Legislator Case Law & Legislation
1136/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, ruling lower court correctly considered all evidence.

Case Number 1136/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a labor contract termination. The appellant argued the lower court erred by failing to include his off-site work compensation in the severance calculation and by ignoring specific evidence submitted. The court found these claims baseless because the appellate court had explicitly considered the off-site work payment and had taken into account the witness testimony and notarized affidavits presented by both parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669(2) of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Articles 1 and 5 of Law 3198/1955; Article 559(9) of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: Termination of an open-ended employment contract is a unilateral right exercisable without cause, provided it does not violate good faith or social purpose, and an appeal based on the omission of evidence already considered by the court of first instance is inadmissible if the lower court explicitly states it took such evidence into account.

Keywords

AI generated
labor contract termination severance pay calculation off-site work compensation omission of evidence good faith principle appeal admissibility notarized affidavits

Cited Legislation

AI generated
Article 669(2) of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Articles 1 and 5 of Law 3198/1955
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 42/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1136 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1136/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αργυριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης βιομηχανικής εταιρίας με την επωνυμία "Ψ ΑΒΕΣ" η οποία εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μαρμαρινό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7638/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 392/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-6-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 1-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα:

Ο αναιρεσείων (ενάγων) προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη (εναγόμενη) εταιρία την 1.2.1986 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως περιοδεύων πωλητής. Μετά από εργασία τεσσάρων περίπου ετών ο αναιρεσείων προήχθη σε προϊστάμενο ομάδας (έξι) επιθεωρητών πωλήσεων με αντικείμενο εργασίας την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων της αναιρεσίβλητης καπνοβιομηχανίας μέσω αντιπροσώπων και πρατηρίων στις περιοχές της ....

Η ως άνω σύμβαση λύθηκε με την από 4.11.2004 καταγγελία της αναιρεσίβλητης, που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 5.11.2004. Όπως περαιτέρω αποδείχθηκε η απόλυσή του οφείλετο στο γεγονός ότι ο αναιρεσείων από ετών επεδείκνυε συμπεριφορά που δεν ήταν η πρέπουσα και σύμφωνη με τις υποχρεώσεις του απέναντι στην αναιρεσίβλητη που απέρρεαν από τη σύμβαση, την καλή πίστη και τις οδηγίες που ελάμβανε από τους προϊσταμένους του.

Δεν ήταν δε απόλυτα συνεπής στα καθήκοντα του ώστε να μπορεί η αναιρεσίβλητη να ανταπεξέρχεται στον ανταγωνισμό της αγοράς. Ειδικότερα αν και ήταν τοποθετημένος στον νευραλγικό και καίριο τομέα της προώθησης των πωλήσεων και διανομής των προϊόντων της αναιρεσίβλητης, θέση που απαιτούσε συστηματική επιδίωξη αναπτύξεως δημοσίων σχέσεων, ο αναιρεσείων παρέμενε αδρανής και απομονωμένος, παραμελώντας να επισκεφτεί πελάτες σε μεγάλες πόλεις πχ. ...

και αλλού, ενώ συχνά απειλούσε τους πελάτες με κατάργησή τους χωρίς ιδιαίτερο λόγο, με αντίστοιχη ζημία των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης. Επίσης ο αναιρεσείων ως προϊστάμενος έξι άλλων υπαλλήλων με τους οποίους αντί να συνεργάζεται, να εμπνέει και να καθοδηγεί τα μέλη της ομάδας του, συγκρουόταν συνεχώς προσπαθώντας να τους επιβληθεί με αυταρχικό, απόλυτο και εκβιαστικό τρόπο, λόγω δε της συμπεριφοράς του εξέλιπε το αναγκαίο πνεύμα συνεργασίας μεταξύ αυτού και των μελών της ομάδας του, με συνέπεια η ομάδα να μην έχει την πρέπουσα συνοχή και να μη δραστηριοποιείται αντίστοιχα στον τομέα της για την επίτευξη των στόχων.

Για τη συμπεριφορά του αυτή του έγιναν συστάσεις και παρατηρήσεις από τον Διευθύνοντα σύμβουλο της αναιρεσίβλητης, αλλά ο αναιρεσείων συνέχισε την ίδια τακτική. Στην κρίση του αυτή καταλήγει το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τη ρητή και κατηγορηματική περί τούτου κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Ζ, προϊστάμενου πωλήσεων της αναιρεσίβλητης στη ..., και την κατάθεση του ..., διευθυντού του τμήματος πωλήσεων της αναιρεσίβλητης, που εμπεριέχεται στην ως άνω 1993/19.10.2005 ένορκη βεβαίωση, σε συνδυασμό και με τα έγγραφα αξιολόγησης του έτους 2000 που προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα και στα οποία του επισημαίνεται ότι χρειάζεται περισσότερη χρήση πειθούς και όχι επιβολής στους πελάτες και στην ομάδα.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται τόσο από την κατάθεση των μαρτύρων αποδείξεως οι οποίοι δεν γνωρίζουν οι ίδιοι τη συμπεριφορά αυτού στην εργασία του αλλά και από τις από 24.6.2004 και 27.7.2004 δύο επιστολές που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων και που η αναιρεσίβλητη απέστειλε στον αναιρεσείοντα και με τις οποίες τον ευχαριστεί για την εργατικότητα και την αφοσίωση του στην εταιρία.

