Legislator Case Law & Legislation
1135/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal withdrawal from second ground due to lack of legal basis and admissibility.

Case Number 1135/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to withdraw the second ground of their appeal against a labor court decision. The appellant argued that the court inconsistently accepted a 20% disability rate from a medical commission but a 25% rate from an expert report, claiming this created an irreconcilable contradiction. The court rejected this claim, ruling that the higher percentage referred to specific work capacity limitations rather than general disability, thus finding no legal basis for the alleged contradiction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; An appeal withdrawal is valid if declared before the debate, but the court must still assess the substantive grounds, and an appeal based on alleged contradictory reasoning is inadmissible if the lower court's decision does not lack legal basis.

Keywords

AI generated
appeal withdrawal contradictory reasoning disability assessment work capacity admissibility of appeal legal basis medical expert report

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 19(8) of Law 489/1976

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1135 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1135/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΑΕ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι το αναιρεσείον παραιτείται από το δεύτερο λόγο της από 18-7-2016 αίτησής του για αναίρεση της 3673/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Λ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σφέτσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3663/2011 μη οριστική και 289/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3673/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-7-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων μπορεί, με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του, να παραιτηθεί είτε από το δικόγραφο της αιτήσεως είτε από ορισμένους αναιρετικούς λόγους.

Η παραίτηση αυτή έχει ως συνέπεια να θεωρείται στην πρώτη περίπτωση ότι η αίτηση δεν ασκήθηκε στο σύνολό της, ενώ στη δεύτερη ότι δεν προβλήθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι από τους οποίους έγινε παραίτηση (ΑΠ 416/2019 ΑΠ404/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, πριν από την έναρξη της συζητήσεως, με προφορική δήλωση του νομίμως εκπροσωπούντος αυτόν πληρεξούσιου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά την εφαρμογή του άρθρου 19 παρ.8 του ν.489/1976.

Η παραίτηση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, στον οποίο αφορά η παραίτηση θεωρείται ότι δεν προβλήθηκε. Η κρινόμενη από 18-7-2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 658/2016 αίτηση αναίρεσης που προσβάλλει την υπ' αριθμ. 3673/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (άρθρα 666 επομ.,681 Α Κ.Πολ.Δικ) έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013).

Ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1, εδ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 900/2013, ΑΠ 860/2013, ΑΠ 857/2013).

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος και επομένως παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια : 1.

Η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, 2. Το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της αποφάσεως, 3. Εφόσον η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής , και 4.

Επί παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει: α) να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν , ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση , β) να προσδιορίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν τα διδάγματα αυτά ως και η κατά τον αναιρεσείοντα ορθή έννοια του κανόνα δικαίου που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε, και γ) να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας , όπου η επικαλούμενη παραβίαση [βλ.

ΟλΑΠ 32/1996 ΑΠ 495/2010.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως ,ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα "κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι ουσιώδεις και γι αυτό ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης ,νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί του διαδίκου, που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 579/2015, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 238/2008)."Πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως ,οι οποίοι αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. (Ολ .ΑΠ 25/2003.0λ.ΑΠ 22/2005,ΑΠ 165/2014).Γι' αυτό η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως, έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της αποφάσεως που αφορά προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο και μπορεί να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 356/2013).Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ,αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008,625/2008,ΑΠ 558/2008).Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε , έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008,ΑΠ 2102/2007,ΑΠ2068/2007).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ,ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, με την παρ.5 του άρθρου 19 του ν.489/1976, που προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΠΔ/τος 264/1991 και αποτελεί υλοποίηση της υπ' αριθμ. 84/5/ΕΟΚ αρ. 1 παρ. 44 εδ α' Οδηγίας, ορίζεται για λόγους οικονομικής ελαφρύνσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου ότι: "η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού, που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αιτία αυτή στον ζημιωθέντα".

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ο επικουρικός χαρακτήρας της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, με την έννοια ότι στο μέτρο που ο παθών και γενικά ο δικαιούχος από τη διαπραχθείσα αδικοπραξία δικαιούται να καλύψει τη ζημία του από ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, επέρχεται απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Με την ειδική αυτή ρύθμιση του νόμου εκτοπίζεται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 παρ.3 ΑΚ, στην περίπτωση που αυτή ήταν εφαρμοστέα, με την οποία ο νομοθέτης για να αποτρέψει την ανεπιεική λύση της απαλλαγής (ολικής ή μερικής) του ζημιώσαντος εισάγει ειδικά για τις περιπτώσεις υποχρέωσης αποζημιώσεως ένεκα θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου των άρθρων 928 και 929 ΑΚ εξαίρεση από την αρχή του καταλογισμού των ωφελειών ή συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (ολομ.

ΑΠ 807/1973) και η οποία προβλέπει την αθροιστική απόληψη της αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο την οφείλει στον δικαιούχο, με βάση το άρθρο 19 παρ. 1 του ν.489/1976, και της παροχής την οποία για την ίδια αιτία οφείλει στο δικαιούχο ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης. Ο εισαγόμενος με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν.489/1976 περιορισμός δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προβληθεί νομίμως ισχυρισμός από το νομιμοποιούμενο προς τούτο Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο για το ορισμένο του ισχυρισμού αυτού, οφείλει να προσδιορίσει το ποσό, το οποίο δικαιούται ο δικαιούχος από τη διαπραχθείσα αδικοπραξία να λάβει από το ασφαλιστικό του ταμείο ή άλλο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης για την κάλυψη της ζημίας του.

