Legislator Case Law & Legislation
1134/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding restitution of security payments under Article 579 of Civil Procedure Code.

Case Number 1134/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request for restitution of security payments made to satisfy interim court orders. The appellant argued that Article 579 of the Civil Procedure Code allowed for the return of funds paid voluntarily to satisfy the appealed judgment. The court ruled that Article 579 only applies to payments made to satisfy the appealed judgment itself, not to independent interim measures. Consequently, the lower court did not err in failing to examine this specific request.

Legislator headnote

AI generated

Article 579, paragraph 2 of the Civil Procedure Code; Article 579, paragraph 2 of the Civil Procedure Code provides that voluntary payments made to satisfy the appealed judgment may be returned upon its annulment, but this does not apply to payments made to satisfy independent interim measures.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Article 579 security payments interim measures restitution of funds annulment appeal inadmissible request

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 579, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 9 of the Code of Civil Procedure
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1134 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1134/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., και 151. Σ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., από τους οποίους οι με α/α 5η ,13η, 23ο,31ο, 33ο, 37ο, 50ο, 63ο,66ο, 77η, 80ο, 83η, 100ο, 113η, 133η 147ο δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεώργιου Χανιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. «Ε. και με το διακριτικό τίτλο «Ε..Τ..Ε.. Α..Ε.., η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Νικόλαου-Σέργιου Σακαλή και Κωνσταντίνο Πηνιώτη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Β)Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.. που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου-Σέργιου Σακαλή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., και 15. Ά. Τ. του Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 5η και 13η δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Χανιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07-01-2019 αγωγή των Α) αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1360/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3973/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι Α) αναιρεσείοντες με την από 21-1-2021 αίτησή τους και η Β) αναιρεσείουσα με την από 17-5-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαλαματένια Κουράκου. Ο πληρεξούσιος της Β) αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της Α) αναιρεσίβλητης την απόρριψη της αίτησης καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1105/2022, ΑΠ 367/2020).

Στην κρινόμενη υπόθεση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, των από 21-1-2021 με αριθ. καταθ. 580/54/27-1-2021 και από 17-5-2021 με αριθ.καταθ. 3814/517/27-5-2021 αιτήσεων, με τις οποίες διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά τη ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 3973/11-6-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες από 22-7-2019 με αριθ.

καταθ. 68324/5338/2019 έφεσης κατά της υπ' αριθ. 1360/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω διαδικασία και απέρριψε την από 7-1-2019 με αριθ.καταθ.1156/45/2019 αγωγή τους. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1019/2021, ΑΠ 110/2020).

Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (

ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 306/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 306/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1961/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, α) η από 21-1-2021 με αριθ. καταθ. 580/54/27-1-2021 αίτηση αναίρεσης εκατόν πενήντα ενός (151) συνολικά αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και β) η από 17-5-2021 με αριθ.καταθ. 3814/517/27-5-2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά, δεκαπέντε αναιρεσιβλήτων προσδιορίσθηκαν προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο στις 4-10-2022, οπότε αναβλήθηκε η συζήτησή τους για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση των ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο αυτή, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 5η, 13η, 23ος, 31ος, 33ος, 37ος, 50ος, 63ος, 66ος, 77η, 80ος, 83η, 100ος, 113η, 133η και 147ος από τους αναιρεσείοντες της από 21-1-2021 αναίρεσης και οι 5η, και 13η, από τους αναιρεσίβλητους της από 17-5-2021 αναίρεσης, ούτε υποβλήθηκε ως προς τους διαδίκους αυτούς η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της .υπόθεσης.

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης από 17-5-2021 με αριθ.καταθ. 3814/517/27-5-2021 αίτησης αναίρεσης, με αριθ. 8197Γ/7-6-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Α. Ν., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω αναίρεσης της με αριθ. 3973/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 4ης-10-2022, οπότε αναβλήθηκε η υπόθεση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτής, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον παραστάντα ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου πληρεξούσιο δικηγόρο των εκκαλούντων-εναγόντων και ήδη δεκαπέντε εξ αυτών αναιρεσίβλητων της ως άνω αναίρεσης Γ.

