Legislator Case Law & Legislation
1135/2014 AI generated

1135/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1135/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 9-3-2009 αγωγή του 3ου ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:596/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3400/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-7-2013 αίτησή τους και τους από 30-12-2013 προσθέτους λόγους τους.

Legislator headnote

AI generated

1135/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α' ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αριθμ. 2, 160 § 1, 313 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ και 35 ΑΚ, προκύπτει ότι αν ασκήθηκε αγωγή από πρόσωπο που έχει αποβιώσει κατά το χρόνο ολοκληρώσεως της ασκήσεως της και επομένως κατά το χρόνο, που αυτό έχει παύσει να έχει την ικανότητα του διαδίκου, είναι απορριπτέα ως άκυρη, για έλλειψη απαραίτητης διαδικαστικής προϋποθέσεως, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1135 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1135/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Της Λ. χας Δ. Ο., το γένος Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιο Παπασίμο και κατέθεσε προτάσεις. 2) Του Φ. Δ. Ο., κατοίκου ..., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/6, της τετάρτης αρχικής ενάγουσας (γιαγιάς του), Β. χας Φ. Ο., το γένος Π., κατοίκου εν ζωή ..., που απεβίωσε στις 20.1.2009. 3) Του Σ. Δ. Ο., κατοίκου ..., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/6, της τετάρτης αρχικής ενάγουσας (γιαγιάς του), Β. χας Φ. Ο., το γένος Π., κατοίκου εν ζωή ..., που απεβίωσε στις 20.1.2009. 4) Του Β. Ο. του Φ., κατοίκου ..., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 2/6, της τέταρτης αρχικής ενάγουσας (μητέρας του), Β. χας Φ. Ο., το γένος Π., κατοίκου εν ζωή ..., που απεβίωσε στις 20.1.2009. 5) Της Μ. συζ. Β. Ο., το γένος Κ., κατοίκου ..., 6) Της Ε. Ο. του Β., κατοίκου ..., 7) Του Φ. Ο. του Β., κατοίκου ..., 8) Της Ε. συζ. Β. Μ., το γένος Φ. Ο., κατοίκου ..., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 2/6, της τετάρτης αρχικής ενάγουσας (μητέρας της), Β. χας Φ. Ο., το γένος Π., κατοίκου εν ζωή ..., που απεβίωσε στις 20.1.2009, 9) Του Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., 10) Της Α. Μ. του Β., κατοίκου .... 11) Της Β. Μ. του Β., κατοίκου ..., 12) Του Σ. Α. του Β., κατοίκου ..., 13) Της Ε. συζ. Σ. Α., το γένος Ζ., κατοίκου ... . Όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπασίμο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Β., κατοίκου ..., 2) Β. Μ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. 3) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE Α.Α.Ε.", της οποίας η άδεια λειτουργία ανακλήθηκε αρμοδίως, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στάθη Γιώτα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 9-3-2009 αγωγή του 3ου ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:596/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3400/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-7-2013 αίτησή τους και τους από 30-12-2013 προσθέτους λόγους τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 29-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου του κυρίως δικογράφου της από 2-7-2013 αίτησης αναίρεσης όσον αφορά τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και όγδοη των αναιρεσειόντων, την απόρριψη των λοιπών λόγων και του πρόσθετου όπως και της αναίρεσης στο σύνολό της ως προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Κ. Μ. και Β. Μ. και την αναίρεση της υπ' αρ. 3400/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών μόνον ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο και μόνον καθόσον αφορά την απόρριψη της από 26-11-2008 αγωγής κατά το μέρος της που ασκήθηκε από την τέταρτη αρχικώς ενάγουσα Β. Ο., για την οποία συνεχίζουν την δίκη οι προαναφερθέντες τέσσερις αναιρεσείοντες.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 3ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Κ. Μ. του Β. και Β. Μ. του Β.. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 15080 και 15079/16-12-2013 και 15113 και 15114/3-1-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρικάλων, ... επιδόθηκαν αντίστοιχα στους ίδιους αναιρεσίβλητους κεκυρωμένα αντίγραφα της από 2-7-2013 αίτησης αναίρεσης με τις δύο πρώτες την 6-12-2013 και του από30-12-2013 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης με τις δύο τελευταίες την 3-1-2014 νόμιμα και εμπρόθεσμα με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων και κλήση για εμφάνιση και συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι πρέπει παρά την απουσία τους να δικασθούν σαν να ήταν παρόντες (άρθρ. 576§1 και 2 ΚΠολΔ).

