1135/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1135/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 1 του ν. 1406/1983 υπήχθησαν, μεταξύ άλλων, στην δικαιοδοσία των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων και οι διαφορές που αφορούν στην ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.
Full text
Απόφαση 1135 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1135/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Πουλίδου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ψ. του Β., κατοίκου ... και 2) Μ. Ζ. του Α., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κατσαβό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2376/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2002/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-12-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 1 του ν. 1406/1983 υπήχθησαν, μεταξύ άλλων, στην δικαιοδοσία των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων και οι διαφορές που αφορούν στην ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από τη μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξεως, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή από παραλείψεις οφειλομένων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και δεν σχετίζονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων.
Έτσι, παρά τα μειονεκτήματα της απόψεως αυτής παγίως οι διαφορές από αυτοκίνητα του Δημοσίου κατά την εκτέλεση της δημόσιας υπηρεσίας υπήγοντο στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών Δικαστηρίων. Περαιτέρω με το άρθρο 9 του ιδίου ως άνω νόμου ορίστηκαν οι κατηγορίες των υποθέσεων που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών Δικαστηρίων, ο χρόνος από τον οποίο τα Δικαστήρια αυτά καθίστανται αρμόδια για την εκδίκαση κάθε κατηγορίας των υποθέσεων αυτών και ότι για την εφαρμογή των διατάξεων που καθορίζουν τον χρόνο ενάρξεως ισχύος των περί αρμοδιότητας διατάξεων λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος κατά τον οποίο εκδόθηκε η διοικητική πράξη ή συντελέστηκε η παράλειψη ή κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Ο νόμος, δηλαδή, αυτός οριοθέτησε την έναρξη της δικαιοδοσίας των Διοικητικών Δικαστηρίων, με βάση τον χρόνο γεννήσεως της απαιτήσεως και τον χρόνο κατά τον οποίο κατέστη εφικτή η δικαστική της επιδίωξη. Έτσι, μόνο οι απαιτήσεις - διαφορές της περ. η’ της παρ. 2 του άρθρου 1 που γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες μετά τις 11-6-1985 υπήχθησαν στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών Δικαστηρίων (ΑΕΔ 31/1998 ΣτΕ 473/2011).
Νομοθετικός λόγος της ρυθμίσεως αυτής ήταν, κατά την εισηγητική έκθεση, να προετοιμασθεί ο νομικός κόσμος και τα Δικαστήρια με την σημαντική μεταβολή που επέφερε το νομοθέτημα αυτό (αύξηση των οργανικών θέσεων, δημιουργία, όπου χρειάζεται νέων Δικαστηρίων κ.λπ.). Mε το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 3900/2010, ΦΕΚ Α 213/17.12.2010 ορίστηκαν τα ακόλουθα: "Στην περίπτωση η’ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 προστίθενται εδάφια ως εξής: "Εξαιρούνται οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο.
Οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η ισχύς του προηγούμενου εδαφίου αρχίζει τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα Κυβερνήσεως". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στο πλαίσιο της δυνατότητας που παρέχεται με το άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος για την μεταφορά αρμοδιοτήτων στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια, προκειμένου να επιτυγχάνεται ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας, μεταφέρονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως οποιασδήποτε μορφής για ζημιές που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητα, δεδομένου ότι στις διαφορές αυτές, κατά κανόνα, δεν τίθενται θέματα δημοσίου δικαίου.
Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής αρχίζει από 18-3-2011, αφού η δημοσίευση του ως άνω νόμου στο ΦΕΚ έγινε την 17-12-2010 και καταλαμβάνει όλες τις απαιτήσεις που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως οποιασδήποτε μορφής, για ζημιές που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητα, δηλαδή, και εκείνες οι οποίες γεννήθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές πριν από την άνω ημερομηνία (18-3-2011), που τέθηκε σε ισχύ η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 1 του νόμου 3900/2010, δεδομένου ότι, ούτε μεταβατική διάταξη που να ορίζει το αντίθετο θεσπίστηκε, ούτε δικαιολογητικός λόγος περί τούτου (αντιθέτου) προκύπτει από το κείμενο του νόμου, ενώ η αιτία και ο λόγος εφαρμογής του, που είναι ο εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διαδικασίας της διοικητικής δίκης, επιτυγχάνεται, πλήρως, με την εκδίκαση όλων των διαφορών που έχουν ήδη προκληθεί από τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια.