Χ., ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 1372/2021, ΑΠ 145/2019). Κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι οι 5η και 13η από τις αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ως προεκτέθηκε, διότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας από αυτές στον ως άνω δικηγόρο να τις εκπροσωπήσει στην παρούσα αναιρετική δίκη.

Εφόσον, όμως, οι ως άνω αναιρεσίβλητες, δεν μετέχουν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος στη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, για την οποία, όπως προεκτέθηκε, κλήθηκαν να παραστούν και ενόψει του ότι η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους κατ' άρθρο 226 παρ. 4 εδ.

β και γ ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται κατ'άρθρο 575 εδ.β του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, θεωρούνται δικονομικά απούσες.

Συνεπώς πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της από 17-5-2021 αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι όλοι οι υπόλοιποι, πλην των ως άνω απολιπομένων, αναιρεσείοντες της από 21-1-2021 αναίρεσης και οι αναιρεσίβλητοι της από 27-5-2021 αναίρεσης, φέρεται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ.

Χ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όλοι αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης από 21-1-2021 με αριθ. καταθ. 580/54/27-1-2021 αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες, με αριθμ. 11990/20-5-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Πειραιώς Γ.

Π., από την οποία, επίσης, προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας του Γ. Χ., με την ιδιότητα του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 4ης-10-2022, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία.

Όμως, ως προς τους 5η, 13η, 23ο, 31ο, 33ο, 37ο, 50ο, 63ο, 66ο, 77η, 80ο, 83η, 100ο, 113η, 133η και 147ο από τους αναιρεσείοντες της πρώτης αναίρεσης που, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο Γ. Χ., που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης από 21-1-2021 αίτησης αναίρεσης προς την αναιρεσίβλητη με κλήση προς συζήτηση για την προαναφερθείσα δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω αναιρεσειόντων προς αυτόν με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτοί κλητεύθηκαν από την αναιρεσίβλητη αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν στη συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης.

Κατά συνέπεια ακύρως οι ως άνω αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της από 21-1-2021 αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει κλήτευσή τους, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της από 21-1-2021 αίτησης αναίρεσης για τους 5η, 13η, 23ο, 31ο, 33ο, 37ο, 50ο, 63ο, 66ο, 77η, 80ο, 83η, 100ο, 113η, 133η και 147ο από τους αναιρεσείοντες.

Περαιτέρω, ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παρισταμένους διαδίκους οι ένδικες αιτήσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον από την έρευνα των φακέλων δεν προκύπτει επίδοσή της (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτές (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

από 21-1-2021 Στο άρθρο 22 παρ.2 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία". Στο άρθρο 22 παρ.5 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".

Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή, να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας.

Με τη δεύτερη διάταξη, από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κλπ και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ.3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά".

Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ.3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη".

Όμως, και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το ν. 1876/1990, ορίζεται ότι "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθεί ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών".

Πριν από την ισχύ του ως άνω νόμου, είχε γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) μπορούσε να συμφωνηθεί, μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία, η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κλπ), διότι τέτοιους, ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών, για ασφαλιστικές παροχές, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946 (Α 75) με την οποία ορίζεται ότι "οργανισμός, έργον του οποίου είναι η ασφάλισις των μισθωτών ωρισμένης επιχειρήσεως κατά της αναπηρίας, του γήρατος και του θανάτου δύναται.....να συστήσει εν εαυτώ ειδικόν λογαριασμόν...

σκοπούντα στην ασφάλισιν αυτών κατά των ιδίων κινδύνων, δια της χορηγήσεως εφ' απαξ χρηματικών παροχών, εις ας περιπτώσεις και υφ' ους όρους προβλέπεται η χορήγησις των περιοδικών τοιούτων" (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019). Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρίες ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία, ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (OλΑΠ 9/2012, ΑΠ 929/2023 ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1244/2019, ΑΠ 1330/2018).

