Supreme Court annuls appealable judgment for failure to prove superior qualifications under good faith principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision regarding an employee's promotion, remanding the case for retrial. The Court found the lower court erred by failing to substantiate why the appellant clearly surpassed a colleague in essential job qualifications. Consequently, the Court ruled that the employer's refusal to promote the appellant violated the principle of good faith.
Legislator headnote
AI generatedArticles 201 and 207(1) of the Civil Code; A promotion decision based on future uncertain conditions constitutes a suspensive condition where, if the employer's refusal to promote an employee who clearly exceeds a promoted colleague is contrary to good faith, the condition is deemed fulfilled and the promotion is considered granted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1135 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1135/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Σοφία Καρυστηναίου και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαϊου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην…, νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Βερβεσού και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Δ. Β. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Κουτσούκου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2034/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3126/2013 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 5-12-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου, ανέγνωσε την από 27-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την παραδοχή της αίτησης αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ.1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ.1 ΑΚ, είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ.
Στην περίπτωση αυτή, όταν κρίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του) ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του και η κρίση αυτή είναι αντίθετη προς την καλή πίστη, ως καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη, όταν δηλαδή παραλείφθηκε να προαχθεί υπάλληλος, που υπερείχε καταφανώς ως προς τα, συνολικώς εκτιμώμενα, τυπικά και ουσιαστικά, υπηρεσιακά προσόντα του έναντι, έστω και ενός, προαχθέντος συναδέλφου του, τότε η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του παραλειφθέντος, λογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 207 ΑΚ, ότι πληρώθηκε από τότε, που έπρεπε να είχε γίνει η προαγωγή (ΑΠ 1641/2012, ΑΠ 444/2010, ΑΠ 278/2009).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ’ , 33 και 38 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και, ως εκ τούτου, έχει συμβατική ισχύ (ΟλΑΠ 27/1995, AΠ 183/2008).
Σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με τις από 19-9-1981 και 29-2-1982 αποφάσεις του Γενικού της Συμβουλίου, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον 4ο βαθμό του Τμηματάρχη στον 3ο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου αποφασίζεται, κατ’ απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου, μετά πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από στο άρθρο 12 του Οργανισμού (ΑΠ 444/2010, ΑΠ 278/2009), ήτοι α] ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β] συμπλήρωση εκ μέρους του υπαλλήλου ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών στον 4ο βαθμό (Τμηματάρχη), γ] συνδρομή υπέρ αυτού των προσόντων της ανώτερης θέσης και δ] επίδειξη, κατά την άσκηση της όλης του υπηρεσίας, ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων, που έχουν τεθεί στη διάθεσή του και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο, που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ’ αυτήν.
Με την 20/21-12-1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου τροποποιήθηκε η παραπάνω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού και θεσπίσθηκαν για τους κρινόμενους με το βαθμό του λογιστή και άνω και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσουν, εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, άλλα περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες μιας Κεντρικής Τράπεζας.
Από το 1985 μέχρι το 1989 η αξιολόγηση των υπαλλήλων γινόταν με βάση τη βαθμολογία, που κατεχωρείτο στα κατ’ έτος συντασσόμενα φύλλα επίδοσης από πρώτο και δεύτερο κριτή, για τα περιγραφόμενα στα φύλλα επί μέρους προσόντα, με κλίμακα βαθμολογίας 1-5, με άριστα το "1" (ΑΠ 278/2009). Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου στον ανώτερο βαθμό (ΑΠ 444/2010).
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες ρυθμίζουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις προς προαγωγή στον ανώτερο βαθμό και διαγράφουν τα όρια ελέγχου από απόψεως ουσίας της σχετικής ενέργειας του αρμόδιου οργάνου της Τράπεζας, συνάγεται ότι, εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, η προαγωγή του μισθωτού αποτελεί εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη, η οποία πηγάζει από την ατομική σύμβαση εργασίας και τον Οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμό, που τη συμπληρώνει.
Πλην όμως, η περί προαγωγής κρίση των οργάνων του εργοδότη υπόκειται στον έλεγχο των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, αλλά μόνον υπό τους όρους των άρθρων 201 και 207 παρ.1 ΑΚ, δηλαδή μόνον όταν η κρίση του προαγωγικού οργάνου ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτού των προαγωγικών προϋποθέσεων είναι κατάφωρα άδικη και παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης.
