1135/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕυθύνη πωλητή. Σε περίπτωση πώλησης πράγματος, που στο πωλητήριο συμβόλαιο περιέχεται ο όρος ότι το πωλούμενο μεταβιβάζεται «ελεύθερο διεκδίκησης ή δικαιώματος τρίτου», ο πωλητής υπέχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον αγοραστή για τα νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος και αν ακόμη ο τελευταίος γνώριζε αυτά.
Legislator headnote
AI generated1135/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Παπασαράντου δήλωσε, ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της από 18-3-2008 αίτησης για αναίρεση της 1052/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και από το δικόγραφο των από 28-7-2009 προσθέτων λόγων ως προς τους 3η 4ο και 5η αναιρεσιβλήτους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1135 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ευθύνη πωλητή. Σε περίπτωση πώλησης πράγματος, που στο πωλητήριο συμβόλαιο περιέχεται ο όρος ότι το πωλούμενο μεταβιβάζεται «ελεύθερο διεκδίκησης ή δικαιώματος τρίτου», ο πωλητής υπέχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον αγοραστή για τα νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος και αν ακόμη ο τελευταίος γνώριζε αυτά.
Μοναχοί. Κτήση ιδιότητας μοναχού. Θεραπεία άκυρης κουράς μοναχού κατά οικονομία. Ιεροί κανόνες και Συνοδικές αποφάσεις. Εφόσον ρυθμίζουν σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, η παραβίασή τους ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ. Πότε ιδρύεται. Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου.
Δεν υπάρχει παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, όταν η αναφορά του σε απόφαση συνοδεύεται με φράση ή όνομα σε παρένθεση, αφού αυτό γίνεται για να δειχθεί ότι η φράση ή το όνομα δεν αποτελούν μέρος του εγγράφου. Κληρονομική διαδοχή Μοναχών Αγίου Όρους. Έννοια άρθρου 101 εδάφια δεύτερο και τρίτο του καταστατικού χάρτη του Αγίου όρους (Κ.Χ.Α.Ο.).
Πότε υπάρχει αντίθεσή του στο Σύνταγμα και σε υπερνομοθετικής ισχύος (ενόψει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις. Άρθρο 21 του ν. δ. της 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης κ.λπ.» που κυρώθηκε από τη Συντακτική Απόφαση 24 της 7/10-7-1926 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝ ΑΚ.
Δεν είναι αντίθετο στις διατάξεις του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στα άρθρα 6 παρ. 1 και 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 2 παρ.1, 5 παρ. 1 και 17 παρ.2 του Συντάγματος. Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν και τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, θεμελιώνουν την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ.
Περιστατικά τα οποία δεν θεμελιώνουν ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ.
Αριθμός 1135/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Κ. Λ. του Θ., κατοίκου ..., 2. Γ. Λ. του Θ., κατοίκου ... και 3. Π. συζ. Γ. Χ., το γένος Θ. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Ανδρουλάκη και Κωνσταντίνο Παπασαράντου.
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Παπασαράντου δήλωσε, ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της από 18-3-2008 αίτησης για αναίρεση της 1052/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και από το δικόγραφο των από 28-7-2009 προσθέτων λόγων ως προς τους 3η 4ο και 5η αναιρεσιβλήτους.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Χ. συζ. Κ. Μ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., 2. Α. Γ. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δικαίο Χασανάκο, 3. Α. χας Κ. Β., το γένος Ν. Α., κατοίκου ..., 4. Ε. Κ. Β., κατοίκου ..., 5. Μ. Κ. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι, 3η, 4ος και 5η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και 6. Σταυροπηγιακής και Κοινοβιακής Ιεράς Μονής "Μεγίστης Λαύρας" του Αγίου Αθανασίου Αγίου Όρους, νομίμως εκπροσωπουμένου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κοσμά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε: α) με την από 21-12-2002 αγωγή της Ιεράς Μονής "Μεγίστης Λαύρας" του Αγίου Αθανασίου, β) με την από 8-7-2003 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπουτσα αγωγή των (Χ. Τ. και Α. Σ.) ήδη 1ης και 2ου αναιρεσίβλητων, γ) με την από 14-4-2003 κύρια παρέμβαση των Α. χας Κ. Β., Ε. Κ. Β. και Μ. Κ. Β., δ) με την από 4-3-2003 αγωγή των Α., Ε. και Μ. Β. και ε) με την από 15-6-2005 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή των Χ. Τ. και Α. Σ.. Κατατέθηκαν όλα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5950/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1052/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-3-2008 αίτησή τους και με τους από 28-7-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 31-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της από 18-3-2008 αίτησης και των από 28-7-2009 πρόσθετων λόγων, για αναίρεση της 1052/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514, 515 παρ.1 και 516 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση του αγοραστή σε περίπτωση ύπαρξης νομικού ελαττώματος να ζητήσει αποζημίωση και πριν ακόμη του αφαιρεθεί με δικαστική απόφαση το πράγμα, καταλύεται, αν ο πωλητής ισχυρισθεί και αποδείξει ότι εκείνος (αγοραστής) γνώριζε τα ελαττώματα του πράγματος που υπήρχαν κατά το χρόνο της πώλησης, δηλ.
