1135/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Α. Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων : 1) Της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...... Ο.Ε", που εδρεύει στα..... Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) χ2, ως ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της παραπάνω εταιρείας και 3) χ3, ως ομορρύθμου εταίρου, τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους Ζωή Κατσέτου.
Legislator headnote
AI generated1135/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι κατά την δίκη εκείνη διάδικοι με τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ. Α και Β αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες προφανές είναι ότι πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 παρ.1, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτών λόγω κατά την παραπάνω σειρά και αρίθμηση, με βάση τις ακόλουθες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Full text
Απόφαση 1135 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1135/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Α. Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων : 1) Της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...... Ο.Ε", που εδρεύει στα..... Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) χ2, ως ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της παραπάνω εταιρείας και 3) χ3, ως ομορρύθμου εταίρου, τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους Ζωή Κατσέτου.
Β. Της αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείουσας : Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. ΚΩΣΤΑΡΙΔΗΣ ΑΒΕΕ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "BILL-COST", που εδρεύει στην Ηλιούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Παναγιώτης Πάσχος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.12.1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 9998/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5137/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι (Α) αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητοι με την 1460/ 29.11.2005 και η (Β) αναιρεσίβλητος-αναιρεσείουσα με την 1475/1.12.2005 αιτήσή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε τις από 12.04.2007 εκθέσεις, με αρ.πιν.2 και 3 αντίστοιχα, του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν, εκατέρωθεν, την παραδοχή των αιτήσεων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι Α. 1460/29-11-2005 και Β. 1475/ 1-12-2005 αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή, 5137/21-6-2005, απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 11170/1999 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας (με στοιχ.
Β αναιρεσείουσα) οφειλομένου τιμήματος από συνομολογηθείσες με την πρώτη των εναγομένων ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας οι λοιποί είναι ομόρρυθμα μέλη (με στοιχ. Α αναιρεσείοντες), στα πλαίσια συμφωνίας FRANCHISE, διαδοχικές, από 5-1-1999 έως 10-6-1999, συμβάσεις πωλήσεως, συνολικού ποσού 56.484.158 δρχ, την καταψήφιση του οποίου και εδίωκε με το νόμιμο τόκο κάθε μερικότερου ποσού από την επομένη της 30ης ημέρας από της εκδόσεως του αντιστοίχου τιμολογίου.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 9998/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 10765/2003 εφέσεως των εναγομένων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και κατ' ουσίαν εξέταση της υποθέσεως, η 5137/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, έκαστος τούτων εις ολόκληρο, το ποσό των 132061,63 ευρώ, με το νόμιμο τόκο του ποσού εκάστου τιμολογίου από την επομένη της 30ης ημέρας από της εκδόσεώς του.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι κατά την δίκη εκείνη διάδικοι με τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ. Α και Β αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες προφανές είναι ότι πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 παρ.1, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτών λόγω κατά την παραπάνω σειρά και αρίθμηση, με βάση τις ακόλουθες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
"Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εφεσίβλητης (ενάγουσας) και την χωρίς όρκο κατάθεση (ως διαδίκου) του δεύτερου των εκκαλούντων (β εναγομένου) στο ακροατήριο του πρωτόβαθμου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα, με την εκκαλουμένη, πρακτικά, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες, από .....
ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμ/φου Χανίων Δ. Λαμπαθάκη των μαρτύρων των εκκαλούντων ..... και ...., που λήφθηκαν μετά την εμπρόθεσμη (προ δύο εργασίμων ημερών) και νομότυπη κλήτευση της εφεσίβλητης (όπως αποδεικνύεται από την επίσης προσκομιζόμενη, με επίκληση, υπ' αρ. .... έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή .....), από την επίσης με επίκληση εκ μέρους των εκκαλούντων προσκομιζόμενη υπ' αρ. .....