Συνεπώς, από την 18-3-2011 όλες οι απαιτήσεις αποζημιώσεως από αυτοκίνητα, ακόμη και αν κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές πριν από την άνω ημερομηνία, εισάγονται προς εκδίκαση στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 665/2016, ΑΠ 706/2016, ΑΠ 329/2014). Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά την δικαιοδοσία του, έκρινε δηλαδή ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση που κατά νόμο ανήκε στην δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των αμέσως παρακάτω σημειουμένων, κατά περίπτωση, διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την ένδικη από 22.12.2011 αγωγή, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ήδη μη διαδίκου Π. Α. και κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, αφού ισχυρίστηκαν ότι, στις 07.01.2007, ο πρώτος των εναγομένων Π. Α., αστυνομικός, που εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
κρατικό αυτοκίνητο, προκάλεσε, από υπαιτιότητά του (αμέλεια), την ολική καταστροφή της οδηγούμενης από τον πρώτο εξ αυτών δίκυκλης μοτοσυκλέτας του, ως και τον τραυματισμό τόσο του ιδίου, όσο και της δεύτερης εξ αυτών, συνεπιβάτιδος της μοτοσυκλέτας αυτής, κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε κάτω από τις συνθήκες που ιστορούνται σ’ αυτήν (αγωγή), ζήτησαν, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το αίτημα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν σε καθένα από αυτούς, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα σ’ αυτή (αγωγή) ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 666, 667, 670 έως 676 και 681Α’ του Κ.Πολ.Δικ.), εκδόθηκε η με αριθμό 2376/2014 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη ως προς τον πρώτο εναγόμενο ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του και έγινε δεκτή εν μέρει ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Κατά της αποφάσεως αυτής το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την από 9.10.2014 έφεσή του, με την οποία, παραπονούμενο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη 2002/2016 απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την προβληθείσα από το δεύτερο εναγόμενο - εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ένσταση ότι η ένδικη αξίωση αποζημιώσεως από αυτοκίνητο υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, με την ακόλουθη, αναγκαία για την έκβαση του συναφούς αναιρετικού λόγου, αιτιολογία: "...από την 18.3.2011 όλες οι απαιτήσεις αποζημιώσεως από αυτοκίνητα και αν ακόμη κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές πριν από την άνω ημερομηνία εισάγονται προς εκδίκαση στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια (Α.Π. 329/2014).
Με βάση τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος εφέσεως, με τον οποίο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1 παρ. 1, 2 περ. η’ , 9 παρ. 1 περ. γ’ του ν. 1406/1983 και 48 παρ. 1 του ν. 3900/2010, έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία και επί της ένδικης απαιτήσεως αποζημιώσεως από αυτοκίνητα, παρά το γεγονός ότι αυτή είχε γεννηθεί στις 07.01.2007, ήτοι πριν την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του άνω ν. 3900/2010, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, αφού, κατά τον χρόνο καταθέσεως του δικογράφου της ένδικης αγωγής των ήδη εφεσιβλήτων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 03.01.2012 (πράξη έκθεση καταθέσεως .../2012), είχε ήδη μεταφερθεί (από 18-03-2011), η δικαιοδοσία στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια όλων των απαιτήσεων αποζημίωσης που "έχουν προκληθεί" από αυτοκίνητα, ανεξαρτήτως αν γεννήθηκαν πριν την θέση σε ισχύ του άνω νόμου και τούτο ανεξαρτήτως και του αν, ήδη, κατά το χρόνο αυτό, εκκρεμούσε όμοια αγωγή των ήδη εφεσιβλήτων - εναγόντων, ενώπιον των διοικητικών Δικαστηρίων (η οποία, σημειωτέον, εν τέλει, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στον ανωτέρω λόγο της εφέσεως, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ελλείψει πληρεξουσιότητας του υπογράψαντος αυτή δικηγόρου)".
Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση των άρθρων 94 του Συντάγματος, 1 παρ. 1, 2 περ. η’ και 9 παρ. 1στ’ του ν. 1406/1983 και 48 παρ. 1 του ν. 3900/2010, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία επί της ένδικης απαιτήσεως αποζημιώσεως από αυτοκίνητα, παρά το γεγονός ότι αυτή είχε γεννηθεί την 7.1.2007, ήτοι πριν από την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του άρθρου 48 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (από 18-03-2011).
Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, κατά τον χρόνο καταθέσεως του δικογράφου της ένδικης αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στις 3.1.2012, είχε ήδη μεταφερθεί (από 18.3.2011), η δικαιοδοσία στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια όλων των απαιτήσεων αποζημιώσεως που "έχουν προκληθεί" από αυτοκίνητα, ανεξαρτήτως του αν γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες πριν την θέση σε ισχύ του ως άνω νόμου.
Περαιτέρω, με τον ίδιο (πρώτο), κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται επικουρικά η αιτίαση ότι ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι κρίσιμος χρόνος για την θεμελίωση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων είναι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής, το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία επί της ένδικης απαιτήσεως αποζημιώσεως από αυτοκίνητα, καθ’ όσον η ανωτέρω ρύθμιση δεν καταλαμβάνει τις ήδη κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της ανωτέρω διατάξεως εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή τις υποθέσεις για τις οποίες, κατά τον προεκτεθέντα χρόνο, είχαν ήδη ασκηθεί και εκκρεμούσαν αγωγές ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, ως προς τις οποίες ισχύει η αρχή του αμεταβλήτου της δικαιοδοσίας και της αρμοδιότητας (άρθρα 221 παρ. 1 εδ.
β’ του Κ.Πολ.Δικ. και 8 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας), συνακολούθως δε η ένδικη διαφορά εξακολούθησε να υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος της διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 1 εδ. γ’ του ν. 3900/ 2010 εκκρεμούσε ήδη, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 3.3.2008 (υπ’ αριθμ.
καταθέσεως .../2008) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των αυτών εναγομένων από την ίδια αγωγική αιτία, με πανομοιότυπο περιεχόμενο και αίτημα με την ένδικη και η οποία κοινοποιήθηκε σ’ αυτό (αναιρεσείον) το πρώτον την 1.4.2014 (δηλαδή σε χρόνο αναγόμενο μετά την συζήτηση της ένδικης αγωγής σε πρώτο βαθμό, η οποία εχώρησε στις 19.11.2013) με κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 5.5.2014, επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, εκδόθηκε η 8023/2014 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως πληρεξουσιότητας του δικηγόρου που την υπέγραψε, μολονότι ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτώς, για πρώτη φορά, ενώπιον του Εφετείου, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον, όπως και το αναιρεσείον διατείνεται, επί της πρότερον ασκηθείσας, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, από 3.3.2008 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2008 αγωγής εκδόθηκε η 8023/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη, για τον προεκτεθέντα τυπικό λόγο (έλλειψη πληρεξουσιότητας του υπογράψαντος την αγωγή δικηγόρου), γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την περάτωση της δίκης εκείνης, δηλαδή της δίκης που είχε ανοιγεί με την αγωγή αυτή (για την οποία ίσχυε η αρχή του αμεταβλήτου της δικαιοδοσίας και της αρμοδιότητας), εφόσον περαιτέρω το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι επανάσκησαν την αγωγή (ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών) εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της ως άνω τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως, οπότε τα αποτελέσματα της ασκήσεώς της (δεύτερης αγωγής) θα ανέτρεχαν στον χρόνο ασκήσεως της πρώτης (άρθρο 76 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.).