ότι είχε θετική αυτών γνώση. Όμως ο από την παραπάνω ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 ΑΚ καθιερούμενος λόγος απαλλαγής του πωλητή από την ευθύνη του για νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος αδρανεί, αν οι συμβαλλόμενοι έχουν συμφωνήσει διαφορετικά. Έτσι, σε περίπτωση πώλησης πράγματος, που στο πωλητήριο συμβόλαιο περιέχεται ο όρος ότι το πωλούμενο μεταβιβάζεται "ελεύθερο διεκδίκησης ή δικαιώματος τρίτου", ο πωλητής υπέχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον αγοραστή για τα νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος και αν ακόμη ο τελευταίος γνώριζε αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχτηκε, ότι οι αναιρεσείοντες, με το πωλητήριο συμβόλαιο (.../2001 της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Καλογεροπούλου-Πολυμενέα), εγγυήθηκαν το πωλούμενο ακίνητο ελεύθερο από κάθε βάρος, εκκίνηση, διεκδίκηση και από κάθε δικαίωμα τρίτου, η πώλησή του όμως δεν είχε το σκοπούμενο αποτέλεσμα, διότι, κατά το χρόνο σύναψης του ανωτέρω συμβολαίου, ανήκε κατά κυριότητα στην έκτη αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή "Μεγίστης Λαύρας" του Αγίου Αθανασίου Αγίου Όρους.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι οι αναιρεσείοντες πωλητές ευθύνονται σε αποζημίωση των-πρώτης και δεύτερου-αναιρεσίβλητων αγοραστών για τη ζημία που υπέστησαν οι τελευταίοι από τη μη απόκτηση του επίδικου ακινήτου, ανεξάρτητα αν αυτοί (αγοραστές) γνώριζαν ή όχι τη νομική κατάσταση του εν λόγω ακινήτου, και ότι ο αντίθετος ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι δηλαδή δεν υπέχουν ευθύνη, επειδή ουδέν απέκρυψαν και μάλιστα δολίως από τους αγοραστές αναφορικά με τη νομική κατάσταση του επιδίκου, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως άλλωστε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ομοίως, ως τέτοιον ορθά τον απέρριψε.
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφαση, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Η πρόσκτηση της ιδιότητας του μοναχού γίνεται σύμφωνα με τους Θείους και ιερούς Αποστολικούς και Συνοδικούς Κανόνες, σε κανονικώς λειτουργούσα Μονή ύστερα από τριετή δοκιμασία και μοναχική κουρά, η οποία, προκειμένου για μοναχό στο Άγιο Όρος, ενεργείται με σταυροειδή απόκαρση της κόμης του υποψήφιου μοναχού σε θρησκευτική αλλ' όχι μυστηριακή τελετή, σύμφωνα με την Ιερά Ακολουθία που περιέχεται στο Μεγάλο Ευχολόγιο από τον Ηγούμενο ή τον αναπληρωτή του.
Για την κουρά δεν συντάσσεται σχετική πράξη υπογραφόμενη από τον ηγούμενο που ενήργησε και παρέστη κατά την τελετή, όπως απαιτεί το άρθρο 114 του καταστατικού χάρτη του Αγίου όρους του 1924, ο οποίος κυρώθηκε από το Ν.Δ. της 10/16 Σεπτεμβρίου 1926 και ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστ. Κώδ. (άρθ. 99 Εισ.ΝΑΚ), στην ανάλογη περίπτωση της εκλογής του ηγουμένου.
Η εγγραφή στο οικείο μοναχολόγιο, κατά τον καταστατικό αυτό χάρτη (άρθ. 94, 95 και 97) ενεργείται από τον εκλεγόμενο για το διακόνημα αυτό κατάλληλο και ικανό αδελφό (άρθ. 191), χωρίς να απαιτείται η αυτοπρόσωπη σύμπραξη του ηγουμένου που πρωτοστάτησε ή έλαβε μέρος στη θρησκευτική τελετή της κουράς. Δεν αποτελεί δε η εγγραφή αυτή απαραίτητο στοιχείο για τη νομική ολοκλήρωση της κουράς, ούτε αποκλειστικό μέσο αποδείξεως.
Εάν η μοναχική κουρά έγινε αντικανονικά και άκυρα, τότε ο καρείς απαλλάσεται από τις συνέπειες που θα του προσέδιδε η πρόσκληση της μοναχικής ιδιότητας, εφ' όσον η φύση της γενόμενης παραβίασης των προς τούτο κανόνων αποκλείει τη θεραπεία της ελαττωματικότητας, αλλιώς αποκαθίσταται το κύρος της αντικανονικά γενόμενης απόκαρσης, όπως στην περίπτωση που έγινε πριν περάσει η τριετής ως άνω δοκιμασία με τη συμπλήρωση του χρόνου αυτού δια της παραμονής του μοναχού στη Μονή που τελέστηκε η κουρά και εμμονής στο μοναχικό βίο, οπότε η κουρά καθίσταται απ' αρχής έγκυρη, χωρίς να είναι ανάγκη να επαναληφθεί.
Η αποκατάσταση αυτή, η θεραπεία δηλαδή μιας καταστάσεως που αντιβαίνει στους ιερούς κανόνες, γίνεται δια της κατ' εκκλησιαστικήν οικονομίαν συγκαταβάσεως και επεικείας, σύμφωνα με την κρατούσα αρχαία εκκλησιαστική τάξη, και επιτρέπεται εφ' όσον δεν παραβιάζεται το δόγμα. Από τα παραπάνω με σαφήνεια προκύπτει, ότι, στην περίπτωση που εκάρη κάποιος ως μοναχός πριν περάσει τριετής ως άνω δοκιμασία, ο προβαλλόμενος σχετικός ισχυρισμός, ότι ο προαναφερόμενος απέκτησε την ιδιότητα του μοναχού, εφόσον μετά την κουρά συνέχισε το μοναχικό βίο επί μακρό χρόνο, εμπεριέχει και την επίκληση (χωρίς δηλαδή να διατυπώνεται πανηγυρικά) ότι το κύρος της κουράς αποκαταστάθηκε με την εμμονή του προαναφερομένου στο μοναχικό βίο επί μακρό χρόνο μετά την κουρά, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, από τα πράγματα πλέον επήλθε θεραπεία, την οποία δεν αποκλείει η φύση των διατάξεων που παραβιάστηκαν.
Στην προκείμενη περίπτωση η έκτη αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή με την ένδικη αγωγή της, επικαλέστηκε τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, τα οποία και το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του έκανε δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις και συγκεκριμένα ότι "Ο Α. Β. το έτος 1900 είχε εισέλθει στο Άγιο Όρος, στην ενάγουσα Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας Αγ.
