Legislator Case Law & Legislation
1135/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling new arguments were not properly raised at lower court.

Case Number 1135/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Athens. The appellant argued that the lower court erred in rejecting their claim regarding a distribution agreement, but the court found these arguments were either already presented or constituted a denial of the appellee's claims rather than new facts. Consequently, the court ruled that no grounds for cassation existed under the relevant procedural articles.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 577, 559, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not admit new arguments or facts that were not properly raised and substantiated at the lower court level, particularly when they amount to a denial of the opponent's claims rather than independent grounds for appeal.

Keywords

AI generated
cassation appeal new arguments procedural admissibility Code of Civil Procedure burden of proof legal costs distribution agreement

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Law 219/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1135 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1135/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "..." όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσείουσα Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη που ανακάλεσε την από 13/2/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νίκη Ορφανίδου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/8/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 355/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/5/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 7-5-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 3557/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 244/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 28-8-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την ως άνω έφεση, εξαφάνισε εν μέρει την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με το π.δ/μα 219/1991, που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναλογικά και επί των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, οι οποίες, κατά τα ουσιώδη αυτών στοιχεία, ομοιάζουν με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ορίζονται και τα εξής:

α) "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση ..." (άρθρο 9 παρ. 1α), β) "το ποσό της αποζημίωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον ετήσιο μέσο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου" (άρθρο 9 παρ. 1β), γ) "η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί στον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας που υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα" (άρθρο 9 παρ. 1γ) και δ) "ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωση ζημίας της προηγούμενης παραγράφου εάν δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του" (παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές - σε συνδυασμό και με αυτές του άρθρου 8 - του ως άνω Π.Δ/τος, που αποτελούν ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των αντιστοίχων ρυθμίσεων του άρθρου 17 παρ. 2 εδ. α', β', γ' και παρ. 3 και 5 της άνω Οδηγίας, σαφώς συνάγεται ότι, από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 στοιχ. α' του άρθρου 9 αποζημίωση πελατείας διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ' της ίδιας παραγράφου αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου, την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος.

Για τη γέννηση της τελευταίας αυτής αξίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία.

Επομένως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όπως και ο αποκλειστικός διανομέας, δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου (Ολ ΑΠ 16/2013), η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα.

Η περαιτέρω αυτή ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου ή του διανομέα έχει τη μορφή διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα που ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο.

Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περίπτωση σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991.

Επίσης, η κατά τα ανωτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 8 και 9 παρ.1 εδ. α' και 3 του ίδιου π.δ. αποζημίωση ή αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, δεν οφείλεται όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου που δικαιολογεί καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, από το οποίο συνάγεται, περαιτέρω, ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου ή αντίστοιχα του διανομέα, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ.

προβλεπόμενη λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ' ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στο πλαίσιο της σύμβασης (υπαίτια καταγγελία).

Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπέρβασης των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του ΑΚ γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία.

Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτήν όρους (ΑΠ 1317/2018, ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 165/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδη με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018).

Επιπλέον, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή, όταν τα εκτιθέμενα, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 61/2019, ΑΠ 224/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή, μετά από εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 1-6-2008, η ενάγουσα η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των διανομών γαλακτοκομικών προϊόντων και τροφίμων, συνήψε άτυπα (προφορικά) σύμβαση συνεργασίας αορίστου χρόνου με την εναγόμενη, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα παρασκευής και διάθεσης αλλαντικών-προϊόντων, δυνάμει της οποίας η τελευταία της ανέθεσε την αποκλειστική διανομή των προϊόντων της στις περιοχές ...., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...

και ..., σε διάφορα σημεία πώλησης (σούπερ μάρκετ, μίνι μάρκετ, παντοπωλεία, φούρνους, αναψυκτήρια, ταχυφαγεία, εστιατόρια κλπ). Σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση, η ενάγουσα αγόραζε αποκλειστικά από την εναγομένη τα διάφορα είδη αλλαντικών και τα μεταπωλούσε στο όνομα και για λογαριασμό της, εκδίδοντας δικά της τιμολόγια σε καθοριζόμενη από την εναγόμενη τιμή, στα διάφορα σημεία πώλησης που βρίσκονταν στις ανωτέρω περιοχές της ευθύνης της λαμβάνοντας ως αμοιβή για τη διαμεσολαβητική της αυτή δραστηριότητα, ποσοστό 32% επί του τζίρου των πωλήσεων της.