Με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η απόλυσή του οφείλεται στην πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του αναιρεσείοντα και λόγω της ως άνω συμπεριφοράς του εξέλιπε το αναγκαίο πνεύμα συνεργασίας μεταξύ αυτού και των μελών της ομάδας των υπαλλήλων, των οποίων ήταν προϊστάμενος και ήταν αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία της αναιρεσίβλητης.

Για το λόγο αυτό δεν ήταν δυνατόν να του επιβληθεί κάποιο ολιγότερο επαχθές μέτρο, συνεπώς η βάση της αγωγής του ότι η απόλυση του είναι άκυρη ως καταχρηστική για τον ως άνω λόγο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επίσης, αφού αποδείχθηκε ότι η απόλυσή του δεν έγινε για οικονομικοτεχνικούς λόγους, και η βάση της αγωγής του ότι η απόλυση του είναι άκυρη, διότι ο τρόπος επιλογής του ως απολυτέου δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Περαιτέρω, σχετικά με τη βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος ότι η απόλυσή του είναι άκυρη διότι η αναιρεσίβλητη του κατέβαλλε ελλειπή αποζημίωση και όχι κατά τον προσήκοντα τρόπο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. Ο αναιρεσείων εργαζόμενος στην αναιρεσίβλητη από 1.2.1986 μέχρι 5 Νοεμβρίου 2004 δικαιούταν ως αποζημίωση λόγω απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ποσό ίσο με 14 μισθούς και το 1/6 αυτών.

Ο μισθός του κατά τον προηγούμενο μήνα της απολύσεώς του (Οκτώβριο 2004) ανερχόταν στο ποσό των 3.937,51 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το ποσό των 150 ευρώ για την απασχόλησή του εκτός ... και συνεπώς η οφειλόμενη αποζημίωση του ανερχόταν στο ποσό των (3.937,51 ευρώ χ 14 μήνες = 55125,14 + (9.187,52) 1/6 = 64.312,66 ευρώ. Η αναιρεσίβλητη από το έτος 2001 χορηγούσε οικειοθελώς σε όλους τους υπαλλήλους της ένα ετήσιο ποσό που εξαρτόταν από το αν η χρήση του προηγούμενου έτους παρουσίαζε κέρδη.

Το έτος 2003 το ποσό που η αναιρεσίβλητη χορήγησε σε όλους τους υπαλλήλους ήταν ίσο με τις τακτικές αποδοχές του Δεκεμβρίου του έτους 2003 προσαυξημένες κατά το ποσό του φόρου, και για τον αναιρεσείοντα το ποσό αυτό ανήλθε σε 5163,93 ευρώ, που του καταβλήθηκε τον Φεβρουάριο του 2004. Το μήνα αυτό η αναιρεσίβλητη ανακοίνωσε ότι στο εξής δε θα χορηγούσε το πριμ παραγωγικότητας, αλλά, αντί αυτού, θα χορηγούσε πάγια αύξηση του μηνιαίου μισθού κάθε υπαλλήλου αναδρομικά από 1.1.2004, ίση με το 1/14,68 του ποσού που δόθηκε για το έτος 2003, για δε τον αναιρεσείοντα η αύξηση αυτή ανήλθε σε 351,77 ευρώ, και περιελήφθη στο μισθό του , όπως προκύπτει από την από Φεβρουαρίου 2004 απόδειξη αποδοχών του, που προσκομίζει ο ίδιος, γεγονός το οποίο αποδέχθηκε, αφού μέχρι την απόλυσή του δεν προέβαλε κάποια αντίρρηση γι' αυτό.

Επίσης ο αναιρεσείων, ως υψηλόβαθμος υπάλληλος, για πρώτη φορά πήρε τον Ιούνιο του 2004 το ποσό των 4.567 ευρώ ως bonus για το έτος 2003. Από το έτος 2004 το bonus των υψηλόβαθμων υπαλλήλων καθοριζόταν με άλλα κριτήρια, σύμφωνα δε με το νέο πρόγραμμα αμοιβής του προσωπικού της αναιρεσίβλητης (αμοιβή βάσει κινήτρου), με βάση την πολιτική της Pfilir Morris International, της οποίας η αναιρεσίβλητη είναι μέλος.