Αθανασίου, η οποία λειτουργούσε κανονικά (και) ύστερα από την προσήκουσα δοκιμασία εκάρη μοναχός σύμφωνα με τους θείους και Ιερούς Αποστολικούς και Συνοδικούς κανόνες κατά το έτος 1902 και έλαβε το μοναχικό όνομα " Ι." (και ότι έκτοτε) αυτός ανήκε στην ενάγουσα Μονή, όντας καταχωρημένος στο μοναχολόγιό της με στοιχεία 192, 193/4 και στη μερίδα της υπ' αυτήν Ιεράς Καλύβης Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος της Ιεράς Σκήτης των Καυσοκαλυβίων Μεγίστης Λαύρας και εμόνασε εκεί μέχρι το έτος 1921 (οπότε) ...
αποχώρησε από εκεί και εγκαταστάθηκε στον …, όπου εργαζόταν έκτοτε ως αγιογράφος ... μέχρι (δε) το θάνατό του ήταν γραμμένος στα μοναχολόγια της ενάγουσας Ι. Μονής και δεν είχε αποχωρήσει απ' αυτήν νόμιμα για κάποιον από τους πιο πάνω λόγους (απόλυση ή καθαίρεση)". Σύμφωνα με τα παραπάνω, και, η ενάγουσα Ιερά Μονή επικαλέστηκε και το Εφετείο, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, δέχτηκε ως αποδειχθέν, ότι το κύρος της κουράς (που έγινε ως άνω πριν περάσει τριετής δοκιμασία) αποκαταστάθηκε με την εμμονή του προαναφερόμενου στο μοναχικό βίο επί μακρό χρόνο, ως άνω, μετά την κουρά και ότι τη μοναχική του ιδιότητα, την οποία απέκτησε, ως άνω, διατήρησε μέχρι το θάνατό του (το 1938).
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές του το Εφετείο έκρινε, ότι "η περιουσία που (ο προαναφερόμενος μοναχός) απέκτησε μετά την κουρά περιήλθε λόγω κληρονομιθής από το νόμο διαδοχής στην ενάγουσα Ι. Μονή και συνεπώς η τελευταία με τον τρόπο αυτό έγινε κυρία του επιδίκου ...". Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχτεί τα ανωτέρω, ούτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε δέχτηκε πράγματα χωρίς απόδειξη και συνεπώς πρέπει ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στο Εφετείο πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.8 περίπτ.
α' και 10 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 57/1990).
Εξάλλου, οι νομοθετικού περιεχόμενου αποφάσεις των συνόδων επικράτησε να αποκαλούνται κανόνες, η δε παραβίασή του, εφόσον με αυτούς ρυθμίζονται σχέσεις Αστικού Δικαίου, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Τέλος, οι κληρονομικές σχέσεις των μοναχών του Αγίου Όρους ρυθμίζονται ειδικά από το άρθρο 101 του καταστατικού χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, κυρώθηκε με το ν.δ.
της 10/16-9-1926, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το ν. 6010/1934 και τον α.ν. 758/1937, και ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 99 ΕισΑΚ), σύμφωνα με το οποίο κάθε περιουσία την οποία αποκτά μοναχός μετά την κουρά του περιέρχεται στην οικεία αυτού μονή, οπουδήποτε κι αν πεθάνει χωρίς να έχει πάρει απολυτήριο από τη μονή του.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης ισχυρίζονται επί λέξει τα εξής: "κατά τα υπό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεκτά γενόμενα ο "Α." Β. ως γεννηθείς στην Ανατολική Θράκη, στην επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχε, εκτός της ελληνικής ιθαγένειας, την ύπαρξη της οποίας δεν βεβαιώνει η εν λόγω απόφαση και περί της οποίας ουδεμία σκέψη διαλαμβάνει, και την ιθαγένεια, την υπηκοότητα, του ανωτέρω κράτους στο οποίο γεννήθηκε, κατά το, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ισχύον καθεστώς κτήσεως της ιθαγένειας.
Περαιτέρω το Άγιο Όρος, στη μονή του οποίου φέρεται ότι μόνασε και απέκτησε την ιδιότητα του μοναχού κατά τον αυτόν κρίσιμο χρόνο, εκτός της Ελληνικής Επικράτειας κείμενο, βρισκόταν υπό το καθεστώς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ συγχρόνως δεν υπαγόταν στο καθεστώς της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλ' απευθείας στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.
Επί τη βάσει των περιστατικών αυτών, συνδεόμενο αμέσως με την ιδιότητα του "Α." Β. ως μοναχού και την κληρονομία αυτού, οι μεν προϋποθέσεις της κτήσεως της ιδιότητας του μοναχού στη συγκεκριμένη περίπτωση ρυθμίζονται από τους Ιερούς Κανόνες και τις Συνοδικές αποφάσεις, σύμφωνα με τους οποίους για την κτήση της ιδιότητας αυτής και δη στην περίπτωση της υπάρξεως αλλοδαπής ιθαγένειας απαιτείται ρητή έγκριση και απόφαση του Οικονομικού Πατριάρχη, η δε κληρονομική διαδοχή του μοναχού αυτού δεν ρυθμίζεται από το παρ' ημίν ισχύον δίκαιο, ούτε από τις διατάξεις του μεταγενεστέρως τεθέντος σε ισχύ Κ.Χ.Α.Ο., όπως δέχτηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αλλά από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και συγκεκριμένα από τις διατάξεις των Νεαρών 5,76,123 του Ιουστινιανού και 5,6 του Λέοντος, κατά τις οποίες δεν αποκλείεται η υπό του μοναχού διάθεση της περιουσίας του δια πράξεως εν ζωή ή τελευταίας διατάξεως και περαιτέρω όπως επίσης δεν αποκλείεται η υπό του συγγενούς του κληρονομική διαδοχή του, κατά τις υπό των εφαρμοστέων αυτών διατάξεων προβλεπόμενες διακρίσεις".
