Legislator Case Law & Legislation
1135/2012 AI generated

1135/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1135/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1135/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, κατά την μειοψηφούσα γνώμη των μελών του Δικαστηρίου Γεωργίου Γεωργέλλη και Δημητρίου Κράνη, Αρεοπαγιτών, οι συντελεσθείσες κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του ν. 2791/2001 αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δεν υπόκειται στην ρύθμιση του μεταβατικού χαρακτήρα του άρθρου 37 αυτού και την προσδιοριζόμενη δι' αυτού ανατρεπτική προθεσμία του άρθρου 33§3, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες νομικές παραδοχές.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1135 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1135/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του,στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. χας Α. Τ. το γένος Α. Κ., 2. Α. Τ. του Α., 3. Α. Τ. του Α. ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Α. Τ. που απεβίωσε στις 28.7.2008, 4. Χ. Τ. του Α. και 5. Σ. συζ. Α. Κ. το γένος Α. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή των αρχικώς εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, Α. Τ. του Α. που απεβίωσε στις 28.7.2008, Χ. Τ. του Α. και Σ. συζ. Α. Κ., η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19556/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2598/2007 προδικαστική, 2173/2008 τελεσίδικη του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Ιουνίου 2009 αίτησης του ως και τους με ιδιαίτερο, από 21 Δεκεμβρίου 2010 δικόγραφο, πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 20 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 194/15.6.2009 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 243/21-12-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2173/30.9.2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 194/15.6.2009 αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο, 243/21.12.2010 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 2173/30.9.2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με το 184/4.1.2005 δικόγραφο αγωγών, με ενάγοντες τους α) Α. Τ., β) Χ. Τ. και γ) Σ. συζ. Α. Κ., εφέρετο προς διάγνωση αξίωσή τους κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, θεμελιούμενη στην διατύπωση του αγωγικού ισχυρισμού ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 του ν. 653/1977 τεκμηρίου ωφελείας των εναπομεινάντων μετά την ιστορούμενη απαλλοτρίωση εκτάσεων της κατ' ισομοιρία συγκυριότητάς τους, αιτία για την οποία παρακρατήθηκε από την οφειλόμενη λόγω απαλλοτριώσεως αποζημίωση το δραχμικό ισόποσο 369.773,58 ευρώ, την σύμμετρη καταψήφιση των οποίων και εδίωκαν, με νομικό έρεισμα κύρια το άρθρο 1 της ΕΣΔΑ και επικουρικά τα άρθρα 904 επ.

ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί των εν λόγω υποκειμενικώς σωρευομένων αγωγών εκδόθηκε, κατά παραδοχή τους κατά την κύρια διατυπούμενη βάση τους, η 19556/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 4020/13.10.2006 έφεση του εναγομένου, αρχικά η 2598/2007 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και ακολούθως, μετά την πραγματοποίησή της, η 2173/30.9.2008 οριστική αυτού απόφαση, κατ' αποδοχή αυτής (εφέσεως), εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης κατά την κύρια βάση της και μη νόμιμης κατά την επικουρική, με υπεισέλευση στη συνέχεια στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος Α.

Τ., ο οποίος απεβίωσε στις 28.7.2008, των τριών πρώτων των αναιρεσειόντων, συζύγου και τέκνων αυτού, ως μόνων εξ αδιαθέτου αυτού κληρονόμων. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικότερα κατά του κεφαλαίου αυτής που αναφέρεται στην απόρριψη των αγωγών των ως παρίστανται αναιρεσειόντων κατά την κύρια διατυπούμενη βάση τους εναντιώνονται οι ηττηθέντες εφεσίβλητοι-ενάγοντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής, λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα: Ι. Κατά το άρθρο 562§2 ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός, μόνον αν στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, από το οποίο προέρχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν (α) πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, υπό την προϋπόθεση στην τελευταία περίπτωση ότι είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας οι πραγματικές του ισχυρισμού αυτού προϋποθέσεις.

