονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το κυρίαρχο καταληκτικό αποδεικτικό της συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα δεν ανταποκρίθηκε στη συμβατική της υποχρέωση της δηλώσεως μη πληρωμής προς την ασφαλιστική εταιρεία τρεις μήνες μετά την υπέρβαση της ημερομηνίας πληρωμής, που είχε συμφωνηθεί αρχικά για κάθε πώληση προς την αγοράστρια εταιρεία, με άμεση δικονομική συνέπεια να ελέγχεται ως αβάσιμη η προσβαλλόμενη με τον απομένοντα προς έρευνα έβδομο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ

Α2 Κύριο Δικόγραφο

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη επαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Εξάλλου, με το άρθρο 7 § 1 εδ. α' του ν, 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός οκτώ (8) ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, ενώ με την § 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η υπαίτια παράβαση από τον λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεων της § 1 αυτού του άρθρου παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του.

Ακολούθως, με την § 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: "ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς ασφάλισμα αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων, μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος...", ενώ με την § 6 εδ.

α' του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: "με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων". Από την παραπάνω διάταξη (της § 2) προκύπτει ότι στις περιπτώσεις της ιδιωτικής ασφαλίσεως η παράλειψη της υποχρεώσεως (ήτοι του ασφαλιστικού βάρους) που επιβάλλεται στον ασφαλισμένο προς αναγγελία της επέλευσης του κινδύνου στον ασφαλιστή μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται είτε νόμιμα είτε συμβατικά, δεν συνεπάγεται την απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος, αλλά μπορεί, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, να γεννήσει υποχρέωση του ασφαλισμένου προς αποκατάσταση της ζημίας, την οποία ενδεχομένως είχε υποστεί ο ασφαλιστής εξ αιτίας της παραλείψεως αυτής.

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 33 του ως άνω ασφαλιστικού νόμου ορίζεται ότι "κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεσαι κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών".

Η εν λόγω, κεφαλαιώδους σημασίας διάταξη του ΑσφΝ, καθιστά "ημιαναγκαστικού" δικαίου το σύνολο των διατάξεων του νόμου, με την έννοια ότι αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον ΑσφΝ δεν μπορούν με την ασφαλιστική σύμβαση να περιοριστούν τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, παρά μόνο να διευρυνθούν. Ο περιορισμός αυτός, όμως, δεν ισχύει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, στις ασφαλίσεις που συνάπτονται νια επαγγελματικούς λόγους, όπως είναι η ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, οι θαλάσσιες και αεροπορικές ασφαλίσεις ζημιών, καθώς και οι ασφαλίσεις πιστώσεων και εγγυήσεων που είναι από τη φύση τους ασφαλίσεις που κατά κανόνα συνάπτονται για επαγγελματικούς λόγους.