Επομένως, σε μία τέτοια περίπτωση εφόσον προβάλλεται σχετικός ισχυρισμός από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, για συνδρομή των όρων του άρθρου 19 παρ. 5 του ν.489/1976, πρέπει να γίνεται αφαίρεση από την οφειλόμενη από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωση, κατά το άρθρο 929 ΑΚ, κάθε ποσού, το οποίο με την ίδια αιτία δικαιούται ο δικαιούχος να αξιώσει από το ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης (ΑΠ 671/2013, ΑΠ 34/2012, ΑΠ 332/2011, ΑΠ 158/2006).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Με την από 27-9-2010 αγωγή, ο ενάγων -αναιρεσίβλητος ζήτησε μετά από περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι (Μ.

Μ. και το ήδη αναιρεσείον) είναι υποχρεωμένοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν μετά την έκδοση της υπ'αρ. 4806/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών που έκρινε επί της από 16-3-2007 προγενέστερης αγωγής του, με αντικείμενο το ίδιο τροχαίο ατύχημα, ως πρόσθετη χρηματική αποζημίωση το συνολικό ποσό των 1.327.772,86 ευρώ, καθότι μετά την άσκηση της προγενέστερης αγωγής του, παρουσιάσθηκαν νέες δυσμενείς συνέπειες στην υγεία του, και ειδικότερα το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 200.000 ευρώ, ως αποζημίωση εκ του άρθρ. 931 Α.Κ., το ποσό των 34.832,92 ευρώ για απωλεσθέντα εισοδήματα για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα έως τον χρόνο συζήτησης της αγωγής, καθώς και το ποσό των 992.819,40 ευρώ για μελλοντική απώλεια εισοδημάτων.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 3663/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε την διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης ,ως προς την έκταση του τραυματισμού του ενάγοντος. Μετά την διενέργεια της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η υπ'αριθμ.289/2014 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς το αναιρεσείον.

Κατά της απόφασης αυτής, το αναιρεσείον άσκησε την από 25-2-2014 έφεσή του. Επί της εφέσεώς του αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3673/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασία αυτοκινήτων), με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντα, εξαφανίστηκε η υπ'αριθμ. 289/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου κι αναγνώρισε ότι το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ είναι υποχρεωμένο να του καταβάλει το ποσό των 74.906,43 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Ειδικότερα δε, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ,ως προς το ενδιαφέρον μέρος του ,κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα :"Με την υπ'αρ. 4806/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι στις ...-9-2005 και περί ώρα 7:15 επί της οδού ...

στον ..., από αποκλειστική υπαιτιότητα της Μ. Μ., η οποία οδηγούσε το υπ'αρ. κυκλοφ. ΚΧΑ-... ΙΧΕ αυτοκίνητο, προκλήθηκαν, κατά την σύγκρουση αυτού με την υπ'αρ. κυκλοφ. ΡΕΜ-... δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων, υλικές ζημιές στην τελευταία, καθώς και ο τραυματισμός του ιδίου (ενάγοντος). Ότι συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος τραυματίσθηκε ο ενάγων και ειδικότερα υπέστη εκδορές δεξιού αγκώνα και άκρας χειρός, κάκωση δεξιάς ωμικής ζώνης, δεξιών πλευρών και ισχίου και ήπιο άλγος στην υποχόνδρια νεφρική χώρα.

Ότι τα τραύματά του παρουσίασαν επιπλοκές κατά το στάδιο της αναρρώσεως και διαπιστώθηκε συλλογή υγρού στην περιοχή του υποπλάτιου θυλάκου της κατ'ώμον αρθρώσεως, εκφύλιση του τενοντίου πετάλου των στροφέων μυών του δεξιού ώμου, μέτρια διόγκωση των μαλακών μορίων της ακρομνοκλειδικής αρθρώσεως, οιδηματοειδή θλάση στην παρακείμενη μοίρα της κλείδας και οστική νησίδα του χειρουργικού αυχένα του βραχιονίου οστού και ότι όπως προέκυπτε από την από 2-5-2007 βεβαίωση του νοσοκομείου "ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ", υπήρχε υπεξαρθρωματική εικόνα της ΔΕ ακρωμιοκλειδικής αρθρώσεως και εκφύλισης του τενοντίου του πετάλου των στροφέων.

Περαιτέρω, κρίθηκε, με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση ότι λόγω του τραυματισμού του, ενώ ο ενάγων εργαζόταν αρχικά ως οικοδόμος με την ειδικότητα του καλουπατζή, στη συνέχεια αναγκάσθηκε να εργασθεί με την ειδικότητα του κτίστη, απώλεσε δε ημερομίσθια που κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν αποκέρδαινε.

Ότι λόγω της στενοχώριας που δοκίμασε και της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε, συνεπεία του τραυματισμού του, υπέστη ηθική βλάβη, δικαιούμενος εκ του λόγου τούτου, χρηματικής ικανοποίησης και συνολικά του επιδικάσθηκε το ποσό των 25.452,80 ευρώ. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, μετά την επίδοση της ως άνω πρώτης αγωγής του ενάγοντας (με αρ.