Στο δικονομικό αυτό περιορισμό υπόκειται και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ο οποίος θεμελιώνεται, πλην άλλων, και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο από πλημμέλεια που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής μόνο διατάξεως. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει την 4020/13.10.2006 έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο επιδόθηκε στις 28.6.2006 η εκκαλούμενη δι' αυτής απόφαση, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης, μετά την παρέλευση της οριζόμενης στην διάταξη του άρθρου 518§1 εδ.1 ΚΠολΔ 30νθήμερης προθεσμίας, με τον συνυπολογισμό του από 1.7 έως 15.9.2006 χρονικού διαστήματος, κατ' αποκλεισμό της αντιβαίνουσας στα άρθρα 6§1 της ΕΣΔΑ, 4§1 του Συντάγματος και 110§1 του Συντάγματος και οριζούσης τα αντίθετα διατάξεως του άρθρου 11 του κ.δ/τος της 26-6/10-7-1994 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται ως αβάσιμος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, ούτε σε κάθε περίπτωση βεβαιώνεται από τις υποβληθείσες στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προτάσεις τους, ότι τα θεμελιωτικά του σχετικού περί τούτων ισχυρισμού πραγματικά περιστατικά προβλήθηκαν ενώπιον αυτού, εφόσον πρόκειται περί ισχυρισμού που αφορά τη δημόσια τάξη, δοθέντος ότι μόνη συνέπεια της προνομιακής αυτής μεταχειρίσεως του Ελληνικού Δημοσίου είναι η επέκτασή της και στον αντίδικό του.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Τότε μόνον η κρίση αυτή δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όταν στηρίχθηκε σε άλλα, μη διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.

Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της αποφάσεως και όχι από εκείνο της κριθείσης αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξήντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 26 του ν.2882/ 2001, α. η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση κατά την οριζόμενη από το εν λόγω άρθρο διαδικασία (παρ.1), β.

Αρμόδιο για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως είναι το μονομελές πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε (παρ. 2). γ. Το δικαστήριο αναγνωρίζει τους δικαιούχους της αποζημιώσεως με βάση κάθε στοιχείο που προσκομίζουν οι διάδικοι ή που το εξετάζει αυτεπαγγέλτως (παρ. 6).

δ. Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Διάδικοι ή τρίτοι, που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και αν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνωρίσεως δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημιώσεως ή αναζητήσεως αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα πληρωμής (παρ.12).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση, η οποία αποφαίνεται οριστικώς και αμετακλήτως με βάση τα υπάρχοντα στην διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να περιορίζεται στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα, αποτελεί δεδικασμένο έναντι πάντων για το ποιος είναι δικαιούχος εισπράξεως της αποζημιώσεως και επιπροσθέτως για το εμβαδόν των απαλλοτριουμένων ακινήτων και τον όγκο των επ' αυτού κτισμάτων, τα οποία το δικαστήριο ερευνά ελεύθερα, χωρίς να περιορίζεται στο εμβαδόν και τον όγκο που αναγράφονται στα στοιχεία της κτηματογραφήσεως (κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα), κατέστη δε το μονομελές πρωτοδικείο αρμόδιο να αποφασίσει επί των θεμάτων αυτών οριστικά και αμετάκλητοι (Ολ.ΑΠ 9/1989).

Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 33 παρ.1, 2, 3 και 6 του ν. 2971/19.12.2011 "Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου (παρ.1).

Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης (παρ. 2).

Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή ... (παρ. 3). Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο.

Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση των στοιχείων σε αυτό, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των σχετικών με την επίδοση διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων. Το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνον το ένδικο μέσο της αναίρεσης, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των διατάξεων του άρθρου 22 του Κώδικα Αναγκαστικών απαλλοτριώσεων". Κατά το άρθρο 37 του ίδιου ν. 2971/2001. "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει: α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι την έναρξη της ισχύος του συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του ...". Κατά την πλειοψηφούσα γνώμη από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι καθιερώνεται το μαχητό του (θεσπισθέντος ως αμάχητου με το ν.653/1977) τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων ακινήτων, ορίζεται βραχεία (δίμηνη) ανατρεπτική προθεσμία-με αφετηρία τον προσωρινό ή απ' ευθείας οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, μέσα στην οποία οφείλει ο ιδιοκτήτης να προσφύγει στην Τριμελή Επιτροπή για τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα ως προς το απαλλοτριούμενο, για το οποίο θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο ωφέλειας αλλά και περισσότερο ακόμη βραχεία (30ήμερη) προθεσμία για την έκδοση της απόφασης από το Εφετείο, στο οποίο - διαβιβάζονται τα κτηματολογικά στοιχεία με την έκθεση της Τριμελούς Επιτροπής και παρέχεται η ευχέρεια αξιοποίησης της δυνατότητας κατάρριψης του τεκμηρίου ωφέλειας με την καθιερούμενη ως άνω διαδικασία και στους ιδιοκτήτες απαλλοτριουμένων, για τα οποία δεν είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2971/2001, μέσα σε ανάλογη (δίμηνη) προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.

Η παράλειψη του νομοθέτη να περιλάβει παρόμοια ρύθμιση και για τους ιδιοκτήτες απαλλοτριωθέντων, των οποίων είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση κατά την έναρξη ισχύος του νόμου 2971/2001, δεν μπορεί, με δικαιοκρατικά τουλάχιστον κριτήρια, να οδηγεί στην αναγνώριση δικαιώματος αυτών των ιδιοκτητών να προσφεύγουν χωρίς χρονικό περιορισμό στα δικαστήρια για την κατάρριψη του τεκμηρίου ωφέλειας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, αλλά πρέπει, με διασταλτική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 37 παρ.α' του ν. 2971/2001 (ή ανάλογη εφαρμογή της), να γίνει δεκτό ότι επεκτείνεται και σ' αυτούς το ίδιο και με τους αυτούς χρονικούς περιορισμούς δικαίωμα, που έχει παρασχεθεί και στους ιδιοκτήτες απαλλοτριωθέντων ως προς τα οποία δεν είχε συντελεσθεί μέχρι τότε η απαλλοτρίωση.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ενδείξεις από την ανάγκη που υπαγόρευσε τη θέσπιση της διατάξεως του άρθρου 37 παρ.1 του ν. 2971/2001, τις προπαρασκευαστικές εργασίες και το νομοθετικό σκοπό να επιλύονται όλα τα ζητήματα αποζημιώσεων από απαλλοτριώσεις σε βραχυχρόνιες προθεσμίες, η παράλειψη του νομοθέτη να μνημονεύσει ρητώς ότι την παρεχόμενη με την εν λόγω διάταξη δυνατότητα κατάρριψης του τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων ακινήτων, για τα οποία δεν είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, έχουν (κατά μείζονα λόγο) και οι ιδιοκτήτες απαλλοτριωθέντων ακινήτων, για τα οποία είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση (και μέχρι τότε, λόγω νομοθετικού κενού, προσέφευγαν στα δικαστήρια χωρίς περιορισμό προθεσμίας), ήταν ασυνείδητη και πρέπει με διασταλτική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως να ισχύσει αυτή και ως προς τους ιδιοκτήτες των τελευταίων αυτών ακινήτων.

Αλλά και αν ακόμα η παράλειψη μνείας των ιδιοκτητών των ακινήτων αυτών ήταν συνειδητή από το νομοθέτη, τότε θα πρέπει, με ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 37 παρ.1 ν. 2971/2001, να επεκταθεί και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη εφαρμογής του απαλλοτριώσεις, ως προς τις οποίες, πολύ περισσότερο από τις μη συντελεσμένες απαλλοτριώσεις, ήταν αναγκαία η ταχεία επίλυση των εκκρεμοτήτων αυτών.

Με οποιαδήποτε από αυτές τις ερμηνευτικές εκδοχές, η μη τήρηση της προδικασίας, προκειμένου για την ανωτέρω κατηγορία απαλλοτριώσεων, δεν εμποδίζει τη δικαστική διάγνωση του αιτήματος για την κατάρριψη του τεκμηρίου ωφέλειας, ακόμη και αν υποβλήθηκε σε αναρμόδιο δικαστήριο, αρκεί να έγινε πριν από την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 37 εδ.