I. Κατά των αποφάσεων που υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται κατ' άρθρ. 553 ΚΠολΔ αναίρεση από τότε που το ένδικο αυτό μέσο δεν συγχωρείται λόγω παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεώς του, ή λόγω απορρίψεως της ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας. Η αναίρεση που ασκήθηκε αν η απόφαση κατά το χρόνο της ασκήσεώς της μπορούσε να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 577 Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ερημοδίκησαν οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων και τότε εφεσίβλητοι Κ. Μ. και Β. Μ.. Επομένως ως προς αυτούς για τους οποίους δεν προκύπτει απ' το αναιρετήριο η επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ούτε προέκυψε κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρέπει η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο προσθέτων λόγων ν' απορριφθούν γιατί ασκήθηκαν απαραδέκτως και δεν έχουν την ιδιότητα του αναγκαίου ομοδίκου του τρίτου αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου.

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κατά τον προσδιορισμό των ποσών της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής, οδύνης που επεδίκασε στους αναιρεσείοντες τα αποδεικτικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προέκυπταν τα προσδιοριστικά εκείνα στοιχεία για την εκτίμηση του βαθμού ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το οδυνηρό διπλό θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο σκοτώθηκαν δύο προσφιλή τους συγγενικά τους πρόσωπα και ειδικότερα: 1) αντίγραφο των υπ' αριθ. 590/2011 πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης όπου περιλαμβάνεται η κατάθεση του μάρτυρά τους Λ.

Ζ., 2) υπ' αριθ. 24/2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τρικάλων του μαρτυρά τους Ν. Χ., 3) τα πιστοποιητικά πλησιεστέρων συγγενών που εκδόθηκαν από το Δήμο Φαλώρειας Τρικάλων με αριθ. πρωτ. 770/2009, 751/2009, 3791/2008, 2709/2008 και 3308/2008 από τα οποία προκύπτει ο βαθμός συγγένειάς του με τα δύο θανατωθέντα πρόσωπα, 4) την από 13-6-2008 βεβαίωση σπουδών του ΤΕΙ για τον δεύτερο απ' αυτούς και την από 23-6-2008 βεβαίωση σπουδών του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας του τρίτου απ' αυτούς για τις σπουδές τους κατά το χρόνο του θανατηφόρου ατυχήματος και την επίπτωση που είχε σ' αυτές το ψυχολογικό σοκ που υπέστησαν.

Τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με τις αξιώσεις των αναιρεσειόντων για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης: "Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχειά αποδείχθηκε ότι ο θανών Δ.

Ο. είχε τελέσει νόμιμο γάμο με την πρώτη ενάγουσα το έτος 1985 και από το γάμο τους είχαν αποκτήσει δύο τέκνα, το δεύτερο ενάγοντα και τον τρίτο, γεννηθέντες το 1986 και 1988 αντιστοίχως. Όλη η οικογένεια κατοικούσε σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του θανόντος, στην πόλη των ..., ενώ ο θανών, ηλικίας 51 ετών, κατά το χρόνο του θανάτου του, εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος στο Δήμο Φαλώρειας Τρικάλων, διαθέτοντας ειδικό επαγγελματικό μικρό φορτηγό, ενώ παράλληλα, τις ελεύθερες ώρες παρείχε τις υπηρεσίες του σε διάφορους ιδιώτες.

Η σύζυγος του, ηλικίας 47 ετών κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της, δεν εργαζόταν, ούτε είχε εργασθεί ποτέ στο παρελθόν, αλλ' ασχολείτο αποκλειστικά με τη φροντίδα του οίκου τους και την ανατροφή των τέκνων τους, με αποτέλεσμα όλες οι οικονομικές δαπάνες να καλύπτονται από το θανόντα, αφού η σύζυγος του δεν είχε κανένα απολύτως εισόδημα, αλλ' ούτε και περιουσία.

