Legislator Case Law & Legislation
1135/2016 AI generated

1135/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1135/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1135/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ηλείας και έχει έκταση κατά τον τίτλο κτήσεως 8.500 τ.μ. και κατά νεώτερη καταμέτρηση 8.600 τ.μ. Ο αγρός αυτός νοτίως συνορεύει με δημόσια δασική έκταση, με οργανικό δηλαδή σύνολο φυτών με ξυλώδη κορμό (θαλάσσια πεύκη και κυανόφυλλη ακακία σε αραιή διάταξη), τα οποία μαζί με την συνυπάρχουσα χλωρίδα (βάτα κ.λ.π) και πανίδα αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλοεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης ιδιαίτερη βιοκοινότητα (άρθρο 3§§2-1 ν. 998/1979, όπως αντικ.

Keywords

AI generated
loss of citizenship public-law restriction on property access to property proof of ownership boundary of real property public domain
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1135 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1135/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Θ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ.140, 141, 163/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγον το ελληνικό δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Βασίλειο Κορκίζογλου.

Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Απριλίου 2014, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 29 Απριλίου 2014, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 489/2014.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος καθώς και τον Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 (για την προστασία των δημοσίων κτημάτων), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του α.ν. 263/1968, "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, τιμωρείται διωκόμενος αυτεπαγγέλτως δια φυλακίσεως τουλάχιστον εξ (6) μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 100.000 δρχ.". Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει εφαρμογή και για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης για την προστασία των κτημάτων αυτών (άρθρο 1 παρ. 1 ν.δ. 31/1968), προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του σχετικού εγκλήματος, απαιτείται : α) αυθαίρετη κατάληψη δημοσίου, δημοτικού ή κοινοτικού κτήματος, β) η κατάληψη να έγινε με γνώση του δράστη ότι πρόκειται για δημόσιο, δημοτικό ή κοινοτικό κτήμα, αρκεί δε και ο ενδεχόμενος δόλος και γ) το κτήμα να βρίσκεται στην αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου, του δήμου ή της κοινότητας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 71 παρ. 3 ν. 998/1979 (για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων της χώρας), όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ. 2 ν. 2145/1993, όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει με οποιονδήποτε τρόπο τη χρήση που προορίζεται να έχει το δάσος ή η δασική έκταση, καθώς και όποιος ενεργεί πράξεις διακατοχής σε έκταση που εκχερσώθηκε παράνομα τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του ίδιου άρθρου (δηλαδή με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δρχ.).

Επίσης, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 998/1979, ως δάσος νοείται οποιαδήποτε έκταση της επιφάνειας του εδάφους, η οποία καλύπτεται, στο σύνολο της ή σποραδικά, από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και κάθε ηλικίας, τα οποία, λόγω της απόστασης και της αλληλεπίδρασης που υπάρχει μεταξύ τους, αποτελούν οργανική ενότητα, η οποία μπορεί να προσφέρει προϊόντα προερχόμενα από τα φυτά αυτά ή να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετεί τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον.

Ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ως δασική έκταση νοείται οποιαδήποτε εδαφική έκταση που καλύπτεται από αραιή ή πενιχρή υψηλή βλάστηση και μπορεί να εξυπηρετεί μία ή περισσότερες από τις λειτουργίες της προηγούμενης παραγράφου. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής έκτασης, όπως οι σχετικές έννοιες προσδιορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3 ν. 998/1979, η καλλιέργεια της έκτασης που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση, με οποιονδήποτε τρόπο, βλάβης στη χρήση που προορίζεται να έχει το δάσος ή η δασική έκταση και η πραγματοποίηση πράξεων διακατοχής σε δάσος ή σε δασική έκταση που εκχερσώθηκε παράνομα. (Αντίθετα, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της παράνομης εκχέρσωσης δάσους ή δασικής έκτασης ο προσδιορισμός του ποσοστού πυκνότητας της βλάστησης και ο αντίστοιχος χαρακτηρισμός μιας εδαφικής επιφάνειας ως δάσους ή ως δασικής έκτασης, με βάση το ποσοστό πυκνότητας της σχετικής βλάστησης.) Επίσης από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι οι πράξεις της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίου, δημοτικού ή κοινοτικού κτήματος και της παράνομης εκχέρσωσης δάσους ή δασικής έκτασης ή της πρόκλησης με οποιονδήποτε τρόπο βλάβης στη χρήση που προορίζεται να έχει το δάσος ή η δασική έκταση κλπ.

