Legislator Case Law & Legislation
1135/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against social security doctors' hospital allowance ruling as facts support statutory application.

Case Number 1135/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Organization for Health Services against twenty individual doctors. The court found that the lower court correctly determined the doctors provided services under conditions identical to other public sector medical staff, justifying the hospital allowance. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 13(3) of Law 2703/1999; 25(1) of Law 2716/2019; 8(5) of Law 3205/2003; 2(1b) of Law 3235/2004; Articles 4 and 22 of the Constitution: The court applies the hospital allowance to doctors working in primary care units if their service conditions match those of other public sector medical staff, without requiring additional factual assumptions.

Keywords

AI generated
hospital allowance entitlement primary care medical staff social security benefits public sector employment Supreme Court appeal legal costs allocation statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 13 paragraph 3 of Law 2703/1999
Article 25 paragraph 1 of Law 2716/2019
Article 8 paragraph 5 of Law 3205/2003
Article 2 paragraph 1b of Law 3235/2004
Articles 4 and 22 of the Constitution
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 21 paragraph 9 of Law 1902/1990
Articles 4 paragraph 2 and 20 paragraph 1 of Law 4831/2021

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1135 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1135/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Aπριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως νόμιμου καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.A.M.). Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Καπόρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Τ. του Σ., 2. Γ. Π. του Ν., 3. Α. Ρ. του Ε., 4. Α. Λ. του Π., 5. Ε. Κ. του Κ., 6. Α. Π. του Α., 7. Ε. Σ. του Φ., 8. Α. Κ. του Β., 9. Θ. Τ. του Ε., 10. Α. Ρ. του Δ., 11. Α. Λ. του Π., 12. Κ. Κ. - Φ. του Ι., 13. Α. Π. του Π., 14. Γ. Π. του Δ., 15. Δ. Μ. του Φ., 16. Γ. Α. του Ε., 17. Σ. Μ. του Μ., 18. Α. Π. του Ι., 19. Γ. Ν. του Α., και 20. Γ. Ζ. του Κ.. Οι 4ος, 5η, 6η, 7η, 8η, 14ος και 16ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (1ος, 2ος, 3ος, 9ος, 10ος, 11ης, 12ης, 13ος, 15ος, 17η, 18ος, 19ος και 20ος) εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Κωστούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 805/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5033/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 5-10-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1019/2021, ΑΠ 110/2020).

Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 306/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 306/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1961/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι αν ο διάδικος παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών.

Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει κλήτευση του μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 446/2020, ΑΠ 1374/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 5 Οκτωβρίου 2022 με αριθμ.

καταθ. 7816/867/13.10.2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ), κατά την ορισθείσα δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (25.4.2023), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 4ος 5η, 6η, 7η, 8η, 14ος και 16ος αναιρεσίβλητοι, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως υπ'αριθμ. .../11.1.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Πειραιώς Γ. Π., από την οποία προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας της Δικηγόρου Αθηνών Αλεξάνδρας Κωστούλα, ως πληρεξουσίας δικηγόρου όλων των αναιρεσίβλητων, επιδόθηκε στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Όμως, οι ως άνω 4ος, 5η, 6η, 7η, 8η, 14ος και 16ος αναιρεσίβλητοι, δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στην ως άνω δικηγόρο, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσίβλητων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς το αναιρεσείον, να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις αυτών προς την ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτή πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτοί κλητεύθηκαν από το αναιρεσείον, αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς τους αναιρεσίβλητους, για να παραστούν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Κατά συνέπεια ακύρως οι ως άνω 4ος, 5η, 6η, 7η, 8η, 14ος και 16ος αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει κλήτευσή τους, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.

Με το άρθρο 11 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 " Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", όπως το εδ. α αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006, ορίζεται ότι "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων.

Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών....". Περαιτέρω, με το άρθρο 28 παρ.4 εδ. α` του ν. 2579/1998 (ΦΕΚ Α 31) ορίζεται ότι "Οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών το Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.).

Τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος, ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης, ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών".

Εξάλλου με το άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 130 του ν. 4938/2022, ορίζεται ότι "οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους". Τέλος, με το άρθρο 11 παρ. 2 του του ν. 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 109) ορίζεται ότι "τα θερινά τμήματα αρχίζουν την 1 Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους".

Από το συνδυασμό ων ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ αναστέλλονται οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων και συνεπώς και της αίτησης αναίρεσης για το χρονικό διάστημα από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους (ΑΠ 347/2021, ΑΠ 564/2017, ΑΠ 415/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 23.12.2009 με αριθμ. κατάθ. 253149/6969/24.12.2009 αγωγή σαράντα δύο (42) συνολικά εναγόντων κατά του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφαλίσεων Μισθωτών ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αυτοί (ενάγοντες) ισχυρίσθηκαν ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 31.12.2009 υπηρετούσαν στο εναγόμενο ως ιατροί με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι με βάση τις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου και ότι ασκούσαν τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντά τους συνεχώς και αδιάλειπτα σε υγειονομικές μονάδες του εναγόμενου, ήτοι σε Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας ΙΚΑ, όπως αντίστοιχα για τον καθένα αναφέρεται στην αγωγή.

Ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους προς το εναγόμενο, αυτό αρνείται να τους καταβάλει το νοσοκομειακό επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν, μετά από νομότυπο περιορισμό του αιτήματος τους από καταψηφιστικό σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει σε έκαστο από αυτούς το ποσό των 11.775 ευρώ που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 1.10.2006 έως 31.12.2009 και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να καταβάλει σε έκαστο από αυτούς το ποσό των 7.920 ευρώ που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 30.9.2006 με το νόμιμο τόκο, εξαιτίας του μη συνυπολογισμού του νοσοκομειακού επιδόματος στις αποδοχές τους, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με βάση την αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος και της αρχής της ίσης μεταχείρισης που προβλέπεται από το άρθρο 22 του Συντάγματος, να αναγνωρισθεί επίσης ότι είναι δικαιούχοι του ως άνω επιδόματος και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει το νοσοκομειακό επίδομα από 1.1.2010 και εφεξής.