κατ. 64704/2918/2007), παρουσιάσθηκε νέα δυσμενής απρόβλεπτη εξέλιξη της υγείας του, καθότι η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε και έχρηζε μιας σειράς συνεχών αναρρωτικών αδειών και υποβολής του σε φυσιοθεραπείες, ενώ κρίθηκε και μερικά μόνιμα ανάπηρος. Ειδικότερα, την 14-12-2007, επισκέφθηκε τον ορθοπεδικό Π.

Κ., ο οποίος διέγνωσε τενοντίτιδα ΔΕ υπερακουνδίου με επώδυνο περιορισμό της κινητικότητας του ΔΕ ώμου και συνέστησε φυσιοθεραπείες. Την 13-1-2009 εξετάσθηκε από τον ιατρό του ΙΚΑ Ι. Χ., ο οποίος διέγνωσε επώδυνη δυσκαμψία και εξάρθρημα δεξιάς ακρωμιοκλειδικής, ενώ στις 8-4-2009 λόγω του ότι η κατάσταση του ώμου του χειροτέρευε, υπεβλήθη σε μαγνητική τομογραφία από την οποία διαπιστώθηκε "μέτρια συλλογή υγρού στην περιοχή του υποπλατίου θυλάκου της κατ' ώμον άρθρωσης, χωρίς σημαντική μεταβολή, εκφύλιση του τενοντίου πετάλου των στροφέων μυών, με εικόνα η οποία συνηγορεί για μερικού πάχους ρήξη αυτού, μέτρια διόγκωση των μαλακών μορίων της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης και συνοδός ήπια οιδηματοειδής θλάση μεγίστης διαμέτρου 2 περίπου εκ.

στην παρακείμενη μοίρα της κλείδας, ήπιες εκφυλιστικές αλλοιώσεις των οστών και των χόνδρων της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης, οιδηματοειδής θλάση της ωμογλήνης της ωμοπλάτης και της κορακοειδούς απόφυσης σε περιοχή διαμέτρου 4 περίπου εκ. χωρίς ρήξη του οστικού φλοιού και χωρίς άλλη τοπική βλάβη". Στις 9-1-2009 επισκέφθηκε το νοσοκομείο "ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ" όπου διαπιστώθηκε ότι: "ο ασθενής παρουσιάζει επώδυνη δυσκαμψία ΔΕ ώμου εξαιτίας αναφερόμενης κακώσεως προ διετίας.

Διαπιστώνεται τενοντίτις RC. ΔΕ ώμου καθώς και εικόνα υπερεξαρθρήματος ΔΕ ακρωμιοκλειδικής", ενώ κατά την επανεξέτασή του στις 7-5-2009 στο ΚΑΤ του συνεστήθησαν φυσιοθεραπείες και αναρρωτική άδεια. Στις 4-6-2009 εξετάσθηκε εκ νέου στο ΚΑΤ και διαπιστώθηκε ότι έπασχε από μερική ρήξη του ατροφικού πετάλου ΔΕ και του αυχενοβραχιόνιου ΔΕ και συνεστήθησαν φυσιοθεραπείες και χορηγήθηκε αναρρωτική.

Επίσης στις 8-7-2009 επισκέφθηκε πάλι το ΚΑ Τ και διεπιστώθη περιαρθρίτιδα ΔΕ ώμου καθώς επίσης ότι "παρατηρείται εκφύλιση του τενοντίου πετάλου ΔΕ των στροφέων μυών με εικόνα μερικού πάχους ρήξεως υπερπλατίου μυός. Εκφυλιστικές αλλοιώσεις οστών και χόνδρου της γλοιοβραχιόνιου αρθρώσεως, οστικό οίδημα της κεφαλής του βραχιόνιου ΔΕ.

Η κατάσταση θεωρείται χρόνια και δεν πρόκειται να βελτιωθεί με χειρουργική επέμβαση. Συνιστάται αλλαγή εργασίας, πιο ήπια και λιγότερο κοπιαστική στα άνω άκρα". Επίσης στις 10- 7-2009 η δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή Αθηνών με την υπ'αρ. πρωτ. 562 απόφασή της, αφού διαπίστωσε ότι έπασχε από επώδυνη δυσκαμψία ΔΕ ώμου, τενοντίτιδα ΔΕ ώμου και παρουσίαζε εικόνα υπεξαρθρήματος ΔΕ ακρωμιοκλειδικής, γνωμάτευσε ότι ήταν επιβαρυμένος με μόνιμη αναπηρία το ποσοστό της οποίας ανέρχεται στο 20%.

Στη συνέχεια εξετάσθηκε εκ νέου στο νοσοκομείο ΚΑΤ την 1-2-2010 και 14-5-2010 και του συνεστήθη η αλλαγή επαγγέλματος. Η σημερινή κατάσταση της υγείας του ενάγοντας καθώς και η πρόβλεψη για την εξέλιξη αυτής στο μέλλον, περιγράφονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο διορισθείς από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, πραγματογνώμονας.

Ειδικότερα, ο ορθοπεδικός χειρουργός Γ. Σ., με την από 22-3- 2012 έκθεσή του αναφέρει ότι: ο ενάγων έχει περιορισμό στις ατροφικές κινήσεις του ώμου και ειδικά απαγωγής έως 170ο (έλλειμα 10ο), κάμψη έλλειμα 1 (Τ, έξω στροφή έλλειμα 15 και έσω στροφή έλλειμα 10ο), οι κινήσεις δε, είναι επώδυνες, δίκην "παγωμένου ώμου", λόγω μετατραυματικής δυσκαμψίας.