είναι δύο αυτοτελή εγκλήματα με διαφορετική νομοτυπική συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης τους και με διακριτή διαβάθμιση ποινικής απαξίας για καθένα από αυτά.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για .

τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Η ύπαρξη του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, επειδή ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών, εκτός αν ο νόμος αρκείται σε ενδεχόμενο δόλο ή αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο της πράξης, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσο δόλο) ή τον σκοπό επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλή δόλο).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.

Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης του.

Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφουν και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.

Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Υπέρβαση δε εξουσίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ, υπάρχει όταν το ποινικό δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του (θετική υπέρβαση εξουσίας) και όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και είχε υποχρέωση να αποφασίσει (αρνητική υπέρβαση εξουσίας).

Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη 140-141, 163/28-2-2014 και 13-3-2014 απόφαση του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που προσδιορίζονται γενικά ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "... ότι το έτος 2001 ο κατηγορούμενος αγόρασε και κατείχε έναν αγρό, ο οποίος βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δ.Δ. ...

Ηλείας και έχει έκταση κατά τον τίτλο κτήσεως 8.500 τ.μ. και κατά νεώτερη καταμέτρηση 8.600 τ.μ. Ο αγρός αυτός νοτίως συνορεύει με δημόσια δασική έκταση, με οργανικό δηλαδή σύνολο φυτών με ξυλώδη κορμό (θαλάσσια πεύκη και κυανόφυλλη ακακία σε αραιή διάταξη), τα οποία μαζί με την συνυπάρχουσα χλωρίδα (βάτα κ.λ.π) και πανίδα αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλοεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης ιδιαίτερη βιοκοινότητα (άρθρο 3§§2-1 ν. 998/1979, όπως αντικ.

με το άρθρο 1 §1 ν. 3208/2003 - βλ. και σχετική ερμηνευτική διάταξη στο άρθρο 24 Συντ. 2001). Η εν λόγω δασική έκταση έχει κηρυχθεί από το έτος 1961 αναδασωτέα με την 14444/1961 απόφαση του "Νομάρχη Ηλείας και συνεπώς υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 998/1979 (άρθρο 3§ 4 αυτού, όπως αντικ. με άρθρο 1§1 ν. 3208/2003 και αναριθμήθηκε με το άρθρο 9 § 1 ν. 3818/2010).

Ο προαναφερόμενος αγρός του κατηγορουμένου δεν είναι περιφραγμένος ή οριοθετημένος με σταθερά ορόσημα και στον οικείο τίτλο κτήσεως (.../2001 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμ/φου Αμαλιάδος Π. Τσάγκα) δεν αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του ούτε έχει επισυναφθεί στον τίτλο αυτόν σχεδιάγραμμα, νοτίως δε, όπου συνορεύει με τη δασική έκταση, ορίζεται από αμμόλοφους, οι οποίοι δεν αποτελούν σταθερό ορόσημο, διότι μπορούν να μετακινηθούν με αμμοληψία ή από τους ανέμους που πνέουν στην περιοχή και οι οποίοι άλλωστε συντελούν στη δημιουργία τους (βλ.

σχετ. και την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Α. Π.). Εκμεταλλευόμενος, λοιπόν, ο κατηγορούμενος το τελευταίο αυτό γεγονός αλλά και την ασαφή περιγραφή του αγρού του στον τίτλο ιδιοκτησίας του, κατέλαβε κατά καιρούς, αυθαίρετα, τμήματα της ως άνω δασικής έκτασης, την οποία διακατείχε αναμφισβήτητα το Δημόσιο με επίβλεψη και.