Κατόπιν ματαίωσης της συζήτησης της αγωγής η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την από 6.12.2012 υπ'αριθμ. κατάθεσης 205278/5984/20-12-2012 κλήση των καλούντων-εναγόντων κατά του καθού η κλήση ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", ως οιονεί καθολικού διαδόχου του εναγομένου ΝΠΔΔ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ).

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στη δικάσιμο της 9.11.2015, εμφανίσθηκε το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1ης Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", με την ιδιότητα του οιονεί καθολικού διαδόχου του καθού η κλήση ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ως προς τους 1η, 2η, 4η, 11ο, 13ο, 16η, 18ο, 19ο, 20ο 21ο, 25ο και 39η ενάγοντες.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ'αριθμ. 805/2017 οριστική του απόφαση, δικάζοντας ερήμην του Ν.Π.Δ.Δ. "1η Δ.Υ.Π.Ε Αττικής" ως προς τον 8ο ενάγοντα και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων α) κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως προς τον 29ο ενάγοντα (ως προς τον οποίο έκρινε ότι ανήκει στο μόνιμο προσωπικό του ΙΚΑ και ότι ως εκ τούτου δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων) και απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής ως προς τους 27ο, 33ο , 34ο, 35ο, 37η, 40η, 41ο και 42η ενάγοντες, μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη (ως προς τους οποίους έκρινε ότι είχαν μεταφερθεί στο ΝΠΔΔ "2η ΔΥΠΕ Πειραιά", που δεν είχε κληθεί από τους καλούντες-ενάγοντες), β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες ως κατ'ουσία βάσιμη για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2009 (για το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 31.12.2004 έκρινε ότι η ένδικη αξίωση έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951) , γ) υποχρέωσε το ΝΠΔΔ "Ε.Ο.Π.Υ.Υ"., ως καθολικό διάδοχο του εναγομένου ΝΠΔΔ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) να καταβάλει στον καθένα από τους 3ο, 5ο, 6ο , 7ο, 9η, 10η, 12η, 14η, 15ο, 17ο, 22η, 23η, 24ο, 26ο, 28ο, 30ο, 31η, 32ο, 36ο και 38ο ενάγοντες το ποσό των 11.775 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει σε έκαστο από αυτούς το ποσό των 5.040 ευρώ με το νόμιμο τόκο, δ) υποχρέωσε το Ν.Π.Δ.Δ. "1η Δ.Υ.ΠΕ.

ΑΤΤΙΚΗΣ", ως καθολικό διάδοχο του ΝΠΔΔ Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (καθολικού διαδόχου του εναγομένου), να καταβάλει στον καθένα από τους 1η, 2η, 4η, 8ο, 11ο, 13ο, 16η, 18ο, 19ο, 20ο 21ο, 25ο και 39η ενάγοντες το ποσό των 11.775 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει σε έκαστο από αυτούς το ποσό των 5.040 ευρώ, με το νόμιμο τόκο και ε) αναγνώρισε ότι οι ως άνω ενάγοντες είναι δικαιούχοι του νοσοκομειακού επιδόματος και ότι αρχικά εναγόμενο όφειλε να τους εντάξει το επίδομα αυτό στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους από 1.1.2010 και εφεξής, όπως αυτό διαμορφωνόταν κάθε φορά.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν : α) η από 20.5.2019 με αριθ. κατάθ. 47132/3644/2019 έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1ης Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.ΠΕ. ΑΤΤΙΚΗΣ) , β) η από 16.1.2019 με αριθμ. κατάθ. 5534/464/2019 έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.).

Επί των ως άνω εφέσεων, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη υπ'αριθμ. 5033/7.12.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ'ουσία δεκτή η από 20.5.2019 έφεση ως προς τον όγδοο ενάγοντα-τέταρτο εφεσίβλητο Δ. Τ., εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το διάδικο αυτόν, κρατήθηκε η υπόθεση, δικάσθηκε η αγωγή ως προς αυτόν και υποχρεώθηκε το Ν.Π.Δ.Δ. 1η Δ.Υ.ΠΕ Αττικής να καταβάλει στον ως άνω ενάγοντα το ποσό των 11.775 ευρώ και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της να καταβάλει σ'αυτόν το ποσό των 5.050 ευρώ με το νόμιμο τόκο, β) έγιναν δεκτές τυπικά και εν μέρει κατ'ουσία αμφότερες οι ως άνω εφέσεις ως προς τους λοιπούς διαδίκους, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά το μέρος που αναγνώρισε την υποχρέωση των Ν.Π.Δ.Δ. "1η Δ.Υ.ΠΕ Αττικής" και "Ε.Ο.Π.Υ.Υ"., ως καθολικών διαδόχων του αρχικά εναγομένου (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), να εντάξουν το νοσοκομειακό επίδομα στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων από 1.1.2010 και εφεξής, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η αγωγή κατά το ως άνω αγωγικό αίτημα το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο.

Κατά της ως άνω υπ'αριθμ. 5033/7.12.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ) άσκησε κατά των 3ου , 5ου , 6ου , 7ου, 9ης, 10ης, 12ης , 14ης, 15ου, 17ου, 22ης, 23ης, 24ου, 26ου, 28ου, 30ου, 31ης, 32ου, 36ου και 38ου εναγόντων και ήδη 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ης, 6ης, 7ης, 8ης, 9ου, 10ου, 11ης, 12ης, 13ου, 14ου, 15ου, 16ου, 17ης, 18ου, 19ου και 20ου αναιρεσίβλητων , αντίστοιχα, την από 5.10.2022 με αριθμ.