Τα καθαρά εισοδήματα του θανόντος από την επαγγελματική δραστηριότητά του ανέρχονταν στο ποσό των 2000 ευρώ μηνιαίως, το οποίο εκείνος διέθετε, πλην των άλλων, και για τη διατροφή των τέκνων του, τα οποία, μολονότι είχαν ήδη, κατά το χρόνο του θανάτου του, ενηλικιωθεί, εντούτοις δεν είχαν δυνατότητα αυτοδιατροφής εφόσον δεν ήταν σε θέση να εργασθούν, αλλ' ούτε διέθεταν εισοδήματα ή άλλους πόρους.

Ειδικότερα, ο δεύτερος ενάγων Φ. Ο., ηλικίας κατά το χρόνο εκείνο 22 ετών, φοιτούσε στο Τμήμα Τηλεπληροφορικής και Διοίκησης του ΤΕΙ Ηπείρου, που βρίσκεται στην πόλη της Άρτας, όπου και διέμενε σε μισθωμένο διαμέρισμα. Η ελάχιστη διάρκεια φοίτησης είναι οκτώ (8) εξάμηνα και ο ενάγων ενεγράφη για πρώτη φορά στο α' χειμερινό εξάμηνο του σπουδαστικού έτους 2004- 2005, ενώ κατά το εαρινό εξάμηνο του σπουδαστικού έτους 2007-2008 (στο τέλος του οποίου επήλθε ο θάνατος του πατέρα του) βρισκόταν χρονολογικά στο πτυχίο (βλ.

από 13.6.2008 βεβαίωση σπουδών). Ο τρίτος ενάγων Σ. Ο., ηλικίας κατά το χρόνο εκείνο, 20 ετών, ήταν σπουδαστής στο Τμήμα Ηλεκτρολογίας του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας, που εδρεύει στην Κοζάνη, όπου και διέμενε αυτός σε μισθωμένο διαμέρισμα. Η διάρκεια σπουδών είναι επτά (7) εξάμηνα και ένα εξάμηνο πρακτικής άσκησης και ήδη, έχοντας εγγραφεί για πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του 2005, κατά το χρόνο εκείνο, βρισκόταν στο 5° εξάμηνο σπουδών (βλ.

από 23.6.2008 βεβαίωση σπουδών). Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά και λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, το δικαστήριο κρίνει ότι τα πιο πάνω ενήλικα τέκνα του θανόντος είχαν κεκτημένο, κατ' άρθρο 1486 § 1 ΑΚ, δικαίωμα διατροφής έναντι του πατέρα τους, κατά το χρόνο του θανάτου, εφόσον δεν ήταν σε θέση να διαθρέψουν τον εαυτό τους από την περιουσία τους ή εργασία κατάλληλη για την ηλικία τους και τις λοιπές βιοτικές συνθήκες, ενόψει των αναγκών της εκπαίδευσης τους.

Και τούτο, γιατί, η ιδιότητα τους ως σπουδαστών, συνεπάγεται αντικειμενικά αδυναμία να ασκήσουν παράλληλα οποιοδήποτε επάγγελμα ή εργασία, χωρίς να διακινδυνεύεται βλάβη της υγείας τους και προς επιτυχή αντιμετώπιση των σπουδών τους, οι ανάγκες των οποίων επιβάλλουν όχι μόνο παρακολούθηση αλλά και μελέτη των μαθημάτων.

Ενόψει της διάρκειας των σπουδών και του σταδίου φοιτήσεως για καθένα από τους ενάγοντες, κρίνεται ότι το δικαίωμα διατροφής διήρκεσε για διάστημα έξι (6) μηνών για το δεύτερο ενάγοντα και ενός (1) έτους για τον τρίτο ενάγοντα, χρονικά διαστήματα, εντός των οποίων αυτοί αποπεράτωσαν, άλλως, όφειλαν να αποπερατώσουν τις σπουδές τους.

Οι τελευταίοι ζητούν αποζημίωση για στέρηση διατροφής και για περαιτέρω χρονικό διάστημα, επικαλούμενοι αορίστως ολοκλήρωση του κύκλου σπουδών τους και μάλιστα, ο δεύτερος ενάγων προσκομίζει την από 7.10.2011 βεβαίωση του ΤΕΙ Πειραιώς, από την οποία προκύπτει ότι κατά το σπουδαστικό έτος 201 1-2012 έγινε δεκτός σε πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών.