επιτήρηση αυτής με τα αρμόδια δασικά όργανα του, την κήρυξη της ως αναδασωτέας, την αναδάσωση της με τα ευδοκιμούντα στην περιοχή δένδρα (θαλάσσια πεύκη και κυανόφυλλη ακακία), την εμβαδομέτρηση των γειτονικών ιδιοκτησιών (όπως και του κατηγορουμένου) για να προλαμβάνονται οι καταπατήσεις αυτής και την αποτροπή κάθε επ’ αυτής επέμβασης τρίτοι με την υποβολή μηνύσεων, την έκδοση πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής κλ.π.

Τα εν λόγω εδαφικά τμήματα, που κατέλαβε αυθαίρετα ο κατηγορούμενος και τα οποία εκτείνονται νοτίως του αγρού του (προς την πλευρά της θάλασσας, η οποία απέχει 300 μ. από τον αγρό του), στη συνέχεια τα εκχέρσωσε και τα όργωσε με τρακτέρ (βλ. σχετική παραδοχή του κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου "την αμαρτία που έκανα ήταν ότι πήγα με τρακτέρ και τσαλαπάτησα τα βάτα") και έσπειρε τα γόνιμα μέρη τους με καλαμπόκι.

Για τον λόγο δε αυτόν εκδόθηκαν σε βάρος του αρμοδίως τέσσερα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής. Μεταξύ των καταληφθέντων τμημάτων περιλαμβάνεται και το επίδικο εδώ εδαφικό τμήμα της εν λόγω δασικής έκτασης, το οποίο έχει εμβαδόν 650 τ.μ. και σχήμα ακανόνιστο, απεικονίζεται και ορίζεται περιμετρικά με τα στοιχεία ...

στην από 30-6-2006 έκθεση αυτοψίας του Δασοπόνου Χ. Μ. και στο σχετικό .../2006 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Αμαλιάδος και συνορεύει βορείως επί τεθλασμένης πλευράς ..., συνολικού μήκους (8+6+17+11+14+16 =) 72 μέτρων, με τμήμα της εν λόγω δασικής εκτάσεως, για το οποίο έχει εκδοθεί κατά του κατηγορουμένου το 4138/1/11/16-9-2004 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Αμαλιάδος, νοτίως επί τεθλασμένης πλευράς …,.

συνολικού μήκους (12,5+9=) 21,5 μέτρων, δυτικώς επί τεθλασμένης πλευράς …, συνολικού μήκους (13+10+12=) 35 μέτρων και ανατολικώς επί πλευράς…, μήκους 26 μέτρων με υπόλοιπη δασική έκταση. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, το επίδικο τμήμα κατέλαβε ο κατηγορούμενος και το κατείχε κατά το διάστημα από 9-4-2006 έως 22-6-2006 με σκοπό την απόκτηση επ’ αυτού δικαιωμάτων νομής και κατοχής.

Μάλιστα στις 10-4-2006 καταλήφθηκε επ’ αυτοφώρω από τον δασοπόνο Χ. Μ. και τον δασοφύλακα Δ. Κ. (που μετέβησαν εκεί ύστερα από σχετική τηλεφωνική καταγγελία αγνώστου) να ενεργεί στο επίδικο διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα να κόβει με πριόνι σε μικρότερα κομμάτια υλοτομημένα και ξερά ήδη δένδρα (3 άτομα θαλάσσιας πεύκης μεγάλης ηλικίας και 2 άτομα κυανόφυλλης ακακίας), προκειμένου να τα κάψει (βλ.