Η ενάγουσα, με βάση την ανωτέρω σύμβαση, όφειλε να καταβάλει στην εναγομένη το τίμημα πώλησης με πίστωση 90 ημερών από το τέλος του μηνός που εκδόθηκαν τα τιμολόγια. Κατά τη διάρκεια λειτουργίας της ανωτέρω σύμβασης, η ενάγουσα δεν διέθετε στις ανωτέρω περιοχές ευθύνης της ανταγωνιστικά προϊόντα προς αυτά της εναγομένης, κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να αυξήσει τις πωλήσεις και να εισφέρει νέα σημεία πώλησης στην εναγομένη, ακολουθούσε όλες τις υποδείξεις και οδηγίες της εναγομένης όσον αφορά το μάρκετινγκ, τις διαφημιστικές καμπάνιες, τηρούσε το καθήκον εχεμύθειας και απέστελλε σε τακτά χρονικά διαστήματα στην εναγομένη, λίστα πελατών.

Η εναγομένη παρέδωσε στην ενάγουσα τα μέχρι τότε σημεία πώλησης (ήτοι τους πελάτες της), ο σημαντικότερος των οποίων ήταν τα καταστήματα σούπερ μάρκετ της αλυσίδας "... ΟΕ", η δε ενάγουσα, αφενός μεν συντέλεσε στην αύξηση των πωλήσεων στα σημεία πώλησης που της δόθηκαν, αφετέρου δε εισέφερε νέους πελάτες στην ενάγουσα, προωθώντας έτσι τα συμφέροντα της τελευταίας.

Η εναγομένη με την από 1-5-2012 επιστολή της ενημέρωσε την ενάγουσα ότι από την 4-5-2012 θα αναλάμβανε η ίδια (εναγομένη) την πώληση και διανομή των προϊόντων της προς τα καταστήματα της αλυσίδας "... ΟΕ", που μέχρι τότε τροφοδοτούσε η ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι η ενέργειά της αυτή υπαγορεύτηκε από την αλλαγή της εμπορικής πολιτικής της αναφορικά με την πώληση και διανομή των ειδών της σε σούπερ μάρκετ πανελλαδικώς, την οποία πλέον αναλάμβανε η ίδια.

Η ανωτέρω ενέργεια της εναγομένης υπήρξε δυσμενέστατη για την ενάγουσα, διότι τα ανωτέρω καταστήματα της εταιρείας "... ΟΕ" ήταν ο πελάτης με το μεγαλύτερο τζίρο. Εν συνεχεία όμως, ήτοι την 31-5-2012 η εναγομένη αρνήθηκε να προμηθεύσει την ενάγουσα με προϊόντα της, για να τα πωλήσει η τελευταία στους υπόλοιπους πελάτες, καταγγέλλοντας κατ' αυτό τον τρόπο τη μεταξύ τους σύμβαση, χωρίς να τηρήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 8§4 του ΠΔ 219/1991 προθεσμία.

Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε προφορικά προς την εναγομένη και η τελευταία αρκετούς μήνες μετά, ήτοι τον Δεκέμβριο του 2012 κοινοποίησε προς την ενάγουσα μια εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση με την οποία την καλούσε να της καταβάλει το ποσό των 13.638,23 € για δέκα ανεξόφλητα τιμολόγια από αγορά προϊόντων της. Η ενάγουσα με την από 10-1-2013 εξώδικη διαμαρτυρία της, που κοινοποίησε στην εναγομένη την 11-1-2013, διαμαρτυρήθηκε προς την εναγομένη, για την καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, επιφυλάχθηκε κάθε νομίμου δικαιώματός της και ιδίως του να ασκήσει την αξίωσή της για αποζημίωση πελατείας, και για κάθε περαιτέρω ζημία της καθώς και για την χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δήλωσε προς την εναγομένη, αφενός μεν ότι αμφισβητεί το ύψος της οφειλής της, αφετέρου δε ότι συμψηφίζει την απαίτηση της εναγομένης με ισόποση απαίτησή της από την αποζημίωση πελατείας, άλλως από αποζημίωση διαφυγόντων κερδών, άλλως από τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που της οφείλει από την παράνομη καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης αποκλειστικής διανομής, ισχυριζόμενη ότι λόγω των οφειλών της ενάγουσας δεν ηδύνατο να συνεχίσει την εκτέλεση παραγγελιών της ενάγουσας.

