1135/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1135/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 του ΑΚ, κατά τον οποίο όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 84 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1135 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1135/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)..., 2)..., 3)..., 4)... και 5)..., κατοίκων Αθηνών. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Κυριόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1274/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 4618/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-11-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 28-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος (κατά το οικείο μέρος) και τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος υπό στοιχ. 3 λόγος αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο δικαστικός αντιπρόσωπος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 του ΑΚ, κατά τον οποίο όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 84 εδ.
α', γ', και δ' του ΝΔ 321/1969 "περί κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", για τη σύναψη συμβάσεως με το Δημόσιο απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου. Αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός, η σύμβαση εργασίας που καταρτίζει το Δημόσιο με κάποιον εργαζόμενο είναι άκυρη. Τότε υπάρχει απλή σχέση εργασίας, για την οποία δεν οφείλεται μισθός, αλλά αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ.
ΑΚ, η οποία (αποζημίωση) είναι ίση με την ωφέλεια του εργοδότη, που αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, η οποία υπολογίζεται με βάση τα όσα θα πλήρωνε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητα και υπό τις ίδιες συνθήκες για την παροχή της ίδιας εργασίας. Περαιτέρω, με την κοινή υπουργική απόφαση των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Υγείας και Πρόνοιας 2/11648/0022/27-2-2004 (ΦΕΚ Β' 451/5-3-2004) "Καθορισμός αποζημίωσης μελών Ομάδας Εργασίας για την προετοιμασία και παρακολούθηση προγραμμάτων που διεξάγει το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας και αφορούν την οικογένεια και το παιδί, τους ηλικιωμένους, τα άτομα με αναπηρία καθώς και τις ευπαθείς Ομάδες" καθορίσθηκε η αποζημίωση των μελών της εν λόγω ομάδας εργασίας σε 250 ευρώ μηναίως για κάθε μέλος, για το διάστημα από 1-4-2003 έως 31-12-2003 (που ενδιαφέρει την ένδικη περίπτωση), ενώ για το χρονικό διάστημα από 2-9-2002 έως 31-3-2003 η εν λόγω μηνιαία αποζημίωση των μελών της Ομάδας Εργασίας ορίστηκε σε 452,5 ευρώ, για κάθε μέλος αυτής.
Τέλος, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν.2860/2000 "Διαχείριση, παρακολούθηση και έλεγχος του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και άλλες διατάξεις", όπως συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 17 Ν.3193/2003 "Κανόνες τιμολόγησης, ρυθμίσεις ΦΠΑ ηλεκτρονικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις", 8 παρ. 5 του πδ 4/2002 "εκτέλεση ενεργειών τεχνικής βοήθειας - στήριξης και διαχείριση των αντίστοιχων πόρων", του άρθρου 128 πδ 95/2000 "Οργανισμός του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας" και την ΔΥ - 1δ/01Κ 4169/15-1-2004 απόφαση Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 69Β/20-1-2004 και είχε αναδρομική ισχύ (από 2-9-2002) οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου, να προσφέρουν σ' αυτό τις υπηρεσίες τους στην προετοιμασία και παρακολούθηση προγραμμάτων που αφορούν την οικογένεια και το παιδί, τους ηλικιωμένους, τα άτομα με αναπηρία καθώς και ευπαθείς ομάδες που παρακολουθεί το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας στο πλαίσιο του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (ΚΠΣ) και ειδικότερα προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη διαχείριση του Χάρτη Πρόνοιας ως μέλη της ομάδας Διοίκησης Έργου του Χάρτη Πρόνοιας με αντικείμενο την καταγραφή, ταξινόμηση, εποπτεία και επικαιροποίηση των φορέων του εν λόγω χάρτη για το χρονικό διάστημα από 2-9-2002 έως 31-12-2003 αντί μηνιαίων αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από 2-9-2002 έως 31-3-2003 452,5 ευρώ (88.690 ευρώ συνολική δαπάνη : 28 μέλη ίσον 452.5 ευρώ) και 250 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 31-12-2003, βάσει της 2/11648/0022/27-2-2004 κοινής υπουργικής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β'/451/5-3-2004.