τις καταθέσεις των ως άνω δασικών υπαλλήλων). Δεν αποδείχθηκε πάντως ο χρόνος που είχε γίνει η υλοτόμηση των δένδρων και η εκχέρσωση του επιδίκου, το οποίο κατά το μεγαλύτερο μέρος του είναι αμμώδες και άγονο, και αν στις ενέργειες αυτές προέβη ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή άλλος για λογαριασμό του, για τον λόγο δε αυτόν με την εκκαλουμένη ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος της παράνομης εκχέρσωσης και καλλιέργειας.

Στην κατάληψη δε του επιδίκου προέβη ο κατηγορούμενος εν γνώσει του ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα, διακατεχόμενο αναμφισβήτητα από το Δημόσιο. Τούτο προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο συνορεύει γύρω -γύρω με δημόσια δασική έκταση και εκτείνεται πέραν της εκτάσεως των 9.600 τ.μ., που, όπως επίσης σημειώθηκε πιο πάνω, είναι η έκταση του αγρού του.

Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι ο κατηγορούμενος δεν αρνείται την κατάληψη απ’ αυτόν του επιδίκου και συνομολογεί το γεγονός ότι "πέραν των αμμόλοφων είχαν πράγματι φυτευθεί δένδρα για να κρατιέται η άμμος", ισχυρίζεται όμως ότι το επίδικο αποτελεί μέρος του αγρού του και δηλώνει ότι, αν τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια αποφανθούν ότι πρόκειται για δασική έκταση θα παραιτηθεί κάθε δικαιώματος του επ’ αυτού (βλ.

τους περιεχόμενους στα πρακτικά αυτοτελείς ισχυρισμούς του), παραδεχόμενος έτσι έμμεσα ότι είναι ενδεχόμενο το επίδικο να ανήκει στο Δημόσιο. Αλλά τη δολία προαίρεση του κατηγορουμένου καταδεικνύουν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα περιστατικά : α) όπως παρατηρήθηκε ήδη πιο πάνω, για συνεχόμενο του επιδίκου, εδαφικό τμήμα, που βρίσκεται ανάμεσα στον αγρό του κατηγορουμένου και το επίδικο, έχει εκδοθεί κατά του κατηγορουμένου άλλο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, διότι κρίθηκε ότι πρόκειται για δασική έκταση, β) ενώ ο κατηγορούμενος ως δικηγόρος, προφανώς εγνώριζε ότι είχε σχετική υποχρέωση, δεν ζήτησε την έκδοση και επισύναψη στον τίτλο του (αγοραπωλητήριο συμβόλαιο) βεβαίωσης του Δασαρχείου για τον δασικό ή μη χαρακτήρα του αγρού του.

Και τούτο προφανώς διότι, για συνεχόμενη με τον αγρό δασική έκταση, όπως αποδείχθηκε, είχε εκδοθεί κατά του δικαιοπαρόχου του πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, γ) Όπως επίσης προαναφέρθηκε, στον τίτλο του κατηγορουμένου δεν έχει επισυναφθεί σχεδιάγραμμα ή έστω απλό σκαρίφημα, δ) Ο κατηγορούμενος δεν προσκομίζει κάποιο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η ακριβής έκταση και οι πλευρικές διαστάσεις του αγρού του, η δε εμβαδομέτρηση του τελευταίου, όπως επίσης σημειώθηκε πιο πάνω, έγινε από τους δασικούς υπαλλήλους, οι οποίοι δεν είχαν σχετική υποχρέωση.

Με τα δεδομένα αυτά, αφού αποδεικνύονται τα ως άνω περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της διωκόμενης πράξης, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος αυτής με το ελαφρυντικό, όπως και πρωτοδίκως, του προτέρου εντίμου βίου, να απορριφθεί δε ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του για αναγνώριση και του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2ε Π.Κ., διότι δεν προέκυψαν περιστατικά που να τον θεμελιώνουν, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος έχει καταλάβει και άλλα τμήματα της ίδιας δασικής έκτασης και βρίσκεται σε συνεχή αντιδικία με το Δημόσιο.".