Εν προκειμένω πρέπει να λεχθεί ότι κατά την 31-5-2012 που η εναγομένη κατήγγειλε τη μεταξύ αυτής και της ενάγουσας σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η ενάγουσα είχε ανεξόφλητα δέκα τιμολόγια προς την εναγομένη, ήτοι τα υπ' αρ. ...981/4-1-12, ...595/12-1-12, ....../12-1-12, ...821/ 2-2-12, ...568/9-2-12, ...758/16-2-12, 600595/23-2-12, ...482/8-3-12, ...968/5-4-12, ...492/3-5-12 συνολικού ποσού 13.638,23 €. Όμως τα τιμολόγια η ενάγουσα όφειλε να τα εξοφλεί εντός 90 ημερών από το τέλος του μήνα εκδόσεώς τους.

Συνεπώς, κατά την 31-5-2012 που η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση, εκ των ανωτέρω τιμολογίων μόνο τα επτά πρώτα των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2012 έπρεπε να έχουν εξοφληθεί και συνεπώς ήσαν ληξιπρόθεσμα, συνολικού ποσού 9.578,62 € (ήτοι 1.390,90 +1.896,22+117,38+1.543,23+1.141,43+ 1.661,72 1.827,72 € αντιστοίχως). Όμως ο συνολικός τζίρος που έκανε η ενάγουσα από τον Ιανουάριο έως και τον Μάιο του 2012, ήταν 28.062,11 €. Επομένως, τα προαναφερόμενα επτά ληξιπρόθεσμα τιμολόγια εκδοθέντα τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2012, αντιστοιχούσαν, σε ένα μεγάλο ποσοστό του τζίρου των αντιστοίχων μηνών, καθόσον ο πραγματοποιηθείς τζίρος της ενάγουσας ήταν μικρός.

Συνεπώς, συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την έκτακτη ως άνω καταγγελία της σύμβασης από την εναγομένη, συνισταμένου στην εν μέρει παραβίαση των υποχρεώσεων της ενάγουσας καθόσον το ληξιπρόθεσμο χρέος της ενάγουσας από τα ανωτέρω τιμολόγια, ήταν μεγάλο σε σχέση με τον πραγματοποιηθέντα τζίρο της ενάγουσας κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, οπότε η λύση της σύμβασης επήλθε χωρίς την παρέλευση των ως άνω αναφερομένων στο άρθρο 8 §4 ΠΔ 219/1991 προθεσμιών.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το ως άνω χρέος της (συνολικού ποσού 13.638,236), δεν προέκυψε από τα συγκεκριμένα τιμολόγια πώλησης, αλλά ως χρεωστικό κατάλοιπο, μετά τη γενόμενη εκκαθάριση και το κλείσιμο του αλληλόχρεου τρέχοντος λογαριασμού, οπότε το χρέος αυτό δεν ήταν ληξιπρόθεσμο κατά το χρόνο λύσης της σύμβασης (τέλη Μαΐου 2012), αφού ως χρεωστικό κατάλοιπο τηρούμενου αλληλόχρεου λογαριασμού κατέστη ληξιπρόθεσμο με το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός της ενάγουσας, ήτοι ότι τηρείτο μεταξύ αυτής και της εναγομένης αλληλόχρεος λογαριασμός, δεν απεδείχθη και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα δεν απεδείχθη ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε, έστω και άτυπα, σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αλλά αντιθέτως απεδείχθη ότι μεταξύ αυτών τηρείτο ένας λογιστικός λογαριασμός όπου καταχωρούνταν το πιστωθέν τίμημα από τις επαναλαμβανόμενες πωλήσεις εμπορευμάτων προς την ενάγουσα και οι τμηματικές καταβολές αυτής προς την εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος των εμπορευμάτων αυτών.