Συνεπώς, εφόσον, κατά τον χρόνο προβολής της προαναφερομένης ενστάσεως κατά την συζήτηση της ένδικης αγωγής, σε δεύτερο βαθμό, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στις 5.11.2015, είχε ήδη περατωθεί η δίκη που είχε ανοιχθεί με την άσκηση της, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, από 3.3.2008 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2008 αγωγής, ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Σημειώνεται ότι το εν μέρει λανθασμένο ως άνω αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης, κατά το οποίο "στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι απαιτήσεις αποζημιώσεως που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητα ανεξαρτήτως του αν πριν από την θέση σε ισχύ του ως άνω νόμου εκκρεμούσε όμοια αγωγή των ήδη εφεσιβλήτων - εναγόντων, ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων" δεν οδηγεί στην αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού το διατακτικό της αποφάσεως αυτής (απόρριψη της συναφούς ενστάσεως) είναι ορθό, κατά τα προεκτεθέντα, και δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για την αποτροπή του δεδικασμένου (άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δικ.).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των οποίων ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ..
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. του Α.Κ. προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 330 του Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τον βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς.
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 148/2008, Α.Π. 2075/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), σχετικώς με το κρίσιμο για την έκβαση του συναφούς δευτέρου αναιρετικού λόγου ζήτημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 07.01.2007 και περί ώρα 15.05 επί της Λεωφόρου ..., στο ύψος του οικοδομικού αριθμού …, έμπροσθεν του Υπουργείου Εσωτερικών.
Στο σημείο αυτό η ανωτέρω λεωφόρος είναι ευθεία, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 21 μέτρα, είναι διπλής κυκλοφοριακής κατεύθυνσης και οι αντίθετες κατευθύνσεις της χωρίζονται με δύο παράλληλες συνεχείς γραμμές, κάθε δε κατεύθυνση κυκλοφορίας αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, που χωρίζονται μεταξύ τους με μία διακεκομμένη γραμμή.
Κατά τον ως άνω χρόνο το οδόστρωμα ήταν ξηρό, υπήρχε επαρκής φωτισμός ημέρας, επικρατούσε αίθριος καιρός με επαρκή ορατότητα και η κυκλοφορία ήταν κανονική. Το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα ωριαίως ως κατοικημένη περιοχή. Κατά τον χρόνο αυτό, ο πρώτος ενάγων, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, έχοντας συνεπιβάτιδα την δεύτερη ενάγουσα, κινούνταν με ταχύτητα περί τα 40χ/ω, επί της οδού ..., στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από το ξενοδοχείο Χίλτον προς πλατεία Συντάγματος. Όταν έφτασε σε απόσταση περίπου δέκα μέτρων από το ύψος του οικοδομικού ..., όπου βρίσκεται, δεξιά σε σχέση με την πορεία του, το κτίριο που στεγάζεται το Υπουργείο Εσωτερικών, το Δ.Χ.Ε.
κρατικό (υπουργικό) αυτοκίνητο (του ως άνω υπουργείου) με αριθμό κυκλοφορίας ... με οδηγό τον (μη διάδικο εν προκειμένω) Π. Α., εξήλθε από τον υπόγειο χώρο στάθμευσης του Υπουργείου, από δεξιά σε σχέση με την πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, και εισήλθε καθέτως στην Λεωφόρο ... με σκοπό, αφού διασχίσει καθέτως το ρεύμα κυκλοφορίας αυτής προς Σύνταγμα, να διενεργήσει στροφή αριστερά και να κινηθεί στο (αντίθετο) ρεύμα κυκλοφορίας αυτής με κατεύθυνση προς το ξενοδοχείο Χίλτον.
Αφού διέσχισε καθέτως την δεξιά και την μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της κατεύθυνσης προς Σύνταγμα, των οποίων την κίνηση των οχημάτων είχε διακόψει ο ειδικός φρουρός του Υπουργείου Ι. Β., που είχε σταθεί στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, προκειμένου να διέλθει το κρατικό αυτοκίνητο, εισήλθε και κατέλαβε ολόκληρη την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτής με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου να εφάπτεται σχεδόν επί της διαχωριστικής των ρευμάτων λωρίδας κυκλοφορίας γραμμής, παρεμβληθείς έτσι στην πορεία του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος είχε ήδη πλησιάσει στο σημείο αυτό, κινούμενος εντός της ως άνω λωρίδας κυκλοφορίας και σε απόσταση ενός (1) μέτρου περίπου από την διαχωριστική των ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή, και ο οποίος, αιφνιδιασθείς από την απρόσμενη αυτή κίνηση του αυτοκινήτου, λόγω της μικρής απόστασης που τον χώριζε από τον τελευταίο, παρά το ότι προέβη σε τροχοπέδηση, επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας του επί του εμπρόσθιου αριστερού φτερού του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να ανατραπεί η μοτοσυκλέτα, να εκτιναχθούν ο οδηγός αυτού και η συνεπιβάτης στο οδόστρωμα και να τραυματιστούν οι τελευταίοι, ως και να προκληθούν υλικές ζημιές στα εμπλακέντα στη σύγκρουση οχήματα.