Στη συνέχεια το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για το ότι "...στη Γαστούνη Ηλείας, στη θέση "..." του Δ. Δ. Παλαιοχωρίου, κατά το χρονικό διάστημα από 9-4-2006 έως 22-6-2006, με πρόθεση κατέλαβε έκταση η οποία αναμφίβολα κατέχεται από το Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα κατέλαβε την περιγραφόμενη ειδικότερα στο σκεπτικό δημόσια αναδασωτέα έκταση 650 τ.μ., η οποία αναμφίβολα κατέχεται από το Ελληνικό Δημόσιο με σκοπό να αποκτήσει δικαίωμα νομής επ’ αυτής".

Επέβαλε δε σε βάρος του κατηγορουμένου ποινή φυλάκισης επτά μηνών με τριετή αναστολή της εκτέλεσής της.

Με αυτά που δέχτηκε, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αυθαίρετης κατάληψης δημόσιας δασικής έκτασης, τις αποδείξεις από τις οποίες προήλθαν τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 ΠΚ και 23 παρ.

Ι του α.ν. 1539/1938, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε με ευθύ ή με πλάγιο τρόπο, στερώντας δηλαδή την απόφαση του από νόμιμη βάση με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ακόλουθες ουσιώδεις και κρίσιμες παραδοχές : 1) Ότι η επίδικη έκταση είναι τμήμα δημόσιας δασικής έκτασης με οργανικό σύνολο ξυλωδών φυτών θαλάσσιας πεύκης και κυανόφυλλης ακακίας σε αραιή διάταξη και χαρακτηριστικά ιδιαίτερης βιοκοινότητας και η οποία έχει κηρυχθεί αναδασωτέα με την απόφαση 14444/1961 του Νομάρχη Ηλείας. 2) Ότι η κατοχή της έκτασης αυτής ανήκε αναμφισβήτητα στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο την ασκούσε με τους τρόπους που αναφέρονται αναλυτικά στην απόφαση (επίβλεψη, αναδάσωση κλπ.

βλ. φύλλο 8 πίσω σελ.). 3) Ότι ο αναιρεσείων κατέλαβε αυθαίρετα κατά καιρούς, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί, τμήματα από αυτή την έκταση προς τη νότια πλευρά του αγροκτήματος του, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα εμβαδού 650 μ2, το οποίο αυτός κατέλαβε και το κατείχε αυθαίρετα κατά το χρονικό διάστημα από 9-4-2006 έως 22-6-2006 και για το οποίο εκδόθηκε σε βάρος του το .../2006 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Αμαλιάδας. 4) Ότι στις 10-4-2006 ο αναιρεσείων καταλήφθηκε από τοπικά δασικά όργανα να κατέχει την επίδικη έκταση και να τεμαχίζει με πριόνι πέντε ξερά δένδρα, που είχαν υλοτομηθεί σε προγενέστερο χρόνο, χωρίς να προκύπτει αν η υλοτόμησή τους έγινε από τον ίδιο ή από άλλους για λογαριασμό του.

Και 5) Ότι η αυθαίρετη κατάληψη της επίδικης δασικής έκτασης έγινε με γνώση του αναιρεσείοντος ότι αυτή ανήκε στην αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου, η οποία (γνώση), κατά την απόφαση, προκύπτει από τα συγκεκριμένα περιστατικά που μνημονεύονται σ’ αυτή (βλ. ιδίως τα περιστατικά με στοιχεία α’ και β’ στο φύλλο 9 πίσω σελ.).

Υπό αυτές τις ουσιαστικές παραδοχές, καταφάσκονται και αιτιολογούνται πλήρως όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία θεμελίωσης του εγκλήματος της αυθαίρετης κατάληψης δημόσιας δασικής έκτασης, για το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, κηρύχτηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης επτά μηνών.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία συγκρότησης του εν λόγου εγκλήματος και για εσφαλμένη εφαρμογή της οικείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρου 23 παρ. 1 α.ν. 1539/1938, όπως ισχύει).

