Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court correctly interpreted evidence regarding property location.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellant argued the appellate court misinterpreted documents concerning the location of a 45-stremma estate, claiming it was situated on the wrong road. The court rejected this, ruling that the lower court's evaluation of evidence falls outside the scope of appellate review under Greek civil procedure law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the distortion of a document's content is inadmissible if the lower court merely reached a different conclusion from the appellant's assessment of the document's true meaning, as such matters involve the evaluation of evidence which is not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1136 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1136/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: x1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ψ1, 2. ψ2, 3. ψ3 και 4. ψ4. Οι 2η, 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Κουτσιλαίο, ο 4ος παραστάθηκε με τον ίδιο (Θεόδωρος Κουτσιλαίος) ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος (ψ1) απεβίωσε στις 25-6-2008 και κληρονομήθηκε από την θυγατέρα του ..., η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2002 αγωγή των ήδη 2, 3, 4 αναιρεσιβλήτων καθώς και του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου ψ1, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7779/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 9-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Κατά δε το άρθρο 974 του αυτού κώδικος, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) είναι νομέας του αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής η οποία κατά το άρθρο 983 του ιδίου Κώδικος μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέως, επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βουλήσεως του νομέως να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον, κατά τη βούληση του νομέως, προορισμό του πράγματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμ. 1062406/3762/0010/13-6-1994 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, για δημόσια ωφέλεια και συγκεκριμένα για την κατασκευή αυτοκινητοδρόμου και της νέας σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών-Κορίνθου, έκτασης 194.191,12 τ.μ.
της κτηματικής περιφέρειας Ελευσίνας- Μεγάρων. Στην έκταση αυτή περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 393 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μεγάρων και εμφαίνεται στο από μηνός ... τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ..., που έχει συνταχθεί με βάση τον κτηματολογικό πίνακα και το κτηματογραφικό διάγραμμα της απαλλοτρίωσης, με αριθμό ιδιοκτησίας 68, τμήμα της οποίας αποτελεί αυτό, και με περιμετρικά στοιχεία α7-Θ-Ι-α6-α7, το οποίο συνορεύει βόρεια με τη Νέα Εθνική οδό Αθηνών- Κορίνθου και από τις άλλες τρεις πλευρές με τις ιδιοκτησίες με αριθμούς 49, 62 και την υπόλοιπη ιδιοκτησία με αριθμό 68 του κτηματολογικού πίνακα και του κτηματογραφικού χάρτη της απαλλοτρίωσης.
Με τις 1567/1996 και 9098/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών καθορίστηκαν, αντίστοιχα, η προσωρινή τιμή μονάδας και η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του επιδίκου σε 20.000 δραχμές ανά τετραγ. μέτρο. Το επίδικο ακίνητο, σε μεγαλύτερη έκταση, τουλάχιστον 45 στρεμμάτων, είχε περιέλθει στον πρώτο ενάγοντα ψ1 και στον αδελφό του Γ, κατά ποσοστό 8/16 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, με άτυπη δωρεά προς αυτούς από τον πατέρα τους Ψ, που έγινε το έτος 1966.
Στις 11-4-1999 αποβίωσε ο Γ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, κατά το ανήκον σ' αυτόν ως άνω ιδανικό μερίδιο επί του επιδίκου, από τη δεύτερη ενάγουσα σύζυγο του κατά ποσοστό 2/16 και από τους τρίτο και τέταρτο ενάγοντες, τέκνα αυτού, κατά ποσοστό 3/16 από τον καθένα. Οι εν λόγω ενάγοντες αποδέχθηκαν την κληρονομιά του Γ με την υπ' αριθμ. ...
πράξη του συμβολαιογράφου Μεγάρων Ιωάννη Καράλη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ψ κατείχε και νεμόταν το προαναφερόμενο μεγαλύτερο ακίνητο, εκτάσεως 45 τουλάχιστον στρεμμάτων, (τμήμα του οποίου αποτελούσε το επίδικο), ασκώντας σ' αυτό όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στη φύση του και ειδικότερα το επέβλεπε και το οριοθετούσε, πωλούσε τμήματα αυτού, καλλιεργούσε τα καλλιεργήσιμα τμήματά του με δημητριακά και έδιδε εντολή και συντάσσονταν γι' αυτό τοπογραφικά διαγράμματα.