Καταλήγουν δε οι αναιρεσείοντες, ότι "κατ' ακολουθία τούτων δεχθέν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την ανωτέρω κύρια αγωγή της Ιεράς Μονής και υπαγάγον την ιστορική αυτής βάση στις υπ' αυτού εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς την ιδιότητα του "Α." Β. ως μοναχού και την κληρονομική διαδοχή του, εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις αυτές και αναιρετέα κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση του κατά τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ".
Όμως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, προεχόντως, είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι Ιεροί κανόνες και Συνοδικές Αποφάσεις, που κατά τους αναιρεσείοντες ρυθμίζουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τις προϋποθέσεις της κτήσης από τον Α. Β. της ιδιότητας του μοναχού.
Εξάλλου, ορθά το Εφετείο δέχτηκε, ότι, κατά τα από την προσβαλλόμενη απόφασή του δεκτά γενόμενα, για την κληρονομία του κατά το έτος 1938 αποβιώσαντος μοναχού Ιωάννη (Α. Β. είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του τότε ισχύοντος πλέον καταστατικού χάρτη του Αγίου Όρους και συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περίπτωση γ'του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης.
Δεν γεννάται όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 άριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι, ότι, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή της έκτης αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής περί διεκδικήσεως του επίδικου ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα την υπ' αριθ. 5432/8-10-1936 και με αριθμό πρωτοκόλλου 40276 απόφαση του Νομάρχη Αττικής και Βοιωτίας, με την οποία διατάχτηκε η εγγραφή του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Ι.
Β. Β. στα μητρώα αρρένων του Δήμου ... με τα προαναφερθέντα στοιχεία και μητρώνυμο Χ. και έτος γέννησης 1880, και από την οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, προέκυπτε, ότι αυτός (απώτερος δικαιοπάροχος τους) δεν ήταν ποτέ μοναχός, δεν είχε καρεί μοναχός το 1902 (όπως) ισχυριζόταν με την αγωγή και τις προτάσεις της η αντίδικος Μονή), δεν ήλθε στην Ελλάδα από το Άγιο Όρος, αλλά είχε έλθει στην Ελλάδα το 1921 ως πρόσφυγας από την Ανατολική Θράκη και ήταν κάτοικος ...
και ότι επομένως στην κρινόμενη υπόθεση δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 101 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους, και κατά συνέπεια με το θάνατό του, το 1938, ο Ι. Β., δεν κληρονομήθηκε από την αντίδικο Μονή, όπως είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εν τέλει δέχτηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος και μάλιστα ότι, για την παραδοχή της ότι ο εν λόγω απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, κατά το έτος 1902, είχε καρεί μοναχός στο Άγιο Όρος, υπάρχει στο αιτιολογικό της ειδική μνεία και παραπομπή σε αναφερόμενα συγκεκριμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το 728/19-12-1955 πιστοποιητικό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Μονής, με το οποίο, έχοντας εκδοθεί (όπως εκτιμάται από το Εφετείο), σε ανύποπτο χρόνο, συγκεκριμένα πιστοποιείται ότι "...
ο εκ Μυριοφύτου Θράκης καταγόμενος Β. Α. του Β. ελθών ενταύθα και κοινοβιάσας εν τη καλύβη Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος της ημετέρας Ιεράς Σκήτης των Καυσοκαλυβίων κατά το έτος 1900 μετά την νόμιμον και κανονικήν δοκιμασίαν εκάρη εν αυτή Μοναχός μετανομασθείς Ι., αδεία δε της Ιεράς ημών Μονής διαμένων εν Πειραιεί και εργαζόμενος την αγιογραφικήν τέχνην απεβίωσε εκείσε...
τη 6η Απριλίου του έτους 1938, κατά δε τα νόμιμα...κληρονόμος της τε κινητής και ακινήτου περιουσίας αυτού ως και της εν ... αριθμ. 114 κειμένης επ' ονόματι αυτού οικίας είναι η διαληφθείσα Καλύβη ...", δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το παραπάνω έγγραφο, που κατά τα άνω οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, έστω και αν δεν το μνημόνευσε ρητά ή δεν το αξιολόγησε ειδικά, όπως το αμέσως προηγούμενο.
Επομένως, ο υπό εξέταση πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, στην αρχή του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο περιγράφει το επίδικο ακίνητο και αμέσως μετά την περιγραφή του αναφέρει: "Καθώς ρητά συνομολογείται απ' όλες τις διάδικες πλευρές, το επίδικο αυτό ακίνητο ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον Α.
Β. του Β. και της Χ., ο οποίος γεννήθηκε στο Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης το 1882 και πέθανε στον Πειραιά στις 6-4-1938 και στον οποίο συγκεκριμένα το υπόψη ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά από την αδελφή του Κ. χήρα Κ. Β., το γένος Β. Β., δυνάμει του .../1934 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Ταξινοπούλου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα".
Δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο δέχεται ότι υπάρχει ομολογία "απ' όλες τις διάδικες πλευρές" μόνο για το ότι το επίδικο ανήκε στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων. Για το όνομα του απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, το οποίο κατ' αυτούς δεν ήταν Α., αλλά Ι., και το ζήτημα του εάν τα ονόματα αυτά (Α.
και Ι.) αφορούν ή όχι το ίδιο πρόσωπο και συγκεκριμένα τον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων (το οποίο ζήτημα οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους στο Εφετείο είχαν ρητά αρνηθεί) τέτοια ομολογία ("απ' όλες τις διάδικες πλευρές") ούτε υπάρχει ούτε το Εφετείο έλαβε υπόψη του. Απεναντίας, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ότι πρόκειται εδώ για το ίδιο πρόσωπο και συγκεκριμένα για τον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, ο οποίος ονομαζόταν Α.