Οξύ άλγος κατά την ψηλάφηση της ωμικής ζώνης και κυρίως στην περιοχή του υπερακανθίου και υπακανθίου μυών, τραπεζοειδούς και ανελκτήρα της ωμοπλάτης. Η μαγνητική τομογραφία δεξιού ώμου αναφέρει τενοντίτιδα υπερακανθίου και μερική ρήξη αυτού, μετεγχειριτικές αλλοιώσεις ακρωμιοκλειδικής, τενοντίτιδα υπακανθίου και ενδαρθρική συλλογή υγρού.

Στην δε μαγνητική τομογραφία της ΑΜΣΣ απεικονίζεται δισκοκήλη που προκαλεί πιεστικά φαινόμενα στην πρόσθια επιφάνεια του μηνιγγικού σάκου. Ελέγχεται επίσης στένωση αμφοτέρων των μεσοσπονδυλίων τρημάτων, κυρίως του δεξιού και ότι τα αίτια της ως άνω κλινικής του εικόνας είναι ο επίδικος τραυματισμός του.

Επίσης αναφέρει ότι ο ενάγων λόγω του τραυματισμού του, κατέστη μερικά ανίκανος για εργασία οικοδόμου από 14- 12-2007 έως 27-9-2010, ότι έχει καταστεί μερικώς και μόνιμα ανίκανος για την εργασία του οικοδόμου ή οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα που απαιτεί μυϊκή δύναμη των χεριών, σε ποσοστό 25%, και ότι σε ανάλογο βαθμό επηρεάζει την συνέχιση της κοινωνικής και οικονομικής του δραστηριότητας στο επάγγελμα του οικοδόμου ή σε οποιαδήποτε άλλη χειρωνακτική ή κοινωνικοοικονομικά ισοδύναμη εργασία.

Η δε ως άνω εκτίμηση του προαναφερθέντος ιατρού που περιέχεται στην προαναφερθείσα πραγματογνωμοσύνη, περί του ποσοστού αναπηρίας του ενάγοντος και περί της μόνιμης παραπάνω αναπηρίας του, συμπίπτει και με τα όσα διαπίστωσε και η δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή Αθηνών, ενώ, περί του ότι η εν λόγω σωματική του βλάβη δεν δύναται να αντιμετωπισθεί με χειρουργική επέμβαση αναφέρει και ο προαναφερόμενος ιατρός του νοσοκομείου "ΚΑΤ" Δ.

Ε., και ως εκ τούτου, η ιατρική εκτίμηση του ορθοπεδικού χειρουργού Γ. Κ. (βλ. ιατρική του βεβαίωση που προσκομίζει το εναγόμενο), κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν είναι ορθή. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι η εργασιακή απασχόληση του ενάγοντος, συνεπεία του ως άνω τραυματισμού του, κατά τα επόμενα έτη, θα είναι μειωμένη κατά 25% εξ αιτίας των προβλημάτων που του προκάλεσε η κατά 25% αναπηρία του, εφόσον κατά το ποσοστό αυτό κρίθηκε μόνιμα ανάπηρος, όπως προαναφέρθηκε.

Ενόψει του ότι κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθεί να εργάζεται, θα απωλέσει κατά μέσο όρο και παρακάτω ποσά: Δεδομένου ότι είναι τεχνίτης έγγαμος και ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, για διάστημα μεγαλύτερο των τριών τριετιών, για το διάστημα από 1-10-2010 έως 1-10-2013, θα λάμβανε ημερομίσθιο 77,41 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 15,5 ευρώ θα αφορούσε κρατήσεις επί του ημερομισθίου του (δηλ.

το 19,45% του ημερομισθίου του), ενώ για κάθε ημερομίσθιό του, ο εργοδότης του θα κατέβαλε στον ασφαλιστικό του φορέα το ποσόν των 50,52 ευρώ, δηλ. θα απολάμβανε ημερησίως το ποσόν των 127,93 ευρώ. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, λαμβανομένων υπόψιν και των δυσμενών οικονομικών συνθηκών που άρχισαν να επικρατούν στην χώρα συνεπεία των οποίων, επήλθε σταδιακά δυσκολία στην εύρεση εργασίας, ενώ επλήγη ιδιαίτερα και ο τομέας των οικοδομικών εργασιών, θα εργαζόταν, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, 15 ημέρες το μήνα και ως εκ τούτου, θα εσόδευε το ποσό των 1.928,95 ευρώ το μήνα (15 ημέρες χ 127,93 ευρώ).

Λόγω όμως της οφειλόμενης στην προκληθείσα από το ένδικο ατύχημα αναπηρίας του, οι αποδοχές του θα είναι μειωμένες κατά 25%, οπότε θα απωλέσει για το προαναφερόμενο διάστημα, το ποσό των 479,73 ευρώ (1.918,95 χ 25%) μηνιαίως, ήτοι το ποσό των 5.756,76 ευρώ ετησίως και συνεπώς το συνολικό ποσό των 17.270,28 ευρώ (5756,76 χ 3 έτη) το οποίο ποσό θα του επιδικασθεί εφάπαξ".