Ειδικότερα, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται, με βάση την προέλευση και το νομικό τους καθεστώς, σε νομοθετικούς και συμβατικούς (μη κερδοσκοπικούς). Οι νομοθετικής προέλευσης φορείς έχουν, κατά κανόνα, τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι συμβατικής προέλευσης φορείς μπορεί να έχουν τη μορφή ειδικών λογαριασμών ή αλληλοβοηθητικών σωματείων ή ταμείων, συσταθέντων σε επιχειρησιακό επίπεδο είτε με τη συμφωνία εργοδοτών - εργαζομένων είτε μονομερώς από τους εργοδότες ή τους εργαζόμενους (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1444/2019).

Ο νομοθέτης τα ταμεία που στηρίζονται στην ιδιωτική βούληση άλλοτε μεν τα ανήγαγε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 3 παρ. 2 του α ν. 1495/1938), άλλοτε δε, χωρίς να τα αναγάγει σε ν.π.δ.δ, τα αντιμετώπισε ως ασφαλιστικούς οργανισμούς, ομολόγους προς τους φορείς της δημόσιας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης.

Ενδεικτικά, με το άρθρο 12 του ν. 1405/1983 τα ταμεία αυτά εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της διαδοχικής ασφάλισης, στο οποίο μετέχουν ισότιμα με τους φορείς που είναι ν.π.δ.δ, με το άρθρο 10 του ν. 1902/1990 καθιερώνονται ενιαίοι κανόνες ως προς το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και το χρόνο θεμελίωσης σύνταξης γήρατος των ασφαλισμένων σε αυτά, με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στα ταμεία αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΙΚΑ- ΤΕΑΜ και με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 τα εν λόγω ταμεία θεωρούνται φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1243/2019, Ολ ΣτΕ 2197-2200/2010).

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 997/1979, "περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών και ετέρων τινών διατάξεων" (Α 287), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.3 του ν. 1902/1990 (Α 138), ορίζεται ότι "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται, δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων, στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών και δεν υπάγονται, για την αυτή απασχόληση, στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού ασφαλίσεων που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ.

Κατ' εξαίρεση, τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17-10-1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σε αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ- ΤΕΑΜ".

Ακόμη, με το ν. 1902/1990 "Ρύθμιση συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων" (Α 138) και ειδικότερα με το άρθρο 10 παρ.1 αυτού με τίτλο άρθρου "Συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 (Α` 178) και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 (ΦΕΚ Α 184) ορίζεται ότι "στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι, για κύρια ή επικουρική σύνταξη, στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.

του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ` όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων", με την παρ.1 του άρθρου 11 του ως άνω νόμου με τίτλο άρθρου "ασφαλιστικές εισφορές Ειδικών Ταμείων" ορίζεται ότι "Από 1-1-1996 το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι στα ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών του άρθρου 10 δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5%.

Αν κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου αυτό είναι μικρότερο, αυξάνεται προοδευτικά το λιγότερο κατά μία εκατοστιαία μονάδα ανά έτος, προκειμένου να φθάσει σε 7,5%" και με την παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της με την παρ.1 του άρθρου 10 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "Τυχόν καταβολή από τον εργοδότη εισφοράς ασφαλισμένου με οποιαδήποτε μορφή και οποιονδήποτε τρόπο (καταβολή υπό του ιδίου αντί αυξήσεως μισθού, επιδότηση ασφαλισμένου κ.λπ.) μειώνεται προοδευτικά κατά το ποσοστό που αυξάνεται η καταβαλλόμενη από τον ασφαλισμένο εισφορά.

Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα....". Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ.4 του ν. 2084/1992 "Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις (Α 165), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 2227/1994 (Α 129), ορίζεται ότι "Όλα τα ασφαλιστικά Ταμεία και οργανισμοί που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ.

και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης φορείς ασφάλισης νοούνται τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ν.π.ι.δ., οι υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή Εφάπαξ βοηθήματα εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος...".

Με το άρθρο 46 παρ.1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1-1-.1993 το ποσοστό εισφοράς εργοδότη στα ειδικά ταμεία κύριας ασφάλισης του προσωπικού των Τραπεζών Αγροτικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Εθνικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής - Λαϊκής, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. και του Τ.Σ.Π.Η.Σ.Α.Π. καθορίζεται σε 22%. Μεγαλύτερα ποσοστά προβλεπόμενα από τις καταστατικές διατάξεις των παραπάνω ταμείων για τον εργοδότη εξακολουθούν να ισχύουν.

Το ποσοστό εισφοράς των ασφαλισμένων στα παραπάνω Ταμεία ορίζεται από 1-1-1995 σε 11% και με την παρ.4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Με επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου και της παρ. 2 από 1-1-1993 οι εργοδότες των ασφαλισμένων των Ειδικών Ταμείων κύριας ασφάλισης του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 θα καλύπτουν τα ετήσια οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1902/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1976/1991, που τυχόν θα προκύψουν και μέχρι ποσού, που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του 1992" και με το άρθρο 52 με τίτλο άρθρου "Επικουρική Ασφάλιση" ορίζεται στην παρ.1 ότι "Το ποσοστό εισφοράς στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών δεν μπορεί να είναι, για τον ασφαλισμένο, κατώτερο του 3% επί των αποδοχών αυτού, που υπόκεινται σε εισφορές σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις κάθε φορά και του 3% για τον εργοδότη.

Μικρότερα ποσοστά αναπροσαρμόζονται σταδιακά από 1-1-1993 σε τρία έτη" και στην παρ.2 ότι "Από 1-1-1995 η σχέση εισφοράς ασφαλισμένου προς την εισφορά εργοδότη στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών, στους οποίους προβλέπεται εισφορά εργοδότη ορίζεται σε 1 προς 1. Η παραπάνω σχέση δεν ισχύει για τους φορείς Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι χορηγούν σύνταξη σε υποκατάσταση κύριας ασφάλισης.

Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές η άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι οι εργοδότες των ασφαλισμένων σε φορείς επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής των φορέων αυτών, που κάλυπταν τα οργανικά ελλείμματα αυτών σύμφωνα με διατάξεις των καταστατικών τους ή και με άλλες διατάξεις, η κάλυψη αυτή από 1-1-1995 και εφεξής γίνεται μέχρι του ποσού που δεν θα υπερβαίνει το ποσό που (τυχόν) καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992.

Περαιτέρω, με το ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις" (Α 178), επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να μην υπολείπεται της κρατικής μέριμνας για τις άλλες κατηγορίες εργαζομένων. Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Η' του νόμου αυτού (άρθρα 57 έως 64), σύμφωνα με τις οποίες, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς την κυρία ασφάλιση, υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (άρθρο 57), ενώ ως προς την επικουρική ασφάλιση, προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων, των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1-1-2005, στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ) (άρθρο 58).

Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφισταμένων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 58).

Για την αντιμετώπιση, κυρίως, ζητημάτων μεταβατικής φύσεως, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (άρθρο 60), στην ασφάλιση του οποίου ορίσθηκε ότι υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 62).

Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του ν. 4052/2012 (Α' 41) συνεστήθη ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (Ε.Τ.Ε.Α.), υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με σκοπό την "παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους", εντάχθηκε δε στο εν λόγω Ταμείο, με το άρθρο 36 του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ.) ως προς την επικουρική ασφάλιση, και το οποίο (Ε.Τ.Ε.Α.) με το άρθρο 74 του ν. 4387/2016, (Α 85) με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 35 του προαναφερθέντος ν. 4052/2012, μετονομάσθηκε σε "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.).

