Supreme Court overturns traffic accident verdict due to insufficient reasoning on contributory negligence and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court overturned the Court of Appeal's decision regarding a traffic accident involving a pedestrian and a driver. The Court found the lower court's reasoning on the pedestrian's contributory negligence was insufficient and failed to address specific factual elements like distance, speed, and available evasive maneuvers. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for a new trial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of Law 1911/1911 and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment if the lower court fails to provide adequate reasoning on contributory negligence, rendering the appeal review impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1136 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1136/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: .............., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Σκανδάλη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. .........., 2..............., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο και 3. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Δεκεμβρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2023/1999 μη οριστική, 1267/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2246/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας, ανέγνωσε την από 17 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των 1ου και 2ης εκ των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ./1911, 297,298,299,300,330, εδ β΄,914, και 932ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από τη σύγκρουση μεταξύ δύο αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια και ύπαρξη αιτιωδούς συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚπολΔ, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, ορθή δηλαδή εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών.
Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της επελθούσας ζημίας. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το κατωτέρω αναφερόμενο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Στις 14-12-1993 και περί ώρα 06.15, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, οδηγώντας το υπ΄ αριθ. κυκλ. ......... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε κατά κυριότητα στη δεύτερη και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη τούτων ασφαλιστική εταιρεία, και κινούμενος στη μεσαία(από τις υπάρχουσες τρείς) λωρίδα κυκλοφορίας του προς Αθήνα ρεύματος πορείας της Λεωφόρου ..........., μετά τη διέλευση με πράσινο το φως του επί της πορείας του φωτεινού σηματοδότη της διασταυρώσεως της ανωτέρω Λεωφόρου με την οδό .........., επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του επί της αναιρεσείουσας, η οποία, εκτός της, επί της Λεωφόρου και ευθύς μετά την ανωτέρω διασταύρωση, υπάρχουσας διαβάσεως πεζών κινούμενη και με κόκκινο το φως του επί της εν λόγω διαβάσεως φωτεινού σηματοδότη, διέσχιζε καθέτως το ανωτέρω ρεύμα από δεξιά προς τα αριστερά, εν σχέση προς την πορεία του αυτοκινήτου.
Υπαίτιος κατ΄ αρχήν του ανωτέρω ατυχήματος, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα τραυματίστηκε, υπήρξε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, καθόσον από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει, καταβάλλοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, που θα βρισκόταν στην ίδια θέση με αυτόν, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, δεν είχε ρυθμίσει και μειώσει την ταχύτητα του ως άνω αυτοκινήτου του εις τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του εντός του ορατού έμπροσθέν του τμήματος της οδού και πριν από οποιοδήποτε προβλεπτό εμπόδιο κατά την ανωτέρω πρωινή ώρα, που επικρατούσε ακόμη σκότος και ο φωτισμός στο σημείο εκείνο της οδού ήταν ανεπαρκής, με αποτέλεσμα, καίτοι έμπροσθέν του η οδός ήταν ευθεία σε απόσταση περίπου 200 μέτρων και η κυκλοφορία αραιή, να μην αντιληφθεί εγκαίρως την αναιρεσείουσα η οποία βρισκόταν στην πορεία του και να μη δυνηθεί να την αποφύγει δια πεδήσεως ή κατάλληλου αποφευκτικού ελιγμού.
Συνυπαίτια όμως και δη σε ποσοστό 70% του τραυματισμού της υπήρξε και η αναιρεσείουσα, η οποία, από έλλειψη προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει, καταβάλλοντας την επιμέλεια που απαιτείται σε παρόμοιες περιπτώσεις, κατήλθε στο οδόστρωμα της ανωτέρω Λεωφόρου και εκτός των εγγύς υφισταμένων διαβάσεων πεζών με κόκκινο μάλιστα το φως των επί των διαβάσεων αυτών φωτεινών σηματοδοτών κινούμενη, επιχείρησε να διασχίσει το ρεύμα πορείας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων παρεμβληθείσα στη λωρίδα κυκλοφορίας αυτού.
Συνεπώς, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων είναι συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος σε ποσοστό 30%.
Στην συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την αντέφεση των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων κατά της 1267/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε κριθεί ότι συνυπαίτια στην πρόκληση του ως άνω ατυχήματος ήταν ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων και η αναιρεσείουσα, καθένας κατά ποσοστό 50%, εξαφάνισε αυτή, κατά τις διατάξεις της που αφορούσαν τους αντεκκαλούντες- δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας περί επιδικάσεως σ΄ αυτή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης για την περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη που υπέστη, αντίστοιχα.
Όμως με τις εκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αναιρείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας της παθούσας αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ατυχήματος, που προεκτέθηκε, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη: α) από πόση απόσταση ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί την αναιρεσείουσα, που διέσχιζε πεζή κάθετα το οδόστρωμα στο οποίο εκινείτο το αυτοκίνητο που οδηγούσε αυτός, λαμβανομένου υπόψη ότι το ατύχημα έλαβε χώρα κατά την 06.15 ώρα, η οδός στο σημείο του ατυχήματος ήταν ευθεία σε μήκος 200 μέτρων και η κυκλοφορία ήταν αραιή, β) το πλάτος του οδοστρώματος και πόση απόσταση αυτού είχε διανύσει η πεζή και σε πιο σημείο αυτού βρισκόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος, γ) η ταχύτητα με την οποία εκινείτο το ζημιογόνο αυτοκίνητο και πιο ήταν το όριο ταχύτητος στο πιο πάνω σημείο, δ)αν ως άνω αναιρεσίβλητος επεχείρησε ή μπορούσε να επιχειρήσει κι΄ αν όχι για ποιους λόγους αποφευκτικό ελιγμό, με είσοδο σε μία από τις δύο άλλες λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, εν όψει του ότι αυτός εκινείτο στη μεσαία, και αν αυτές ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ελεύθερες από άλλα σε κίνηση οχήματα και ε) αν επιχείρησε τροχοπέδηση για την αποφυγή του ατυχήματος.
Επομένως είναι βάσιμος ο λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚπολΔ. πλημμέλεια. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας(άρθρ.176,183 Κ.ΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2246/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