Η ανωτέρω έκτακτη καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης δεν είναι καταχρηστική , ούτε αντίκειται στα χρηστά ήθη, διότι έγινε λόγω συνδρομής του προαναφερόμενου σπουδαίου λόγου και δεν έγινε με πρόθεση να ζημιωθεί η ενάγουσα διανομέας και να καρπωθεί η εναγομένη τα οφέλη από την ήδη αποκτηθείσα από την ενάγουσα πελατεία.

Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός του ότι, η ενάγουσα ναι μεν εισέφερε νέους πελάτες στο πελατολόγιο της εναγομένης, πλην όμως οι ετήσιοι τζίροι των πελατών αυτών ήταν ιδιαίτερα μικροί και δεν διαφοροποιούσαν σημαντικά το ύψος των εσόδων της τελευταίας. Ειδικότερα απεδείχθη, ότι η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, εισέφερε συνολικά όλα τα έτη, στην εναγομένη, περίπου 200 νέους πελάτες, πλην όμως πολλοί εξ αυτών εμφάνισαν πολύ μικρό τζίρο κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και μετά έπαψαν να είναι πελάτες όπως π.χ.

συνέβη με τους πελάτες Δ. Κ. Ε. και Δ. Α. Α., οι οποίοι εμφαίνονται στην αγωγή με α.α 55 και 56 αντιστοίχως, οι οποίοι έχουν το 2008 ετήσιο τζίρο 5,54€ και 5,32€ αντιστοίχως και μηδενικούς τζίρους τα επόμενα έτη λειτουργίας της σύμβασης. Και ναι μεν ο τζίρος πωλήσεων της ενάγουσας ανήλθε το έτος 2008 στο ποσό των 33.493,02 €, το έτος 2009 στο ποσό των 98.502,20 €, το έτος 2010 στο ποσό των 97.829,39 €, το έτος 2011 στο ποσό των 101.673,58 € και το έτος 2012 στο ποσό των 28.062,11 €, πλην όμως το μεγαλύτερο τζίρο πραγματοποιούσε με τον πελάτη που η εναγομένη της είχε παραχωρήσει, ήτοι τα πέντε καταστήματα "...

ΟΕ", στα οποία η ενάγουσα εμφανίζει τζίρους, το έτος 2009 τα ποσά των 17.781,72 + 24.028,37+6.168,19+8.560,246, το έτος 2010 τα ποσά των 19.478,14+25.222,40+8.412,36+13.206,55+ 3.344,59€, το έτος 2011 τα ποσά των 17.659,73+22.808,57+ 9.026,48 +11.580+14....,756 και το έτος 2012 τα ποσά των 4.115,20 +6.840,95+3.220,86+2.708,39+4.187,58 ευρώ. Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε σκοπό ανταγωνισμού και συγκεκριμένα δεν απεδείχθη η ύπαρξη σχέσης ανταγωνισμού μεταξύ των διαδίκων και διενέργεια πράξεων ανταγωνισμού εκ μέρους της εναγομένης, ούτε αποδείχθηκε ότι είχαν διαμορφωθεί ειδικές συνθήκες στην εμπορική συνεργασία τους που να προσδίδουν στην συμπεριφορά της τελευταίας αθέμιτο χαρακτήρα, όπως λ.χ.

δόλιες μεθοδεύσεις της με σκοπό την απόσπαση της πελατείας της ενάγουσας ούτε απεδείχθη ότι η εναγόμενη εκμεταλλεύτηκε καταχρηστικά τη θέση εξάρτησης που έναντι αυτής τελούσε η ενάγουσα. Ενόψει των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το δικαίωμα της εναγομένης να προβεί στην καταγγελία της ανωτέρω συμβατικής της σχέσης με την ενάγουσα, δεν ασκήθηκε κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και ειδικότερα δεν αποτελεί συμπεριφορά αυτής, αντίθετη προς τα χρηστά ήθη κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου στο σχετικό τομέα συναλλαγών, αφού η συνέπεια της καταγγελίας, δηλαδή η λύση της μεταξύ των διαδίκων διαρκούς επίδικης συμβάσεως, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από την ενάγουσα συναλλακτικές δυνατότητες της εναγομένης που ασκεί το δικαίωμά της αυτό και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης της εναγομένης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η καταγγελία της ανωτέρω συμβάσεως από την εναγομένη δεν είναι καταχρηστική, ήτοι δεν έγινε κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ. Άλλωστε δεν απεδείχθησαν πράξεις της εναγομένης, που να δημιουργήσουν στην ενάγουσα εύλογα την πεποίθηση, ότι αυτή δεν έχει εξοφλήσει τα ανωτέρω ληξιπρόθεσμα τιμολόγια προς την εναγομένη, η τελευταία θα εξακολουθήσει να τις προμηθεύει προϊόντα και ότι δεν θα καταγγείλει τη σύμβαση.