Επίσης αβάσιμος είναι και ο έκτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ή, αλλιώς, στοιχ. ΣΤ’ ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας και για παραβίαση αθωωτικού δεδικασμένου (με έμμεση παραβίαση της αρχής του άρθρου 470 ΚΠΔ, της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου), αντίστοιχα, με την παραδοχή για πρώτη φορά κατά τη δευτεροβάθμια δίκη πραγματικού περιστατικού ως θεμελιωτικού της κατηγορίας, της αυθαίρετης κατάληψης δημόσιας έκτασης που κατέχεται αναμφισβήτητα από το Δημόσιο, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, αφορούσε την άλλη κατηγορία (της κατ’ εξακολούθηση παράνομης εκχέρσωσης και καλλιέργειας της ίδιας δημόσιας δασικής έκτασης, που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα), για την οποία ο αναιρεσείων κηρύχτηκε αμετάκλητα αθώος με την πρωτοβάθμια απόφαση 1387/2011 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Και αυτό επειδή, όπως σημειώθηκε στην οικεία σκέψη του νομικού μέρους, τα προαναφερόμενα εγκλήματα είναι αυτοτελή και διακριτά με διαφορετική] νομοτυπική μορφή και ποινική απαξία το καθένα, ώστε να μην εγείρεται ζήτημα παραβίασης δεδικασμένου, κατά το άρθρο 57 ΚΠΔ, όταν ο ίδιος κατηγορούμενος κηρύσσεται αμετάκλητα αθώος για το ένα και καταδικάζεται για το άλλο.

Ενώ, στην προκείμενη περίπτωση, όπως σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το επίμαχο περιστατικό εντοπισμού του αναιρεσείοντος από τα τοπικά δασικά όργανα στις 10-4-2006 να τεμαχίζει με πριόνι πέντε δέντρα θαλάσσιας πεύκης και κυανόφυλλης ακακίας, που υλοτομήθηκαν σε προγενέστερο χρόνο υπό περιστάσεις που κρίθηκε ότι δεν αποδείχτηκαν, ούτε περιέχεται στην ιστορική βάση της κατηγορίας για την οποία αθωώθηκε ο αναιρεσείων (όπως προκύπτει από την επισκόπηση του 36/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αμαλιάδος), ούτε διατυπώνεται στην απόφαση σαν μοναδική πράξη εκδηλωτική αυθαίρετης κατάληψης του επιδίκου εδαφικού τμήματος, αλλά ως μερικότερη δια κατοχική και εξουσιαστική ενέργεια της αυθαίρετης κατάληψης και κατοχής του από τον αναιρεσείοντα, η οποία είχε ήδη συντελεστεί (πριν από τον εντοπισμό του να τεμαχίζει τα δέντρα) και διατηρήθηκε κατά την επίδικη χρονική περίοδο από 9-4-2006 έως 22-6-2006.

Με τη διατύπωση δε της συγκεκριμένης παραδοχής δεν επέρχεται παραβίαση της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, κατά το άρθρο 470 ΚΠΔ, ούτε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας σε σχέση με εκείνη για την οποία ασκήθηκε η σχετική ποινική δίωξη και έγινε η παραπομπή στο ακροατήριο με το προαναφερόμενο βούλευμα, αλλά προσδιορίζεται ακριβέστερα και επιτρεπτά, με βάση την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, μία επιμέρους ενέργεια του κατηγορουμένου, εκδηλωτική της αυθαίρετης κατάληψης και κατοχής από αυτόν του επιδίκου δημοσίου κτήματος ως στοιχείου - όρου συγκρότησης της αντικειμενικής υπόστασης της σχετικής εγκληματικής πράξης, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος.