κατάθεσης 7816/867/13.10.2022 αίτησης αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 13.10.2022 εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών (άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ) που αρχίζει από την 16.9.2022 καθότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5033/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε από τους αναιρεσίβλητους στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών στις 27.7.2022, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. ..../27-7-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Γ.

Π., στην οποία (προθεσμία) δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 27.7.2022 έως 15.9.2022, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής, ως προς τους παριστάμενους αναιρεσίβλητους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019 ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ.β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από τις στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 115/2022, ΑΠ 911/2019).

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 353/2020). Συνακόλουθα, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 876/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1275/2018), δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 131/2020) και να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1715/2022, ΑΠ 115/2022), στην οποία (αίτηση) πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα αυτής (ΑΠ 1715/2022, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 53/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3 του κυρωθέντος με το Π.Δ. 266/1989 Οργανισμού του ΙΚΑ, 8 παρ.

Α-5 του ν. 3205/2003 και 2 του ν. 3235/2004, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, λόγω αοριστίας του δικογράφου αυτής, καθότι δεν αναφέρονται σ'αυτή οι συνθήκες εργασίας, ο τόπος εργασίας και το εργασιακό αντικείμενο των αντιδίκων του, ενώ αν εφάρμοζε ορθά τις ως άνω διατάξεις θα έπρεπε να κάνει δεκτή την έφεσή του, να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το μέρος που έκρινε ότι οι αντίδικοί του δικαιούνται το νοσοκομειακό επίδομα και να απορρίψει την αγωγή τους ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, που ερευνάται ως προς τους παρισταμένους αναιρεσίβλητους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν επικαλείται το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει παραδεκτά στο Εφετείο τον ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της από 23.12.2009 αγωγής των εναγόντων, ούτε αναφέρεται σ'αυτό (αναιρετήριο) το περιεχόμενο της ως άνω αγωγής, ώστε από την αντιπαραβολή του περιεχομένου αυτής με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της, δηλαδή εάν η αγωγή περιέχει επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγικής αξίωσης ή δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, και στην τελευταία περίπτωση, εάν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά εκτίθενται με επάρκεια δεν την απέρριψε ως αόριστη.

Σε κάθε δε περίπτωση από την επισκόπηση των της από 16.1.2019 έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ προκύπτει ότι το αναιρεσείον δεν είχε προβάλλει ως λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ως άνω αγωγής λόγω αοριστίας του δικογράφου αυτής. Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" [ήδη αναιρεσείον], με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κλπ.

Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.

α του ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών. Με τη διάταξη του άρθρο 33 παρ. 9 του ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. γ του ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατέστη ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού (ΑΠ 1531/2021, ΑΠ 306/2020) . Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

είχε ήδη λήξει κατά τη σύσταση του Οργανισμού (ΑΠ 1531/2021, ΑΠ 306/2020, ΣτΕ 4137/2015). Επακολούθησε όμως ο ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21) με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων που ανέκυψαν ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Π.Υ. αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 3918/2011 με την προσθήκη υποπαραγράφου Α και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.

α και γ του νόμου αυτού (ν. 4368/2016). Ειδικότερα με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α του νόμου αυτού προστέθηκε υποπαράγραφος Α στο άρθρο 29 παρ.1 του ν. 3918/2011 με την οποία ορίσθηκε ότι "1.Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.

Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ του ν. 4368/2016 αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ιδίου νόμου (3918/2011) ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α` της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.

β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό.

Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012". Επίσης με το άρθρο 13 του ν. 4578/2018 (ΦΕΚ Α 200), με τίτλο άρθρου "Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ." ορίζεται ότι: "1. Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 (Α' 31), την παρ. 17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 (Α' 41) και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ.

ΙΒ` του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012 (Α' 222), στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν ΕΦΚΑ, ή/και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες". Τέλος , ο ν. 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α 21), με τον οποίο ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.

Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α 85 ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Π.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.

Στο άρθρο 21 του ίδιου νόμου, που τιτλοφορείται "Μισθοδοσία προσωπικού, οικονομική διαχείριση και μεταβίβαση κινητής και ακίνητης περιουσίας", και στην παρ. 9 αυτού ορίζεται ότι: " Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών.

Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.

Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε., συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ...". Επομένως αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που, μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπου απασχολείτο προηγουμένως κατ' εφαρμογή του ν. 3918/2011, μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε στη συνέχεια στις κατά τόπους Δ.Υ.ΠΕ. κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του ν. 4238/2014, νομιμοποιείται ενεργητικά προς συνέχιση των εκκρεμών δικών η έχουσα νομική προσωπικότητα (άρθ. 1 παρ.2 του Ν. 3329/2005) κατά τόπο Δ.Υ.ΠΕ., σε οργανική μονάδα της οποίας έχει ενταχθεί με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία το ως άνω ιατρικό προσωπικό (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 794/2022), ενώ εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.ΠΕ.

συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Π.Υ (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 795/2022, ΑΠ 1324/2020, ΑΠ 306/2020). Περαιτέρω, με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40) ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ).

Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την κατάργησή του από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α, κλπ" (ΦΕΚ Α 297), είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας - ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ.2 περ. δ` του ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ ή σε ΝΠΔΔ.