ένορκη βεβαίωση της ..... _ ενώπιον της ίδιας, πιο πάνω, Συμ/φου Χανίων, ωσαύτως δε και από τις προσκομιζόμενες, με επίκληση υπ' αρ. 16.177/2002 και 16.178/2002 ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, από την εφεσίβλητη, που δόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (όπως αποδεικνύεται από την....... του Δικ. Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά .......), που λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, το μεν, διότι λήφθηκαν νομότυπα για να χρησιμοποιηθούν σε άλλη (προγενέστερη) δίκη, το δε διότι έγινε χρήση στην παρούσα δίκη και του εμμάρτυρου αποδεικτικού μέσου, εκ τρίτου δε και επειδή ακόμη, δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν επίτηδες στην παρούσα δίκη η υπ' αρ. 19581 ένορκη βεβαίωση στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, που, επικαλείται και προσκομίζει η εφεσίβλητη ενάγουσα, και που δόθηκε στις 1-11-2000, δεν λαμβάνεται υπόψη, και κατά τους βάσιμους, περί τούτου ισχυρισμούς των εκκαλούντων είναι προεχόντως απαράδεκτη, επειδή λήφθηκε την.
ίδια ημέρα (στις 1-11-2000), κατά την οποία δικάστηκε πρωτόδικος η ένδικη αγωγή κατά την τακτική διαδικασία και όχι πριν απ' αυτήν, σύμφωνα δηλαδή και με τα άρθρα 270 παρ. 2 εδάφιο β και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν (βλ. αντί και άλλων και ΑΠ 2239/1989 Δ/νη 32.764 - ΕφΑθ 10504/1986 Δ/νη 28, 1315, 1316 και ΕφΑθ 4342/1986 αδημ. στο νομικό τύπο) -και από όλα, ανεξαιρέτως, τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα των διαδίκων αποδεικνύονται τα ακόλουθα :
Στις 13-11-1998 η εφεσίβλητη που διατηρεί στην Ηλιούπολη Αττικής και εκμεταλλεύεται επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας (χονδρικώς) ετοίμων ενδυμάτων, με το διακριτικό της τίτλο "BILLCOST" συνήψε με την πρώτη των εκκαλούντων ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας οι ομόρρυθμοι εταίροι, της είναι οι δεύτερος και τρίτος και δη με το δεύτερο τούτων ,ως διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο αυτής σύμβαση FRANCHISE, ήτοι σύμβαση αποκλειστικής παραχώρησης και εκμετάλευσης των δικαιωμάτων στην επωνυμία, στο σήμα και την τεχνογνωσία της εφεσιβλήτου επιχείρησης.
Ειδικότερα, με τη σύμβαση αυτήν ανελάμβανε η τελευταία, (εφεσίβλητη) την υποχρέωση της αποκλειστικής προμήθειας στην πρώτη των εκκαλούντων των εμπορευμάτων της (γυναικείων ενδυμάτων κλπ.) και δη στο κατάστημα της στα Χανιά (επί της οδού .....) και για ολόκληρο το νομό των Χανίων. Με δεύτερη συμπληρωματική σύμβαση ,μεταξύ των ως άνω διαδίκων, που καταρτίστηκε στις 20.3.1999, κατά την ίδια ως άνω έννοια, όπως για την πρώτη τούτων, παρασχέθηκε στην πρώτη των εκκαλούντων το δικαίωμα της εκμετάλλευσης των δικαιωμάτων κλπ., ως άνω, της εφεσίβλητης και στην πόλη του ...
της Κρήτης (και δη στο επί της οδού ...... κατάστημα της πρώτης των εκκαλούντων). Στα πλαίσια των ανωτέρω συμβάσεων, κατά το χρονικό διάστημα από τις ... μέχρι ....., καταρτίστηκαν μεταξύ των ως είρηται διαδίκων εβδομήντα δύο (72) συνολικώς συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων της εφεσίβλητης προς την πρώτη των εκκαλούντων, πράγμα που ενδιαφέρει αποκλειστικά στην παρούσα αντιδικία και για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση, αλλ' απεναντίας, ομολογία (ως προς τούτο) και από τους εκκαλούντες.
προς τούτο εξεδόθησαν τα ως ανω - 72 συνολικώς - τιμολόγια και Δελτία αποστολής από την εφεσίβλητη, όπως στο κάθε τιμολόγιο (και δελτίο αποστολής) αναγράφονται η χρονολογία έκδοσης, το είδος εκάστου εμπορεύματος και τα καθέκαστα, τα τεμάχια, που απεστέλλοντο προς την πρώτη των εκκαλούντων, η αξία και δη και η συνολική αξία αυτών και η τιμή μονάδας ι για το κάθε εμπόρευμα, το συνολικό ποσό και ο Φ.Π.Α. .καθώς επίσης και ο αριθμός του κάθε τιμολογίου (βλ.