και κατά την κουρά του μετονομάστηκε σε Ι., αφού συνεκτίμησε το σύνολο των αποδείξεων και μάλιστα και το ανωτέρω 728/19-12-1955 πιστοποιητικό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Ιεράς Μονής, στο οποίο το Εφετείο, κατά την ανάπτυξη και αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, όπως προεκτέθηκε, κάνει ειδική αναφορά, και συνεπώς ο περί του αντιθέτου τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.β του ΚΠολΔ, γιατί τάχα το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και συγκεκριμένα τη δήθεν ως άνω ομολογία των αναιρεισειόντων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του συμβολαίου .../1934 του συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Ταξινόπουλου και της .../1934 (και όχι 1932 όπως, από πρόδηλη προφανώς γραφική παραδρομή, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) πράξης περί εξαλείψεως προσημείωσης υποθήκης του ίδιου συμβολαιογράφου, γιατί, ενώ (κατά πιστή αντιγραφή) στο .../1934 συμβόλαιο αναγράφεται, ότι στις 2 Μαΐου 1934 εμφανίσθηκαν ενώπιον του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου "αφ'ενός η Κ.
χήρα Κ. Β....και αφετέρου ο Ι. Β. Β., μοναχός αγιογράφος, κάτοικος … (…) … Η διαληφθείσα Κ., χήρα Κ. Β. ... επώλησεν σήμερον, μετεβίβασε, παρεχώρησε και παρέδωσε εις την κατοχήν, νομήν και κυριότητα του ετέρου συμβαλλομένου Ι. Β. Β. αντί συμπεφωνημένου ολικού τιμήματος ..." και στην εν λόγω ... πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου, ότι στις 2 Μαΐου 1934 εμφανίσθηκε στο συμβολαιογραφείο του ο "Ι.
Β. Β., μοναχός, κάτοικος ... (...) και εδήλωσεν ότι συναινεί να εξαλειφθεί ... η υπέρ αυτού και κατά της Κ. χήρας Κ. Β. εγγεγραμμένη προσημείωση", στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναγράφεται "διότι "αναγνώσθηκαν" από το Εφετείο εσφαλμένα" κατά λέξη ότι "πράγματι, κατ' αρχήν, με την ιδιότητα του μοναχού μνημονεύεται ο Ι. (Α.) Β.
α) στον προαναφερόμενο τίτλο κτήσεως του επιδίκου (.../1934), β)...γ) στην .../1932 (1934) πράξη του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου περί εξαλείψεως προσημειώσεως υποθήκης" και όχι Ι. Β., όπως σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, έπρεπε να αναγράφεται, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για τον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων και ότι κληρονομήθηκε αυτός από την ενάγουσα και ήδη έκτη αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή και εν τέλει να γίνει ως άνω δεκτή η αγωγή.
Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην προεκτιθέμενη κρίση του κατέληξε ύστερα από την ευνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω έγγραφα.
VI.- Κατά το άρθρο 105 του Συντάγματος, η περιοχή του Αγίου Όρους αποτελεί αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους, στο οποίο ισχύει ιδιόρρυθμο νομικό καθεστώς, διεπόμενο από τον προεκτιθέμενο από 10-5-1924 καταστατικό χάρτη του Αγίου Όρους (Κ.Χ.Α.Ο.), ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, κυρώθηκε με το ν.δ. της 10/16-9-1926, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το ν.6010/1934 και τον α.ν. 758/1937, και ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 99 Εισ.
ΝΑΚ). Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 101 εδάφια δεύτερο και τρίτο του Κ.Χ.Α.Ο., που ρυθμίζει ειδικά τις κληρονομικές σχέσεις των μοναχών του Αγίου Όρους, κάθε περιουσία την οποία αποκτά μοναχός μετά την κουρά του περιέρχεται στην οικεία αυτού μονή, οπουδήποτε κι αν πεθάνει χωρίς να έχει πάρει απολυτήριο από τη μονή του.
Κατά τη διάταξη δηλαδή αυτή, από το κοινό δίκαιο διέπεται η κληρονομία μόνο εκείνων των μοναχών καθώς και των προερχόμενων από μοναχούς του Αγίου Όρους κληρικών, οι οποίοι αποχώρησαν οριστικά από τη μονή εγκαταβιώσεώς του νόμιμα, δηλαδή είτε διότι απολύθηκαν από τη μονή προκειμένου στο μέλλον να ζήσουν έξω απ' αυτήν ως διάκονοι, εφημέριοι, ιεροκήρυκες, καθηγητές ή σε άλλες εκκλησιαστικές γενικά υπηρεσίες, είτε διότι καθαιρέθηκαν και απέβαλαν το ιερατικό σχήμα.
Αλλά και στην περίπτωση αυτή από το κοινό δίκαιο ρυθμίζεται μόνο το μέρος της κληρονομίας που αποτελείται από περιουσιακά στοιχεία, τα οποία ο κληρονομούμενος απέκτησε μετά την αποχώρησή του από τη μονή της εγκαταβιώσεώς του. Σε καμία όμως περίπτωση δεν ρυθμίζεται από το κοινό δίκαιο η κληρονομία εκείνων των αγιορειτών μοναχών ή προερχόμενων από μοναχούς του Αγίου Όρους κληρικών, οι οποίοι αποχώρησαν μεν οριστικά από τη μονή εγκαταβιώσεώς τους όχι όμως νόμιμα αλλά αυθαίρετα.