Με το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, ανερχόμενο στα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου το επίδομα αυτό (νοσοκομειακό) χορηγήθηκε σε αντικατάσταση διαφόρων επιδομάτων που λάμβανε το προσωπικό αυτό λόγω συνθηκών εργασίας (ανθυγιεινό, προσέλευσης και παραμονής κλπ), ρυθμίζοντας έτσι τα επιδόματα αυτά σε ένα ενιαίο επίδομα. Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 96), η χορήγηση του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Η καταβολή του επιδόματος προβλέφθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. (Α) - 5 αυτού, με το οποίο ορίσθηκε ότι χορηγείται επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Με την παρ. Β -1 του ιδίου άρθρου 8 ορίσθηκε περαιτέρω ότι το επίδομα αυτό (μεταξύ άλλων) καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του και ότι για την συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Το ύψος του ανωτέρω επιδόματος ορίσθηκε με την ανωτέρω διάταξη στο ποσό των 240 ευρώ μηνιαίως για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και κλάδων ΤΕ Φυσικοθεραπευτών και ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, επεκτάθηκε δε περαιτέρω η καταβολή του από 1.1.2007 και στους ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου και στους αγροτικούς ιατρούς με το άρθρο 1 παρ. 7 του ν.3554/2007 "Εισοδηματική πολιτική έτους 2007 κλπ" (ΦΕΚ Α 80).

Εξάλλου κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΦΕΚ Α 143), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α 123), η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.

Με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1397/1983, το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 34) μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του ν. 2071/1992, ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας.

Με το άρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο επίσης επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του ν. 2194/1994 μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του ν. 2071/1992, ορίζεται ότι: "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι: α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή.

β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο. γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο. δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο.

ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη. στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού. ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα. η) Η ιατρική της εργασίας. θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής. ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού.

ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας. ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους". Ωσαύτως με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (2071/1992) ορίσθηκε ότι στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας υπάγονται οι ιατρικές και νοσηλευτικές, καθώς και οι οδοντιατρικές πράξεις και φροντίδες, που έχουν ως σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση βλαβών της υγείας που δεν απαιτούν νοσηλεία σε νοσοκομείο.

Προς το σκοπό αυτό μπορεί να συνιστώνται και να λειτουργούν ειδικές μονάδες ως επιστημονικά τμήματα παροχής πρωτοβάθμιας υγείας από ν.π.δ.δ ή από ν.π.ι.δ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 2071/1992, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 1397/1983, ορίσθηκε ότι σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης (στις οποίες - μονάδες - είχαν μετατραπεί τα κέντρα υγείας με το άρθρο 15 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετέπειτα καταργηθέντος με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 2194/1994) είναι, μεταξύ των άλλων και η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε αρχικά με το ν. 2470/1997 και στη συνέχεια με το ν. 3205/2003 όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση.

Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη (καθώς και για το προσωπικό του ΕΚΑΒ), σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, όπως είναι κατά νόμο τα κέντρα υγείας (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018).

Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους ως άνω φορείς, πλην όμως η ως άνω βεβαίωση δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον οικείο φορέα (ΟλΑΠ 524/1979, ΑΠ 1317/2021,ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 438/2014).

Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α` του ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 98) ορίσθηκε ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος.

Με τη με αριθμό 2043269/6792/0022 από 1.7.1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β` 587/15.7.1997), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με τη με αριθμό 2052675/5630/0022 από 10.8.1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β` 944/2.9.1998), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", αφ` ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ` ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993.

Ωσαύτως, μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 3205/2003 από 1.1.2004 (που αντικατέστησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ν. 2470/1997), με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β` 250/9.2.2004), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 και του ν. 119/1975, επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού (3205/2003) στους ιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (ν. 1476/1984, ν. 1579/1985), με σύμβαση ορισμένου χρόνου (ν. 1057/1980), καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993.

Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ του ν. 2703/1999 "Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών ΔΕΠ, ΑΕΙ, ΕΠ, των ΤΕΙ, γιατρών ΕΣΥ κλπ" (ΦΕΚ Α 72) ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α` της παρ.7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999, από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 και 3 του π.δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του ΙΚΑ" σε συνδυασμό με άρθρο 5 παρ. 10 αυτού), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ) (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018).

Ειδικότερα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του ως άνω π.δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 127), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 5 του ν. 1558/1985 (ΦΕΚ Α 137), όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184), οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΙΚΑ διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 1).

Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) Τα κέντρα παιδοψυχικής υγιεινής, ζ) Τα κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) Τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, θ) Οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας και ι) Οι Υπηρεσίες Νομαρχιακής Υποστήριξης. (παρ. 3).

Επίσης κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου π.δ/τος 266/1989 οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους και έχουν ως έργο:

α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας, β) τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται.

Αντιθέτως, κατά την παράγραφο 10 του ιδίου άρθρου 5 του π.δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 1 του π.δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του π.δ/τος 144/2003 (ΦΕΚ Α 120), οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ είναι επιπέδου διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, οι Υπηρεσίες δε αυτές είναι πέντε (1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ ......

Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ ....., Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ ...... Γ. Γ., 7ο Νοσοκομείο ΙΚΑ ...., 2ο Νοσοκομείο ΙΚΑ .....). Επακολούθησε όμως ο ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ Α 53), του οποίου η ισχύς άρχισε από την 18.2.2004, μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 16 αυτού), με τον οποίο θεσπίσθηκε ενιαία ρύθμιση της παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας.

Έτσι με το άρθρο 1 παρ. 1 - 4 αυτού και υπό τον παράτιτλο "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας" ορίσθηκε ότι: "1.Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. Τις υπηρεσίες υγείας που δεν απαιτούν εισαγωγή σε Νοσηλευτικό Ίδρυμα, β.

Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και τον σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. Τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. Τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.

Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, η. Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. 4. Το Κράτος με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής εξασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 5...".

Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι: "Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται από: α) τα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β) τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), [όπως είναι το ΙΚΑ], που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ, γ) τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ) τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε) από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ.".

Από τις διατάξεις αυτές του ν. 3235/2004 συνάγεται ότι οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία (18.2.2004), οπότε τέθηκε ο νόμος αυτός σε ισχύ, εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και ειδικότερα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τον ισχύοντα από 1.1.2004 ν. 3205/2003 και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.

Α - 5 αυτού νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των κέντρων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 2108/2022, ΑΠ 795/2022, ΑΠ 1317/2021,ΑΠ 1389/2019). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατροί σε κέντρα υγείας του ΙΚΑ δικαιούνται του πιο πάνω νοσοκομειακού επιδόματος απ' ευθείας από τις διατάξεις αυτές της κείμενης νομοθεσίας, δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στην προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό.

Επομένως στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής. Αντίθετα συντρέχει περίπτωση προσφυγής στην ως άνω συνταγματική αρχή της ισότητας, προκειμένου η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ (άρθ. 5 παρ. 10 του π.δ/τος 266/1989), να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ (άρθρο 3 παρ.1 και 3 και 5 παρ.1 και 2 του π.δ/τος 266/1989), εφόσον πρόκειται για αξιώσεις αυτών που αφορούν χρονικό διάστημα μέχρι τις 17.2.2004, πριν δηλαδή την έναρξη της ισχύος του ν.3235/2004 (ΑΠ 2108/2022, ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 485/2022). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 2093/2022, ΑΠ 1733/2022).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 989/2022, ΑΠ 42/2020).

Τέλος, την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1545/2022, ΑΠ 1393/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "...Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 31.12.2009, οι ενάγοντες, πλην της 23ης Κ. -Φ. Κ., ήταν υπάλληλοι (ιατροί) του αρχικώς εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", συνδεόμενοι με αυτό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ν.3232/2004), υπηρετώντας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, ασκώντας από τον χρόνο πρόσληψής τους τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα, στις πιο κάτω τοπικές και νομαρχιακές μονάδες υγείας αυτού, μετονομασθείσες από 18.2.2004 με το άρθρο 2 παρ. 1 β' του ν.3235/2004, σε Κέντρα Υγείας.

Συγκεκριμένα η πρώτη ενάγουσα Μ. Ζ. προσλήφθηκε την 22.7.2002 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του οφθαλμιάτρου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Χαλανδρίου, η δεύτερη Ι. Σ.-Κ. του Σ., προσλήφθηκε την 9.3.1998 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του παθολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Βύρωνα, ο τρίτος Α. Τ. του Σ. (ήδη 1ος αναιρεσείων), προσλήφθηκε την 28.5.1992 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του δερματολόγου -αφροδισιολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Βύρωνα, η τέταρτη Ε.

Ν. προσλήφθηκε την 7.7.1992 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του μικροβιολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Αθήνας, ο πέμπτος Γ.Π. (ήδη 2ος αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 3.2.1992 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του παθολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Γλυφάδας, ο έκτος Α.Ρ. (ήδη 3ος αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 9.10.1992 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του οφθαλμίατρου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Κεραμεικού, ο όγδοος Δ.Τ.

προσλήφθηκε την 13.9.1993 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του πνευμονολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Κεραμεικού, η ένατη Κ.Ε. (ήδη 5η αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε την 17.3.1997 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του μικροβιολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Κεραμεικού, η δέκατη Π. Α. (ήδη 6η αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε την 6.9.1995 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του παιδιάτρου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Κεραμεικού, ο ενδέκατος Π.Π.

προσλήφθηκε την 3.11.1997 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του γενικού ιατρού στην Τοπική Μονάδα Υγείας Κεραμεικού, η δωδέκατη Σ.Ε. (ήδη 7η αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε την 25.4.1995 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του παιδιάτρου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Κεραμεικού, ο δέκατος τρίτος Σ. Φ. προσλήφθηκε την 20.7.1998 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του οφθαλμιάτρου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Κεραμεικού, η δεκάτη τέταρτη Κ.

Α. (ήδη 8η αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε την 3.5.1995 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του νευρολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Κεραμεικού, ο δέκατος πέμπτος Τ. Θ. (ήδη 9ος αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 4.6.1992 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του παθολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Κεραμεικού, η δεκάτη έκτη Ν.-Ι. Γ.

Π. προσλήφθηκε την 9.1 1.1998 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του ρευματολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Κορωπίου, ο δέκατος έβδομος Ρ. Α. (ήδη 10ος αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 29.8.1996 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του καρδιολόγου στο ΙΚΑ Ραφήνας, ο δέκατος όγδοος Κ. Κ. προσλήφθηκε την 10.1.2003 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του καρδιολόγου στο ΙΚΑ Ραφήνας, ο δέκατος ένατος Κ.

Π. προσλήφθηκε την 14.9.1993 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του πνευμονολόγου στο ΙΚΑ Ραφήνας, ο εικοστός Α. Τ. του Χ. προσλήφθηκε την 22.12.1998 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του ορθοπεδικού στο ΙΚΑ Ραφήνας, ο εικοστός πρώτος Ξ. Σ. προσλήφθηκε την 1.2.1995 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του ωτορινολαρυγγολόγου στο ΙΚΑ Ραφήνας, η εικοστή δεύτερη Λ.

Α. (ήδη 11η αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε την 13.2.1992 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του παθολόγου στο ΙΚΑ Ραφήνας, ο εικοστός τέταρτος Π. Α. (ήδη 13ος αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 27.4.1998 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του καρδιολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Οινοφύτων, ο εικοστός πέμπτος Κ. Κ. προσλήφθηκε την 26.3.1991 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του ουρολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Καλλιθέας, ο εικοστός έκτος Π.