Υπό τα ως άνω περιστατικά, το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του κρατικού αυτοκινήτου, ο οποίος από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει όπως ο κάθε μέσος συνετός οδηγός (330 εδ. β’ ΑΚ) δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και εισήλθε από παρόδιο ιδιοκτησία στην ως άνω λεωφόρο και μάλιστα διασχίζοντας αυτή καθέτως, χωρίς να ελέγξει την εξ αριστερών του κίνηση της κατευθύνσεως αυτής προς Σύνταγμα και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα επ’ αυτής οχήματα, όπως η ανωτέρω μοτοσυκλέτα, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία αυτής, παραβαίνοντας τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3α και 8α, 12 παρ. 1, 16 παρ. 2 και 26 παρ. 5 περ.
β’ του ν. 2696/1999 - ΚΟΚ. Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος του πρώτου εναγόμενου - εφεσίβλητου, οδηγού της μοτοσυκλέτας, δεν αποδείχθηκαν, ενόψει του ότι αυτός, οδηγώντας ως μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες συνθήκες, τηρώντας όλους τους κανόνες της συνετής και νόμιμης οδήγησης, εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, με ταχύτητα σύννομη για τις περιστάσεις, μόλις δε αντιλήφθηκε το καθέτως έμπροσθεν αυτού κινούμενο αυτοκίνητο, παρά την μικρή απόσταση που τους χώριζε, επιχείρησε τροχοπέδηση, ενώ ο ειδικός φρουρός που προσπάθησε να διακόψει την κίνηση του ρεύματος πορείας προς το Σύνταγμα, προκειμένου να διέλθει το κρατικό αυτοκίνητο, σταθείς στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της κατευθύνσεως αυτής, δεν ήταν αντιληπτός από την αριστερή λωρίδα, και εντεύθεν τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, καθόσον μάλιστα δεν φορούσε και τα διακριτικά σήματα του τροχονόμου, ώστε να διακρίνεται ευκρινώς από τη λωρίδα αυτή.
Εξάλλου, τόσο το πόρισμα της από 10.05.2007 ένορκης διοικητικής εξέτασης της διεύθυνσης πολιτικής προστασίας περιφέρειας Αττικής, όσο και η από 13.06.2007 έκθεση ένορκης διοικητικής εξέτασης της Δ.Α.Ε. Αττικής/ΕΚΑΜ κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης είναι ο οδηγός του κρατικού αυτοκινήτου, ο οποίος πρέπει να σημειωθεί ότι κηρύχθηκε ένοχος για το αδίκημα της σωματικής βλάβης εξ αμελείας κατά συρροή εις βάρος των ήδη εναγόντων με την 2023/2013 απόφαση του ΣΤ’ Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου περί συντρέχοντος πταίσματος κατά 80% του πρώτου ενάγοντος, οδηγού της μοτοσυκλέτας...". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., του ν.
ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999, καθ’ όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε επαρκή αιτιολογία ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του κρατικού αυτοκινήτου για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, δεχόμενο ότι αυτός: α) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. κρατικό (Υπουργείου Εσωτερικών) αυτοκίνητο, εισήλθε στην λεωφόρο ...
