Legislator Case Law & Legislation
1136/2011 AI generated

1136/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1136/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1136/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Keywords

AI generated
common organisation of agricultural markets agricultural zone territorial scope of the Treaty common flat-rate scheme for farmers municipal land concept of contracting authority
AI generated
1591/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
831/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1333/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1286/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-4-2009 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων κατά: α) του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου και β) της δεύτερης ήδη αναιρεσίβλητης. Επιπρόσθετα, η τελευταία κατέθεσε την από 28-7-2011 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την από 10-10-2012 πρόσθετη παρέμβαση ενώ οι 3ος, 4ος, 5η, 6ος και 8η ήδη αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν την από 10-8-2012 πρόσθετη παρέμβαση, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, που συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και κατ' επέκταση της με αριθμό 13/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2019 αίτησή τους.
937/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1136 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1136/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ά. Κ. του Β., 2. Σ. συζ. Ά. Κ., το γένος Ε. Π. και 3. Β. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ιγνατιάδη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Τ. του Α., 2. Χ. Τ. του Α., 3. Α. Τ. του Α. και 4. Α. Τ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φωκά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32.804/2000 μη οριστική 40.643/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 386/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 11-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Α1) Με το με αριθμό .../22-7-1963 πωλητήριο συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Λιάτση, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... και αριθμό 496, ο τέταρτος ενάγων (Α.

Τ.) εξ αγοράς από την Ε. Κ. απέκτησε κατά κυριότητα -σύμφωνα με την περιγραφή του τίτλου- "ένα αγρό, εμβαδού τριών παλαιών στρεμμάτων, κείμενο εν θέσει "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., συνορευόμενο γύρωθεν με αγρούς Ν. Τ., Χ. Κ., Χ. Π., Α. Γ. και Β. Γ.", στην δε δικαιοπάροχο του είχε περιέλθει κατά κυριότητα με βάση τη με αριθμό .../22-7-1963 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του αυτού συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα.

Το εμβαδόν του ως άνω αγρού ανέρχεται κατά τον τίτλο σε 4800 τμ (3 παλαιά στρέμματα Χ 1600 τ.μ. το παλαιό στρέμμα), πλην όμως σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση, που πραγματοποίησε ο πραγματογνώμονας, η έκταση του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται σε 5.250,39 τ.μ. και αποτυπώνεται στο συνοδεύον την πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 5-8-4-3-24-2-1-23-5 και πλευρικές διαστάσεις 5-8 28 μ, 8-4 30,50 μ, 4-3 6,78 μ, 3-24-2 94,91 μ, 2-1 62,20 μ, 1-23 12,06 μ και 23-5 87,77 μ.

Α2) Επίσης, με το με αριθμό .../29-3-1974 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Κωτούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... και αριθμό 402, ο ίδιος ενάγων (Α. Τ.) εξ αγοράς από τους Σ. Τ., Ι. Τ., Γ. Τ., Μ. σύζυγο Β. Μ., Ά. σύζυγο Κ. Α. και Ε. σύζυγο Δ. Τ., απέκτησε κατά κυριότητα -σύμφωνα με την περιγραφή του τίτλου- ένα όμορο (κείμενο ανατολικά) του ανωτέρω αγροτεμάχιο, "εμβαδού ενός στρέμματος, ή όσης εκτάσεως και αν είναι τούτο", κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., "συνορευόμενο γύρωθεν βορείως με ακίνητον Π., νοτίως με ακίνητον Σ., δυτικώς με ακίνητον Τ. (που περιγράφηκε ανωτέρω) και ανατολικώς με ακίνητον Κ.", στους δε δικαιοπαρόχους του είχε περιέλθει κατά κυριότητα με βάση τη με αριθμό .../14-6-1973 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του αυτού συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα.

Το εμβαδόν του ως άνω αγρού ανέρχεται κατά τον τίτλο σε ένα στρέμμα, πλην όμως σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση που πραγματοποίησε ο πραγματογνώμονας η έκταση του εν λόγω ακίνητου ανέρχεται σε 2.467,56 τ.μ. και αποτυπώνεται στο συνοδεύον την πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 3-10-25-11-19-2-24-3 και πλευρικές διαστάσεις 3-10 26,99 μ, 10-25-11 90,31 μ, 11-19-2 31,64 μ και 2-24-3 94,91 μ.