όλα αυτά προσκομιζόμενα με επίκληση). Ειδικώς ,όσον αφορά και στο τελευταίο (εβδομηκοστό δεύτερο - 72) τιμολόγιο (και δελτίο αποστολής) με αριθμό ..... και χρονολογία έκδοσής του, στις ..... αναφέρονται τα εξής ενδιαφέροντα : ότι επωλήθησαν και απεστάλησαν στην πρώτη των εφεσίβλητων έντεκα (11) συνολικώς είδη εμπορευμάτων, προσδιοριζόμενα κατ' είδος αυτών, ξεχωριστά (όπως μπλούζες, φόρεμα, παντελόνια, φούστα κλπ.), η τιμή μονάδας εκάστου και η συνολική τιμή, που μαζί και με τον ΦΠΑ, ανήλθε σε 317.656 δρχ.
Ως προς το περιεχόμενο αυτό, του εν λόγω τιμολογίου, δεν αμφισβητούν ούτε οι εκκαλούντες, όπως επίσης δεν αμφισβητούν και για το ότι δύο (2) προφανώς διαφημιστικά είδη (και δη τεμάχια τούτων 8 και 4 αντίστοιχα) καρτολίνες, καθώς και αφίσες μεγάλες, εστάλησαν άνευ χρεώσεως προς την πρώτη των εκκαλούντων. Σημειώνεται ότι, στο πιο πάνω τελευταίο (72°) των εν θέματι τιμολογίων, προς το τέλος αυτού, αναγράφεται ότι το παλαιό υπόλοιπο - .προφανώς δηλαδή και προδήλως εκ μεταφοράς προκύπτον - ήταν 35.215.020 δρχ., ενώ το νέο υπόλοιπο, ωσαύτως δηλαδή χρεωστικό, σε βάρος της πρώτης των εκκαλούντων, ανήλθε σε 35.532.675 δρχ., κατά την ίδια έννοια, όπως και το πρώτο, πιο πάνω., κονδύλιο.
Στο τελευταίο αυτό τιμολόγιο και δη στην επισημαινόμενη πιο πάνω αναφορά του, ως προς το χρεωστικό υπόλοιπό της, στηρίζουν τον ισχυρισμό τους οι εκκαλούντες, περί του ότι, τελικώς το χρέος τους προς την αντίδικο τους (εφεσίβλητη) δεν ανέρχεται σε 56.484.158 δραχμές αλλά μόνο στο προκύπτον, ως νέο υπόλοιπο ποσόν, των 35.532.676 δραχμών.
Ωστόσο, όμως, αποδεικνύονται συναφώς και ως προς τον ανωτέρω ισχυρισμό των εκκαλούντων και τα εξής : Α) Η εφεσίβλητη, με την από 21.7.1999 εξώδικη καταγγελία της, που επιδόθηκε στην πρώτη των εκκαλούντων στις 22.7.99 (βλ. την υπ' αρ. .... επιδοτήρια έκθεση της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων .......), κατήγγειλε την προαναφερόμενη σύμβαση ορισμένου χρόνου " FRANCHISE ", και δη για σπουδαίο λόγο συνιστάμενο στο ότι καθυστερούσε - δυστροπώντας προς τούτο υπαιτίως - η πρώτη των εκκαλούντων την πληρωμή ληξιπροθέσμου και απαιτητού τιμήματος των ενδίκων πωλήσεων (ύψους συνολικού 56.484.158 Παρεμπίπτοντας αναφέρεται ότι, η καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης ήταν έγκυρη και επέφερε το αποτέλεσμα της λύσεως της εν λόγω συμβάσεως "Franchise", σύμφωνα και με ρητό προς τούτο όρο, στο άρθρο στ παρ. 4, κατά τον οποίο θεωρείται υπαίτια η εκκαλούσα, και σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής των χρεών της.