Περαιτέρω, αναφορικά με το κονδύλιο πρόσθετης χρηματικής παροχής, κατ'άρθρο 931 ΑΚ, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μέχρι την ημέρα του ατυχήματος ήταν υγιής (κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 33 ετών) και εργαζόταν ως οικοδόμος. Η εργασία του αυτή απαιτεί μεγάλη μυϊκή δύναμη και προκαλεί μεγάλη καταπόνηση των χεριών και των ωμικών αρθρώσεων.

Μετά τον ένδικο τραυματισμό του, ήταν αδύνατον να συνεχίσει με κανονικό τρόπο την προηγούμενη εργασία του, ενώ δεν έχει τα προσόντα, δεδομένου ότι δεν διαθέτει κάποια μόρφωση, ώστε να ασκήσει άλλο επάγγελμα χωρίς να καταπονούνται τα χέρια του. Εξάλλου, όλοι οι εργοδότες, σε όλα τα χειρονακτικά επαγγέλματα, είναι επιφυλακτικοί να προσλάβουν τον ενάγοντα λόγω του προβλήματος της υγείας του.

Έτσι δεν έχει πλέον τις ίδιες ευκαιρίες στη ζωή, όπως οι συνομήλικοί του, που είναι εντελώς υγιείς. Ο ενάγων αισθάνεται ότι μειονεκτεί λόγω της αναπηρίας του και βιώνει ψυχικό άλγος, άγχος και ταλαιπωρία. Οπωσδήποτε η αναπηρία του επιδρά στο μέλλον του, ήτοι, όχι μόνον στην επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη, αλλά και στην κοινωνική, οικογενειακή και εν γένει προσωπική του εξέλιξη.

Ως εκ τούτου, πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρ. 931 Α.Κ. Λαμβανομένου δε υπ' όψιν του είδους και του ποσοστού της αναπηρίας του και της επίδρασης της αναπηρίας του αυτής στην εν γένει κοινωνική προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως αποζημίωση σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 931 Α.Κ.

το ποσό των 17.000 ευρώ. Περαιτέρω από το σκεπτικό της ως άνω υπ'αρ. 4806/2010 τελεσίδικης απόφασης όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει ότι η επιδικασθείσα στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση, αφορούσε την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη για τις μέχρι τότε διαπιστωθείσες βλάβες της υγείας του. Έκτοτε όμως υπήρξε αιφνίδια δυσμενής εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος που δεν ήταν εκ των προτέρων προβλέψιμη και προκάλεσε μερική ισόβια αναπηρία στον ενάγοντα σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν.

Επομένως ο ενάγων δικαιούται πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση, την οποία το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ όψιν τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε το ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα που βαρύνει την οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, το είδος της δυσμενούς εξέλιξης της υγείας του, την ηλικία του, την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία του, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, ορίζει στο ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο, μετά την στάθμιση των κατά νόμου στοιχείων (άρθρ. 932 Α.

Κ.)

Με το άρθρο 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986 ορίζεται ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως".... Συνακόλουθα με όλα τα ανωτέρω έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση αναφορικά με το ύψος των κονδυλίων της αποζημίωσης κατ' αρθρ. 931 Α.Κ., της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και όσον αφορά στο κονδύλιο των μειωμένων αποδοχών του κατά το χρονικό διάστημα από 1- 10-2010 έως 1-10-2013.

Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τους κατ' έφεσιν διαδίκους και στη συνέχεια αφού κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή για το συνολικό ποσό των 74.906,43 ευρώ (34.636,15 + 17.270,28 + 17.000 + 6.000) επαναλαμβανομένων των μη ανατρεπομένων διατάξεων, να αναγνωρισθεί δε ότι το δεύτερο εναγόμενο, είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 74.906,43 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής".

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, καθόσον τo Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του (3673/2015) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του προβληθέντες πρωτοδίκως και επαναφερθέντες με τον τέταρτο λόγο της από 25-2-2014 έφεσής του κατά της υπ' αριθμ. 289/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αυτοτελείς ισχυρισμούς του και συγκεκριμένα α) την στηριζομένη στο άρθρο 19 § 5 του ν. 489/76 ένσταση περί του ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από το Επικουρικό Κεφάλαιο τα ποσά που έλαβε ή δικαιούται να λάβει από το ΙΚΑ (ασφαλιστικό του ταμείο κοινωνικής ασφάλισης) λόγω του ατυχήματος για το επίδικο διάστημα από 1-10-2010 μέχρι 1-10-2013, ως επίδομα ασθενείας ή σύνταξη αναπηρίας και β) το αίτημα να διαταχθεί ο ενάγων να προσκομίσει βεβαίωση από το ΙΚΑ για το ακριβές ποσό που του κατέβαλε ή υποχρεούνταν να του καταβάλει για την αιτία αυτή (επίδομα ασθενείας ή σύνταξη αναπηρίας) κατά το άνω διάστημα (από 1-10-2010 μέχρι 1-10-2013), έτσι ώστε από την σύγκριση της βεβαιώσεως αυτής με τα ποσά που δέχθηκε το Εφετείο ότι απώλεσε ο ενάγων (λόγω της μειωμένης ικανότητάς του προς εργασία) να διαπιστωθεί αν δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση κάποιο ποσό και ποιο ή δεν δικαιούται, δηλαδή αν δικαιούται ως αποζημίωση για την αιτία αυτή το ποσό που του επιδικάσθηκε ή όχι, αλλά δέχθηκε κατά ένα μέρος την έφεση του αναιρεσείοντος επιδικάζοντας εφάπαξ στον εφεσίβλητο ενάγοντα για το επίδικο χρονικό διάστημα το ποσό των 17270,28 ευρώ (5.756,76 επί 3 έτη) χωρίς ωστόσο κατά το αναιρεσείον να αφαιρέσει από το παραπάνω επιδικασθέν ποσό τα ποσά που έλαβε ο αναιρεσίβλητος ενάγων κατά το ίδιο διάστημα από το IΚΑ ως επίδομα ασθένειας ή σύνταξη αναπηρίας, άλλως χωρίς να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως για τα κονδύλια αυτά και να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως ως προς αυτά προκειμένου να προσκομισθεί από τον ενάγοντα βεβαίωση του ΙΚΑ για το ύψος των ασφαλιστικών αυτών παροχών ώστε να αφαιρεθούν από το αντίστοιχο ποσό της αποζημιώσεως.