Α3) Τέλος, με το με αριθμό .../11-6-1982 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Φάσσου-Χριστομάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του ίδιου ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ... και αριθμό 325, ο ίδιος ενάγων (Α. Τ.) εξ αγοράς από τον Δ. Γ. απέκτησε κατά κυριότητα -σύμφωνα με την περιγραφή του τίτλου-ένα αγροτεμάχιο (όμορο-κείμενο νοτίως του πρώτου από τα ανωτέρω περιγραφεντα), εμβαδού 1.600 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., συνορευόμενο γύρωθεν βόρεια επί πλευράς 30,50 μ.

με αγροτεμάχιο του ιδίου (Τ.), νότια επί πλευράς 28 μ. με αγροτεμάχιο αδελφών Γ., ανατολικά επί πλευράς 51,50 μ. με αγροτεμάχιο Ε. Γ. και δυτικά επί πλευράς 54 μ. με αγροτεμάχιο κληρονόμων Γ., στον δε δικαιοπάροχο του είχε περιέλθει κατά κυριότητα με βάση το .../23-6-1972 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Κωτούλα, που έχει μεταγραφεί νόμιμα.

Σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση που πραγματοποίησε ο πραγματογνώμονας η έκταση του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται επίσης σε 1.600 τ.μ. και αποτυπώνεται στο συνοδεύον την πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 7-9-4-8-7 και με πλευρικές διαστάσεις όμοιες με αυτές του ως άνω τίτλου κτήσης. Στη συνέχεια με το με αριθμό .../2-10-1998 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Χατζησιαφαρίκα-Μάγγου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στον τόμο … και αριθμό 176, ο τέταρτος ενάγων (Α.

Τ.) μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα των ανωτέρω ακινήτων- μαζί με άλλα όμορα- κατ' ισομοιρία στα τρία τέκνα του (1ο, 2η και 3η των εναγόντων), παρακρατήσας για τον εαυτό του εφόρου ζωής την επικαρπία, κατά δε τα αναγραφόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο η συνολική έκταση των συνενωθέντων ακινήτων ανέρχεται σε 13.000 τ.μ.

και ποσοστό αυτού 46,892% εξ αδιαιρέτου περιήλθε στον μεταβιβάζοντα με τα προσόντα της χρησικτησίας και το υπόλοιπο ποσοστό 53,108 % εξ αδιαιρέτου με βάση τα αναφερόμενα συμβόλαια μεταξύ των οποίων και τα .../1963, .../1974 και .../1982 που αναφέρονται παραπάνω για τα υπό στοιχεία Α1, Α2 και Α3 ακίνητα των εναγόντων. Το ως άνω υπό στοιχείο Α1 αγροτεμάχιο, μαζί με τα όμορα ακίνητα του που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, ο τέταρτος ενάγων από το χρόνο κτήσης της νομής του (1963) το καλλιεργούσε με σιτηρά συνεχώς και αδιαλείπτως, όπως ρητά κατέθεσε ο αγροφύλακας Χ.

Σ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να ενοχληθεί από οιονδήποτε μέχρι την αναφερόμενη παρακάτω αποβολή του από συγκεκριμένο τμήμα αυτού κατά το έτος 1993 και είχε καταστεί κύριος αυτού, πέραν του προαναφερόμενου παράγωγου τρόπου (αγορά) και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και τον εν λόγω αγρό μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στους λοιπούς ενάγοντες (τέκνα του) με το προαναφερθέν .../2-10-1998 συμβόλαιο, παρακρατήσας ο ίδιος την επικαρπία.