Όμως, η αγωγή ελέγχεται απορριπτέα κατά τούτο, ως ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί το δικαστήριο, με βάση τα τεθέντα υπόψη του στοιχεία, κρίνει ότι το επίπεδο θεωρητικής και τεχνικής εκπαίδευσης που έχουν λάβει, ενόψει και της ηλικίας και των λοιπών βιοτικών συνθηκών, παρέχει σ' αυτούς την ικανότητα να ασκήσουν επάγγελμα σχετικό με τις σπουδές τους, εφόσον πλέον έχουν αποκτήσει και ειδικότητα και κατάλληλα εφόδια, και επομένως είναι ικανοί να αυτοδιατραφούν.

Με βάση λοιπόν την οικονομική δυνατότητα του θανόντος πατέρα και συζύγου, η ανάλογη διατροφή που δικαιούνται τα τέκνα του, για τα ως άνω διαστήματα, η οποία προσδιορίζεται από τις ανάγκες τους, όπως αυτές προσδιορίζονται από τις συνθήκες της ζωής τους στις προαναφερόμενες επαρχιακές πόλεις και περιλαμβάνει όλες τις αναγκαίες για στέγαση, διατροφή, ένδυση, εκπαίδευση και ψυχαγωγία δαπάνες, διαμορφώνεται στο ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως για καθένα.

Το ποσό αυτό θα συνέχιζε να καταβάλει ο πατέρας τους για το πιο πάνω διάστημα, καθόσον, δεδομένης της ηλικίας του και της καταστάσεως της υγείας του, θα συνέχιζε να ζει και να εργάζεται αποκομίζοντας το προαναφερόμενο εισόδημα. Επομένως, το ποσό αυτό που ανέρχεται σε (600 € x 6 μήνες) 3.600 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα και (600 € x 12 μήνες) 7.200 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα, αποστερήθηκαν αυτοί και πρέπει να καταψηφισθεί σε βάρος των εναγομένων, ως αποζημίωση για στέρηση οφειλόμενης διατροφής και μάλιστα, εφάπαξ, σύμφωνα με το αγωγικό αίτημα, προκειμένου να αξιοποιηθεί για την έναρξη του επαγγέλματος τους, λαμβανομένου μάλιστα, υπόψη ότι ήδη αναφέρεται σε παρελθόντα χρόνο.

Με βάση τα ίδια ως άνω περιστατικά και λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι η σύζυγος του θανόντος, που δεν έχει καμμία εργασιακή εμπειρία, δεν είναι σε θέση αντικειμενικά, να εξασφαλίσει κατάλληλη εργασία και ότι κατά τη διάρκεια του γάμου της, οι διατροφικές της και βιοτικές ανάγκες καλύπτοντο από το θανόντα σύζυγο της, έχει αξίωση για στέρηση διατροφής.

Η αξίωσή της, με βάση τις συνθήκες της ζωής, όπως διαμορφώθηκε μετά το θάνατο του συζύγου της και συνεκτιμωμένου ότι διαμένει σε κληρονομιαία οικία του τελευταίου και δεν επιβαρύνεται με καταβολή μισθώματος, ανέρχεται στο ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως. Αποδείχθηκε όμως ότι η ίδια (πρώτη ενάγουσα) λαμβάνει από 1.7.2008 και εφεξής, από τον ασφαλιστικό φορέα του θανόντος (ΟΑΕΕ) σύνταξη ύψους 528, 94 ευρώ μηνιαίως (βλ.

από 2.3.2010 πιστοποιητικό της Περ/κής Δ/νσης Θεσσαλίας του ΟΑΕΕ), την οποία όπως εμμέσως, πλην σαφώς συνομολογεί και η ίδια στο δικόγραφο της εφέσεως (βλ. σελ. 11 αυτής) θα εξακολουθήσει να λαμβάνει καθ' όλο το αιτούμενο διάστημα των ένδεκα (11) ετών. Επομένως, το ως άνω μηνιαίο ποσό, που λαμβάνει η ίδια ατομικά ως σύνταξη υπερκαλύπτει την οφειλόμενη μηνιαία διατροφή.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε με την ίδια αιτιολογία την αξίωση της πρώτης ενάγουσας (συζύγου) και δέχθηκε εν μέρει την αξίωση του δεύτερου και τρίτου των εναγόντων (τέκνων) και επιδίκασε για την αιτία αυτή τα πιο πάνω ποσά, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος και τέταρτος λόγος εφέσεως των εναγόντων, που υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Επίσης αποδείχθηκε ότι ο πέμπτος και η ένατη των εναγόντων είναι αδελφοί του θανόντος, ηλικίας 53 και 46 ετών αντίστοιχα, έχουν αποκτήσει δικές τους οικογένειες και κατοικούν ο μεν πρώτος στη Νάουσα, η δε δεύτερη στα Τρίκαλα, ενώ ο δέκατος τρίτος και η δεκάτη τετάρτη των εναγόντων είναι γονείς της συζύγου του θανόντος.