Με τις εν λόγω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ.5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (ΟλΑΠ 9/2012, ΟλΣτΕ 2197 έως 2202/2010, ΑΠ 929/20232, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019).

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται επίσης ότι ο νομοθέτης μπορεί να δημιουργεί ασφαλιστικούς φορείς, υπάγοντας υποχρεωτικά σε αυτούς κατηγορίες εργαζομένων και συνταξιούχων, έστω και αν αυτοί καλύπτονται ασφαλιστικά από ταμεία, στηριζόμενα στην ιδιωτική βούληση και μάλιστα ανεξάρτητα από τις συμφωνίες μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, τα οποία (ταμεία) μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, σύμφωνα καταρχήν με τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1243/2019, ΟλΣτΕ 431-436/2022).

Περαιτέρω, το έτος 1949 συνεστήθη από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας των Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ο Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Τραπεζών Εθνικής και Εθνικής Κτηματικής ως έντοκος κοινός ειδικός λογαριασμός και ο Κανονισμός του, ο οποίος εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και τέθηκε σε ισχύ από 1.10.1949.

Μετά από τις γενόμενες κατά το παρελθόν τροποποιήσεις του, ο Κανονισμός φέρει ήδη τον τίτλο "Ειδικός Κανονισμός Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", ο δε παραπάνω Λογαριασμός τιτλοφορείται "Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" [ΛΕΠΕΤΕ] (άρθρο 1 παρ. 1 του Κανονισμού) και σκοπός του είναι η παροχή μηνιαίας επικουρήσεως στο εξελθόν και εξερχόμενο προσωπικό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ), το προερχόμενο από αμφότερες τις Τράπεζες Εθνική και Αθηνών, που συγχωνεύθηκαν το 1953 σε μία τράπεζα υπό τον τίτλο "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και τα άλλα πρόσωπα που καθορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του Κανονισμού (ΑΠ 929/2023, ΟλΣτΕ 431-436/2022).

Με τον ως άνω Κανονισμό προβλέπονται μεταξύ των άλλων τα εξής : Η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του ειδικού λογαριασμού ανήκει σε Διαχειριστική Επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ), ως Πρόεδρο, δύο υπαλλήλους της ΕΤΕ με βαθμό τουλάχιστον Υποδιευθυντή Β', οι οποίοι ορίζονται από τη διοίκηση της ΕΤΕ, τους προέδρους των Διοικητικών Συμβουλίων (Δ.Σ.) του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. (Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ και του Συλλόγου Εργαζομένων στην ΕΤΕ Ταμιακών-Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), από ένα μέλος του Δ.Σ.

του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. και τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Συλλόγου των Συνταξιούχων ΕΤΕ (άρθρο 2 παρ. 1). Η Διαχειριστική Επιτροπή, μεταξύ άλλων, μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του λογαριασμού, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού, όπως και των ενεργουμένων καταβολών, και αποφασίζει κυριαρχικά περί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικουρήσεως, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ειδικού λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους επικουρουμένους (άρθρο 2 παρ. 2).

Πόροι του ΛΕΠΕΤΕ είναι οι εισφορές των μισθωτών της ΕΤΕ 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτών, εργοδοτική εισφορά 9% επί των αυτών ποσών που υπολογίζεται η εισφορά των μισθωτών, εισφορά γάμου και εισφορά για την απόκτηση τέκνου εργοδότη και εργαζομένου, ποσό από τις προμήθειες για ασφαλιστικές εργασίες, οι τόκοι των κεφαλαίων του ειδικού λογαριασμού και οι πρόσοδοι από την επένδυση αυτών, οι πρόσοδοι από την εκποίηση άχρηστου για την Τράπεζα υλικού και κάθε άλλη πρόσοδος από δωρεά κ.λπ. (άρθρο 5).