Από τον Οκτώβριο 2003 το bonus εξαρτόταν από τα εξής κριτήρια: Οικονομικά αποτελέσματα του ομίλου εταιριών Altria και Pfilir Morris International, τα οικονομικά αποτελέσματα της αναιρεσίβλητης και την απόδοση του εργαζομένου (βλ. την από 24 Ιουνίου 2004 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα) και συνεπώς δεν ήταν βέβαιο αν θα εδίδετο για το έτος 2004.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν καταλογίστηκε για τον καθορισμό αποζημιώσεως ποσό bonus που θα καταβαλλόταν σ' αυτόν για το έτος 2004 είναι αβάσιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι η παροχή αυτή δεν είχε χαρακτήρα τακτικής αποδοχής, αλλά έκτακτης παροχής που συνδεόταν με την ιδιαίτερη επίδοση του αναιρεσείοντος ή τα οικονομικά αποτελέσματα της αναιρεσίβλητης και δεν δίδονταν ως αντάλλαγμα της εργασίας αλλά ως επιβράβευση των επιτυχών προσπαθειών του αναιρεσείοντος στην πώληση τσιγάρων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα (όπως π.χ. πριμ παραγωγικότητας) και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόσθετη εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχομένη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα για τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα να έχει τη δυνατότητα ο εργοδότης να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει η χορήγηση τους.

Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής του, εάν ο εργοδότης κατά την έναρξη της χορήγησης τους ή έστω πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελεύθερα μονομερώς οποτεδήποτε.

Για τους αυτούς ως άνω λόγους και το αίτημα του αναιρεσείοντος να του επιδικαστεί και για το έτος 2004 το πριμ παραγωγικότητας που του εδόθη από την αναιρεσίβλητη και το έτος 2003, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επίσης ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν λήφθηκαν υπόψη για τον καθορισμό της αποζημίωσης οι υπερωρίες και υπερεργασία που πραγματοποίησε πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ως αναπόδεικτος για όσους λόγους θα αναφερθούν κατωτέρω.

Συνεπώς, η προσφερόμενη από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα αποζημίωση του συνολικού ποσού των 63.523,41 ευρώ (μειωμένο κατά το ποσό του φόρου) δεν ήταν ελλιπής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη προσέφερε την ως άνω αποζημίωση στον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν την αποδέχθηκε και για το λόγο αυτό ο δικαστικός επιμελητής ο οποίος επέδωσε στον αναιρεσείοντα την από 4.11.2004 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είχε εντολή να προσφέρει σ' αυτόν το πιο άνω ποσό της αποζημίωσης.

Κατά το χρόνο μεταβάσεως του δικαστικού επιμελητή στη διεύθυνση κατοικίας του αναιρεσείοντος, λόγω απουσίας του τελευταίου και των οριζομένων από το νόμο προσώπων, η επίδοση της καταγγελίας έγινε με θυροκόλληση κατά τις διατυπώσεις της διάταξης του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...) και λόγω της αδυναμίας καταβολής του ποσού αποζημιώσεως η αναιρεσίβλητη, ενεργώντας, καλόπιστα, παρακατάθεσε το ποσό της αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων του..., όπου και η έδρα αυτής.

Στη συνέχεια ο αναιρεσείων παρέλαβε στις 6.12.2004 από τα γραφεία της αναιρεσίβλητης στη ... το με αριθμό 83189 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης και στις 18.1.2005 εισέπραξε το ποσό της αποζημιώσεως από το ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων του καταστήματος .... Άλλωστε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η δημόσια παρακατάθεση του ποσού της αποζημίωσης σε γραφείο παρακαταθηκών τοπικά αναρμόδιο (στο γραφείο ..., αντί ...) δεν επέφερε την απόσβεση της αξίωσης για την καταβολή αποζημιώσεως, με συνέπεια η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας να είναι άκυρη είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων αφενός παρέλαβε το γραμμάτιο στη Θεσσαλονίκη και αφετέρου δεν επικαλέστηκε, ούτε απέδειξε, ότι υπέστη ζημία από την ενέργεια αυτή.

Εξάλλου, αποδεχόμενος την κατάθεση της αποζημιώσεως εισέπραξε το ποσό αυτής, οπότε επήλθε απόσβεση της ενοχής.