Β) Κατά μήνα Ιούλιο του έτους 1999 - χωρίς να μπορέσει να διακριβωθεί πλήρως, περί του εάν επρόκειτο για χρόνο πριν ή μετά την ως είρηται καταγγελία - ο δεύτερος των εκκαλούντων, ως ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης τούτων, σε σχετικό έγγραφό του, ομολογούσε εξωδίκως βάσει αυτού (του εγγράφου), που δεν φέρει όμως χρονολογία της υπογραφής του, ότι το συνολικό ποσό που όφειλε στην εφεσίβλητο, ανήρχετο σε 45.000.000 δρχ.
περίπου (βλ. το έγγραφο αυτό). Το γεγονός δε αυτό, κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως και με αντικειμενικότητα, αμεροληψία και πειστικότητα και η μάρτυρας της εφεσίβλητης (βλ. την τοιαύτη κατάθεση καθώς επίσης και την υπ' αρ. 16178/2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, της ......, ωσαύτως δε και την υπ' αρ. 12.215/2005 ένορκη βεβαίωση της .......).
Περαιτέρω, από τα ίδια τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται και τα ακόλουθα : Α) Ναι μεν οι εκκαλούντες έκαναν, και δη κατά το χρονικό διάστημα περίπου από 30-4-1999 μέχρι 2-6-1999, σταδιακά ορισμένες καταβολές προς την εφεσίβλητη που ανήλθαν ως έγγιστα, στο ύψος των 23.790.941 δρχ. συνολικώς, πλην όμως αυτές αφορούσαν σε προγενέστερες οφειλές, προς την εφεσίβλητη, και που είχαν γίνει μάλιστα και πριν την ως άνω καταγγελία της σύμβασης "Franchise".
Επομένως, οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εκκαλούντων ότι, το ανωτέρω ποσό πρέπει να συνυπολογιστεί για την εξεύρεση του πραγματικού χρέους αυτών προς την εφεσίβλητη, πρέπει να απορριφθούν ως αναπόδεικτοι και εντεύθεν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Β) Με τον υπ' αρ. στ παρ. 2 όρο της ένδικης συμβάσεως " Franchise " συμφωνήθηκε μεταξύ της εφεσίβλητης και της πρώτης των εκκαλουσών κατά λέξη ότι, "ο έλεγχος του ύψους των διενεργηθεισών εισπράξεων και ο έλεγχος του ύψους των πωλήσεων από το κατάστημα της δευτέρας των συμβαλλομένων θα διενεργείται αποκλειστικώς μέσω του συστήματος ΟΝ LΙΝΕ, που θα εγκατασταθεί αμέσως κατά την υπογραφήν της παρούσης και θα συνδέη την επιχείρηση/ της πρώτης των συμβαλλομένων με εκείνη του καταστήματος της δευτέρας των συμβαλλομένων".
Εξάλλου, οι ανωτέρω διάδικοι ωσαύτως συμφώνησαν μεταξύ τους και δη στην παρ. 5 του ανωτέρω, με διακριτικό στοιχείο στ' όρο και ότι "δια του παρόντος ρητώς συμφωνείται προσέτι ότι κατά ταςπαραμονάς των εκπτώσεων (περί των οποίων διαλαμβάνει η παρ. ζ της παρούσης) επί τη βάσει της απογραφής των εμπορευμάτων του καταστήματος της δευτέρας των συμβαλλομένων (που θα διενεργείται μέσω του εγκατασταθησομένου κατά τα ως άνω συστήματος ΟΝ LΙΝΕ εις αμφοτέρας τας επιχειρήσεις των συμβαλλομένων) θα διενεργείται από την πρώτην των συμβαλλομένων έκπτωσις ποσοστού 30% επί των τιμών χονδρικής (αγοράς) εις το σύνολον του SΤΟCΚ των εμπορευμάτων της προηγουμένης περιόδου - σαιζόν..." και τέλος στον όρο Ζ) της ίδιας μεταξύ τους •σύμβασης συμφώνησαν και δη κατά λέξη επίσης ότι, "Η δευτέρα των συμβαλλομένων υποχρεούται εις την διάθεσιν των εμπορευμάτων εις τιμάς FΙΧ, που θα καθορίζονται από την πρώτην των συμβαλλομένων.