Κατά την πλειοψηφούσα γνώμη από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 και 33 του ν. 2490/1997 προκύπτει ότι το τελευταίο καθιστά πράγματι ημιαναγκαστικού δικαίου εκείνες του άρθρου 7, με την έννοια ότι εγκύρως μπορεί να συμφωνηθεί με ειδικό όρο της συμβάσεως ασφαλίσεως ότι ο ασφαλισμένος οφείλει να γνωστοποιήσει εγγράφως στον ασφαλιστή την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως εντός ορισμένης προθεσμίας από την επέλευσή της και ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος δεν ανταποκριθεί στο ασφαλιστικό αυτό βάρος επιτρεπτώς περιορίζονται τα δικαιώματα του ασφαλισμένου με μείωση του οφειλομένου ασφαλίσματος στις συμβάσεις που συνάπτονται για επάγγελματικούς λόγους, πλην ο περιορισμός αυτός δεν μπορεί να λάβει εγκύρως συμβατικώς την μορφή της πλήρους απαλλαγής του ασφαλιστή από την καταβολή του οφειλομένου ασφαλίσματος, η οποία αποτελεί και την κύρια συμβατική του υποχρέωση, όταν μάλιστα δεν συνδέεται αιτιωδώς και δεν καλύπτεται πλήρως η υπαίτια παραβίαση του ασφαλιστικού βάρους από την συνομολογειθείσα πλήρη απαλλαγή του ασφαλιστή.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται, ιδία, (α) ότι κατά τους ειδικότερους όρους της θεμελιωτικής της αγωγικής αξιώσεως καταβολής του ασφαλίσματος συμβάσεως ασφαλίσεως πιστώσεως, η αναιρεσείουσα βαρύνεται με την υποχρέωση (αα) ειδοποιήσεως της αναιρεσίβλητης στην περίπτωση υπερβάσεως της μεγίστης περιόδου πιστώσεως του οφειλομένου στην αναιρεσείουσα τιμήματος, (ββ) σε περίπτωση υπερβάσεως της εν λογω περιόδου πιστώσεως η αναιρεσείουσα διέθετε έκτοτε χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών για την είσπραξη από εκείνη του οφειλομένου τιμήματος με την λήψη των απαραιτήτων προς τούτο μέτρων και μετά την άπρακτη παρέλευση της εν λόγω τρίμηνης προθεσμίας (γγ) να αποστείλει παραγγελία επανεισπράξεως του οφειλομένου τιμήματος πωλήσεως στην εισπρακτική εταιρεία "NAMINTER" και παράλληλα (δδ) να ενημερώσει την αναιρεσίβλητη για την μη πληρωμή της απαιτήσεως, (β) ότι εγκύρως συμφωνήθηκε ότι η παράλειψη της αναιρεσείουσας να ανταποκριθεί στα με στοιχ. (αα)-(δδ) ασφαλιστικά της βάρη η αναιρεσίβλητη απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του αποζημιωτικού χαρακτήρα ασφαλίσματος, εκτός αν η παραβίαση θεωρείται ανυπαίτια, και (γ) ότι η αναιρεσείουσα παρέλειψε να προβεί σε εμπρόθεσμη προς την αναιρεσίβλητη δήλωση περί μη πληρωμής της απαιτήσεως, με αποτέλεσμα την απώλεια της αξιώσεώς της προς αποζημίωση, ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της σε συνέπεια με την οποία απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με τις παραδοχές της αυτές, και ιδία εκείνη με στοιχ. (β) περί εγκυρότητας του όρου περί οριστικής απαλλαγής της αναιρεσίβλητης από την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από την κυρία συμβατική της υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος σε περίπτωση μη ανταποκρίσεως της αναιρεσείουσας στο με στοιχ. (δδ) ασφαλιστικό αυτής βάρος, ευθέως παραβίασε κατά την πλειψηφούσα πάντοτε γνώμη, τις διατάξεις των άρθρων 7 και 33 του ν. 2496/1997, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο και παραδεκτώς συμπληρούμενο με την παρούσα (ΚΠολΔ 562 παρ. 4) αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Αντίθετα κατά την μειοψηφούσα γνώμη των μελών του Δικαστηρίου Βασιλείου Φούκα και Γεωργίου Γεωργέλλη Αρεοπαγιτών, ο περιορισμός της διατάξεως του άρθρου 33 του ν. 2496/1997 δεν ισχύει, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, στις ασφαλίσεις που συνάπτονται για επαγγελματικούς λόγους, όπως είναι η σύμβαση ασφαλίσεως μεταφοράς πραγμάτων, οι θαλάσσιες και αεροπορικές ασφαλίσεις ζημιών, καθώς και οι ασφαλίσεις πιστώσεων και εγγυήσεων που είναι από τη φύση τους ασφαλίσεις που κατά κανόνα συνάπτονται για επαγγελματικούς λόγους, οπότε η ρύθμιση της υποχρέωσης αναγγελίας και των υποχρεώσεων περιορισμού η μείωσης της ζημίας καθώς και των κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασης τους ρυθμίζεται ελεύθερα από τους συμβαλλομένους Από την τελευταία ως άνω διάταξη του ασφαλιστικού νόμου (άρθρο 33) προκύπτει, ότι για τις ως άνω ειδικά προβλεπόμενες ασφαλίσεις η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 § 2 δεν είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί με ειδικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ότι ο ασφαλισμένος οφείλει να γνωστοποιήσει εγγράφως στην ασφαλιστική εταιρία την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως μέσα σε ορισμένη προθεσμία από αυτή και ότι σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος δεν τηρήσει την υποχρέωση του αυτή, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος.

Σε συνέπεια με τη νομική αυτή παραδοχή ο επίμαχος πρώτος κατά σειρά λόγος πρέπει, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, αρνητικά να αξιολογηθεί, ως αβάσιμος. Η θετική αξιολόγηση και παραδοχή της διατυπούμενης με τον πρώτο κατά σειρά λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρετικής αιτιάσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με πλειοψηφία μιας ψήφου καθιστά υποχρεωτική, κατ' επιταγή της διατάξεως του άρθρου 563 παρ. 2β εδ. 3 περ.

α' ΚΠολΔ, την παραπομπή του λόγου αυτού αναιρέσεως στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την διατυπούμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ της 934/18-11-2011 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 36/29-2-2012, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2731/2-6-2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