Από το έτος 1966 τις ίδιες πράξεις νομής στο μεγαλύτερο αυτό ακίνητο συνέχισαν να ασκούν τα παιδιά του Ψ, δηλαδή ο πρώτος ενάγων και ο Γ και μετά το θάνατο του τελευταίου, στις 11-4-1999, οι υπόλοιποι ενάγοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, μέχρι την κήρυξη της πιο πάνω απαλλοτρίωσης με την προαναφερόμενη απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ ( έτος 1994).
Η εν λόγω μεγαλύτερη έκταση, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο τμήμα που απαλλοτριώθηκε, αποτέλεσε αντικείμενο προηγούμενης αντιδικίας μεταξύ του εναγομένου και του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ψ. Συγκεκριμένα ο εναγόμενος, που εκπροσωπείτο από τον πατέρα του, λόγω του ότι ήταν τότε ανήλικος, είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεγάρων την από 29-7-1966 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής, επικαλούμενος διατάραξη της νομής του από τον, κατά του οποίου στρεφόταν η αίτηση, δικαιοπάροχο των εναγόντων Ψ σε δύο τμήματα μεγαλύτερης έκτασης του 2.000 στρεμμάτων, από τα οποία το ένα, εμβαδού 800 τ.μ.
βρισκόταν νοτίως του αυτοκινητοδρόμου και το δεύτερο, εμβαδού 45 στρεμμάτων, βρισκόταν βορείως του αυτοκινητοδρόμου. Με την 9/1967 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεγάρων, που εκδόθηκε ύστερα από τη διενέργεια αυτοψίας, απορρίφθηκε η ως άνω αίτηση, ως ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί έγινε δεκτό ότι ο εναγόμενος- τότε αιτών- δεν είχε τη νομή του επιδίκου και δεν άσκησε σ' αυτό πράξεις νομής.
Στη συνέχεια ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του αυτού δικαιοπαρόχου των εναγόντων, την από 29-7-1966 αγωγή περί διεκδικήσεως της κυριότητας των ίδιων ως άνω δύο ακινήτων, που φέρονταν ως τμήματα της μεγαλύτερης ιδιοκτησίας του, εμβαδού 2.000 στρεμμάτων, η οποία, σύμφωνα με την περιγραφή της που γινόταν στην αγωγή, συνόρευε ανατολικά με κτήμα ...
και με ελαιόδεντρα ..., δυτικά με πευκόδεντρα ... και ήδη Δήμου Μεγαρέων, βόρεια με όρια Δήμου Μάνδρας και Μεγαρέων και νότια με την οδό Αθηνών- Κορίνθου. Δικάσιμος για συζήτηση της αγωγής αυτής ορίσθηκε η 4-3-1969, κατά την οποία όμως αυτή δεν συζητήθηκε. Η απαλλοτριωθείσα έκταση των 393 τ.μ. (επίδικη), που αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας με αριθμό 68 του κτηματολογικού πίνακα και κτηματογραφικού χάρτη της απαλλοτρίωσης, περιλαμβάνεται στην παραπάνω μεγαλύτερη έκταση των 45 στρεμμάτων.
Αυτό αποδεικνύεται από τα όρια που αναφέρει ο εναγόμενος στα πιο πάνω δικόγραφα του (αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και διεκδικητική αγωγή), με τα οποία προσδιορίζει την έκταση αυτή σε σχέση με την παλαιά εθνική οδό Αθηνών-Κορίνθου, ότι δηλαδή βρισκόταν στο βόρειο τμήμα αυτής και ως εκ τούτου στο νότιο τμήμα της Νέας Εθνικής Οδού, ήτοι ότι η μεγαλύτερη αυτή έκταση συνορεύει βορείως με τη Νέα Εθνική Οδό Αθηνών- Κορίνθου.
Τα ίδια, άλλωστε, έγιναν δεκτά και με την υπ' αριθμ. 9096/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την επικυρωθείσα με αυτήν 1427/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τη θέση των ιδιοκτησιών των εναγόντων που στον ίδιο κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης φέρονται με αριθμούς 54,49 και 62 και βρίσκονται στην ίδια με το επίδικο περιοχή και από τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, οι με αριθμούς 49 και 62 συνορεύουν με το επίδικο ακίνητο.