Έτσι οι 1ος, 2η και 3η των εναγόντων είναι ψιλοί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 έκαστος εξ αδιαιρέτου του προρρηθέντος αγροτεμαχίου -κατ' έκταση και όρια, όπως αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη-, την δε κυριότητα απέκτησαν με παράγωγο τρόπο κατά τα προαναφερθέντα, από τον δικαιοπάροχο τους, ο οποίος είχε καταστεί κύριος αυτού τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με έκτακτη χρησικτησία, αφού για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας νεμόταν με διάνοια κυρίου το εν λόγω ακίνητο, έτσι δικαιολογείται η κτήση της κυριότητας από τους ενάγοντες μεγαλύτερης έκτασης από αυτήν που περιγράφεται στον ως άνω τίτλο κτήσης, καθότι το .../22-7-1963 συμβόλαιο (όπως και το .../29-3-1974 συμβόλαιο για το όμορο) δεν περιέχει ακριβή περιγραφή ορίων, έκτασης και πλευρικών διαστάσεων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι εσφαλμένα οι εκκαλούντες υπολαμβάνουν ότι οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες επικαλέσθηκαν σχετικά με την κτήση κυριότητας του ως άνω ακινήτου τους μόνο παράγωγο τρόπο, αφού, όπως στην αρχή εκτέθηκε, με την αγωγή τους ρητά επικαλέσθηκαν και πρωτότυπο τρόπο με έκτακτη χρησικτησία στο πρόσωπο του τέταρτου ενάγοντα, δικαιοπαρόχου των λοιπών, και ως προς τη βάση αυτή, όπως και για τον παράγωγο τρόπο, με την συνεκκαλούμενη 32804/2000 μη οριστική απόφαση κρίθηκε νόμιμη η αγωγή.

Περαιτέρω και σχετικά με τα ακίνητα των εναγομένων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Β1) με το υπ' αριθμόν .../18-12-1991 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Παπά-Ευθυμίου, που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στον τόμο … και αριθμό 458, η δεύτερη εναγομένη Σ. συζ. Α. Κ. εξ αγοράς από τους Α.

Μ., Β. Μ., Χ. Μ., Δ. Μ. και Α. Τ. απέκτησε κατά κυριότητα -σύμφωνα με την περιγραφή του τίτλου- ένα αγροτεμάχιο (όμορο-κείμενο βορείως του δευτέρου από τα ανωτέρω περιγραφέντα ακίνητα των εναγόντων), εμβαδού 2.197,50 τ.μ. κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., συνορευόμενο γύρωθεν βορειοανατολικά επί πλευράς 66,89 μ.

με αγροτεμάχιο Χ. Π. και ήδη του συζύγου της Α. Κ. (1ος ενάγων), νοτιοανατολικά επί πλευράς 35,70 μ. με αγροτεμάχιο κληρονόμων Μ., νοτιοδυτικά επί πλευράς 59,15 μ. με αγροτεμάχιο Τ. (εναγόντων) και βορειοδυτικά επί πλευράς 34,86 μ. με αγροτεμάχιο Γ. Π. και ήδη του υιού της Β. Κ. (3ου ενάγοντος). Σύμφωνα δε με την εμβαδομέτρηση που πραγματοποίησε ο πραγματογνώμονας η έκταση του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται επίσης σε 2.197,50 τμ και αποτυπώνεται στο συνοδεύον την πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 19-11-12-16-17-18-19 και με πλευρικές διαστάσεις όμοιες με αυτές του ως άνω τίτλου κτήσης.

Β2) Επίσης με το με αριθμό .../25-9-1992 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Παπά-Ευθυμίου, που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στον τόμο … και αριθμό 177, ο τρίτος εναγόμενος Β. Κ. εξ αγοράς από τον Ι. Π. απέκτησε κατά κυριότητα -σύμφωνα με την περιγραφή του τίτλου-ένα αγροτεμάχιο (όμορο, κείμενο βορείως του δευτέρου από τα ανωτέρω περιγραφέντα ακίνητα των εναγόντων), εμβαδού 2.197,50 τ.μ.

κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., συνορευόμενο γύρωθεν βορειοανατολικά επί πλευράς 63,66 μ. με αγροτεμάχιο Χ. Π. και κληρονόμων Ε. Π., νοτιοανατολικά επί πλευράς 34,86 μ. με το περιγραφόμενο άνωθεν αγροτεμάχιο της μητέρας του Σ. Κ. (2ης ενάγουσας), νοτιοδυτικά επί πλευράς 62,60 μ. με αγροτεμάχιο Τ. (εναγόντων) και βορειοδυτικά επί πλευράς 34,90 μ.