Περαιτέρω, στο άρθρο 9, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του ως άνω άρθρου με την 241η Συνεδρίαση της Διαχειριστικής Επιτροπής του ως άνω Λογαριασμού, που εγκρίθηκε με το υπ' αριθμ. 1047/22.11.1995 πρακτικό του Δ/Σ της αναιρεσίβλητης, καθορίζονταν οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, αυξανόμενο ή μειούμενο κατά την κυριαρχική κρίση της Διαχειριστικής Επιτροπής, βάσει των εσόδων και των οικονομικών δυνατοτήτων του Λογαριασμού και με έγκριση του Δ/Σ της Τραπέζης, ενώ μετά την ως άνω τροποποίηση καθορίζονται οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων (παρ.2).

Επίσης ορίζεται ότι το κατώτατο όριο καταβλητέας επικούρισης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ για τις περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου (παρ. 8) και ορίζεται ότι με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τράπεζας η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσης και τα προϋπολογιστικά της τρέχουσας, σε περίπτωση δε που κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό (παρ. 9).

Εξάλλου, με το εικοστό τέταρτο άρθρο του ν. 4618/2019 (Α' 89), ορίσθηκαν στις παρ.1 και 2 τα εξής "1. Από 1.1.2019 το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) αναλαμβάνει την καταβολή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης στους δικαιούχους, έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύνταξης του Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ) και του Ειδικού Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος - Πρώην Προσωπικού Εθνικής Ακινήτων Α.Ε. (ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π.

ΕΘΝΑΚ).... 2. Από 1-1-2019 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στο ΕΤΕΑΕΠ τις αναλογούσες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εισφορές επικουρικής ασφάλισης για το σύνολο των ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ και του και του ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π. ΕΘΝΑΚ, πλέον συμπληρωματικής ασφαλιστικής εισφοράς, η οποία για τα έτη 2019 έως 2023 ανέρχεται στο ποσό των 40 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως...".

Ακολούθως, με το άρθρο 63 του ν. 4680/2020 (Α 72) αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 24 του ν. 4618/2019 και ορίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ υπάγονται οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι ΛΕΠΕΤΕ (παρ.1), ότι η επικουρική σύνταξη, ως καθορίζεται με τις παραγράφους 2 και 5, καταβάλλεται στους μεν συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ από 1.3.2018 και ότι ποσά συντάξεων που έχουν ήδη καταβληθεί κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του, εξαντλούν την υποχρέωση του ΕΤΕΑΕΠ για το χρονικό διάστημα για το οποίο έχουν καταβληθεί (παρ.4), ότι οι ασφαλισμένοι του ΛΕΠΕΤΕ από 1-1-2019 καθίστανται ασφαλισμένοι του ΕΤΕΑΕΠ και διέπονται ως προς τις εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, τον χρόνο ασφάλισης, τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος σε σύνταξη και κάθε άλλο θέμα που αφορά στην ασφάλιση και στις παροχές, από τις διατάξεις της νομοθεσίας του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ (παρ.7) και ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ για τα έτη 2018 έως 2032 επιπρόσθετη ασφαλιστική εισφορά, η οποία ανέρχεται κατ' έτος σε ποσοστό 12% επί των μεικτών αποδοχών των απασχολούμενων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στην ΕΤΕ στις 31 Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους και ότι τις ως άνω εισφορές εξαντλείται η υποχρέωση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος έναντι του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ που προκύπτει από την οικονομική επιβάρυνση του τελευταίου με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθώς και οιουδήποτε άλλου τρίτου (παρ. 8).

Με τις ως άνω διατάξεις ο νομοθέτης ενέταξε οριστικά τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ στον δημόσιο φορέα επικουρικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις κατά τα ανωτέρω επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, και προσδιόρισε τους ειδικότερους όρους της ιδρυθείσας κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης δημοσίου δικαίου μεταξύ των ανωτέρω και του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α.