α' του ν. 2971/2001. Διαφορετικά τίθεται, χωρίς αποχρώντα λόγο, σε ιδιαίτερα προνομιακή θέση η κατηγορία αυτών των ιδιοκτητών, αφού έναντι αυτών φαίνεται να ατονούν οι λόγοι δημόσιου συμφέροντος, που επέβαλαν βραχυχρόνιες παραγραφές και προθεσμίες (με τον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και το ν. 2971/2001) για την άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των από την απαλλοτρίωση δημιουργούμενων σχέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο.

Πέρα από αυτό, η αναγνώριση μακροχρόνιων αξιώσεων αποζημιώσεως, για απαλλοτριώσεις που κρίθηκαν με το προγενέστερο δίκαιο ως συντελεσμένες, με συνέπεια να ανασύρονται αυτές ακόμη και μετά από πολλά έτη σε εκκρεμότητα, δεν ήταν σύμφωνη και με τη νομοθετική βούληση κατά τη θέσπιση των διατάξεων των άρθρων 33 και 37 του ν.2971/2001, που συντελέσθηκε σε συμμόρφωση με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), ως προς την υποχρέωση εφαρμογής από τα κράτη μέλη του κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και έχοντος αυξημένη τυπική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), σχετικά με το δικαίωμα σεβασμού της κυριότητας στα περιουσιακά αγαθά κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, τα οποία αποτελούν αντικείμενο απαλλοτριώσεως, με την παροχή υποχρεωτικά και δικαιώματος προσφυγής στο ίδιο δικαστήριο, που κρίνει για το ύψος της αποζημιώσεως της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, για να εξετάσει αν ο ιδιοκτήτης αυτής υφίσταται και πόση ωφέλεια από την απαλλοτρίωση, ακόμη και όταν αυτή είχε συντελεσθεί πριν από την έναρξη εφαρμογής του ν.2971/2001 και παρά τα αντιθέτως οριζόμενα με το άρθρο 17 παρ. 1 του προϊσχύοντος ν.δ. 797/1971 - αλλά και την προηγούμενη, για το ίδιο θέμα, νομολογία των δικαστηρίων της Χώρας μας (Ολ.

ΑΠ 1/1988, 8/1999), ως αντιτιθέμενα στις αυξημένης τυπικής ισχύος ως άνω διατάξεις (Ολ. ΑΠ 10/2004). Η καθιέρωση προθεσμιών από τον κοινό νομοθέτη, έναντι όλων των ενδιαφερομένων, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις, για την άσκηση του δικαιώματος αμφισβητήσεως του τεκμηρίου ωφέλειας του ν.653/1977 ενώπιον των (εθνικών) δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους, δεν συνιστά αποκλεισμό του δικαιώματος και γι' αυτό δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 17 του Συντάγματος (Πλειοφ.

ΑΠ 1318/2009 πρβλ και ΑΠ 998/2009).

Κατά τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως από την 18302/ 2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι, επί συνολικής επιφανείας 12.965,83 τμ ακινήτου της κατ' ισομοιρία συγκυριότητας των αρχικών εναγόντων, απαλλοτριώθηκε έκταση αυτού 7.672,44 τμ και απέμεινε εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα αυτού 5.293,33 τμ και ότι δι' αυτής αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της καθορισθείσης με την 27/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης οριστικής αποζημιώσεως για το απαλλοτριούμενο τμήμα των 7.672,44 τμ και εκείνης λόγω μειώσεως σε ποσοστό 70/00 της αξίας του εναπομείναντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος αυτού, εμβαδού 5.293,39 τμ, με καταληκτικό αυτής συμπέρασμα, αναφορικά με την έκταση και τα αποτελέσματα του απορρέοντος από την εν λόγω απόφαση δεδικασμένου ότι φερόμενη προς καταψήφιση αξίωση των αρχικώς εναγόντων για το παράλληλα εναπομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα των 944,62 τμ, προσκρούει στο εν λόγω δεδικασμένο, με την αιτιολογία ότι με την δημιουργική αυτού απόφαση η απομείνασα εκτός απαλλοτριώσεως έκταση περιορίζεται στο τμήμα επιφανείας 3.293,39 τμ.