Η δικαιούχος στερείται του δικαιώματος διενεργείας εκπτώσεως επί των τιμών της πωλήσεως. Εκπτώσεις θα διενεργούνται μόνον μετά από έγγραφον συναίνεσιν της πρώτης των συμβαλλομένων και εις περιόδους που η ίδια θα καθορίζει ανεξαρτήτως των αποφάσεων των οικείων εμπορικών Συλλόγων. Η πρώτη των συμβαλλομένων διατηρεί εις εαυτήν το αναφαίρετον δικαίωμα του καθορισμού του ποσοστού των διενεργηθησόμενων εκπτώσεων, τόσον συνολικώς όσον και κατ' είδος εμπορεύματος μεμονωμένον...
Δια τον καθορισμόν του χρόνου και ύψους των διενεργηθησόμενων εκπτώσεων θα λαμβάνονται υπόψιν αϊ επικρατούσαι συνθήκαι. Η άρνησις συμμορφώσεως της δευτέρας των συμβαλλομένων συνιστά λόγον καταγγελίας...". Σημειώνεται ότι, οι εκκαλούντες, επαναλαμβάνοντας εν συνάψει τις ανωτέρω συμφωνίες της πρώτης των εκκαλουσών με την εφεσίβλητη, στις οποίες και αναφέρονται, προέβαλαν, ως προς τις πωλήσεις των εδώ ενδίκων εμπορευμάτων, με τις πρωτόδικες προτάσεις τους ότι, λόγω της μη διαθέσεως ποσότητας αυτών - που δεν την προσδιορίζουν καθόλου - η αξία και η τιμή της οποίας ανερχόταν σε 18.850.000 δρχ.
θα έπρεπε να εκπεσθεί απ' αυτό το ποσό, ποσοστό συμφωνημένο εγγράφως μεν (στην ένδικη γραπτή συμφωνία τους) ύψους 30%, ήδη δε ανερχόμενο, στο 50%, λόγω επιγενόμενης προφορικής συμφωνίας τους, διότι τους απέμεινε ποσότητα εμπορεύματος αδιάθετη (απούλητη) χαρακτηριζόμενη "stock" καθόσον και η αντίδικος τους γνώριζε μέσω του ΟΝ LIΝΕ συστήματος ποία εμπορεύματα πωλήθηκαν (διατέθηκαν) από την πρώτη των εκκαλούντων και ποιά όχι.
Τους ισχυρισμούς τους δε αυτούς, που επαναφέρουν και με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους, οι εκκαλούντες. απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους η εκκαλουμένη απόφαση.
Ωστόσο όμως, σύμφωνα με τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 361, 216, 118 και 262 του ΚΠολΔ, η ένσταση αυτή των εκκαλούντων, όπως πιο πάνω διατυπώνεται, και με την οποία επιδιώκεται η απόρριψη εν μέρει της ένδικης αγωγής, πάσχει από αθεράπευτη αοριστία και πρέπει να απορριφθεί, για το λόγο αυτόν, προέχοντος ως απαράδεκτη και τούτο γιατί ειδικότερα :
Μολονότι οι εκκαλούντες, παραθέτοντας (έστω και εν συνάψει) το κείμενο των προπαρατεθεισών συμφωνιών και όρων (στους οποίους άλλωστε και ρητώς παραπέμπουν) και δεν αμφισβητούν αλλά και τελικώς αποδέχονται τη σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως, κατά τούτο, μεταξύ της πρώτης των εκκαλουσών και της εφεσίβλητης - και δη, είτε χωρίς κανένα κενό ερμηνευτικό, είτε άλλως και με την ερμηνεία των εδώ στην ερευνώμενη αγωγή ενδιαφερόντων το Δικαστήριο ζήτημα, δια της προσφυγής προς τούτο και στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ - δηλαδή ως προς την ακρίβεια (με ένα λόγο) και την ανταποκρινόμενη στους ανωτέρω όρους αλήθεια, των προβαλλόμενων πιο πάνω ειδικώς ισχυρισμών τους, παρόλα αυτά, δεν αναφέρουν, ούτε και προσδιορίζουν καθόλου, σε ποια ακριβώς χρονική περίοδο αναφέρονται τα εμπορεύματα, τα οποία παρέλαβε αυτή (η διάδικος) και της έμειναν αδιάθετα (απούλητα) και πιο συγκεκριμένα ακόμη, εάν αυτά (τα εμπορεύματα), η αξία των οποίων ανέρχονταν συνολικώς στο πιο πάνω ποσό (των 18.850.000 δρχ.) ήταν της προηγούμενης χρονικής περιόδου (σαιζόν), ώστε να ισχύει γι' αυτό ακριβώς η συνομολογηθείσα τοιαύτη έκπτωση.