Όλοι οι πιο πάνω ενάγοντες συνδέονταν με δεσμούς αγάπης και στοργής με τον θανόντα και από τον αδόκητο, και με τις προπεριγραφείσες συνθήκες, άδικο θάνατο του, υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την οποία δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Σημειώνεται ότι στην κατά το άρθρο 932 ΑΚ έννοια της "οικογένειας" του θύματος, όπως διαπλάσθηκε από τη νομολογία, περιλαμβάνονται και οι συγγενείς εξ αγχιστείας, αλλά μόνο του πρώτου βαθμού.

Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως και οι δύο τελευταίοι ενάγοντες (πεθερός και πεθερά του θανόντος), εφόσον, όπως αποδείχθηκε υπέστησαν πράγματι ψυχική οδύνη από τον αιφνίδιο θάνατο του γαμπρού τους και όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο, με το δεύτερο λόγο εφέσεως είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα.

Για τον προσδιορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης που δικαιούται καθένας των ως άνω συγγενών, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικότερες συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε αιφνιδίως ο θάνατος του, την παραγωγικότητα της ηλικίας του θανόντος, αλλά και την ηλικία καθενός των εναγόντων, το αποκλειστικό πταίσμα του υπαίτιου οδηγού, το βαθμό συγγενείας κάθε ενάγοντα προς τον εκλιπόντα, τους δεσμούς αίματος και αγάπης που συνέδεαν τον τελευταίο με κάθε ενάγοντα, το βαθμό έντασης και τη διάρκεια του ψυχικού τους πόνου, καθώς και την κοινωνική θέση και οικονομική κατάσταση, τόσο των εναγόντων, όσο και των δύο πρώτων εναγομένων - οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου - κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση που δικαιούται καθένας, ανέρχεται σε: 1) 45.00Θ ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, σύζυγο, 2) 40.000 ευρώ για καθένα των δύο επομένων εναγόντων (τέκνα), 3) 15.000 ευρώ για καθένα από τους ενάγοντες αδελφούς και 4) 1.000 ευρώ για καθένα από τους δύο τελευταίους ενάγοντες (πεθερός και πεθερά).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση, επιδίκασε μικρότερο ποσό στους δύο τελευταίους ενάγοντες και μεγαλύτερα από τα προαναφερόμενα, στους υπολοίπους, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ και πρέπει, αντιστοίχως, να γίνουν δεκτοί, αφενός μεν ο σχετικός λόγος εφέσεως των δύο τελευταίων εναγόντων, αφετέρου δε ο πρώτος λόγος εφέσεως του εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των λοιπών εναγόντων (συζύγου, τέκνων και αδελφών).

Επίσης αποδείχθηκε ότι συνεπεία του ένδικου ατυχήματος ο συνεπιβαίνων Φ. Ο., 79 ετών, πατέρας του θανόντος Δ. Ο., υπέστη πολλαπλές βαρύτατες κακώσεις στο θώρακα και το κεφάλι, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε αμέσως ο θάνατος του, λόγω ολιγαιμικής καταπληξίας. Αυτός είχε τελέσει νόμιμο γάμο με την μεταποβιώσασα Β.

Ο. και από το γάμο τους είχαν αποκτήσει τρία τέκνα, τον Β. (5° ενάγοντα) γεννηθέντα το 1955, την Ε. (9η ενάγουσα) γεννηθείσα το 1961 και τον Δ., που όπως προεκτέθηκε θανατώθηκε στο ίδιο ατύχημα. Απ' αυτούς ο πρώτος έχει τελέσει νόμιμο γάμο με την έκτη ενάγουσα, από τον οποίο έχουν αποκτήσει δύο ενήλικα ήδη τέκνα, την Ε.