Κατά τους ορισμούς όμως και την έννοια των άρθρων 321 επ ΚΠολΔ τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου οριοθετούνται από το περιεχόμενο της αποφάσεως, έστω και εσφαλμένης, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξήντλησε το αντικείμενο της αγωγής ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό. Με βάση τη νομική αυτή παραδοχή το απορρέον από την 18302/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεδικασμένο περιορίζεται στην αναγνώριση των αρχικώς εναγόντων δικαιούχων της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των 7.672,44 τμ και εκείνης για την μείωση της αξίας του εναπομείναντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος των 5.293,34 τμ, με απορρέον εξ' αυτής αντίστοιχο ισοδύναμο δεδικασμένο, στα αντικειμενικά όρια του οποίου δεν περιλαμβάνεται ο καθορισμός του απομένοντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος του μείζονος ακινήτου, στοιχείο προσδιοριστικό για τη μείωση της αξίας αυτού λόγω της απαλλοτριώσεως του υπολοίπου τμήματος αυτού που αφορά διάφορο δικαίωμα σε σχέση με το φερόμενο προς διάγνωση των αναιρεσειόντων, χωρίς παράλληλα να αποτελεί πρόκριμα αυτού.

Παρά τη βασιμότητα της διατυπούμενης με το τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετικής αιτιάσεως από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, με την έννοια της υπερβάσεως από την προσβαλλόμενη απόφαση του απορρέοντος από την εν λόγω απόφαση δεδικασμένου αναφορικά με την έκταση και τα αποτελέσματά του, δεν δικαιολογείται κατά την πλειοψηφούσα πάντοτε γνώμη, η παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, ενόψει του ορθού κατ' αποτέλεσμα διατακτικού της (ΚΠολΔ 578).

Ειδικότερα, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η απαλλοτρίωση συντελέσθηκε το έτος 1999, πριν από την ισχύ του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, οι σωρευόμενες στο 184/ 4.1.2005 δικόγραφο αγωγές ασκήθηκαν μετά την παρέλευση της οριζόμενης στην διάταξη του άρθρου 37 του ν. 2971/2001 δίμηνης προθεσμίας από την έναρξη της ισχύος του (19.3.2002), αξιολογούμενες εντεύθεν ως απαράδεκτες, με αντικατάσταση κατά τούτο με την παρούσα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 8/1993, 37/1996, 30/1998), παραδοχή η οποία προεχόντως αξιολογεί ως αλυσιτελείς και τις λοιπές διατυπούμενες αναιρετικές αιτιάσεις.

Αντίθετα, κατά την μειοψηφούσα γνώμη των μελών του Δικαστηρίου Γεωργίου Γεωργέλλη και Δημητρίου Κράνη, Αρεοπαγιτών, οι συντελεσθείσες κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του ν. 2791/2001 αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δεν υπόκειται στην ρύθμιση του μεταβατικού χαρακτήρα του άρθρου 37 αυτού και την προσδιοριζόμενη δι' αυτού ανατρεπτική προθεσμία του άρθρου 33§3, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες νομικές παραδοχές.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρ.1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παροδίων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κλπ", οι οποίες κατά το άρθρ. 62§9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το αρθρ. 14§1 του ν.1349/ 1983 σε συνδυασμό με το αρθρ. 6§14 του ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά αρθρ. 14§1 του ν. 1349/1983 και 6§14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπανάς απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1) ...

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3) ... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4) ...".

Εισάγεται έτσι με τη διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής αποκτούν πρόσωπο σ' αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού.

Παράλληλα κρίθηκε ότι η καθιέρωση τού ίδιου τεκμηρίου ως αμάχητου δεν αντίκειται στη διάταξη του αρθρ. 17§2 εδ.α του Συντάγματος, που επιβάλλει την προηγούμενη πλήρη αποζημίωση του ιδιοκτήτη αναγκαστικά απαλλοτριούμενου ακινήτου προκειμένου αυτός να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, αφού με βάση το εν λόγω τεκμήριο προσδιορίζονται οι υπόχρεοι μόνο προς αποζημίωση για τη διάνοιξη εθνικής οδού, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται το δικαίωμα αποζημίωσης όσων οι ιδιοκτησίες αναγκαστικά απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξή της.