Κ. (ήδη 14ος αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 3.3.2003 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του φυσιάτρου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Καλλιθέας, ο εικοστός όγδοος Μ. Δ. (ήδη 15ος αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 5.1.1995 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του καρδιολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Περάματος Πειραιά, ο τριακοστός Α.

Γ. (ήδη 16ος αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 14.11.1988 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του γυναικολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Περάματος Πειραιά, η τριακοστή πρώτη Μ. Σ. (ήδη 17η αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε την 14.9.1993 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του παθολόγου στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας Πειραιά, ο τριακοστός δεύτερος Π.

Α. (ήδη 18ος αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 20.4.1992 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του χειρουργού στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας Πειραιά, ο τριακοστός έκτος Ν. Γ. (ήδη 19ος αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 1.3.1991 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του μικροβιολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Περιστεριού, ο τριακοστός όγδοος Ζ.

Γ. (ήδη 20ος αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 14.8.1986 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του παθολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Καλλιθέας και η τριακοστή ένατη Α. Μ. προσλήφθηκε την 3.4.2002 και υπηρετούσε με την ειδικότητα του ρευματολόγου στην Τοπική Μονάδα Υγείας Περιστερίου. Η εικοστή τρίτη ενάγουσα Κ.-Φ. Κ. (ήδη 12η αναιρεσείουσα) υπηρετούσε με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στην Τοπική Μονάδα Υγείας Μεσολογγίου του αρχικώς εναγομένου με ανανεούμενες συμβάσεις μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου, έως την 31.12.2013, οπότε έληξε η παράταση της σύμβασής της και αποχώρησε από τον ΕΟΠΠΥ, στις μονάδες του οποίου παρείχε κατά το χρόνο εκείνο τις υπηρεσίες της.

Από τους άνω ενάγοντες κατ' εφαρμογή των άρθρων 16 και 17 του ν.4238/2014 μεταφέρθηκαν στην 1η Υγειονομική Περιφέρεια Αττικής, με πράξεις του Διοικητή αυτής, οι κάτωθι: η πρώτη (Ζ. Μ. ) από 19.3.2014, με την με αρ.7252/19.3.2014 πράξη (ΦΕΚ 3541724.3.2014), η δεύτερη (Σ.-Κ. Ι.) από 4.3.2014 με την με αρ.5637/4.3.2014 πράξη (ΦΕΚ 337/1719.3.2014), οι τέταρτη (Ν.

Ε. ), όγδοος (Δ. Τ.), ενδέκατος (Π. Π.) και δέκατος τρίτος (Φ. Σ. ) από 19.3.2014 με τη με αρ.7254/19.3.2014 (ΦΕΚ 353/Γ/24.3.2014), δέκατη έκτη (Ν.-Ι. Γ.) και δέκατος όγδοος (Κ. Κ.) από 19.3.2014 με τη με αρ.7250/19.3.2014 πράξη (ΦΕΚ 355/Γ/24.3.2014), δέκατος ένατος (Π. Κ.) από 4.3.2014 με τη με αρ.5633/4.3.2014 πράξη (ΦΕΚ 337/Γ/19.3.2014), εικοστός (Α. Τ. του Χ.) και εικοστός πρώτος (Ξ.

Σ. ) από 19.3.2014 με τη με αρ.7250/19.3.2014 πράξη (ΦΕΚ 3 5 5/Γ/24.3.2014), εικοστός πέμπτος (Κ. Κ.) από 19.3.2014 με τη με αρ.7256/19.3.2014 πράξη (ΦΕΚ 352/Γ/24.3.2014) και τριακοστή ένατη (Α. Μ.) από 19.3.2014 με τη με αρ.7252/19.3.2014 πράξη (ΦΕΚ 365/Γ/26.3.2014. Πρόκειται για τους 13 εφεσίβλητους στην από 20.5.2019 έφεση. Εκ των εναγόντων οι 3ος, 5ος, 6ος, 7ος, 9η, 10η, 12η, 14η, 15η, 17°, 22η, 23η, 24η, 26ο, 30ος και 32ος, είχαν μεταφερθεί και υπηρετούσαν στον ΕΟΠΥΥ βάσει του άρθρου 26 του ν.3918/2011, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχ.6 μείζονα σκέψη.

Ωστόσο η υπαλληλική σχέση του τρίτου, πέμπτου, έκτου, εβδόμου, ένατης, δέκατης, δωδεκάτης, δεκάτης τετάρτης, δεκάτου πέμπτου, δεκάτου εβδόμου, εικοστής δεύτερης, εικοστού τετάρτου, εικοστού έκτου, εικοστού ογδόου, τριακοστής πρώτης, τριακοστού έκτου και τριακοστού ογδόου λύθηκε αυτοδικαίως από 20.3.2014 (ΦΕΚ 756/Γ/16.6.2014, 502/Γ/17.4.2014 και 503/Γ/17.4.2014), λόγω μη υποβολής αίτησης -δήλωσης αποδοχής θέσης στην αντίστοιχη ΔΥΠΕ ή ανάκλησης της αίτησης-δήλωσης αυτής, ενώ η υπαλληλική σχέση του τριακοστού και του τριακοστού δευτέρου των εναγόντων λύθηκε την 1.1.2013 και την 1.1.2014, αντίστοιχα, λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας (ΦΕΚ 74/Γ/28.1.2013 ΚΑΙ 62/Γ/23.1.2014), ήτοι προ της δημοσιεύσεως του ν.4238/2014 και συνεπώς δεν τέθηκε θέμα μεταφοράς τους σε αντίστοιχη θέση των ΔΥΠΕ.

Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1.1.2004 έως 31.12.2009, οι ενάγοντες παρείχαν στους ασφαλισμένους του αρχικώς εναγομένου, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, στους οικείους χώρους, ο καθένας ανάλογα με την προαναφερόμενη ειδικότητά του, υπηρεσίες πρωτοβάθμιας ιατρικής περίθαλψης (προληπτικές, θεραπευτικές, διαγνωστικές), αμειβόμενοι με το ενιαίο μισθολόγιο.

Περαιτέρω οι συνθήκες εργασίας των εναγόντων, ήσαν το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας των ιατρών που υπηρετούν σε κέντρα υγείας ή κέντρα ψυχικής υγιεινής ή άλλες μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και προλήψεως του δημόσιου τομέα. Πλην, όμως, όπως συνομολογούν οι διάδικοι, το αρχικώς εναγόμενο δεν τους κατέβαλε το προβλεπόμενο από τα άρθρα 8 παρ.7 του ν.2470/1997 και 8 παρ.5 του ν.3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα.

Όπως ήδη εκτέθηκε, ο ν.3235/2004 που ισχύει από 18.2.2004 θεσμοθέτησε ενιαία ρύθμιση παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας από όλους τους φορείς της χώρας, η οποία περιλαμβάνει τις υπηρεσίες υγείας που δεν απαιτούν εισαγωγή σε νοσηλευτικό ίδρυμα, την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και το σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, τον οικογενειακό προγραμματισμό, τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, την οδοντιατρική φροντίδα, τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και αποκατάστασης, την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, και τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας.

Σύμφωνα με το νόμο αυτό (άρθρο 2) η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται, μεταξύ άλλων, από τα κέντρα υγείας του ΕΣΥ και τα περιφερειακά τους ιατρεία και τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.), που μετονομάσθηκαν σε Κέντρα Υγείας του οικείου Ο.Κ.Α., όπως εν προκειμένω τα Κέντρα Υγείας του οικείου Ο.Κ.Α., στα οποία υπηρετούσαν οι ενάγοντες.

Επομένως, εφόσον το ανωτέρω νοσοκομειακό επίδομα είχε ήδη επεκταθεί, με το άρθρο 25 του ν.2716/1999, και στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας, οι ενάγοντες δικαιούνται το νοσοκομειακό επίδομα ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 2 παρ. 1 β'ν.3235/2004) από 18.2.2004 και εντεύθεν, αφού από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, οι μονάδες υγείας των ασφαλιστικών οργανισμών, ως Κέντρα Υγείας πλέον, πληρούν την προϋπόθεση του άρθρου 8 παρ.5 του ν.3205/2003, δηλαδή τη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος στο προσωπικό των Κέντρων υγείας, αφού στον όρο "Κέντρα Υγείας", χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, περιλαμβάνονται και τα Κέντρα Υγείας των Ο.Κ.Α.

Υπό τα δεδομένα αυτά και κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, οι ενάγοντες δικαιούνται το επίμαχο νοσοκομειακό επίδομα, μέχρι την 17-2-2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας, και από 18-2-2004 ευθέως από το νόμο (άρθρο 2 παρ. 1β του ν.3235/2004) και δεν είναι αναγκαία η προσφυγή στα άρθρα 4 παρ.1 και 22 Συντάγματος και δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής τους σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη .

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε όμοια κρίση κατέληξε, ότι δηλαδή οι ενάγοντες δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου το επίδικο δικαίωμα από 18.2.2004 και εντεύθεν, και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1, αλλά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1β του ν.3235/2004, δεχόμενο ότι μολονότι η αγωγή στηρίζεται στη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρ.4 παρ.1 του Σ), μπορεί να εφαρμόσει τις άνω διατάξεις, δεδομένου ότι στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.

Ακολούθως με επάλληλη αιτιολογία δέχθηκε ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας δεν χορηγούνταν το επίδομα στους ενάγοντες και συγκεκριμένα : "Σε κάθε περίπτωση, όμως, η εξαίρεση των εναγόντων από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού εισάγει αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε βάρος τους, σε σύγκριση με τους ιατρούς που εργάζονται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες με αυτούς σε αγροτικά και περιφερειακά ιατρεία του ΕΣΥ, κέντρα υγείας και κέντρα ψυχικής υγείας, καθώς τους υπηρετούντες στις υπηρεσίες ανοικτής περίθαλψης των ΝΠΔΔ του τομέα πρόνοιας και στις μονάδες κοινωνικής περίθαλψης του ΠΕΣΥΕ, όπως και στους υπηρετούντες στο ΕΚΑΒ.

Τούτο δεδομένου ότι, αν και αρχικά το νοσοκομειακό επίδομα είχε προβλεφθεί μόνον για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, δηλαδή κλειστή, (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη, σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, δηλαδή ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης και εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.

Η δυσμενής δε αυτή διάκριση δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος". Τα εκκαλούντα ΝΠΔΔ παραπονούνται με λόγο της έφεσής τους, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον το νοσοκομειακό επίδομα των άρθρων 8 παρ. 7 του ν.2470/1997 και 8 παρ. 5 του ν.3205/2003 χορηγείται μόνο στους γιατρούς που δουλεύουν σε νοσοκομεία.