Για την κατάρτιση της προαναφερόμενης συμβάσεως δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος ούτε για την πρόταση ούτε για την αποδοχή και, συνεπώς, αφού προσκρούει στις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη απαγορευτικές διατάξεις του ΝΔ 321/1969 "περί δημοσίου λογιστικού", είναι παράνομη (ΑΚ 174,180) και εντεύθεν άκυρη. Περαιτέρω, δέχτηκε το Εφετείο, οι αναιρεσείουσες πρόσφεραν στο αναιρεσίβλητο τις υπηρεσίες τους έως τη λήξη της συμβάσεως εργασίας τους, οπότε το τελευταίο έπαυσε να αποδέχεται αυτές.
Όμως το αναιρεσίβλητο οφείλει τις αποδοχές τους κατά το διάστημα από 1-4-2003 έως 31-12-2003, κατά τις οποίες ωφελήθηκε από την παρασχεθείσα εργασία τους βάσει της άκυρης συμβάσεως εργασίας και οι οποίες ανέρχονται σε 2625 ευρώ (2250(250 χ 9 μήνες) σύν 250 ευρώ (1 μισθό δώρο Χριστουγέννων 2003) συν 125 ευρώ (1/2 μισθό για επίδομα αδείας 2003).
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε εν μέρει τις ένδικες αξιώσεις και υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο να καταβάλει σε κάθε μία από τις αναιρεσείουσες το ποσό των 2625 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τα ουσιώδη ζητήματα της πρόσληψης των αναιρεσειουσών από το αναιρεσίβλητο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις προαναφερθείσες υπηρεσίες από 2-9-2002 έως 31-12-2003, όπως και πράγματι έγινε, αντί μηναίων αποδοχών κατά μεν το χρονικό διάστημα από 2-9-2002 έως 31-3-2003 452,5 ευρώ, κατά δε το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 31-12-2003 250 ευρώ, βάσει της 2/11648/022/27-2-2004 κοινής αποφάσεως των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, ότι η σύμβαση αυτή είναι άκυρη γιατί δεν τηρήθηκε γι' αυτήν ο έγγραφος τύπος, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 904 ΑΚ και εκείνες της 2/11648/0022/27-2-2004 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β' 451/5-3-2004), τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Ωσαύτως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της μη εφαρμογής της 2/7093/0022/2004 Υπουργικής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας κλπ., που εκδόθηκε με βάση τις διατάξεις αα')του άρθρου 19 παρ. 2 του ν.1876/1990, ββ')του άρθρου 21 του ν.3205/2003, γγ')του άρθρου 29Α ν.1558/85 και δδ')του άρθρου 849/78, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού αυτή (Υπουργική Απόφαση) δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση και το Εφετείο δεν την εφάρμοσε, καθόσον σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές αυτού, οι αναιρεσείουσες ως μέλη Ομάδας Εργασίας για την προετοιμασία και παρακολούθηση προγραμμάτων που διεξάγει το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας και αφορούν την οικογένεια και το παιδί, του ηλικιωμένου, τα άτομα με αναπηρία καθώς και τις ευπαθείς ομάδες, αμείβονται αποκλειστικά δυνάμει της 2/11648/0022/27-2-2004 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Υγείας και Πρόνοιας και όχι δυνάμει της ανωτέρω ΚΥΑ 2/7093/022/5-2-2004 η ισχύς της οποίας μάλιστα αρχίζει μετά την πάροδο του ενδίκου, χρονικού διαστήματος ήτοι από 1-1-2004 ενώ οι ένδικες απαιτητές αξιώσεις των αναιρεσειουσών αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 31-12-2003.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με επιμέλεια των αναιρεσειουσών προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους περί της χρονικής διάρκειας της ένδικης συμβάσεως που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Όμως από τη σχετική διαβεβαίωση του Εφετείου σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται βέβαιο χωρίς δισταγμό ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και η ως άνω κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, που οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι δεν ελήφθη υπόψη.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-11-2008 αίτηση των: 1)..., 2)...., 3)..., 4)... και 5)... για αναίρεση της 4618/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία προσδιορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