Κατ' επέκταση η συνταγματικότητα του τεκμηρίου δεν αναιρείται από τη συνδρομή στο ίδιο πρόσωπο δικαιώματος αποζημίωσης και συγχρόνως υποχρέωσης προς αποζημίωση με συνέπεια τον αμοιβαίο συμψηφισμό τους (Ολ. ΑΠ 14/1991). Υπό την έννοια αυτή ναι μεν η αποζημίωση για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία εμφανίζεται τυπικά να είναι πλήρης, όμως αυτοτελώς η υποχρέωση αποζημίωσης για τη διάνοιξη εθνικής οδού, δηλαδή ανεξάρτητα από τη σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο με δικαίωμα αποζημίωσης, συνιστά για τον υπόχρεο προσβολή της περιουσίας του, όταν το τεκμήριο ωφέλειας της παρ.3 του αρθρ.1 ν. 653/1977, στο οποίο βασίζεται, χαρακτηρίζεται ως αμάχητο, αφού τότε ανατρέπεται η αναγκαία ισορροπία μεταξύ της επιβάρυνσης του παρόδιου ιδιοκτήτη και του επιδιωκόμενου γενικού συμφέροντος, αν συμβεί η ωφέλειά του να είναι ανύπαρκτη ή σημαντικά μικρότερη από το μέγεθος της υποχρέωσής του προς αποζημίωση.

Συνεπώς εφόσον η ύπαρξη ωφέλειας από τη διάνοιξη εθνικής οδού δεν είναι δεδομένη για τους παρόδιους ιδιοκτήτες ακινήτων, ενώ και το μέγεθός της μπορεί να ποικίλει κατά περίπτωση, δεν επιτρέπεται να προσδιορίζεται κατά τρόπο αμάχητο με διάταξη γενικής εφαρμογής. Μια τέτοια διάταξη, η οποία εμποδίζει τον υπόχρεο να αποδείξει στη συγκεκριμένη περίπτωση την έλλειψη ωφελείας του ή το πραγματικό μέγεθός της από τη διάνοιξη εθνικής οδού, συνιστά υπερβολική (δυσανάλογη) γι' αυτόν επιβάρυνση και προσκρούει έτσι στη διάταξη του αρθρ. 1 εδ.α του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην από 4.11.1950 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που προστατεύει την περιουσία στην ευρύτερη δυνατή έννοιά της, ορίζοντας η διάταξη αυτή ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του (πρβλ.

ΕυρΔΔΑ 72/1995/578/664 και 106/1995/612/700 της 15.11.1996). Το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο και η ίδια η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κυρώθηκαν από κοινού αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελούν έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το αρθρ. 28§1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου.

Παρέπεται ως εκ τούτου ότι το ως άνω τεκμήριο ωφέλειας μόνον ως μαχητό μπορεί να ισχύει, με συνέπεια ο ισχυριζόμενος την έλλειψη ωφέλειας του από τη διάνοιξη εθνικής οδού να μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφελείας του, να ανατρέψει το τεκμήριο, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης, είτε αξιώνεται αυτή ευθέως κατά την παρ.1 του αρθρ.1 ν. 653/1977 είτε συμψηφιστικά κατά την παρ.4 του ίδιου άρθρου, οπότε και δικαιούται στη δεύτερη αυτή περίπτωση να ζητήσει να αποζημιωθεί αντίστοιχα και για το τμήμα της ιδιοκτησίας του που απαλλοτριώθηκε μεν αναγκαστικά για τη διάνοιξη εθνικής οδού, θεωρήθηκε όμως ως προς αυτό ότι πρέπει να αυτοαποζημιωθεί ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης.

Ήδη το ως άνω τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από τη διάταξη του αρθρ. 33§1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, με το οποίο ορίζονται περαιτέρω και τα ακόλουθα: "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, η υποβολή δε της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης (παρ. 2).

Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή... (παρ. 3)... Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο..., το οποίο οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ... (παρ. 6) ...".

Εξ άλλου με το αρθρ. 37 εδ. α του αυτού ν. 2971/2001, που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του ως άνω αρθρ. 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζονται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί, στις δε περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού έχει παρέλθει η προθεσμία της τρίτης παραγράφου του η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη της ισχύος του.

Σύμφωνα με το σαφές γλωσσικό νόημα του αρθρ. 37 εδ. α του ν. 2971/2001 καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του αρθρ. 33 ίδιου νόμου οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση των εθνικών οδών της Χώρας, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, αφού άλλωστε κατά το αρθρ. 2 του ΑΚ "ο νόμος ορίζει για το μέλλον (και) δεν έχει αναδρομική ισχύ ...".

Καταλαμβάνονται επίσης αναδρομικά οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του αρθρ. 33 του ν. 2971/2001, αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί, αφού το αρθρ. 2 του ΑΚ δεν έχει αυξημένη τυπική δύναμη και συνεπώς ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν προσβάλλονται έτσι συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα (Ολ.ΑΠ 6/2007).

Αντίθετα το αρθρ. 37 εδ. α του ν. 2971/2001 δεν περιέχει ρύθμιση για τις συντελεσμένες ήδη κατά την έναρξη ισχύος του αρθρ. 33 του ίδιου νόμου αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες και αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως αυτό εμφατικά προκύπτει από το σύνδεσμο "και" που χρησιμοποιείται στο κείμενο του ως άνω άρθρου 37 για να καταδειχθεί ακριβώς ότι οι ρυθμίσεις του αρθρ. 33, που αφορούν κατ' αρχήν τις μελλοντικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, επεκτείνονται μεν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, μόνον όμως αν αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες.

Ως προς τις απαλλοτριώσεις ωστόσο αυτές η περιοριστική ρύθμιση του αρθρ. 37 εδ. α του ν. 2971/2001 δεν καταλείπει κενό στην εφαρμογή του δικαίου προκειμένου να ανατραπεί δικαστικά το νόμιμο κατά τ' ανωτέρω τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών ακινήτων που απέκτησαν με τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού πρόσωπο σ' αυτή, αφού ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιδιώξει τη δικαστική ανατροπή του τεκμηρίου με τον τρόπο που μπορούσε και πριν από το ν. 2971/2001, δηλαδή είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης είτε και εκτός της δίκης αυτής (Ολ.ΑΠ 10 και 11/2004).

Επομένως ως προς τις άνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δεν τίθεται ζήτημα ανάλογης εφαρμογής των αρθρ. 33 & 37 εδ. α του ν. 2971/2001, αφού η αναλογία προϋποθέτει αποχή του θετικού δικαίου από οποιαδήποτε ρύθμιση της κρίσιμης βιοτικής περίπτωσης, μολονότι η ρύθμισή της αξιώνεται από την έννομη τάξη. Διαφορετική από την αναλογία ως μέθοδο ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου, που στηρίζεται στην ουσιώδη ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με ρυθμισμένες από την έννομη τάξη αντίστοιχες περιπτώσεις (αναλογία νόμου), είναι η διασταλτική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης νόμου, που επιχειρείται όταν διαπιστώνεται ότι το γλωσσικό (γραμματικό-ιστορικό) νόημα της διάταξης υπολείπεται του επιδιωκόμενου μ' αυτή σκοπού, όπως αυτός προσδιορίζεται με αξιολογικά στοιχεία αντλούμενα από την ίδια την εφαρμοστέα διάταξη, αυτοτελώς αλλά και σε συστηματική αλληλουχία με συναφείς διατάξεις.