και το Φ. (7η και 8° από τους ενάγοντες), ενώ η δεύτερη έχει έρθει σε νόμιμο γάμο με τον δέκατο ενάγοντα, από τον οποίο έχουν αποκτήσει επίσης δύο τέκνα, την Α. και τη Β. (11η και 12η των εναγόντων). Εξάλλου, όπως έχει αναφερθεί, οι τρεις πρώτοι ενάγοντες είναι σύζυγος και τέκνα του αποβιώσαντος υιού του θανόντος, Δ..

Ο θανών κατοικούσε με τη σύζυγο του στο ... και συνδεόταν με όλους τους πιο πάνω ενάγοντες, τέκνα, εγγόνια, νύφες και γαμβρό, με ισχυρά αισθήματα αγάπης, με συνέπεια ο απροσδόκητος θάνατος του να βυθίσει αυτούς σε οδύνη ψυχική, για την οποία δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Έτσι, λαμβανομένων υπόψη όλων των κατά νόμο (άρθρο 932 ΑΚ) στοιχείων και δη των ιδιαίτερων συνθηκών κάτω από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του, του βαθμού πταίσματος του υπαίτιου οδηγού, του στενού δεσμού αίματος αλλά και του συναισθηματικού δεσμού που συνέδεε τον αποθανόντα με αυτούς, του βαθμού συγγενείας, της ηλικίας του θανόντος και των εναγόντων και της κοινωνικοοικονομικής καταστάσεως τόσο των δικαιούχων όσο και των εναγομένων φυσικών προσώπων, το δικαστήριο κρίνει ότι για την απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που πράγματι υπέστησαν οι ενάγοντες από τον αιφνίδιο θάνατο του συγγενούς τους, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, πρέπει να καθορισθεί:

α) σε 20.000 ευρώ για καθένα από τα τέκνα του θανόντος και β) σε 1.000 ευρώ για καθένα από τους εγγονούς και τους εξ αγχιστείας συγγενείς αυτού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως που με την εκκαλουμένη απόφασή του επιδίκασε μεγαλύτερα ποσά στα τέκνα του θανόντος και μικρότερα ποσά στους εγγονούς και εξ αγχιστείας συγγενείς εκείνου, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και άρα πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον των πρώτων καθώς και ο οικείος λόγος εφέσεως των δευτέρων.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το αίτημα του Επικουρικού Κεφαλαίου, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Commercial Value ΑΕΕΓΑ", λόγω ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της, περί περιορισμού της ευθύνης του μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ για τις σωματικές βλάβες τρίτων, ελέγχεται απορριπτέο, αφού τα συνολικώς επιδικασθέντα ποσά δεν υπερβαίνουν το πιο πάνω ανώτατο ασφαλιστικό όριο".

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.

Περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα ως προς την τέταρτη αρχικώς ενάγουσα και στη συνέχεια αποβιώσασα Β. χήρα Φ. Ο.: "Από τη διάταξη του άρθρου 933 ΑΚ, προκύπτει ότι η κατά το άρθρο 932 αυτού επιδικαζομένη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αποτελεί αυστηρώς προσωπική απαίτηση των αναφερομένων στην τελευταία διάταξη δικαιούχων, η οποία δεν μπορεί να εκχωρηθεί ή να κληρονομηθεί, παρά μόνο στην περίπτωση που αυτή αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε γι' αυτή αγωγή.

Η δικαιολόγηση της νομοθετικής αυτής ρυθμίσεως, που απαιτεί επίδοση - άσκηση αγωγής και όχι απλή κατάθεση δικαιολογείται από το χαρακτήρα της απαιτήσεως ως αυστηρώς προσωπικής, γεγονός που σημαίνει ότι πρέπει να έχει εκφρασθεί από το δικαιούχο κατά τρόπο πανηγυρικό η βούλησή του για επιδίωξη της απαιτήσεως και συγκεκριμενοποίηση του αιτούμενου ποσού.

Μόνο με τις προϋποθέσεις αυτές η έναντι τρίτου αξίωση χρηματικής ικανοποίησης ενσωματώνεται στην κληρονομιαία περιουσία και περιέρχεται κατά νόμο στους κληρονόμους κατ' άρθρο 1710 ΑΚ, οι οποίοι, τότε μόνο δικαιούνται, ως άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι (με την επιφύλαξη του δικαιώματος αποποίησης) να συνεχίσουν την αρξαμένη από τον δικαιούχο - κληρονομούμενο δίκη, διότι για να επέλθει διακοπή της δίκης και να αποκτήσουν οι κληρονόμοι δικαίωμα επανάληψης, απαιτείται ο θάνατος του αρχικού διαδίκου να λάβει χώρα μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας κατ' άρθρο 221 §1 εδ.

α' ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αριθμ. 2, 160 § 1, 313 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ και 35 ΑΚ, προκύπτει ότι αν ασκήθηκε αγωγή από πρόσωπο που έχει αποβιώσει κατά το χρόνο ολοκληρώσεως της ασκήσεως της και επομένως κατά το χρόνο, που αυτό έχει παύσει να έχει την ικανότητα του διαδίκου, είναι απορριπτέα ως άκυρη, για έλλειψη απαραίτητης διαδικαστικής προϋποθέσεως, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Τέλος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 522, 524 §1, 525, 526 και 536 ΚΠολΔ, το Εφετείο, δυνάμει του κατά το άρθρο 522 του ίδιου Κώδικα, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως έχει, σχετικά με την αγωγή, την ίδια εξουσία με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί, χωρίς ειδικό παράπονο ή συγκεκριμένο λόγο εφέσεως, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν η αγωγή είναι δικονομικώς παραδεκτή ή όχι και να την απορρίψει αν συντρέχουν λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητος, αρκεί να ζητείται η απόρριψη της.

Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εναγόντων της υπό κρίση από 26.1 1.2008 αγωγής, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 27.1 1.2008 και επιδόθηκε στους εναγομένους, την 9.2.2009, στην τρίτη εναγομένη, και την 4.2.2009 στους λοιπούς εναγομένους (βλ. υπ' αριθμ. 347Β/2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ...

και 13171 και 13170/2009 όμοιες εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή Τρικάλων ...), είναι και η Β. χήρα Φ. Ο. (4η ενάγουσα), η οποία όμως, όπως προκύπτει από την καταχωρηθείσα στα υπ' αριθμ. 596/201 1 πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων, απεβίωσε τον Ιανουάριο του 2009 (και όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 18/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Τρικκαίων, ο ακριβής χρόνος αποβιώσεως είναι η 20.1.2009), δηλαδή πριν από την ολοκλήρωση της ασκήσεώς της, που σηματοδοτεί και την έναρξη της δίκης.

Κατά συνέπεια η απαίτηση της τετάρτης εναγούσης δεν κατέστη εκκρεμής, ώστε να δημιουργηθεί στάδιο εφαρμογής των περί διακοπής και επαναλήψεως της δίκης διατάξεων, εφόσον η αγωγή, ασκηθείσα από πρόσωπο που δεν είχε την ικανότητα να είναι διάδικος, ήταν άκυρη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ωστόσο, κατά παραβίαση των ως άνω νομικών διατάξεων, έκρινε ότι η αγωγή είναι δικονομικώς παραδεκτή, ότι με το θάνατο της ως άνω εναγούσης επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και αφού δέχθηκε την περί επαναλήψεως της δίκης δήλωση των κληρονόμων (2ου, 3ου, 5ου και 9ης των εναγόντων), υπολαμβάνοντας ότι η επίδικη αξίωση της αποβιωσάσης 4ης εναγούσης περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, ύψους 200.000 ευρώ, λόγω ψυχικής οδύνης, που άγεται προς διάγνωση στο δικαστήριο, μεταβιβάσθηκε στους κληρονόμους της, επιδίκασε σ' αυτούς, κατά το μέρος της εξ αδιαθέτου διαδοχής, τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα ποσά χρηματικής ικανοποιήσεως.