Ο άνω λόγος έφεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αλυσιτελής, διότι όπως εκτέθηκε στην οικεία μείζονα σκέψη, από την 18.2.2004, οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του Ι.Κ.Α. εξομοιώνονται με τα Κέντρα Υγείας και όσα ισχύουν, ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα Κέντρα Υγείας του λοιπού δημόσιου τομέως [ν. 2470/1997, ν. 3205/2003], πλέον, από την 18.2.2004, έχουν ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των Κέντρων Υγείας του Ι.Κ.Α., όπως οι ενάγοντες.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ύστερα από εφαρμογή των ορθών νομικών διατάξεων, ήτοι των άρθρων 8 παρ. Λ . 5 στοιχείο (α) - μέρος Α1 του ν. 3205/2003 και 2 παρ.1 εδ. (β) του ν. 3235/2004, που, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις της παρούσας έχουν εφαρμογή και ισχύουν επί των εναγόντων, δέχθηκε μερικώς στην ουσία την αγωγή.

Με την κρίση αυτή, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις προδιαληφθείσες διατάξεις δικαίου. Περαιτέρω η αξίωση των εναγόντων να τους καταβληθεί το άνω επίδομα, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 31.12.2004 έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή που προβλέπεται από την παρ.6 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951, η οποία αρχίζει από τον χρόνο που πραγματικά γεννήθηκε η αξίωση των εναγόντων, δηλαδή από την αρχή κάθε δεκαπενθημέρου, οπότε προκαταβάλλεται ο μισθός, κατά τα ήδη εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη.

Ειδικότερα η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο αρχικώς εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στις 30.12.2009 (βλ. την με αρ....30.12.2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Β.), δηλαδή σε χρόνο που είχαν ήδη παραγραφεί οι αξιώσεις των εναγόντων για καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος από 1.1.2004 έως και του δευτέρου δεκαπενθημέρου του Δεκεμβρίου 2004.

Με την επίδοση της αγωγής διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεων των εναγόντων για το μετέπειτα χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2009....". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και ειδικότερα με το να επιδικάσει στους παριστάμενους αναιρεσίβλητους το νοσοκομειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2009, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.

Α-5 του Ν. 3205/2003, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. β του Ν. 3235/2004, με την οποία οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας και του άρθρου 16 αυτού ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος του ν. 3235/2004 (18.2.2004), αφού οι διατάξεις αυτές, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις της παρούσας, εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναιρεσίβλητων ιατρών, που υπηρετούσαν, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες κατά το ως άνω διάστημα, στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του εναγομένου (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), του οποίου καθολικός διάδοχος ως προς τους παριστάμενους αναιρεσίβλητους είναι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (ΕΟΠΥΥ) και ορθά, επίσης.

δεν προσέφυγε στη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), καθότι δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής αυτής. Και τούτο διότι το Εφετείο δέχθηκε το αγωγικό αίτημα επιδίκασης του νοσοκομειακού επιδόματος για τη χρονική περίοδο από 1.1.2005 έως 31.12.2009, κατά την οποία ήδη ίσχυαν οι διατάξεις του ν. 3235/2004 (με έναρξη ισχύος 18.2.2004), οπότε τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και συγκεκριμένα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα και ειδικότερα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του ανωτέρω προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.

Α-5 του ν. 3205/2003 επίδικου νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των εξομοιωθεισών με κέντρα υγείας νομαρχιακών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου. Επίσης, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος γίνεται με ευθύνη του οικείου Προϊσταμένου, που είναι αρμόδιος να βεβαιώνει τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων καταβολής του προβάλλεται αλυσιτελώς καθότι η ως άνω βεβαίωση δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση χορηγήσεως του εν λόγω επιδόματος, αφού τούτο ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον εργοδότη του, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε.

Ακόμη, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για τα πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα: α) του είδους των παρεχομένων, εκ μέρους των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, υπηρεσιών (οδοντιατρικής, ιατρικής διάγνωσης και περίθαλψης, εργαστηριακής εξυπηρέτησης, υγιεινής και πρόνοιας) στους ασφαλισμένους του αρχικά εναγόμενου (ΙΚΑ ΕΤΑΜ), με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση και β) των συνθηκών υπό τις οποίες προσέφεραν αυτοί τις υπηρεσίες τους, στους κατά τόπους οικείους χώρους των οργανωμένων μονάδων περίθαλψης του εναγομένου (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όμοιες με εκείνες των λοιπών ιατρών που απασχολούνται σε κέντρα υγείας ή κέντρα ψυχικής υγιεινής ή άλλες μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και προλήψεως του δημοσίου τομέα.

Τα περιστατικά αυτά, που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν και δικαιολογούν, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, την εφαρμογή αυτών. Επομένως ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, που ερευνάται ως προς τους παρισταμένους αναιρεσίβλητους, με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, που απασχολούνταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ως ιατροί του ΙΚΑ σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης δικαιούνται το ανωτέρω νοσοκομειακό επίδομα, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999, 25 παρ.1 του ν. 2716/2019, 8 παρ. 5 του ν.3205/2003, 2 παρ.1β του ν.3235/2004 και 4 και 22 του Συντάγματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τους παρισταμένους αναιρεσίβλητους και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτών που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις , κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), τα οποία επιβάλλονται μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ.9 του ν. 1902/1990 αφού το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021 (ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 1112/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τους 4ο, 5η, 6η, 7η, 8η, 14ο και 16ο αναιρεσίβλητους

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 5 Οκτωβρίου 2022 με αριθμ. καταθ. 7816/867/13.10.2022 αίτηση αναίρεσης ως προς τους 4ο, 5η, 6η, 7η, 8η, 14ο και 16ο αναιρεσίβλητους

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 5033/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους παριστάμενους 1ο, 2ο, 3ο, 9ο, 10ο, 11η, 12η, 13ο, 15ο, 17η, 18ο, 19ο και 20ο αναιρεσίβλητους

Καταδικάζει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και της

αρχαιότερης Αρεοπαγίτου

αποχωρησασών, ο αρχαιότερος

της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