με αγροτεμάχιο κληρονόμων Κ.. Σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση που πραγματοποίησε ο πραγματογνώμονας η έκταση του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται επίσης σε 2.197,50 τ.μ. και αποτυπώνεται στο συνοδεύον την πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 1-2-19-18-20-21-1 και με πλευρικές διαστάσεις όμοιες με αυτές του ως άνω τίτλου κτήσης.

Β3) Περαιτέρω με το με αριθμό .../1-10-1992 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Παπά-Ευθυμίου (ο αριθμός του εν λόγω συμβολαίου αναγράφεται αριθμητικά 9684 αντί του ορθού που αναφέρεται ολογράφως ...), που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στον τόμο … και αριθμό 178, ο πρώτος εναγόμενος εξ αγοράς από τον Χ.

Π. απέκτησε κατά κυριότητα -σύμφωνα με την περιγραφή του τίτλου- ένα αγροτεμάχιο (όμορο-κείμενο βορείως των ως άνω ακινήτων των 2ης και 3ου των εναγομένων ), εμβαδού 1.600 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσης του πωλητή και σύμφωνα με πρόσφατη καταμέτρηση 2.197,50 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., συνορευόμενο γύρωθεν βορειοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς 23,02 μ.

και 71,34 μ. με αγροτεμάχια Χ. Γ. και κληρονόμων Α., νοτιοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς 71,34 μ. και 1,95 μ. με αγροτεμάχιο κληρονόμων Α. και Μ., νοτιοδυτικά επί πλευράς 79,90 μ. με αγροτεμάχιο της συζύγου του Σ. Κ. (2ης ενάγουσας) και βορειοδυτικά επί πλευράς 42,31 μ. με αγροτεμάχιο κληρονόμων Ε. Π.. Σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση που πραγματοποίησε ο πραγματογνώμονας η έκταση του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται επίσης σε 2.197,50 τμ και αποτυπώνεται στο συνόδευαν την πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 20-18-17-23-22-20 και με πλευρικές διαστάσεις όμοιες με αυτές του ως άνω τίτλου κτήσης.

Β4) Τέλος, με το με αριθμό .../11-3-1993 συμβόλαιο ανταλλαγής ιδανικών μεριδίων γειτονικών ακινήτων για τη δημιουργία μεγαλύτερου άρτιου και οικοδομήσιμου ακινήτου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Παπά-Ευθυμίου, που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στον τόμο … και αριθμό 358, οι 1ος και 2η των εναγομένων κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% έκαστος των περιγραφέντων ανωτέρω δύο αγροτεμαχίων τους (Β1 και Β3) τα οποία συνένωσαν.

Όπως προκύπτει από τα ως άνω συμβόλαια των εναγομένων τα αγορασθέντα υπ' αυτών αγροτεμάχια περιγράφονται με συγκεκριμένες πλευρικές διαστάσεις και συνοδεύονται από επισυναπτόμενα στα εν λόγω συμβόλαια τοπογραφικά διαγράμματα, ενώ στα συμβόλαια των υπό στοιχεία Α1 και Α2 ακινήτων των εναγόντων δεν αναφέρονται πλευρικές διαστάσεις, ούτε και επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, όπως και παραπάνω εκτέθηκε.

Μεταξύ των αγροτεμαχίων των εναγόντων και των εναγομένων υπήρχε πρόχειρη περίφραξη με αυλάκι και στοιβαγμένες πέτρες, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και περιέχονται στα με αριθμό 106/1994 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.

Οι εναγόμενοι στις 15 Οκτωβρίου 1993 κατέστρεψαν την πρόχειρη αυτή περίφραξη και κατέλαβαν ευρύτερη έκταση ιδιοκτησίας των εναγόντων, η οποία προσδιορίζεται από τον πραγματογνώμονα σε 967,98 τ.μ., εκ της οποίας το τμήμα με στοιχεία 23-24-2-1-23 εμβαδού 550,57 τ.μ. εμπίπτει στο ακίνητο τους που αποκτήθηκε με το .../1963 συμβόλαιο, ενώ το τμήμα με στοιχεία 24-25-11-2-24 εμβαδού 230,32 τ.μ.