Επομένως και εφόσον το εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο ζητεί την απόρριψη της αγωγής, το δικαστήριο τούτο πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, έστω και χωρίς ειδικό λόγο εφέσεως, να απορρίψει την αγωγή ως προς την ενάγουσα Β. Ο., ως άκυρη, λόγω ελλείψεως διαδικαστικής προϋποθέσεως".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο αφ' ενός μεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του τηΝ υπ' αριθ. 11779/1-12-2008, έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ν. Γ. του Πρωτοδικείου Αθηνών την οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, αφ' ετέρου δε παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 347/9-2-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Γ., την οποίαν επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες όχι για την απόδειξη της κοινοποιήσεως της αγωγής τους αλλά για την απόδειξη της επιδόσεως της από 4-2-2009 εξωδίκου κλητεύσεώς τους προς το τρίτο αναιρεσίβλητο για την λήψη ενόρκου βεβαιώσεως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τρικάλων, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε απόρριψη της αγωγής της τετάρτης αρχικά ενάγουσας λόγω ελλείψεως διαδικαστικής προϋποθέσεως. Επομένως τα όσα συναφώς οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται δηλ. μόνο οι νομιμοποιούμενοι ως συνεχίζοντες τη δίκη για λογαριασμό της αποβιωσάσης αρχικά τετάρτης ενάγουσας Β. χήρας Φ. Ο. (δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, όγδοη) Φ. Ο. του Δ., Σ. Ο. του Δ., Β. Ο. του Φ. και Ε. συζ. Β. Μ. το γένος Φ. Ο. με τους δύο πρώτους λόγους του κυρίως δικογράφου από τους αριθ. 11 γ και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και τους τρίτο, και αλυσιτελώς με τους τρίτο και τέταρτο λόγους του κυρίως δικογράφου από τους αριθ. 1 και 11β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα.

III. Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους, περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005).

Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.ΑΠ. 6/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο του κυρίως δικογράφου εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για την θανάτωση των δύο συγγενικών προσώπων των αναιρεσειόντων παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 25 του Συντάγματος. Σύμφωνα όμως με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της. Κατ' ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και ογδόη των αναιρεσειόντων Φ. Δ. Ο., , Σ. Δ. Ο., Β. Ο. του Φ. και Ε. συζ. Β. Μ. το γένος Φ. Ο. με την ιδιότητα του εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικής ενάγουσας Β. χήρας Φ. Ο., που απεβίωσε στις 20-1-2009 έναντι του αντιδίκου τους τρίτου αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο κατά το αναιρούμενο μέρος της, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης στον καταθέσαντα, παρά την μερική νίκη του καταθέσαντος, και να καταδικασθεί το τρίτο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο στα δικαστικά έξοδα των τεσσάρων αναιρεσειόντων που νίκησαν και κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία κατανέμονται κατά το λόγο της νε μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων μερών, από τα οποία οι αναιρεσείοντες είχαν κοινή υπεράσπιση, και προσδιορίζει στο ποσό των 1000 € (άρθ. 178 παρ.1 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

Εξ άλλου πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν το τρίτο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο ως ειδικός διάδοχος της ασφαλιστικής εταιρείας Commercial Value Α.Ε.Ε.Γ.Α. λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της ευθύνεται μέχρι του ποσού των 500.000 Ε για τις σωματικές βλάβες τρίτων κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, που δεν εθίγησαν στην προκειμένη αναιρετική διαδικασία, από τις οποίες προκύπτει ότι στους λοιπούς ενάγοντες επιδικάσθηκαν καταψηφιστικά και αναγνωριστικά συνολικά 220.300 €, ώστε η αναπομπή του αναιρούμενου μέρους στο Εφετείο να μην θέτει ζητήματα αναπομπής και ελέγχου και των ήδη επιδικασθέντων πιο πάνω ποσών στο μέτρο της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφού τα συνολικώς επιδικασθέντα σε βάρος του ποσά δεν υπερβαίνουν το πιο πάνω ανώτατο ασφαλιστικό όριο των 500.000 €.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθ. 3400/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα εις το σκεπτικό, ειδικά δε κατά το κεφάλαιό της που απέρριψε την ένδικη αγωγή της τετάρτης αρχικά ενάγουσας Β. Ο., στη δικονομική θέση την οποία υπεισήλθαν και συνεχίζουν ήδη τη δίκη οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και ογδόη των αναιρεσειόντων Φ. Δ. Ο., Σ. Δ. Ο., Β. Ο. του Φ. και Ε. συζ. Β. Μ. το γένος Φ. Ο., έναντι του αντιδίκου τους τρίτου αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την απόδοση στον καταθέσαντα του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Απορρίπτει (ως απαράδεκτη) την ένδικη αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο προσθέτων λόγων όσο απευθύνονται κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων Κ. Μ. και Β. Μ..

Καταδικάζει τον τρίτο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο στα δικαστικά έξοδα των δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και ογδόης των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει κατά μερικό συμψηφισμό στο ποσό των χιλίων (1000) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4-4-2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30-5-2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