από παρόδια ιδιοκτησία, προτιθέμενος, αφού διασχίσει καθέτως το ρεύμα κυκλοφορίας αυτής προς το Σύνταγμα, να διενεργήσει αριστερή στροφή και να κινηθεί στο αντίθετο (προς το Χίλτον) ρεύμα κυκλοφορίας αυτής, β) διέσχισε καθέτως την δεξιά και την μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του προς το Σύνταγμα ρεύματος κυκλοφορίας της ως άνω Λεωφόρου, στις οποίες (δεξιά και μεσαία λωρίδες) η κίνηση των οχημάτων είχε διακοπεί από τον ειδικό φρουρό του Υπουργείου Εσωτερικών, ο οποίος, χωρίς να φέρει τα διακριτικά σήματα τροχονόμου, είχε σταθεί (προκειμένου να διακόψει την κίνηση των οχημάτων) στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του προς το Σύνταγμα ρεύματος πορείας της Λεωφόρου, γ) παρά το γεγονός ότι η κίνηση των οχημάτων επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του προεκτεθέντος ρεύματος πορείας της ως άνω Λεωφόρου εξακολουθούσε, επειδή ο προαναφερόμενος ειδικός φρουρός δεν ήταν αντιληπτός από τους οδηγούς των επί της λωρίδας αυτής (αριστερής) κινουμένων οχημάτων, αφενός μεν λόγω της θέσεώς του (στην δεξιά λωρίδα), αφ’ ετέρου δε λόγω του ότι δεν έφερε τα διακριτικά σήματα, η ύπαρξη των οποίων θα είχε ως αποτέλεσμα να διακρίνεται ευχερώς, αυτός (οδηγός του κρατικού αυτοκινήτου), οδηγώντας το ως άνω όχημα, χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, συνέχισε την κάθετη πορεία του επί του οδοστρώματος και εισήλθε και κατέλαβε ολόκληρη την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των εξ αριστερών του κινουμένων οχημάτων και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του προς το Σύνταγμα ρεύματος πορείας της ως άνω Λεωφόρου οχήματα, επί της οποίας εκινείτο η οδηγούμενη από τον πρώτο ενάγοντα δίκυκλη μοτοσυκλέτα, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό την ελεύθερη διέλευσή του.
Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος - οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας διέλαβε ότι αυτός, κινούμενος με κανονική ταχύτητα εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του προς το Σύνταγμα ρεύματος πορείας της ως άνω Λεωφόρου και σε απόσταση ενός (1) μέτρου περίπου από την διαχωριστική των δύο αντίθετων ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή, οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, μόλις δε αντελήφθη το έμπροσθέν του καθέτως κινούμενο αυτοκίνητο και παρά το γεγονός ότι η απόσταση που τους χώριζε ήταν μικρή, επιχείρησε τροχοπέδηση.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτό (αναιρεσείον) διατείνεται δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση "εάν στην δεξιά και την μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας ήταν σταματημένα ή όχι αυτοκίνητα" και τούτο διότι η επικαλούμενη ως έλλειψη, πέραν του ότι υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστά τέτοια, συνέχεται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλεται.
Περαιτέρω, το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες "ως προς το εάν η κίνηση των οχημάτων στην δεξιά και την μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του προς το Σύνταγμα ρεύματος πορείας της Λεωφόρου ... είχε διακοπεί ή όχι από τον ειδικό φρουρό του Υπουργείου, καθ’ όσον ενώ αρχικά γίνεται δεκτό ότι ο ειδικός φρουρός "είχε διακόψει" την κίνηση των οχημάτων, στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι ο ειδικός φρουρός "προσπάθησε να διακόψει την κίνηση των οχημάτων".
Η παραπάνω αιτίαση κρίνεται αβάσιμη, καθ’ όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν εκτίθενται σ’ αυτήν δύο αντικρουόμενες εκδοχές, όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον, αλλά μία, δηλαδή ότι ο ειδικός φρουρός στην προσπάθειά του να διακόψει την κίνηση των οχημάτων του ρεύματος πορείας προς το Σύνταγμα κατάφερε και διέκοψε την κίνηση των οχημάτων που εκινούντο στην δεξιά και την μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού, δεν κατάφερε, όμως, για τους προεκτεθέντες λόγους, να διακόψει και την κίνηση των επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού κινουμένων οχημάτων.
Κατ’ ακολουθίαν οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αποτελούν αντιφατικές αιτιολογίες, όπως διατείνεται το αναιρεσείον, αφού ουδόλως κλονίζουν το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο με βεβαιότητα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, επί του οποίου θεμελιώνεται η αμέλεια του οδηγού του κρατικού αυτοκινήτου.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος, συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, που νικήθηκε στην δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2002/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