εμπίπτει στο ακίνητο που αποκτήθηκε με το .../1974 ακίνητο, η δε υπόλοιπη καταληφθείσα έκταση κατά μεν 85,58 τ.μ. εμπίπτει στον τίτλο-συμβόλαιο .../28-11-1996 με το οποίο ο πρώτος ενάγων αγόρασε συνεχόμενο αγρό έκτασης 1303 τ.μ., κατά δε 92,05 τ.μ. στον τίτλο-συμβόλαιο .../1994 με το οποίο ο τέταρτος ενάγων αγόρασε συνεχόμενη έκταση 1303,60 τ.μ., ανατολικά των υπό στοιχείο Α1 και Α2 ακινήτων.

Επίδικο από τη συνολικά καταληφθείσα από τους εναγόμενους λωρίδα είναι το τμήμα των 550,57 τ.μ. που εμπίπτει στο βόρειο τμήμα και περιλαμβάνεται στο ακίνητο που περιγράφεται στο με αριθμό .../1963 συμβόλαιο των εναγόντων, καθόσον ρητά στην αγωγή και στην 5η σελίδα αυτής περιγράφεται το καταληφθέν τμήμα ως έχων έκταση 1000 τ.μ.

στο βόρειο τμήμα του εν λόγω ακινήτου με αναφορά τόσο του συμβολαίου όσο και των πλευρικών διαστάσεων αυτού (τμήματος) και παραπομπή στο από Μάιο 1998 τοπογραφικό διάγραμμα των τοπογράφων μηχανικών Γ. Α. και Φ. Σ., το οποίο προσκομίσθηκε τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναπροσκομίζεται και στο παρόν δευτεροβάθμιο, όπως βάσιμα στο σημείο αυτό ισχυρίζονται οι εκκαλούντες-εναγόμενοι.

Μάλιστα ορθά με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή με την συνεκκαλούμενη μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διακριβωθεί αν το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στον με αριθμό .../1963 τίτλο (συμβόλαιο) των εναγόντων ή στα με αριθμούς .../1992, .../1991 και .../1992 συμβόλαια των εναγομένων, η δε προσδιοριζόμενη από τον πραγματογνώμονα υπόλοιπη καταληφθείσα έκταση ως περιλαμβανόμενη στα συνεχόμενα ακίνητα των εναγόντων που αποκτήθηκαν με τα λοιπά συμβόλαια δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της παρούσας δίκης, ενώ η αναφορά και των άλλων δύο συμβολαίων στην αγωγή έγινε ιστορικά προφανώς για να περιγραφεί η πραγματική κατάσταση των ακινήτων των εναγόντων, τα οποία, ως όμορα και ανήκοντα αρχικά στον τέταρτο ενάγοντα, είχαν συνενωθεί και αποτελούσαν ένα ενιαίο αγρό συνολικής έκτασης κατά την αγωγή 7.340 τ.μ., ήδη δε κατά τον πραγματογνώμονα 9.317,95τ.μ. (5.250,39 + 2.467,56 + 1.600).

Την καταληφθείσα αυτή έκταση οι εναγόμενοι περιέφραξαν με σιδηροπασσάλους και δικτυωτό σύρμα ενσωματώνοντας την στα ως άνω αγροτεμάχια τους. Αμέσως ο τέταρτος ενάγων -τότε αποκλειστικός κύριος των ακινήτων- αντέδρασε και κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 106/1994 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που τον αναγνώρισε προσωρινό νομέα εδαφικής λωρίδας 1.000 τ.μ., τμήμα της οποίας είναι και η προαναφερθείσα επίδικη έκταση των 550,57 τ.μ., η δε ασκηθείσα έφεση εκ μέρους των αντιδίκων του απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Οι εναγόμενοι συνέχισαν παράνομα να κατέχουν την εν λόγω εδαφική λωρίδα και κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής αλλά και στη συνέχεια, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι εκτελέσθηκε η πιο πάνω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων νομής, ούτε ότι μετακίνησαν την περίφραξη τους αφού και οι ίδιοι δεν ισχυρίζονται το αντίθετο.

