Legislator Case Law & Legislation
1136/2006 AI generated

Supreme Court quashes lower court ruling for failing to verify employer's written acceptance of employee resignation.

Case Number 1136/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court quashed the High Court of Athens' decision denying an employee's severance pay claim. The employee had resigned after 28 years of service, but the lower court incorrectly assumed the employer's consent was granted under a regulation allowing automatic acceptance of resignation after one month. The court ruled that the specific organizational rules of the Agricultural Bank of Greece required a formal written acceptance by the director or their authorized representative within one month. Because the lower court failed to verify this specific administrative act, the case was remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8(a) of Law 3198/1955; Art. 126 of the Agricultural Bank of Greece Organization: An employee with indefinite tenure who resigns is entitled to half statutory severance only if the employer provides written consent; a regulation permitting automatic acceptance of resignation after one month does not satisfy the statutory requirement for explicit employer consent unless the specific organizational rules mandate such automaticity, which they do not.

Keywords

AI generated
indefinite tenure employment severance pay entitlement employer consent requirement automatic resignation acceptance remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Art. 8(a) of Law 3198/1955
Art. 126 of the Organization of the Agricultural Bank of Greece
Art. 560(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1110/1986
OLAP 851/1981
AP 1406/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1136 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1136/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα,

Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.

Του αναιρεσίβλητου:Ψ, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 383/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1631/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 18-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 8 εδαφ. α' του Ν. 3198/1955 "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσία παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεος της υπό του Ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή του Β.Δ.

της 16/18-7-1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζομένης βάσει των παραγρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Κατά τη διάταξη αυτή, την ως άνω μειωμένη αποζημίωση δικαιούνται, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, οι μισθωτοί που συνδέονται με τον εργοδότη τους με σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου.

Εξάλλου, η σύμβαση εργασίας που καταρτίζεται με την προσχώρηση του εργαζομένου σε κανονισμό που προβλέπει την αυτοδίκαιη αποχώρηση αυτού με τη συμπλήρωση του καθοριζόμενου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Αν όμως στον κανονισμό προβλέπονται παράλληλα και περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, είτε εκ μέρους του εργοδότη, είτε εκ μέρους του εργαζομένου, τότε υπάρχει στη σύμβαση διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας (την επέλευση δηλαδή της λύσεως πριν από τη λήξη του ορισμένου χρόνου), η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλAΠ 1110/1986).

Περίπτωση πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, με την παραπάνω έννοια, μπορεί να αποτελεί και το προβλεπόμενο στον κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως, με μονομερή δήλωση του μισθωτού, που διαφέρει από την καταγγελία για σπουδαίο λόγο (ΟλΑΠ 6/1989). Επομένως αν ο μισθωτός παραιτήθηκε μετά δεκαπενταετή συνεχή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, δικαιούται την αποζημίωση που ορίζει η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 8 εδ.

α' του Ν. 3198/1955, εφόσον υπάρχει και η απαιτούμενη από την ίδια διάταξη συγκατάθεση του εργοδότη. Η συγκατάθεση αυτή μπορεί να έχει δοθεί και εκ των προτέρων με τη συνομολόγηση, σε κανονισμό συμβατικής ισχύος, του δικαιώματος του εργαζομένου να παραιτηθεί σε οποιοδήποτε χρόνο (ΑΠ 1094/2001). Αν όμως ο κανονισμός έχει ισχύ νόμου και προβλέπει ως λόγο λύσεως της συμβάσεως εργασίας και την αποδοχή της παραιτήσεως του εργαζομένου, διαστέλλοντας την περίπτωση που η αποδοχή αυτή γίνεται με απόφαση του εργοδότη από την περίπτωση που θεωρείται ότι έγινε αυτοδικαίως μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, τότε, για να υπάρχει συγκατάθεση του εργοδότη, η αποδοχή της παραιτήσεως πρέπει να γίνει με απόφασή του, αφού η εξομοιούμενη με αποδοχή άπρακτη παρέλευση ορισμένου χρόνου αποτελεί συνέπεια του νόμου (του κανονισμού που έχει ισχύ νόμου) και όχι τον συμφωνημένο με τον κανονισμό τρόπο εκδηλώσεως της συγκαταθέσεως του εργοδότη στην αποχώρηση με παραίτηση του εργαζομένου.

Μια τέτοια περίπτωση ρυθμίζεται και στο άρθρο 126 του Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει εγκριθεί με τη 226698/1980/6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ 389Β'/2-4-1973), έχει κυρωθεί με το Ν.Δ. 213/1973 και έχει γιαυτό ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 851/1981). Το άρθρο αυτό προβλέπει στην παρ. 1 ότι ο υπάλληλος της τράπεζας δικαιούται να παραιτηθεί, ότι η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως και ότι η λύση της υπαλληλικής σχέσεως επέρχεται δια της αποδοχής της παραιτήσεως από τον διοικητή αυτής ή τον υπό τούτου εξουσιοδοτημένο, που εκδίδει πράξη για την αποδοχή της μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της παραιτήσεως, ενώ στην παρ. 4 προβλέπει ότι η παραίτηση λογίζεται ότι έχει γίνει αυτοδικαίως δεκτή μετά την πάροδο μηνός από την υποβολή της.

Στην παραπάνω περίπτωση, άρα, μόνον όταν η αποδοχή της παραιτήσεως του εργαζομένου γίνει με πράξη του διοικητή της ΑΤΕ, σύμφωνα με την παρ. 1 του άνω άρθρου και Οργανισμού της, μπορεί να γίνει λόγος για συγκατάθεση αυτής στην αποχώρηση του παραιτούμενου υπαλλήλου της (ΑΠ 1406/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας ως εφετείο, δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, μετά από υπαλληλική υπηρεσία 28 ετών στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, αποχώρησε από αυτή, υποβάλλοντας την παραίτησή του.

Η αποχώρησή του αυτή έγινε με τη συγκατάθεση της αναιρεσείουσας, η οποία παρασχέθηκε με την αυτοδέσμευσή της στον καταρτισθέντα κανονισμό, αφού διαλαμβάνεται σ' αυτόν ότι λογίζεται αυτοδικαίως γενομένη δεκτή η παραίτηση, οποτεδήποτε υποβληθεί, μετά την πάροδο μηνός από την υποβολή της. Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι συνέτρεχαν οι όροι του άρθρου 8 εδ.

α' του Ν. 3198/1955 και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 383/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε επιδικαστεί στον αναιρεσίβλητο η προβλεπόμενη από την άνω διάταξη αποζημίωση, που δεν υπερέβαινε το ποσό των 1.500.000 δρχ. (άρθρο 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 και 33 Ν. 1876/1990). Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 8 εδ.

α' του Ν. 3198/1955 και 126 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας γιατί δεν ανέφερε αν εχώρησε έγγραφη και σαφής αποδοχή της παραιτήσεως αυτού από το διοικητή της αναιρεσείουσας ή από τον εξουσιοδοτημένο απ' αυτόν. Επομένως πρέπει, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της αναιρέσεως (ως προς το πρώτο σκέλος του), από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 1631/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