Συνεπώς, και για τον ως άνω λόγο, η καταγγελία δεν ήταν άκυρη. Κατά τα ανωτέρω λοιπόν, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη δεν ήταν άκυρη, η τελευταία δεν περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος και τα αιτούμενα από αυτόν κονδύλια για μισθούς υπερημερίας, δώρο Πάσχα κα επίδομα αδείας για το χρονικό διάστημα από 5.11.2004 έως 5.5.2005 πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Επίσης, για τους ως άνω λόγους και αφού δεν αποδείχθηκε ότι η απόλυση του αναιρεσείοντος ήταν καταχρηστική και έγινε κατά τρόπο που προσέβαλε την προσωπικότητά του, πρέπει και το αιτούμενο κονδύλιο για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων εκτός των άλλων συμφωνήθηκε να εργάζεται επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή, έναντι του συμφωνηθέντος μισθού που τον τελευταίο μήνα πριν την απόλυση του ανήρχετο σε 3.937,51 ευρώ και που υπερείχε κατά πολύ από τον προβλεπόμενο από τις οικείες ΣΣΕ.

Όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ειδικά και συγκεκριμένα η καθ' υπέρβαση του συμβατικού και νομίμου ωραρίου πραγματική απασχόληση του αναιρεσείοντος (στην οποία δεν περιλαμβάνεται ο χρόνος μετάβασης και επιστροφής προς και από τον τόπο εργασίας) και η επί μονίμου βάσεως απασχόλησή του κατά την ημέρα του Σαββάτου.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων επέλεγε μόνος του το χρόνο εργασίας του και καθόριζε χωρίς ενημέρωση της αναιρεσίβλητης το πρόγραμμα και το χρόνο των επισκέψεων του στην επαρχία, μη υποκείμενος σε κανένα έλεγχο η περιορισμό ως προς το χρόνο προσέλευσης ή αποχώρησής του από την εργασία του. Τούτο άλλωστε κατετέθη τόσο από το μάρτυρα του αναιρεσείοντος ..., ο οποίος εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί λέξει ανέφερε ότι "το πρόγραμμα επισκέψεων στην επαρχία το καθόριζε ο Τομεάρχης - Προϊστάμενος και στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων", όσο και από το μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Ζ, προϊστάμενο πωλήσεων στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, ο οποίος επί λέξει κατέθεσε "το ωράριό μας είναι ελεύθερο, κανένας δεν μας ελέγχει".

Συνεπώς, τα αιτούμενα από τον αναιρεσείοντα κονδύλια που αφορούν στην υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, παράνομες υπερωρίες και απασχόληση κατά τα Σάββατα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως και είχε δεχθεί μερικά την ένδικη αγωγή, και απέρριψε την τελευταία αυτή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 669 ΑΚ, ούτε εκείνες των άρθρων 321, 430 και 431 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η αποζημίωση του αναιρεσείοντος προσφέρθηκε πραγματικώς και προσηκόντως κατ' αρχήν στον τόπο της κατοικίας του και η εν συνεχεία δημόσια κατάθεσή της έγινε λόγω της απουσίας του, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντες, πρώτος, δεύτερος και έκτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.

Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως. Τέλος, ο ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ Ολομ. 12/1991).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις: α) ότι δεν έλαβε υπόψη του τον νομίμως προταθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό ότι για τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως απολύσεώς του έπρεπε να συνυπολογισθεί και το καταβαλλόμενο σ' αυτόν πριμ παραγωγικότητας και β) έλαβε υπόψη του μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμό, για επιφύλαξη δικαιώματος διακοπής απ' αυτή του ανωτέρω πριμ παραγωγικότητας που χορηγούσε στον αναιρεσείοντα. Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και απέρριψε ως αβάσιμο τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό για συνυπολογισμό στην αποζημίωση απολύσεώς του και του ανωτέρω πριμ παραγωγικότητας, ενώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης, η τελευταία αυτή είχε προβάλλει τον ως άνω ισχυρισμό για επιφύλαξη δικαιώματος διακοπής απ' αυτή του ανωτέρω πριμ παραγωγικότητας.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη αίτησή του, με το να μην προσμετρήσει και την αμοιβή του για την εκτός έδρας εργασία του κατά τον υπολογισμό της δικαιούμενης απ' αυτόν αποζημιώσεως απολύσεως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, προκειμένου να εξεύρει το ύψος του μηνιαίου μισθού του και στη συνέχεια το ύψος της δικαιούμενης από τον αναιρεσείοντα αποζημιώσεως απολύσεως, προσμέτρησε στις μηνιαίες αποδοχές του και την από 150 ευρώ μηνιαίως αμοιβή του για την εκτός έδρας παρεχόμενη εργασία του.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.

ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος. Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του μεταξύ άλλων, την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Ζ και τις 6334, 6335 και 6336/20-10-2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του αναιρεσείοντος.

Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες τις προσβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες μάλιστα γίνεται κατ' επανάληψη ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση της καταθέσεως του ως άνω μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (μαρτυρία και ένορκες βεβαιώσεις).

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, περί του αντιθέτου, πέμπτος λόγος της αναιρετικής αιτήσεως, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-6-2008 αίτηση του Χ κατά της 392/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητη, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαϊου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