Βέβαια από την πιο πάνω απόφαση συνεχίζει το Εφετείο, δεν παράγεται δεδικασμένο για την κρινόμενη υπόθεση, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, γιατί δεν υπάρχει μεταξύ των δύο δικών ταυτότητα διαφοράς, αφού αντικείμενο της δίκης εκείνης δεν ήταν η κυριότητα της ιδιοκτησίας με αριθμό 68, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο.
Έτσι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, εμβαδού 393 τ.μ., ήταν, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω για τον καθένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, οι ενάγοντες, οι οποίοι απέκτησαν την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νεμήθηκαν από κοινού, με την προσμέτρηση στη δική τους νομή και της νομής των δικαιοπαρόχων τους Ψ και Γ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας πριν από την απαλλοτρίωση του κατά το έτος 1994.
Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά το ίδιο χρονικό διάστημα άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο και συνεπώς δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού, αλλά και αν υπήρξε ποτέ κυριότητα του σ' αυτό αυτή καταλύθηκε με τη μεταγενέστερη έκτακτη χρησικτησία των εναγόντων. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ήταν οι αληθινοί κύριοι του επιδίκου ακινήτου και επομένως και δικαιούχοι της αποζημίωσης, ο καθένας κατά το ποσοστό της συγκυριότητας του, που καθορίσθηκε για την απαλλοτρίωση αυτού, η οποία ανέρχεται συνολικά σε 7.860.000 δραχμές ή σε 23.066,76 ευρώ, ο δε εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, που εισέπραξε το ποσό αυτό, υποχρεούται να τους το καταβάλει, ακολούθως δε, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή περί καταψηφίσεως του αναιρεσείοντος εναγομένου στην καταβολή προς τους αναιρεσίβλητους ενάγοντες του πιο πάνω χρηματικού ποσού.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από τους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, της κυριότητας του απαλλοτριωθέντος επιδίκου ακινήτου, το οποίο επαρκώς προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά θέση, όρια και έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1045, 1051 του ΑΚ.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, σε σχέση με την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων του ΑΚ, στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλει με αυτόν ο αναιρεσείων την από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στη μείζονα έκταση των 45 στρεμμάτων είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω εξενεχθείσα ουσιαστική κρίση, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λ.π.), που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη του προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ.
ΑΠ 111/1981 και 848/1981). Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης αξίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ειδικότερα: α) τα υπ' αριθμ. 9/1967 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Μεγάρων, επί της από 29-7-1966 αίτησης του αναιρεσείοντος για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής αναφορικά με την έκταση των 45 στρεμμάτων, στα οποία καταχωρήθηκε και η διενεργηθείσα από το δικαστήριο εκείνο αυτοψία β) την υπ' αριθμ. 25390/1967 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 9/1967 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μεγάρων, με την οποία είχε απορριφθεί η άνω αίτηση του λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής και γ) τις υπ' αριθμ. ...
και ... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίου Σταθάκη και ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μεγάρων, αντίστοιχα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και από τη ρητή μνεία σ' αυτήν της παραπάνω αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής, της διενεργηθείσης σχετικώς με αυτήν αυτοψίας και της 9/1967 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μεγάρων που την απέρριψε, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω αναφερόμενα τρία έγγραφα.
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο 1) της από 29-7-1966 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής του αναιρεσείοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεγάρων και 2) της από 9-1-1969 διεκδικητικής αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού, ενώ στα δικόγραφα του αυτά αναφέρεται ότι το μεγαλύτερο ακίνητο των 45 στρεμμάτων βρίσκεται στο βόρειο μέρος του αυτοκινητοδρόμου, το Εφετείο δέχθηκε ότι το ακίνητο αυτό βρισκόταν στο βόρειο τμήμα της Παλαιάς Εθνικής Οδού Αθηνών- Κορίνθου, θεωρώντας έτσι ότι "αυτοκινητόδρομος" είναι η Παλαιά Εθνική Οδό Αθηνών- Κορίνθου, ενώ πρόκειται για τη Νέα Εθνική Οδό Αθηνών- Κορίνθου, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η έκταση των 45 στρεμμάτων βρισκόταν νοτίως της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-Κορίνθου και ότι στην έκταση αυτή περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο.
Με τέτοιο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, το οποίο και συγκροτεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6.4.2005 αίτηση του x1 για αναίρεση της 7779/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΙ
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