Κατά πάντα ταύτα, που δέχεται το Δικαστήριο τούτο κρίνεται ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε (ως κατ' ουσίαν αβάσιμη) την ένσταση αυτήν των εκκαλούντων, έστω και με την εσφαλμένη αυτή αιτιολογία της, η οποία αντικαθίσταται στην προκρινόμενη πιο πάνω (κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ) ορθά κατ' αποτέλεσμα αποφάνθηκε, ως προς τούτο.
Κατά συνέπεια ο σχετικός (ως άνω) λόγος της έφεσης των εκκαλούντων, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, σημειουμένου ότι, με την τοιαύτη απόρριψη, δεν καθίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση, χειρότερη η θέση των εκκαλούντων. Ωστόσο όμως, η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχτηκε στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή (ήτοι για ολόκληρο το αγωγικό ποσό των 50.484.158 δρχ.) και όχι για το ποσό των 45.000.000 δρχ., ως προς το οποίο και μόνο αποδεικνύεται η ουσιαστική βασιμότητα αυτής (της αγωγής) έσφαλε και δη, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με τις οποίες (όπως ήδη προεκτέθηκε), η οφειλή του αγωγικού κονδυλίου (των 50.484.158 δρχ.) δεν αποδεικνύεται πλήρως (και με εδραία δικανική πεποίθηση), ενόψει και της αμφιβολίας, που κατά τα ως άνω προέκυψε από την αναγραφή στο τελευταίο τιμολόγιο, ως οφειλομένου υπολοίπου βάσει αυτού, μόνο του ποσού των 35.532.675 δρχ., ωστόσο όμως πλήρως αποδεικνύεται, λόγω και της εξώδικης ομολογίας των εκκαλούντων ότι, οφείλεται τελικώς το ποσό των 45.000.000 δρχ.
Επομένως, πρέπει να γίνει τελικώς δεκτή και ως κατά το ένα μέρος της βάσιμη η κρινομένη έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και μετά τη διακράτηση της υπόθεσης από το Δικαστήριο τούτο να γίνει δεκτή, κατά το ένα (το ως άνω) μέρος της, η κρινόμενη αγωγή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν το ποσό των 132.061,63 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο, για το κάθε επιμέρους ποσό, εκάστου δηλαδή των 72 ενδίκων τιμολογίων και πιο συγκεκριμένα ακόμη, από την έκδοση του αντίστοιχου τιμολογίου, δια και της γενομένης μαθηματικής πράξεως, της αναγωγής, για έκαστο συνολικό ποσό, εκάστου των τιμολογίων αυτών, στο ανωτέρω συνολικό ποσό (των 132.061,63 Ευρώ, ήτοι το ισόποσο των 45.000.000 δρχ.), με την οποία (αναγωγή) εξάγεται ακριβώς, το κάθε ποσό (εκάστου των τιμολογίων αυτών), μέχρι και την εξόφληση".
Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφορικά με τους ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, με την έννοια ότι τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαχθέντος από αυτές πορίσματος, εφόσον τούτο, εκτίθεται σαφώς. Το αποδεικτικό πόρισμα είναι σαφές όταν αναφέρονται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς, με βεβαιότητα, τα θεμελιωτικά του δικαιώματος πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, αν δεν είναι σαφές και εκφράζεται με ενδοιαστική διατύπωση στοιχειοθετείται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως Ι. Κατά το από ... έως .... χρονικό διάστημα καταρτίσθηκαν μεταξύ των (72) διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων συνολικού τιμήματος, κατά τα ισάριθμα ισόποσης αξίας τιμολόγια, 56.484.158 δρχ,
ΙΙ. ότι στο τελευταίο, με ημερομηνία εκδόσεως του ....., ... τιμολόγιο, αξίας 317.656 δρχ, αναγράφεται ως παλαιό υπόλοιπο, προφανώς εκ μεταφοράς προκύπτον, ποσό 35.215.020 δρχ, με νέο χρεωστικό υπόλοιπο (35215020+317656) 35.532.675 δρχ.,
ΙΙΙ. Ότι η πωλήτρια εταιρεία με την από 21-7-1999 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στις 22-7-1999, κατήγγειλε τη συνδέουσα τις διαδίκους εταιρείες σύμβαση "FRANCHISE" ορισμένου χρόνου, για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην καθυστέρηση καταβολής του οφειλομένου τιμήματος, συνολικού ποσού 56.484.158 δρχ. και IV. ότι κατά μήνα Ιούλιο του έτους 1999 ο δεύτερος των αναιρεσειόντων στη με στοιχ.
Α αίτηση, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης τούτων ομόρρυθμης εταιρείας, με σχετικό έγγραφό του ομολογούσε δι' αυτούς εξωδίκως, ότι το συνολικό ποσό που όφειλε στη με στοιχ. Β αναιρεσείουσα ανερχόταν στο ποσό των 45.000.000 δρχ. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, μετά την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της ενστάσεως των με στοιχ.
Α αναιρεσειόντων περί μερικής αποσβέσεως της κατά της πρώτης τούτων ομόρρυθμης εταιρείας απαιτήσεως της με στοιχ. Β αναιρεσείουσας, με την σταδιακή καταβολή κατά το από 30-4 έως 2-6-1999 του συνολικού ποσού των 23.790.941 δρχ, και ως αόριστης εκείνης περί συνομολογηθείσης εκπτώσεως επί του συμφωνηθέντος τιμήματος πωλήσεως, διατύπωσε το καταληκτικό αποδεικτικό πόρισμα ότι το οφειλόμενο τίμημα πωλήσεως ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 45.000.000 δρχ, με την αιτιολογία, κατ' ακριβή κατά τούτο αναγραφή της, "η οφειλή του αγωγικού κονδυλίου (των 58.584.158 δρχ.), δεν αποδεικνύεται πλήρως (και με εδραία δικανική πεποίθηση), ενόψει και της αμφιβολίας, που κατά τα άνω προέκυψε από την αναγραφή στο τελευταίο τιμολόγιο, ως οφειλομένου υπολοίπου βάσει αυτού, μόνο του ποσού των 35.352.675 δρχ., ωστόσο όμως πλήρως αποδεικνύεται, λόγω και της εξώδικης ομολογίας των εκκαλούντων ότι οφείλεται τελικώς το ποσό των 45.000.000 δρχ." Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως αξιολογείται κατά τούτο ως ανεπαρκής, με την έννοια ότι δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούν την κρίση της για τον προσδιορισμό της αξιώσεως του οφειλομένου υπολοίπου τιμήματος από συμβάσεις πωλήσεως στο επιδικασθέν από την αιτία αυτή ποσό των 132.061, 63 Ευρώ (45.000.000 δρχ), εκτίμηση η οποία επιβεβαιώνεται από την ενδοιαστική διατύπωση του καταληκτικού αυτού αποδεικτικού πορίσματος, συνοδευομένου από την διατύπωση περί τούτου αμφιβολίας από την αναγραφή στο τελευταίο τιμολόγιο, ως οφειλομένου υπολοίπου βάσει αυτού, μόνο του ποσού των 35.532.675 δρχ.
Εντεύθεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος, αναιρετική αιτίαση που βάσιμα αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ. Α και Β αιτήσεις με τον τρίτο και πρώτο λόγο αυτών, αντίστοιχα. Η παραδοχή των λόγων αυτών αναιρέσεως, με αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτών αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατ' αποδοχή των ειδικών αιτήσεων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτών απόφαση, ακολούθως δε, κατ' επιταγή του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων να συμψηφισθούν στο σύνολό τους λόγω της κατ' ίση ένσταση εν μέρει νίκη, και ήττα εκάστου τούτων (ΚΠολΔ 183, 178 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ. Α (1460/29-11-2005) και Β (1475/1-12-2005) αιτήσεις για αναίρεση της 5137/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την 5137/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