Κατά την έννοια αυτή η διασταλτική ερμηνεία, όπως και η αναλογία, αποτελούν ειδικότερες εφαρμογές της τελολογίας ως βασικής μεθόδου ερμηνείας του δικαίου με αναφορά στις γενικές αξίες του. Οι διατάξεις του αρθρ. 37 εδ. α του ν. 2971/2001, με τις οποίες οι ρυθμίσεις του αρθρ. 33 του ίδιου νόμου επεκτάθηκαν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον όμως αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες, σκοπό είχαν να συμβάλλουν στη γρήγορη εκκαθάριση των σχετικών με το τεκμήριο ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών εκκρεμοτήτων, ορίζοντας προς το σκοπό αυτό, αμέσως ή κατά παραπομπή, ιδιαίτερα σύντομες προθεσμίες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανατροπής του τεκμηρίου και κατ' επέκταση για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, αφού η έννοια της πλήρους αποζημίωσης, από την οποία εξαρτάται η συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού, διαφοροποιείται ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι αντίστοιχης ωφέλειας για τους παρόδιους ιδιοκτήτες, δηλαδή ανάλογα με την ανατροπή ή όχι του σχετικού τεκμηρίου.

Εξυπηρετείται έτσι τόσο το συμφέρον του υπόχρεου προς αποζημίωση προκειμένου αυτός να έχει σε εύλογο χρόνο σαφή και οριστική αντίληψη του μεγέθους των υποχρεώσεών του όσο και το δημόσιο συμφέρον προκειμένου με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του έργου που αυτή αφορά.

Ο παραπάνω όμως σκοπός δεν συντρέχει για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν ήδη συντελεσθεί κατά την έναρξη ισχύος του αρθρ. 33 του ν. 2971/2001, αφού ως προς αυτές ήταν πλέον δυνατή χωρίς άλλο η κατάληψη των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, η δε ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας μέσα στις εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες των άρθρων 33 και 37 εδ.

α του ως άνω νόμου δεν εξυπηρετεί στην περίπτωση αυτή άξιο λόγου συμφέρον οποιασδήποτε πλευράς. Αντίθετα υπερακοντίζει το σκοπό του νόμου η άποψη ότι καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρ.33 του ν. 2971/2001 και οι συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αφού καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, αξιώνοντας απ' αυτόν, παρόλο που η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είχε τότε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, να ήταν σε ετοιμότητα προκειμένου έγκαιρα να αντιλαμβανόταν τη σχετική νομοθετική μεταβολή και να ενεργούσε σύμφωνα μ' αυτή για την ανατροπή του νόμιμου σε βάρος του τεκμηρίου ωφέλειας, με στόχο την είσπραξη τελικά πλήρους της αποζημίωσής του.

Συνεπώς οι παραπάνω τελολογικές εκτιμήσεις δεν δικαιολογούν τη διασταλτική ερμηνεία του αρθρ. 37 του ν. 2971/2001, ώστε οι διαδικαστικές ρυθμίσεις του αρθρ. 33 του ίδιου νόμου να επεκταθούν και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και αντίθετα πρέπει και εξ αντιδιαστολής (argumentum a contrario) να αποκλεισθεί στις αναγκαστικές αυτές απαλλοτριώσεις η επέκτασή τους (Πλειοψ. Ολ. ΑΠ 11/2011).

Η αρνητική αξιολόγηση, ως αλυσιτελούς, της διατυπούμενης με τον τρίτο κατά σειρά λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρετικής αιτιάσεως από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι παρήλθε η οριζόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 33§3 και 37 του ν. 2971/2001 ανατρεπτική προθεσμία για την άσκηση του αποτελούντος αντικείμενο της δίκης δικαιώματος των αναιρεσειόντων, νομική παραδοχή με την οποία συνδέεται και το λυσιτελές ή μη και των λοιπών λόγων αναιρέσεως, ως προς τους οποίους επιφυλάσσεται να αποφανθεί, με πλειοψηφία μίας ψήφου, καθιστά υποχρεωτική, κατ' επιταγή της διατάξεως του άρθρου 563§2β εδ.3 περ. α' ΚΠολΔ, την παραπομπή του λόγου αυτού αναιρέσεως στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την διατυπούμενη με τον τρίτο κατά σειρά λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ της 194/15.6.2009 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 243/21.12.2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2173/30.9.2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