Δηλαδή και στην τελευταία περίπτωση, η κληρονομία των εν λόγω μοναχών, έστω και αν αποκτήθηκε έξω από την περιοχή του Αγίου Όρους, διέπεται από την προαναφερόμενη διάταξη. Η διάταξη όμως αυτή, κατά το τελευταίο αυτό μέρος της, που αποκλείει στο μοναχό που αυθαίρετα αποχώρησε από το μονή οριστικά, προκειμένου να ζεί, πλέον, όπως και κάθε άνθρωπος, ο οποίος μπορεί να αποκτά και να διαθέτει κατ' αρέσκειαν την περιουσία του, έρχεται σε αντίθεση στο Σύνταγμα και στις πιο κάτω υπερνομοθετικής ισχύος (ενόψει του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος) διατάξεις, με τις οποίες κατοχυρώνονται πλήρως τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου και φυσικά και κάθε μοναχού, να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και επομένως να αποκτά και περιουσία (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος), να ρυθμίζει τα της οικογενειακής του ζωής, να κατοικεί και να μεταβάλλει οποτεδήποτε κατοικία (άρθρο 8 παρ.1 της ΕΣΔΑ) και να μην στερείται της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση (άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος και άρθρο 1 παρ.1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 96 του καταστατικού χάρτη του Αγίου Όρους "Ουδενί επιτρέπεται η εκ του Αγίου Όρους έξοδος άνευ εγγράφου αδείας της οικείας Μονής, εν η δέον να ορίζεται ο χρόνος της απουσίας και ο λόγος αυτής. Πάσα δε άδεια απουσίας δέον να θεωρήται και υπό της Ι. Επιστασίας. Τας σπουδασταίς δεν δύναται ν' αρνηθεί η Μονή την άδεια απουσίας".
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν προκύπτει, ότι, εάν με άδεια επιτραπεί σε μοναχό η έξοδος του από το Άγιο Όρος, (που σημαίνει ότι στην περίπτωση αυτή συνεχίζει να ζει ως μοναχός και ότι με την έξοδό του αυτή δεν αποχωρεί οριστικά από τη μονή του), έχει εφαρμογή η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 101 εδάφια δεύτερο και τρίτο του Κ.Χ.Α.Ο.
και συνεπώς η περιουσία του περιέρχεται στην οικεία αυτού μονή, οπουδήποτε και αν πεθάνει χωρίς να έχει πάρει απολυτήριο από τη μονή του. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι, όταν πρόκειται για ακίνητο που απέκτησε μοναχός του Αγίου Όρους από δραστηριότητα που άσκησε εκτός του Αγίου Όρους όπου και έζησε μέχρι το θάνατό του, το γεγονός ότι είχε ή όχι επιτραπεί με άδεια η έξοδός του από το Άγιο Όρος, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, δηλαδή γεγονός ουσιώδες της αγωγής περί διεκδικήσεως του εν λόγω ακινήτου, που ασκεί η οικεία του Μοναχού Μονή, ώστε η ενάγουσα Μονή να βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξή του, αλλά άρνηση αιτιολογημένη στην ένσταση του εναγομένου στην εν λόγω αγωγή, η οποία (ένσταση) απορρέει από τις οικείες του Αστικού Δικαίου για την κληρονομική διαδοχή διατάξεις, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω του Συντάγματος και τις άλλες ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, περί του ότι το διεκδικούμενο ακίνητο το απέκτησε (ο εναγόμενος) ως καθολικός διάδοχος μοναχού, ο οποίος το είχε αποκτήσει, όταν είχε αυθαίρετα αποχωρήσει οριστικά από το Άγιο Όρος, προκειμένου να ζει πλέον όπως και κάθε άνθρωπος, από δραστηριότητά του, την οποία έκτοτε είχε ασκήσει εκτός του Αγίου Όρους.
Επομένως, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο μέρος του), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.8 περιπτ.α' και 1 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα γιατί α) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και πιο συγκεκριμένα ότι έκρινε για τον Ι.
Β. ότι "ύστερα από άδεια της (ενάγουσας) Μονής αποχώρησε το 1921 (από το Άγιο Όρος) και εγκαταστάθηκε στον … όπου εργαζόταν έκτοτε ως αγιογράφος", μολονότι η Μονή δεν είχε ισχυρισθεί, ότι ο Ι. Β. είχε αποχωρήσει ύστερα από άδειά της, και β) παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και τις άλλες ως άνω (ουσιαστικού δικαίου) διατάξεις, και, έτσι, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβασή και την έφεση των υπέρ ων η παρέμβασή Χ.
Α. Τ., συζύγου Κ. Μ. και Α. Σ. (πρώτης και δεύτερου από τους αναιρεσιβλήτους, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, το Εφετείο ούτε έλαβε υπόψη "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, που δεν προτάθηκαν, ούτε παραβίασε τις προεκτιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Τέλος, με τον ίδιο πρόσθετο λόγο (κατά το πρώτο μέρος του), όπως εκτιμάται, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 σε συνδυασμό με 11 περίπτ.γ' του ΚΠολΔ, γιατί (όπως διατείνονται) κατά παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 παρ.1 τη ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), το Εφετείο έλαβε υπόψη το από 28-8-/10-9-2002 με αριθ.
πρωτοκόλλου 507 έγγραφο της Ιεράς Επιστασίας του Αγίου Όρους, το οποίο προσκόμισε η ενάγουσα Μονή με επίκληση σ' αυτό -Εφετείο, βεβαιώνοντας στο ίδιο ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός τους ήταν μοναχός της, μεθόδευσή της, δηλαδή συνιστώσα βαρύτατη προσβολή της αρχής της δίκανης δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, δεν υπάρχει τέτοια παραβίαση, αφού, όπως εκτέθηκε και στη με τα στοιχεία ΙΙ σκέψη της παρούσας, ούτε η εγγραφή της κουράς στο οικείο μηχανολόγιο αποτελεί αποκλειστικό μέσο απόδειξής της (και συνεπώς και της μοναχικής ιδιότητας), ούτε, πολύ περισσότερο, αποτελεί τέτοιο αποκλειστικό μέσο απόδειξης) το ανωτέρω έγγραφο, ούτε άλλωστε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το έλαβε υπόψη ως τέτοιο (αλλά απεναντίας για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το συνεκτίμησε μαζί με όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι νόμιμα με επίκληση).
VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22 Απριλίου (16 Μαΐου 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης, απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της αεροπορικής αμύνης κλπ", που κυρώθηκε από τη Συντακτική Απόφαση 24 της 7/10-7-1926 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ, " τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της αεροπορικής αμύνης και των Ιερών Μονών εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφήν, η δε αρξαμένη παραγραφή ουδεμίνα νόμιμον συνέπειαν κέκτηται, αν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντας νόμους".
Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύτπει ότι από την ισχύ του ανωτέρω Νομοθετικού Διατάγματος και εφεξής τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της αεροπορικής αμύνης και των Ιερών Μονών σε ουδεμία υπόκεινται παραγραφή και αντιστοίχως ουδεμία σε βάρος αυτών δύναται να κτηθεί κυριότητα με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.
Η ως άνω διάταξη, η οποία θσμοθετήθηκε γιατί η διαληφθείσα ακίνητη ιδιοκτησία αποτέλεσε ανέκαθεν αντικείμενο καταπατήσεων και απέβη ατυχώς πηγή αδικαιολόγητου πλουτισμού κακόπιστων ιδιωτών, δεν είναι αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στην κατάργηση περιουσιακών (και ενοχικών) δικαιωμάτων (ενδεχομένως και δια της επιβολής αναδρομικής παραγραφής αυτών), όχι δε και στη διασφάλιση υπαρκτών δικαιωμάτων επί ακινήτων μάλιστα ως άνω του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών, ενόψει άλλωστε και της διάταξης της παρ.2 του άρθρου 1 του ως άνω πρωτοκόλλου, από την οποία, εφόσον ορίζει ότι: "Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύ Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το εν λόγω πρωτόκολλο, όχι μόνο δεν απαγορεύει, αλλά αντίθετα ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν κρίνει τούτο αναγκαίο, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει ως άνω και η προστασία της προμνημονευθείσας ακίνητης περιουσίας.
Ούτε (η ως άνω διάταξη είναι αντίθετη στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, εφόσον το άρθρο αυτό δεν έχει την έννοια ότι κατοχυρώνει ουσιαστικά δικαιώματα, αλλά ούτε, πολύ περισσότερο, είναι αντίθετη στο άρθρο 8 παρ.1 της ΕΣΔΑ, το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν έχει εδώ εφαρμογή.
Για τον ίδιο λόγο δεν είναι αντίθετη ούτε στ άρθρα του Συντάγματος 2 παρ.1 (για το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου), 5 παρ.1 (για το δικαίωμα του καθένα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του) και 17 παρ.2 (για την προστασία της ιδιοκτησίας). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε, ότι η περιουσία που απέκτησε ο Ι.
Β. "περιήλθε λόγω κληρονομικής από το νόμο διαδοχής στην ενάγουσα Ι. Μονή και συνεπώς η τελευταία με τον τρόπο αυτό έγινε κυρία του επιδίκου" έκρινε στη συνέχεια και ότι "ούτε με χρησικτησία μπορούσε η Φ. Κ. και οι κληρονόμοι της να αποκτήσουν το επίδικο, διότι σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 23 α.ν. 1539/1938 και 21 ν.δ.
από 16-5-1926 τα κτήματα των Ιερών Μονών είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας". Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Συντάγματος, αλλά απεναντίας ορθά τις διατάξεις αυτές εφάρμοσε, και συνεπώς ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VIII.- Ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν και τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, θεμελιώνουν την ένσταση από το άρθρο 281 του ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο 120,62 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στον …, στη συνοικία ... και επί της Λεωφ. ... αριθ.144, πριν από την έναρξη της μεταξύ των διαδίκων αντιδικίας περιείχε παλαιό, ερειπωμένο και κατεδαφιστέο διώροφο οίκημα, που αποτελούνταν από ισόγειο κατάστημα και υπόγειο διαμέρισμα, και το οποίο έχει ήδη κατεδαφιστεί.
Το επίδικο αυτό ακίνητο ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον Α. Β. του Β. και της Χ.ς μετά από αγορά της αδελφής του Κ. χας Κ. Β. το γένος Β. Β. προς αυτόν, δυνάμει του .../1934 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Ταξινοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο οποίος (Α. Β. του Β.) γεννήθηκε στο Μυριόφυτο της Ανατολικής θράκης το 1882 και πέθανε στον Πειραιά στις 6-4-1938 και ο οποίος το έτος 1900 είχε εισέλθει στο Άγιο Όρος, στην ενάγουσα Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας Αγίου Αθανασίου, η οποία λειτουργούσε κανονικά, και κατά το έτος 1902 εκάρη μοναχός και έλαβε το μοναχικό όνομα "Ι.", εμόνασε δε στη διαληφθείσα Μονή μέχρι το έτος 1921, οπότε ύστερα από άδεια της εν λόγω Μονής αποχώρησε από εκεί και εγκαταστάθηκε στον …, όπου εργαζόταν έκτοτε ως αγιογράφος, από δε το έτος 1931 διέμενε με την αδελφή του Φ.
χήρα Ν. Κ., την οποία συντηρούσε. Μετά το θάνατο του Ι. Β., ο οποίος μέχρι το θάνατό του δεν είχε απολυθεί ή καθαιρεθεί, το επίδικο περιήλθε λόγω κληρονομικής από το νόμο διαδοχής στην ενάγουσα Ι. Μονή και συνεπώς η τελευταία με τον τρόπο αυτόν έγινε κυρία του επιδίκου, δεδομένου ότι αποδέχθηκε την κληρονομία με ενεργό ανάμειξη σ'αυτήν (πληρωμή σχετικών με το επίδικο φόρων, διενέργεια διαπραγματεύσεων για την εκποίησή του κλπ), λαμβανομένου υπόψη ότι, αφού ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, δεν ήταν αναγκαία η αποδοχή της κληρονομιάς του με δημόσιο έγγραφο και μεταγραφή αυτού.