Ωστόσο ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ είναι προεχόντως αποριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας της, προταθείσας στο πρωτοδικείο και επαναφερθείσας στο Εφετείο με λόγο εφέσεως ένστασης από το αρθρ. 19 παρ. 5 του ν. 489/1976 που φέρεται ότι αγνοήθηκε από το Εφετείο, γιατί δεν αναφερόταν σ' αυτήν, ούτε άλλωστε και στον ως άνω λόγο αναίρεσης γίνεται επίκληση τέτοιας αναφοράς πρωτοδίκως και στο Εφετείο συγκεκριμένο ποσό ασφαλιστικών παροχών (επίδομα ασθένειας ή σύνταξη αναπηρίας) το οποίο για το επίδικο διάστημα ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε ή δικαιούταν να εισπράξει από το ΙΚΑ, ενώ εξάλλου η μη αναβολή συζητήσεως της υποθέσεως (αρθρ. 249 του ΚΠολΔ) προκειμένου να προσκομισθεί από τον ενάγοντα βεβαίωση του ΙΚΑ για το ποσό που ο ενάγων δικαιούταν να εισπράξει, ή εισέπραξε από το ΙΚΑ δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως ούτε από τον αριθμό 1 ούτε από τον αριθμό 9 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, είναι και αβάσιμο, καθόσον η Δευτεροβάθμια Επιτροπή του ΙΚΑ με την με αριθμό 713/14.5.2010 απόφασή της απέρριψε το αίτημά του αναιρεσίβλητου για συνταξιοδότηση με την αιτιολογία ότι το ποσοστό αναπηρίας του είναι κάτω του απαιτούμενου ορίου του 67%.

Επομένως ο αναιρεσίβλητος δεν εδικαιούτο, ούτε εισέπραξε επιδοτήσεις ή συντάξεις ώστε να τεθεί θέμα αφαιρέσεως των σχετικών ποσών από την αποζημίωση.

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, προβάλλεται από το αναιρεσείον ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 298, 914, 929 ΑΚ και 19 παρ. 5 του ν. 489/1976 με εσφαλμένη ερμηνεία όλων και εσφαλμένη μη εφαρμογή της τελευταίας, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, με βάση την παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ακόμη δε, ότι παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία αφορούν την ερμηνεία των διατάξεων αυτών και την υπαγωγή των παραπάνω πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε σ' αυτές, σύμφωνα με τα οποία, από το έτος 2010 και μετά, λόγω της οικονομικής κρίσης που άρχισε και συνεχίζει να μαστίζει την Ελλάδα (υπαγωγή σε μνημόνια), σταμάτησε η οικοδομική δραστηριότητα, αυξήθηκε η ανεργία των εργαζομένων στις οικοδομές, ελαχιστοποιήθηκαν οι ημέρες εργασίας των οικοδόμων που έτυχε να βρίσκουν εργασία και μειώθηκαν κατακόρυφα οι αποδοχές τους, με το να δεχθεί αύξηση των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου κατά το διάστημα από 1-10-2010 μέχρι 1-10-2013 υποπίπτοντας έτσι και στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ωστόσο ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον μεν αφορά στη θεμελίωσή του στον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 298, 914, 929 ΑΚ, λόγω αοριστίας, γιατί δεν εξειδικεύεται το νομικό σφάλμα της αποφάσεως και ειδικότερα σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία των άνω διατάξεων και σε τι συνίσταται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, ενώ εξάλλου, καθόσον αφορά την μη εφαρμογή της τελευταίας άνω διατάξεως (άρθρ. 19§5 ν. 489/1976) δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, καθόσον ο προβληθείς από το αναιρεσείον ισχυρισμός από το αρθ. 19 παρ. 5 του ν. 489/1976, όπως ήδη αναφέρθηκε στο προηγούμενο σκέλος του ίδιου λόγου, ήταν αόριστος και επομένως ορθώς δεν εφαρμόσθηκε η διάταξη αυτή, αφού η εφαρμογή της προϋποθέτει συγκεκριμένο ποσό που ο ενάγων εισέπραξε ή δικαιούταν να εισπράξει από το ΙΚΑ, πράγμα το οποίο δεν επικαλέστηκε το αναιρεσείον με την προβληθείσα απ' αυτό ένσταση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση, ούτε άλλωστε δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δικαιούτο οποιοδήποτε ποσό από το ΙΚΑ, λόγω της μειωμένης ικανότητάς του προς εργασία.