Συνεπώς, σε περίπτωση παράβασης της ανωτέρω συμβατικής υποχρέωσης της Τράπεζας γεννάται αξίωση του μισθωτού προς αναγνώριση εκτός άλλων, και του προς προαγωγή δικαιώματός του (ΑΠ 421/2010). Περαιτέρω, στην κατ’ εκλογή προαγωγή σε διευθυντικό βαθμό, μεταξύ των αξιολογικών κριτηρίων που έχουν βαρύνουσα σημασία για την προαγωγική κρίση υπαλλήλου είναι και η άσκηση από τον τελευταίο υπευθύνων καθηκόντων, περιστατικό το οποίο εκφράζει την εμπιστοσύνη της τράπεζας στις ικανότητες και τα προσόντα του υπαλλήλου για την επιτυχή διεκπεραίωση του ανατιθέμενου έργου και την επάρκεια και εμπειρία του υπαλλήλου να ανταποκριθεί στα υπεύθυνα αυτά καθήκοντα (ΑΠ ...2015, ΑΠ 1033/2001).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού), στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με αυτό το λόγο αναίρεσης (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν αγωγή‚ ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, 21/2013, ΑΠ ...2015).
2.Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων προσλήφθηκε την 1-8-1966 από την εναγομένη, κατόπιν επιτυχίας του σε δημόσιο διαγωνισμό και κατατάχθηκε στον κλάδο των ταμειακών υπαλλήλων της.
Είναι πτυχιούχος του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου και γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα σε επίπεδο lower. Από την πρόσληψή του έως την 1-11-1969 υπηρέτησε στο υποκατάστημα της εναγομένης στη Δράμα. Την 2-11-1969 μετατέθηκε στο πρακτορείο της εναγομένης στη Λειβαδιά, όπου και υπηρέτησε έως την 30-6-1979.
Την 1-7-1979 μετατέθηκε στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης και υπηρέτησε σε αυτό μέχρι την 4-7-1980. Από 5-7-1980 έως 26-11-2000, που συνταξιοδοτήθηκε, υπηρέτησε στο πρακτορείο της εναγομένης στη Θήβα. Με την ...15-4-1970 Πράξη του Διοικητή της εναγομένης του ανατέθηκε η άσκηση καθηκόντων πράκτορα στο υποκατάστημά της στη Λειβαδιά και με την ...19.6.1980 Πράξη του ιδίου του ανατέθηκε η άσκηση καθηκόντων πράκτορα στο υποκατάστημά της στη Θήβα.
Η άσκηση καθηκόντων πράκτορα σε πρακτορείο της εναγομένης εξομοιώνεται με την άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου υπηρεσίας, σύμφωνα με την από 7-1-1981 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του παρακολούθησε δύο σεμινάρια και συγκεκριμένα α] το προαγωγικό σεμινάριο και β] το σεμινάριο βασικής εκπαιδεύσεως.
Για τα έτη 1988 και 1989 βαθμολογήθηκε με άριστα τον αριθμό 1 και κλίμακα από 1 έως 5, με πέντε 1 και τρία 2 για κάθε έτος, ενώ για τα επόμενα έτη δεν συντάχθηκαν φύλλα επιδόσεως των υπαλλήλων της εναγομένης. Στις προαγωγικές κρίσεις για το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου της 14-2-1997 το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης μετά γνωμοδότηση της προς τούτο συσταθείσας επιτροπής με την από 14-2-1997 απόφασή του προήγαγε στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-1-1997 τους Γ.
Γ., Α. Τ., Η. Τ., Δ. Κ., Ν. Κ. και Ν. Π., τους οποίους προτείνει ο ενάγων προς σύγκριση, με τη σειρά που αναφέρονται πιο πάνω, υποστηρίζοντας ότι υπερέχει καταφανώς έναντι αυτών. Εξ αυτών, ο πρώτος, Γ. Γ., προσλήφθηκε από την εναγομένη την 17-9-1971, εντάχθηκε στο Λογιστικό κλάδο και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1-10-1989.
Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, αλλά δεν κατέχει τίτλο σπουδών και από της προσλήψεώς του απασχολήθηκε στο Τμήμα Προεξοφλήσεων και Πιστώσεων Υποκαταστημάτων, όπου εργάσθηκε στη γραμματεία της Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων. Την 2-3-1981 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Υπηρεσιακής Εξελίξεως Προσωπικού της Διευθύνσεως Διοικητικού, όπου από το έτος 1986 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας και από το έτος 1993 καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος.
Από Το 1993 είχε την εμπιστευτική θέση του γραμματέως του Συμβουλίου Διευθύνσεως και του Συμβουλίου Διοικητικής Υπηρεσίας. Η βαθμολογία του για τα έτη 1988 και 1989 ήταν οκτώ 1 [όλα άριστα]. Από τη σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος με εκείνα του ως άνω προαχθέντος, Γ. Γ., κατά τις προαγωγές του έτους 1997, προκύπτει ότι ο ενάγων υπερέχει α] σε γενική αρχαιότητα, κατά 5 έτη, αφού προσλήφθηκε το έτος 1966, ενώ ο Γ.