Επομένως, η καταγγελία της επίδικης σύμβασης από την εναγομένη, έγινε λόγω υπαιτιότητας της ενάγουσας (συνισταμένης στο ότι αυτή δεν εξόφλησε- ως είχε από τη σύμβαση υποχρέωση-τα ληξιπρόθεσμα ως άνω τιμολόγια) η οποία θα δικαιολογούσε την καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο (άρθρο 9 παρ. 3 εδ. α' του Π.Δ. 219/1993) ήτοι θα δικαιολογούσε την έκτακτη καταγγελία της σύμβασης του άρθρου 8§8 του ανωτέρω Π.Δ η οποία μπορεί να γίνει κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 του εν λόγω άρθρου, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων (γεγονός που συνιστά σπουδαίο λόγο).

Ως εκ τούτου η ενάγουσα, κατ' άρθρο 9 παρ. 3 εδ. α' του Π.Δ 219/1993, δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας ή αποκατάσταση περαιτέρω ζημίας της (διαφυγόντα κέρδη), αφού ως προελέχθη η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης δεν ήταν καταχρηστική ούτε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ούτε έγινε με σκοπό τον ανταγωνισμό της ενάγουσας.

Όμως ούτε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δικαιούται η ενάγουσα, αφού η καταγγελία από την εναγομένη της επίδικης σύμβασης διανομής δεν μπορεί να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη της τελευταίας, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς τα αιτήματα της αγωγής για την επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας και περαιτέρω αποζημίωσης (διαφυγόντων κερδών) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2, 8 παρ. 8, 9 παρ. 1 α' και γ', 3 α'του π.δ. 219/1991, 288 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο με τη λήψη υπόψη όλων των αναφερομένων ειδικών περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης ορθά δέχθηκε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής έγινε από την αναιρεσίβλητη λόγω υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας, συνισταμένης στην κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων μη εξόφληση για ικανό χρόνο ληξιπρόθεσμων τιμολογίων ύψους 9.578,62 ευρώ, που αντιστοιχούσαν σε μεγάλο ποσοστό εν σχέσει με το συνολικό τζίρο αυτής και η οποία (καθυστέρηση) λόγω του σοβαρού και ουσιώδους χαρακτήρα της δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο (έκτακτη καταγγελία), χωρίς την τήρηση των προθεσμιών του άρθρου 8 παρ. 4 του πιο πάνω π.δ..

Επίσης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το αίτημα της αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 914, 932 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενόψει του ότι κατά τις επιμέρους παραδοχές του η ένδικη καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής δεν ασκήθηκε κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και δεν είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επιπλέον, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής έγινε από την αναιρεσίβλητη λόγω υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας, συνισταμένης στην κατά τα ως άνω παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, που αποτελεί κατά τις αναφερόμενες επί μέρους παραδοχές της σοβαρό και ουσιώδη και ως εκ τούτου σπουδαίο λόγο για την έκτακτη καταγγελία της σύμβασης, χωρίς την τήρηση των προθεσμιών του άρθρου 8 παρ. 4 του πιο πάνω π.δ..

Επίσης, δεν δημιουργείται κάποια ασάφεια στο αποδεικτικό πόρισμα από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι από την 4-5-2012 η αναιρεσίβλητη ανέλαβε η ίδια την πώληση και διανομή των προϊόντων της προς τα καταστήματα της αλυσίδας "... Ο.Ε.", που μέχρι τότε τροφοδοτούσε η αναιρεσείουσα, στο πλαίσιο απόφασης της πρώτης για την αλλαγή της εμπορικής πολιτικής της πανελλαδικά.