Καθόσον δε αφορά την αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορούν πράγματι στην ερμηνεία των ως άνω διατάξεων ή την υπαγωγή σ' αυτές αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη ζημία του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου από την απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του.

Περαιτέρω με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ γιατί δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες, άλλως διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τα ουσιώδη και κρίσιμα ζητήματα της ανικανότητας προς εργασία του αναιρεσίβλητου κατά το διάστημα από 1-10-2010 μέχρι 1-10-2013, του ύψους των αποδοχών του κατά το ίδιο διάστημα των ασφαλιστικών παροχών του ΙΚΑ (επίδομα ασθενείας ή σύνταξη αναπηρίας) προς αυτόν κατά το ίδιο διάστημα και της δικαιούμενης αποζημιώσεως για απώλεια εισοδημάτων της εργασίας του.

Ειδικότερα προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις αα) ότι αυτή (αναιρεσιβαλλόμενη) δεν διευκρινίζει και δεν αιτιολογεί ποιά συγκεκριμένη ζημία αφορά το ποσό των 34.636,15 ευρώ και για ποιό λόγο αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα το παραπάνω ποσό.

Ωστόσο ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος για τους παρακάτω λόγους : Με την πρωτόδικη οριστική απόφαση με αριθμό 289/2014 αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο , μεταξύ άλλων, το ποσό των 34.634,15 ευρώ για διαφυγόντα εισοδήματα του χρονικού διαστήματος από 14-12-2007 μέχρι 27-9-2010.

Η πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο τούτο δεν προσβλήθηκε με την από 25-2-2014 έφεση του αναιρεσείοντος όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπησή της .Επομένως κατά το άνω κεφάλαιο η πρωτόδικη απόφαση δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο και επομένως το Εφετείο δεν είχε λόγο να ερευνήσει το παραπάνω μη μεταβιβασθέν κεφάλαιο και να διαλάβει ως προς αυτό αιτιολογίες.

Το γεγονός ότι το παραπάνω ποσό μνημονεύεται στην εφετειακή απόφαση και αποτελεί τμήμα του τελικού - συνολικού ποσού των 74.906,43 ευρώ, για το οποίο αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να το καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, αποσκοπούσε αποκλειστικά στη δημιουργία ενιαίου τίτλου εκτελέσεως, δηλαδή ενός τίτλου για όλες τις αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου και συγκεκριμένα μιας αποφάσεως, όπως εξάλλου ρητά επισημαίνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη με την αναφορά της φράσης "επαναλαμβανομένων των μη ανατρεπόμενων διατάξεων".

ββ) ότι αυτή (αναιρεσιβαλλόμενη) δέχεται ημερήσιες αποδοχές του αναιρεσιβλήτου από την εργασία του, την οποία δεν μπόρεσε να εκτελέσει λόγω του τραυματισμού του στο ποσό των 127,93 ευρώ χωρίς να αιτιολογεί γιατί ο αναιρεσίβλητος με μόνο το γεγονός ότι είναι τεχνίτης έγγαμος και ασφαλισμένος στο ΙΚΑ για διάστημα μεγαλύτερο των τριών τριετιών θα απολάμβανε ημερησίως το ποσό των 127,93 ευρώ κατά το διάστημα αυτό.

Ο λόγος όμως αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί με την κατ' επίφαση επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι, οι προσβαλλόμενες από το αναιρεσείον αιτιάσεις ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψή του, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού ως προς τα παραπάνω ζητήματα, πέραν της αοριστίας του, εφόσον το αναιρεσείον δεν αναφέρει ποιες συγκεκριμένα παραδοχές έπρεπε να διαλαμβάνει η απόφαση, ώστε να έχει πλήρη αιτιολογία ως προς το σχετικό ζήτημα.

Πέραν τούτων ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, εφόσον η αιτούμενη αποζημίωση για το χρονικό διάστημα από 1-10-2010 έως 1-10-2013 αφορά μείωση των εισοδημάτων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά ποσοστό 25% από την εργασία του και δεν αφορά απώλεια των εισοδημάτων αυτού από εργασία του λόγω πλήρους ανικανότητας αυτού για εργασία, ούτε περαιτέρω έξοδα νοσηλείας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, ώστε να τίθεται θέμα καλύψεως της ζημιάς του ενάγοντος από αντίστοιχες ασφαλιστικές παροχές του ΙΚΑ (επίδομα ασθένειας ή σύνταξη αναπηρίας) και έλλειψης νομιμοποίησης του ενάγοντος να τα ζητήσει από το Επικουρικό Κεφάλαιο σύμφωνα με την άνω διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του ν. 489/1976, καθώς και επανάληψης της συζήτησης της αγωγής ως προς αυτά, προκειμένου να προσκομιστεί από τον ενάγοντα βεβαίωση από το ΙΚΑ για το ύψος των ασφαλιστικών αυτών παροχών, ώστε να αφαιρεθεί το ποσό αυτών από το αντίστοιχο ποσό αποζημίωσης.

Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι το παραπάνω ποσό είναι σύμφωνο με την από 14.7.2009 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που αφορά τους όρους αμοιβής και συνθηκών εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και συναφών κλάδων όλης της Χώρας, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμό 27699/2250 από 17.9.2009 απόφαση του υφυπουργού Εργασίας (βλ.

ΦΕΚ αρ. φ. 2078 τ. β' της 28.9.2009) και καθορίζει τα κατώτατα όρια των βασικών ημερομισθίων, δηλαδή το ελάχιστο ημερομίσθιο που υποχρεούται ο εργοδότης να καταβάλει σε μισθωτό και στην οποία αναφέρεται ότι το ημερομίσθιο των εγγάμων εργατοτεχνιτών οικοδόμων με προϋπηρεσία 9-12 έτη ανέρχεται στο ποσό των 77,41 ευρώ πλέον ποσού 50,52 ευρώ που αφορά την εργοδοτική εισφορά, ήτοι σύνολο 127,93 ευρώ (77,41 + 50,52 = 127,93) για κάθε ημερομίσθιο.

Περαιτέρω προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αυτή αν και δέχθηκε ότι το ημερομίσθιο του οικοδόμου - καλουπατζή κατά το χρόνο του ατυχήματος (29-9-2005) ήταν 95,35 ευρώ, δέχεται ότι κατά την επίδικη τριετία από 1-10-2010 μέχρι 1-10-2013 θα αυξανόταν στο ποσό των 127,93 ευρώ χωρίς να αναφέρει και να αιτιολογεί με βάση ποια στοιχεία οδηγήθηκε στην κρίση αυτή, δεδομένου ότι στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι λόγω των δυσμενών οικονομικών συνθηκών επλήγη ιδιαίτερα ο τομέας των οικοδομικών εργασιών και επήλθε σταδιακά δυσκολία στην εύρεση εργασίας.

Ωστόσο και ο προβαλλόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του αρθ. 559 του ΚΠολδ, πέραν του ότι είναι απαράδεκτος γιατί πλήττει και πάλιν την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι και αβάσιμος διότι προκύπτει, όπως αναφέρθηκε, από την ως άνω Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Περαιτέρω η προβαλλόμενη αντιφατικότητα μεταξύ παραδοχής της αυξήσεως του ημερομισθίου και μειώσεως των ημερών εργασίας κατά μήνα αφορά και αυτή την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων ανεξαρτήτως του ότι δεν δημιουργείται τέτοια αντιφατικότητα αφού είναι δυνατό στη πράξη να αυξάνεται το ημερομίσθιο και να μειώνονται οι ημέρες εργασίας.

γγ) ότι αυτή (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) ενώ δέχεται αρχικά στηριζόμενη στη με αριθμό πρωτ. 562/10-7-2009 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Αθηνών του ΙΚΑ ότι το ποσοστό αναπηρίας του αναιρεσιβλήτου ανέρχεται στο 20%, εντούτοις στη συνέχεια όλως αντιφατικά δέχεται ότι η αναπηρία του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου ανέρχεται σε ποσοστό 25% επικαλούμενη την έκθεση του διορισθέντος με την 3663/2011 μη οριστική πρωτόδικη απόφαση πραγματογνώμονος ορθοπεδικού ιατρού Γ.

Σ.. Περαιτέρω εκτίθεται στον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ότι λόγω της παραπάνω διαφοράς ποσοστών αναπηρίας, δηλαδή του 25% που δέχθηκε ο πραγματογνώμονας και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και του 20% που δέχθηκε η Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ προκύπτει συνολική διαφορά για 3 έτη ύψους 3.453,84 ευρώ σε βάρος του αναιρεσείοντος που αποτελεί συνέπεια της αντιφατικής αιτιολογίας.

Ωστόσο και ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως με την κατ' επίφαση επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Πέραν τούτου ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικής αιτιολογίας από το επικαλούμενο από το αναιρεσείον γεγονός ότι στηριζόμενη στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης δέχτηκε διαφορετικό ποσοστό μείωσης της εργασιακής ικανότητας του ενάγοντος στην επαγγελματική του ενασχόληση λόγω της φύσεως του τραυματισμού του, (25%) από το ποσοστό αναπηρίας του (20%) που δέχτηκε η Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ, εφόσον η, κρίση αυτή του Εφετείου δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογία, ανεξαρτήτως του ότι το ποσοστό 25% της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται στη μερική ανικανότητα του ενάγοντος για την άσκηση της εργασίας του οικοδόμου, και εξαρτάται από το είδος και τις απαιτήσεις της συγκεκριμένης εργασίας και δεν αναφέρεται γενικά στην αναπηρία του ενάγοντος αποκλειστικά με βάση την κατάσταση της υγείας του και τις σωματικές ανατομικές δυσλειτουργίες που έχει προκαλέσει στον οργανισμό του ο τραυματισμός του κατά το ένδικο ατύχημα όπως η γνωμάτευση της ως άνω Επιτροπής του ΙΚΑ, σύμφωνα με την αναφορά του περιεχομένου της στην απόφαση.

Μετά από αυτά, απορριπτομένου του λόγου αναίρεσης ως προς όλα τα σκέλη του ως αβασίμου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από το αναιρεσείον για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το τελευταίο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ), ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-7-2016 (αριθμ. καταθ. 658/2016) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3673/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από το αναιρεσείον για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