Γ.ς το έτος 1971, β] σε τίτλους σπουδών, αφού είναι κάτοχος πτυχίου του Παντείου Πανεπιστημίου, ενώ ο Γ. Γ. δεν κατέχει πανεπιστημιακό τίτλο και στην ξένη γλώσσα αφού κατέχει ΕΟ στην αγγλική γλώσσα, ενώ ο συγκρινόμενος με αυτόν δεν κατέχει πτυχίο ξένης γλώσσας, γ] στην παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων, που αποτελούν ουσιαστικό προσόν, αφού ο ενάγων έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια, ενώ ο Γ.
Γ.ς ουδένα, δ] στην ειδική αρχαιότητα, αφού από το έτος 1980 [5-7-1980] ασκούσε καθήκοντα πράκτορα στο υποκατάστημα της Θήβας, που είναι ισοδύναμα με τα καθήκοντα του προϊσταμένου υπηρεσίας, που ασκούσε από το έτος 1986 και τα καθήκοντα του αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος, που ασκούσε από το έτος 1993 ο συγκρινόμενος με αυτόν Γ.
Γ..
Συνεπώς, ο ενάγων, που πλην της υπεροχής του στα τυπικά προσόντα [γλώσσα, επιμόρφωση] και στη γενική αρχαιότητα, όπως αναλύονται πιο πάνω, ασκούσε υπεύθυνα καθήκοντα από το έτος 1980 έναντι του έτους 1986, που ασκούσε ο ως άνω Γ. Γ., υπερέχει αυτού και στο ουσιώδες και αποφασιστικής σημασίας κριτήριο της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων, δεδομένου ότι προηγήθηκε χρονικά στην άσκησή τους και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Όσον αφορά τη βαθμολογία, υπολείπεται ελαφρώς, αυτή, όμως, απέχει 7-8 έτη από τις εν λόγω προαγωγές, μη ανταποκρινόμενη ως εκ τούτου στην υπηρεσιακή εικόνα των κρινόμενων. Κατ’ ακολουθία, [έκρινε το Εφετείο] υπερέχει καταφανώς του συγκρινόμενου με αυτόν Γ. Γ. και η κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 14-2-1997 παράλειψη της προαγωγής αυτού στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου και η αντ’ αυτού προαγωγή εκείνου στον εν λόγω βαθμό συνιστά παραβίαση, εναντίον των αρχών της καλής πίστεως, εκ μέρους της εναγομένης Τράπεζας της πληρώσεως της αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του ενάγοντος σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού του προσωπικού της και η σχετική κρίση του Γενικού Συμβουλίου, ως αρμοδίου προαγωγικού οργάνου της, είναι κατάφωρα άδικη και θεωρείται ότι πληρώθηκε η αίρεση υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του ενάγοντος.
Συνεπώς, η εκκαλούμενη, που έκρινε ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στον πιο πάνω βαθμό από 1-1-1997, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι λόγοι έφεσης με τους οποίους η εναγομένη υποστηρίζει τα αντίθετα θα πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ’ ουσία". Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ, αφού περιέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την καταφανή υπεροχή του αναιρεσίβλητου στα ουσιαστικά προσόντα έναντι του συγκρινόμενου και προαχθέντος Γ.
Γ.. Πράγματι, ως προς το ουσιώδες και αποφασιστικής σημασίας κριτήριο της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων, αν και δέχεται ότι στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο είχαν ανατεθεί από το έτος 1980 καθήκοντα πράκτορα στη Θήβα, τα οποία άσκησε μέχρι τη συνταξιοδότησή του το έτος 2000 και των οποίων η άσκηση, σύμφωνα με την αναφερόμενη απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, ισοδυναμεί με την άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου υπηρεσίας, ταυτόχρονα δέχεται ότι ο συγκρινόμενος από το έτος 1986 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας και από το έτος 1993 καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος στην Αθήνα και, μάλιστα, σε ιδιαίτερα νευραλγικό κατάστημα της εναγομένης με δυσχερή και ιδιάζοντα καθήκοντα.
Δέχεται, δηλαδή, ότι ο συγκρινόμενος υπηρέτησε σε θέσεις ευθύνης σπουδαιότερες από εκείνες, όπου άσκησε καθήκοντα ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να αιτιολογεί για πιο λόγο αυτός υπερέχει καταφανώς του συγκρινόμενου. Επομένως, ο συναφής με τα παραπάνω λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 3126/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26η Αυγούστου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