Η παραπάνω κρίση ότι το καταληφθέν από τους εναγόμενους τμήμα των 550,57 τ.μ. εμπίπτει στον ως άνω τίτλο (συμβόλαιο) των εναγόντων και όχι στους τίτλους των εναγομένων, στηρίζεται τόσο στην έκθεση του διορισθέντος πραγματογνώμονα όσο και στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο πρωτόδικο Δικαστήριο αλλά και στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, που έχει ιδία γνώση λόγω της ιδιότητας του ως αγροφύλακα και μετά από σχετική διαμαρτυρία του τέταρτου ενάγοντος επισκέφθηκα αμέσως μετά την κατάληψη το επίδικο, και μάλιστα δύο φορές τόσο πριν όσο και μετά την κατασκευή της περίφραξης, και δεν αναιρείται από την από 10-12-2007 έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εκκαλούντων Κ.

Σ., Αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού, που παραδεκτά επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες όπως εκτέθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης, καθόσον ο ως άνω προβαίνει στη σύνταξη της έκθεσης του και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν κατέχεται από τους εναγόμενους και βρίσκεται νότια της κατασκευασμένης από αυτούς περίφραξης, λαμβάνοντας υπόψη τις δηλώσεις των ιδιοκτητών των ακινήτων στην περιοχή του επιδίκου που έγιναν ενόψει του Κτηματολογίου.

Μάλιστα υφίσταται διαφοροποίηση των εμβαδών των ακινήτων των εναγόντων σε σχέση με τα αναφερόμενα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και ο παραπάνω τεχνικός σύμβουλος προσδιορίζει την έκταση του υπό στοιχείο Α1 ακινήτου σε 7.762,72 τ.μ., αντί αυτής των 5.250,39 που την προσδιορίζει ο πραγματογνώμονας και του υπό στοιχείο Α2 ακινήτου σε 1003,27 τ.μ.

με αντίστοιχη μείωση των λοιπών ακινήτων. Η κρίση του εν λόγω τεχνικού συμβούλου ως προς το εμβαδόν των εν λόγω ακινήτων δεν κρίνεται πειστική, καθόσον μάλιστα ο ίδιος αποφεύγει να προσδιορίσει τα ακίνητα των εναγομένων με τις λοιπές πλευρικές τους διαστάσεις αλλά προσδιορίζει το εμβαδόν του μεν Β1 σε 2206,31 τ.μ. (διαφορά 8,81), του δε Β2 μαζί με το Β3 σε 5067,38 τ.μ. (διαφορά 672,38), ενώ λαμβάνει υπόψη του για τη σύνταξη της έκθεσης του τα όρια των λοιπών όμορων ιδιοκτησιών όπως αποτυπώνονται από τις υποβληθείσες δηλώσεις στο Κτηματολόγιο, προσθέτει δε στην ιδιοκτησία Α1 των εναγόντων έκταση 886,73 τ.μ., που κατά τους ισχυρισμούς του κατέχεται από τους ενάγοντες, την οποία προσδιορίζει με στοιχεία 1-2-18-2-19-1 στο συνταγέν από τον ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, γεγονός που δεν αποδεικνύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η προσδιορισθείσα έκταση του με στοιχείο Α1 ακινήτου των εναγόντων ανέρχεται σε 5250,39 τ.μ. και σ' αυτή περιλαμβάνεται και τμήμα της επίδικης λωρίδας 550,57 τ.μ. και δεν πρόκειται για επί πλέον έκταση όπως ισχυρίζεται ο τεχνικός σύμβουλος των εκκαλούντων. Εξάλλου πρέπει να λεχθεί ότι οι διάδικοι έχουν εμπλακεί με αφορμή την καταληφθείσα έκταση και σε ποινικές μεταξύ τους δίκες, τις οποίες εκατέρωθεν επικαλούνται, η αναφορά αυτών και το αποτέλεσμα τους όμως δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, καθόσον η υπό κρίση υπόθεση αφορά διεκδίκηση της προαναφερθείσας εδαφικής λωρίδας.