Τούτο δε διότι το Εφετείο σαφώς δέχεται ότι δεν υπήρξε εκ μέρους της αναιρεσίβλητης με την ως άνω ενέργειά της παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, ούτε αυτή είχε σκοπό ανταγωνισμού και η εν γένει συμπεριφορά της δεν είχε αθέμιτο χαρακτήρα και η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της ένδικης σύμβασης δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 75/2016).

Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από τον νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.

Εξάλλου ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Τέτοια περίπτωση απόρριψης του σχετικού ισχυρισμού συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ του πράγματος τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που συνιστούν την ιστορική βάση του εν λόγω ισχυρισμού, έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1262/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο κάτω από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες: α) ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της και τελικά έκανε δεκτή την από το άρθρο 9 παρ. 3 α' του π.δ. 219/1991 ένσταση για τη λύση την 31-5-2012 της σύμβασης με έκτακτη σιωπηρή καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, λόγω υπαιτιότητας αυτής (αναιρεσείουσας) από την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής της ποσού 9.578,62 ευρώ, ενώ τέτοια (ένσταση) δεν προτάθηκε από την πρώτη ούτε πρωτοδίκως ούτε και επαναφέρθηκε νομίμως στο Εφετείο, β) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό και καθ' υποφορά νομίμως προταθείσα απ' αυτήν πρωτοδίκως και επαναφερθείσα στο Εφετείο αντένσταση ότι η σύμβαση λύθηκε με υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης λόγω της αφαίρεσης του μεγαλύτερου πελάτη "...

Ο.Ε." που πραγματοποιούσε το 75% του τζίρου των πωλήσεων του διανομέα και γ) ότι δεν έλαβε υπόψη τους από τα άρθρα 288 και 281 ΑΚ αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτής (αναιρεσείουσας) ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας στη λύση της σύμβασης. Επίσης, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο και κατά το τελευταίο σκέλος του η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 325 και 374 ΑΚ, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει νόμιμα όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την εν λόγω ένσταση αυτής από το άρθρο 9 παρ. 3 α'του π.δ. 219/1991, ενώ από το όλο περιεχόμενο των σχετικών δικογράφων της συνάγεται και το αίτημα απόρριψης της αγωγής και για το λόγο αυτό, έστω και αν δεν διατυπώνεται με ορισμένο πανηγυρικό τύπο.

Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση λήψης υπόψη από το εφετείο πραγμάτων μη προταθέντων που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα της ως άνω ένστασης της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι αυτή είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα. Επίσης ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και καθ' όσον αφορά στα δεύτερο και τρίτο σκέλη αυτού.

Τούτο δε διότι οι σχετικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης και δεν είναι αυτοτελείς, αφού αυτή αμφισβητεί και αρνείται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ως άνω ένσταση της αναιρεσίβλητης (εναγομένης) περί καταγγελίας της ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής λόγω υπαιτιότητας αυτής (αναιρεσείουσας) για την ως άνω αιτία, προτείνοντας μάλιστα αιτιολογημένα άλλα περιστατικά υπαιτιότητας της πρώτης (αναιρεσίβλητης).

Κατά συνέπεια τούτων και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο έλαβε αυτούς υπόψη του και τους απέρριψε κατ' ουσίαν, δεν ιδρύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

Εξάλλου, αβάσιμος είναι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης και κατά το τελευταίο σκέλος του, καθόσον η αναιρεσίβλητη δεν πρόβαλε κατά νόμιμο τρόπο σχετικούς ισχυρισμούς από τις διατάξεις των άρθρων 325 και 374 ΑΚ). Σε κάθε δε περίπτωση δεν στοιχειοθετείται ο συγκεκριμένος λόγος για το ως άνω σκέλος του, καθόσον, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, οι ποιο πάνω διατάξεις δεν εφαρμόστηκαν και δεν ήσαν εφαρμοστέες Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' του ΚΠολΔ). Σε κάθε δε περίπτωση δεν στοιχειοθετείται ο συγκεκριμένος λόγος για το ως άνω σκέλος του, καθόσον, κατά της παραδοχής του Εφετείου, οι ποιο πάνω διατάξεις δεν εφαρμόστηκαν και δεν ήσαν εφαρμοστέεςΤέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-5-2018 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 3557/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