Η ενάγουσα Ιερά Μονή είχε επιτρέψει στην αδελφή του κληρονομουμένου Φ. Κ.-Β. να συνεχίζει να διαμένει στο επίδικο και μετά το θάνατο του τελευταίου και παράλληλα διαπραγματευόταν την εκποίησή του σε αυτήν, αλλά οι σχετικές διαπραγματεύσεις δεν είχαν ευοδωθεί μέχρι το θάνατό της (1979), στη συνέχεια δε το επίδικο παρέμεινε κλειστό και χωρίς συντήρηση με συνέπεια να ερειπωθεί.
Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, το Μάρτιο του 2001 οι αναιρεσείοντες, τέκνα του Θ. Λ. (ανηψιού του Ι. Β. και της Φ. Κ.), πώλησαν το επίδικο στους πρώτη και δεύτερο από τους αναιρεσιβλήτους, δυνάμει του .../2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Καλογεροπούλου-Πολυμενέα, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί, οι οποίοι, αμέσως μετά που παρέλαβαν στη νομή και κατοχή τους το επίδικο, κατεδάφισαν τα κτίσματα που υπήρχαν σ' αυτό, προκειμένου να ανεγείρουν επ' αυτού πολυώροφη οικοδομή.
Με το αγοραπωλητήριο ως άνω συμβόλαιο οι πωλητές αναιρεσείοντες δήλωσαν ότι το επίδικο ανήκε στον πατέρα τους Θ. Λ., ο οποίος πέθανε στις 24.1996, ότι στον τελευταίο αυτό είχε περιέλθει από κληρονομία της προαναφερόμενης θείας του Φ. Κ.-Β., η οποία τον είχε εγκαταστήσει κληρονόμο της με τη .../1972 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ξενοφώντα Αντωνιάδη, και ότι στη Φ.
Κ. είχε περιέλθει από κληρονομία του αδελφού της Ιωάννη Β. του Β. δυνάμει τη από 10-11-1937 ιδιόγραφης διαθήκης του, η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με το 14/2000 πρακτικό και τη 1429/2000 απόφαση αντίστοιχα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Οι δηλώσεις όμως αυτές και οι προβαλλόμενοι συναφείς ισχυρισμοί δεν ευσταθούν, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, η κυριότητα του επιδίκου είχε περιέλθει με τον προεπεριγραφόμενο παράγωγο τρόπο και ανήκε στην ενάγουσα Ιερά Μονή και όχι στην προαναφερόμενη αδελφή του Ιωάννη Β.
Φωτεινή (που φέρεται ως η απώτερη δικαιοπάροχος των πωλητών) ή σε άλλους κατά το κοινό δίκαιο εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Υπό τα ανωτέρω αλλά και τα παρακάτω περιστατικά, τα οποία οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι τα είχαν νόμιμα προτείνει αλλά το Εφετείο δεν τα έλαβε υπόψη και συγκεκριμένα ότι είχαν αναλώσει για το επίδικο και χρόνο και προσωπική εργασία και δαπάνη (διαχείριση, ενοικίαση, ανέγερση, ιδίας δαπάνες του α' υπέρ το ισόγειο ορόφου από Φ.
Κ. με χρήματα από την πώληση άλλου ακινήτου, ηλεκτροδότηση, ανακαίνιση από Θ. Λ. κοκ), και ότι είχε προηγηθεί της μεταβίβασης του επιδίκου το αγοραπωλητήριο ως άνω συμβόλαιο το έγγραφο της Ιεράς Επιστασίας του Αγίου Όρους με τα στοιχεί Φ3/10α/984/2-15/6-2000 προς την πληρεξούσια δικηγόρο τους, με το οποίο, απαντώντας σε σχετική επιστολή αυτής αναφορικά με τον Ι.
Β., την είχε πληροφορήσει ότι είχε ήδη κοινοποιήσει την επιστολή της στις Ιερές Μονές αλλά δεν είχε λάβει μέχρι τότε απάντηση για την εγγραφή του Ι. Β. στα μοναχολόγια κάποιας απ' αυτές και ότι κατόπιν σχετικής έρευνας στα τηρούμενα απ' αυτήν (Ι. Επιστασία) μοναχολόγια διαπιστώθηκε ότι αυτός δεν φέρεται εγγεγραμμένος σ' αυτά (που σημαίνει ότι έως την έκδοση του εγγράφου αυτού δεν είχαν απαντήσει ακόμη οι Ιερές Μονές και συνεπώς δεν είχε ολοκληρωθεί η σχετική έρευνα και έτσι άλλωστε εξηγείται ότι με μεταγενέστερο (με τα στοιχεία Φ. 4.3.1620/5-19/9/2002) έγγραφό της προς την ίδια δικηγόρο η Ιερά επιστασία διευκρίνισε και έκανε σ' αυτήν γνωστό ότι "...
κατόπιν νέας ερεύνης και εξακριβώσεως μοναχολογικών στοιχείων εις τα ενταύθα τηρούμενα Μοναχολόγια σχετικώς με τον περί ου ο λόγος ... Μοναχόν Ι., κατά κόσμον Α. Β. ... ούτος φέρεται εγγεγραμμένος εις τα Μοναχολόγια της Ι. Μονής Μεγίστης Λαύρας ...) η άσκηση από την ενάγουσα Ιερά Μονή με την ένδικη αγωγή του επίδικου δικαιώματος της, περί διεκδικήσεως του επίμαχου ακινήτου, δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που τάσσει η διάταξη αυτή.
Επομένως, ορθά το Εφετείο (σιωπηρά) απέρριψε κατ' ουσίαν την από την ΑΚ 281 ένσταση των αναρεσειόντων και στη συνέχεια ορθά επίσης απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση των αναιρεσειόντων, καθώς και την έφεση των υπέρων η παρέμβαση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια, και συνεπώς ο έκτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτ.
β' του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-3-2008 αίτηση και τους από 28-7-2009 πρόσθετους λόγους των 1) Κ. Λ. κ.α. για αναίρεση της 1052/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