Με βάση τα παραπάνω περιστατικά πλήρως αποδείχθηκε ότι οι τρεις πρώτοι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και ο τέταρτος ενάγων επικαρπωτής της ως άνω εδαφικής λωρίδας και συγκεκριμένα του τμήματος με στοιχεία 23-24-2-1-23 στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εμβαδού 550,57 τ.μ., το οποίο εμπίπτει, στο ακίνητο που αποκτήθηκε με το .../1963 συμβόλαιο, και ότι οι εναγόμενοι αυθαίρετα την κατέχουν και συνεπώς υποχρεούνται να την αποδώσουν στους ενάγοντες.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων-εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί μερικά την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε αναγνωρίσει τους τρείς πρώτους εξ αυτών ψιλούς συγκυρίους τμήματος (780, 89 τμ.) του επιδίκου ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιτέρου τον καθένα και τον τέταρτο επικαρπωτή, υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες να τους το αποδώσουν, και, αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, δέχθηκε μερικά την αγωγή, αναγνώρισε τους τρείς πρώτους αναιρεσιβλήτους ψιλούς συγκυρίους κατά το ίδιο ποσοστό και τον τέταρτο επικαρπωτή τμήματος (550,57 τμ) του επιδίκου ακινήτου, υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες να τους το αποδώσουν.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι, υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, του ως άνω τμήματος του επιδίκου ακινήτου, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το αμέσως παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, αφού εξέθεσε σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 και 1094 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου και επομένως ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Με τον ίδιο πιο πάνω λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, επίσης, τις αιτιάσεις, ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης διότι δεν αιτιολογείται επαρκώς από την προσβαλλόμενη απόφαση α)το περιεχόμενο του από Μαΐου 1998 τοπογραφικού διαγράμματος των τοπογράφων-μηχανικών Γ. Α. και Φ. Σ. που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, παρόλο που απ' αυτό αποδεικνύεται ότι οι αναιρεσείοντες δεν κατέχουν το επίδικο τμήμα ακινήτου, β)η παραδοχή, ότι η κρίση του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων Κ.

Σ. δεν κρίνεται πειστική και γ)η κρίση, ότι η νότια πλευρά του προς απόδοση επιδίκου τμήματος ακινήτου (550,57 τμ) είναι 62,20 μέτρα, παρόλο που αυτό δεν αναφέρεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του ορισθέντα πραγματογνώμονα. Όμως οι μεν υπό στοιχεία α και γ αιτιάσεις αφορούν την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ με την υπό στοιχείο β αιτίαση πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος κατά το μέρος του αυτό είναι απαράδεκτος.

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), έστω και αν τα τελευταία διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περιπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε με την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή ότι, μολονότι η ένδικη αγωγή δεν περιείχε βάση στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία, η προσβαλλόμενη απόφαση τη δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τη βάση της, ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία.

Ο λόγος αυτός όμως είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) εκτίμηση του περιεχομένου της κρινόμενης αγωγής, αυτή περιέχει όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη βάση της έκτακτης χρησικτησίας και δη ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος, επικαρπωτής ακινήτου νεμήθηκε το επίδικο σε μεγαλύτερη έκταση από του έτους 1963 συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής (29-6-1999), ήτοι για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασης του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής τους, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ομολογία των αναιρεσιβλήτων που περιέχεται στην αγωγή τους και στις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία η συνολική έκταση των τριών αγροτεμαχίων που συνενώθηκαν σε ένα ενιαίο ακίνητο ανέρχεται σε 7340 τμ., η έκταση του περιγραφόμενου στο .../1963 συμβόλαιο είναι 4740 τμ.

και η καταληφθείσα 1000 τμ. Όμως ενόψει του ότι, οι αναιρεσείοντες είχαν νικηθεί στον πρώτο βαθμό και ο ισχυρισμός αυτός δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, θα έπρεπε να προταθεί νόμιμα στο Εφετείο με λόγο έφεσης. Όμως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου της από 23-2-2007 έφεσης κατά της 40643/2006 πρωτόδικης απόφασης, ισχυρισμός περί ομολογίας των αναιρεσιβλήτων προτεινόμενος κατά τρόπο ορισμένο, με συναφή λόγο δεν περιέχεται σ' αυτήν - έφεση - και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2009 αίτηση των Α. Κ. κ.λπ. για αναίρεση της 386/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