Εξάλλου, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις για έλλειψη ακρόασης και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, αντίστοιχα, ως προς τους ειδικώς αρνητικούς (κατά τη διατύπωση της αναίρεσης) ισχυρισμούς,, που προέβαλε ρητά ο αναιρεσείων κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, καθώς και ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της πραγματικής πλάνης και της συγγνωστής νομικής πλάνης, οι οποίοι, κατά τον αναιρεσείοντα, συμπερασματικά (και όχι ευθέως) περιέχονταν στο κείμενο των ισχυρισμών που αυτός, μέσω των συνηγόρων του, υπέβαλε για καταχώριση και καταχωρίστηκαν στα σχετικά πρακτικά. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών (φύλλα 2 και 3), στο σχετικό κείμενο δεν περιέχονται, ούτε διατυπώνονται με οποιονδήποτε τρόπο (ρητή ή σαφής επίκληση πραγματικής βάσης και υποβολή σχετικού αιτήματος) αυτοτελείς ισχυρισμοί πραγματικής πλάνης και συγγνωστής νομικής πλάνης, ενώ όσοι ισχυρισμοί περιέχονται σε αυτό το κείμενο δεν είναι αυτοτελείς, αλλά αρνητικοί της κατηγορίας. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν όφειλε να απαντήσει, ούτε να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του για τους ισχυρισμούς αυτούς, οι δε προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ και Α’ ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 εδ. β’ και 369 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά τον λόγο στον εισαγγελέα, προκειμένου αυτός να αναπτύξει τις απόψεις του και να προτείνει για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου και την επιβλητέα ποινή, για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τα αιτήματα που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο και γενικά για κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της ακροατηριακής διαδικασίας. Διαφορετικά, αν δεν υπάρξει προηγούμενη εισαγγελική πρόταση, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 β’ και δ ΚΠΔ, και στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ. ‘ Οταν, όμως, πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς που συνάπτονται με την ενοχή, δεν απαιτείται ειδική εισαγγελική πρόταση γι’ αυτούς, οι οποίοι καλύπτονται από τη γενική και συνολική πρόταση για την ενοχή.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί και το αίτημα του αναιρεσείοντος για διακοπή ή, επικουρικά, για αναβολή της δίκης, προκειμένου να διενεργηθεί η πραγματογνωμοσύνη που διατάχτηκε σε αστική δίκη με την απόφαση 82/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος για τη διερεύνηση του δασικού και δημόσιου ή μη χαρακτήρα της επίδικης εδαφικής έκτασης, απορρίφθηκαν χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική εισαγγελική πρόταση. Και αυτός ο λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον, ως προς τους σχετικούς ισχυρισμούς, δεν ήταν αναγκαία ειδική εισαγγελική πρόταση, αφού δεν ήταν αυτοτελείς, αλλά αρκεί η γενική εισαγγελική] πρόταση για την ενοχή. Το δε αίτημα για διακοπή ή αναβολή της δίκης καλύπτεται και αυτό από τη γενική εισαγγελική πρόταση, η οποία, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά (φύλλο 7 πίσω σελ.) ήταν να εκδοθεί (αθωωτική) απόφαση για την ουσία της υπόθεσης και η οποία εμπεριέχει σαφή απορριπτική πρόταση του σχετικού αιτήματος.

Εξάλλου, η επιβαλλόμενη (από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής κλπ., ενώ δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί απλώς αρνούνται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας, και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. Ι στοιχ. Β’ ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε μη αυτοτελή ισχυρισμό ή σε αυτοτελή ισχυρισμό που δεν προβάλλεται με τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλον λόγο, ούτε να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία γι’ αυτόν.

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ. 2 και 3, 353 και 139 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για νέες (κρείσσονες) αποδείξεις, με σκοπό να εξεταστούν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο μάρτυρες που δεν έχουν κληθεί ή να προσκομιστούν έγγραφα ή να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη που εκκρεμεί ή νέα πραγματογνωμοσύνη.

Στο αίτημα αναβολής πρέπει να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες νέες αποδείξεις, που ζητείται να διαταχθούν και να διευκρινίζεται το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα, που πρόκειται να αποδειχτεί με τη διεξαγωγή τους, το οποίο πρέπει να είναι σχετικό με την εκδικαζόμενη κατηγορία και χρήσιμο για την έρευνα της ενοχής του κατηγορουμένου.

Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αναβολής, εφόσον αυτό είναι ορισμένο και παραδεκτό, και, αν το απορρίψει, οφείλει να διαλάβει στην απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία.

Διαφορετικά, αν δεν απαντήσει, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ, για έλλειψη ακρόασης, ενώ, αν η απορριπτική απόφαση δεν είναι ειδικά αιτιολογημένη, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ. Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής για νέες αποδείξεις, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη για νόμιμη απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας αυτού, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ.

δ’ της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ.

Τέλος, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση έλλειψης ειδικής αιτιολογίας ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση 141/2014 του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του αναιρεσείοντος για διακοπή ή αναβολή της δίκης, προκειμένου να διενεργηθεί η προαναφερόμενη πραγματογνωμοσύνη, που είχε διαταχθεί με την απόφαση 82/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος.

Σχετικά με αυτό το αίτημα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, αμέσως μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης είναι καταχωρισμένη η εξής περικοπή "... στο σημείο αυτό της δίκης έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από τον Πρόεδρο οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, οι οποίοι ζήτησαν την αναβολή της δίκης μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση που εκκρεμεί στα Πολιτικά Δικαστήρια και διενεργηθεί η σχετική πραγματογνωμοσύνη".

Στη συνέχεια, αφού προηγήθηκε απορριπτική εισαγγελική πρόταση, το αίτημα αναβολής απορρίφθηκε με την ακόλουθη αιτιολογία : "Επειδή τα στοιχεία της δικογραφίας αρκούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης για τη διωκόμενη πράξη, πρέπει το παραπάνω αίτημα να απορριφθεί, δεδομένου μάλιστα ότι επίκειται η παραγραφή της πράξης αυτής και ότι, ενώ έχει παρέλθει ικανός χρόνος από την έκδοση της επικαλούμενης 82/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια στο επίδικο πραγματογνωμοσύνης, δεν έχει επιδειχθεί ενδιαφέρον από τους διαδίκους για την επίσπευση της συναφούς αστικής υπόθεσης".

Η απόρριψη του αιτήματος αναβολής είναι πλήρως αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, αφού στην παραπάνω αιτιολογία περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις οι νομικές σκέψεις, με τις οποίες κρίθηκε αβάσιμο του σχετικό αίτημα και ο ειδικότερος λόγος για τον οποίο κρίθηκε μη αναγκαία η διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης που διατάχτηκε από το πολιτικό δικαστήριο στο πλαίσιο άλλης δίκης σχετικής με το επίδικο.

Ο λόγος δε αυτός συνίσταται στην ουσιαστική παραδοχή, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας (αναγνωστέα έγγραφα, μάρτυρες κλπ.) κρίθηκαν επαρκή για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης και για τη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης για την εκδικαζόμενη πράξη. Οι πρόσθετες σκέψεις, για επικείμενη παραγραφή και για έλλειψη ενδιαφέροντος του αναιρεσείοντος για επίσπευση της αστικής δίκης, ως πλεοναστικές και επιχειρηματολογίες, δεν θίγουν την πληρότητα της αιτιολογίας, η οποία στηρίζεται αυτοτελώς και αποτελεσματικά στην προαναφερόμενη ουσιαστική παραδοχή.

Επομένως, το ως άνω Πενταμελές Εφετείο αιτιολογημένα απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στην ουσιαστική συζήτηση και στην έκδοση οριστικής απόφασης για την υπόθεση. Συνακολούθως, είναι αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση που απέρριψε το αίτημα αναβολής.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση - δήλωση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Επίσης πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 373, 583 παρ. 1 ΚΠΔ και 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-4-2014 αίτηση - δήλωση του Π. Θ. του Θ., που επιδόθηκε στις 29-4-2014 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της απόφασης 140-141, 163/2014 του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Υποχρεώνει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά την αναιρετική δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