Τέλος, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων, που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μίας επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.

Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, χωρίς νομική ή προϋφιστάμενη συμβατική δέσμευση, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε, χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους τελευταίους παρέχει τη βάση της σύμβασης δέσμευσης (ΑΚ 361) και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής.

Για την ύπαρξη, όμως, επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη (που αποτελεί τον πυρήνα της σχετικής πρακτικής) να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, πρέπει δε να είναι και ανεπιφύλακτη. Ειδικότερα, οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, εάν ο τελευταίος, κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε και η επιφύλαξη αυτή δεν έχει ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη προς τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1292/2015).

Σε κάθε περίπτωση, η επιφύλαξη αυτή του εργοδότη πρέπει να είναι σαφής, δηλαδή να προκύπτει από αυτήν, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, η βούληση του εργοδότη να αποκλείσει κάθε δέσμευση για το μέλλον. Στην περίπτωση αυτή, από τη δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια, δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των οικειοθελών παροχών.

Κατά συνέπεια, η από τον εργοδότη διακοπή ή τροποποίηση μίας τέτοιας παροχής δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου, ούτε θεμελιώνει αξίωση για τη συνέχιση της καταβολής μίας τέτοιας παροχής. Αντίθετα, μπορεί να δημιουργηθεί συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μίας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά) από επιχειρησιακή συνήθεια, με βάση σιωπηρή συμφωνία, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα ανάκλησης, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 603/2017, ΑΠ 48/2015).

Για τη διαμόρφωση της επιχειρησιακής συνήθειας πρέπει η σύμβαση να λειτουργεί και να είναι ενεργός. Αν η τελευταία για οποιοδήποτε λόγο είχε λυθεί, ο εργαζόμενος δεν μπορεί να επικαλεσθεί επιχειρησιακή πρακτική, εκτός αν πρόκειται για παροχή του εργοδότη, που έγινε κατά τη λύση της ή ενόψει αυτής ή ανάγεται σε χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 673/2014).

Ωστόσο η συνταξιοδοτική παροχή, για την καταβολή της οποίας μεσολαβεί αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, αποσυνδέεται από το εργοδοτικό αντάλλαγμα και διακρίνεται σαφώς από τα προγράμματα ομαδικής ασφάλισης προσωπικού συνταξιοδοτικού χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τον ΑσφΝ 2496/1997 και για τα οποία απαιτείται συμβατική δέσμευση του εργοδότη, δυνάμενη να προέλθει και από επιχειρηματική συνήθεια.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ, 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 485/2022). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 2093/2022, ΑΠ 1733/2022). Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1545/2022, ΑΠ 1393/2021).

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και σύνταξη ελάσσονος πρότασης, με τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, από την προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997,ΑΠ 929/2023,ΑΠ 1201/2022, ΑΠ 109/2022, ΑΠ 896/2021, ΑΠ 90/2021, ΑΠ 22/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 περ. γ` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 19/2020).

Για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 25/2023, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 94/2020).

Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 25/2023, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 751/2019, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 1632/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης , κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής :

Με την από 7-1-2019 και με αριθ. κατ. 1156/45/2019 αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, οι ενάγοντες (151) και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι όλοι τους είναι πρώην εργαζόμενοι της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, και ήδη συνταξιούχοι. Ότι αυτοί, ως εργαζόμενοι στην εναγομένη, από της προσλήψεώς τους αυτοδικαίως εντάσσονταν κατά την κύρια ασφάλισή τους στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού αυτής, παράλληλα δε κατά την επικουρική ασφάλιση, εντάσσονταν υποχρεωτικά και αυτοδικαίως στο Λογαριασμό Επικούρησης Προσωπικού της εναγομένης ("Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.").

Ότι η πρακτική αυτή της υποχρεωτικής ασφάλισης στο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", ίσχυε έως το 2005, οπότε δυνάμει του ν. 3371/2005 οι προσληφθέντες μετά τις 14-7-2005 υπάλληλοι της εναγομένης ασφαλίζονταν υποχρεωτικά στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Ότι ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." συστάθηκε με τη συλλογική συμφωνία της 13ης συνεδρίασης της 18/11/1949, ανάμεσα στους εκπροσώπους της εναγομένης και του Συλλόγου Υπαλλήλων αυτής (ΣΥΕΤΕ), ότι η λέξη "επικούρηση" στο τίτλο δεν έχει την έννοια της επικουρικής ασφάλισης, αλλά του βοηθήματος, ότι η παροχή που προβλέπουν οι καταστατικές του διατάξεις έχει εξ αρχής μισθολογικό χαρακτήρα και αποτελεί συγκέντρωση περιουσίας για συγκεκριμένο σκοπό (παροχή επικουρήσεων), ότι δεν είναι ασφαλιστικό ταμείο, δεν τυγχάνει λειτουργικά και οργανωτικά ανεξάρτητος, δεν έχει νομική προσωπικότητα και ικανότητα διαδίκου.

Ότι για τη λειτουργία του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." η εναγομένη κατέβαλε την προβλεπόμενη από τον Κανονισμό του εισφορά, και αντίστοιχη οι εργαζόμενοι αυτής. Ότι η σχετική ως άνω συλλογική συμφωνία εναγομένης - προσωπικού για τη σύσταση του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων της στις ατομικές εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και διαμορφώθηκε αντίστοιχος γενικός όρος εργασίας.

Ότι η εναγομένη υποχρεούται, να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που τυχόν παρουσιάζονται στα αποθεματικά του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", ώστε πράγματι να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης στον Κανονισμό του παροχής-επικούρησης. Ότι ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." και τα μέλη του έχουν απαίτηση απ' ευθείας από την εναγομένη, για καταβολή των ελλειμμάτων χρήσης, και ότι, σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των υπαλλήλων της, καθώς αυτή δεν εκπληρώνει συμβατικές της δεσμεύσεις και υποχρεώσεις, απορρέουσες από τις συμβάσεις εργασίας που τη συνδέουν με τους εργαζομένους της.

Ότι από το χρόνο συστάσεως του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", αυτός έχει υποστεί διαδοχικές τροποποιήσεις στον Κανονισμό του, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγεται και η αύξηση του ποσοστού εισφοράς που καταβάλλει η εναγομένη για το σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου, κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες (έχει δηλαδή πλέον διαμορφωθεί σε 9%), ενέργεια στην οποία προέβη, αποσκοπώντας, στο σχηματισμό επαρκούς ασφαλιστικού κεφαλαίου και στη δημιουργία βιώσιμου ταμείου, αλλά και στην αύξηση της επιχειρηματικής ανταγωνιστικότητάς της και ότι οι εργαζόμενοι κατέβαλαν εισφορά σε ποσοστό 3,5% του συνόλου των μικτών αποδοχών τους.

Ότι από τον ως άνω Κανονισμό του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." (άρθ. 9) προβλέπεται ο τρόπος υπολογισμού της μηνιαίας παροχής-επικούρησης που δικαιούται κάθε συνταξιούχος, όπως αυτός λεπτομερώς περιγράφεται στην αγωγή. Ότι όλοι τους ως πρώην εργαζόμενοι και νυν συνταξιούχοι ελάμβαναν ανά μήνα τη δικαιούμενη κατά τα ανωτέρω παροχή-επικούρηση από την εναγομένη μέσω του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", και δη τα ποσά που λεπτομερώς εκτίθενται.

Ότι για τα επίδικα χρονικά διαστήματα σε αντίθεση με την μέχρι τότε επί μακρόν σταθερή και πάγια πρακτική της, η εναγομένη δια των αρμοδίων οργάνων της αρνείται ότι ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." φέρει το χαρακτήρα των προκαθορισμένων παροχών και δη του μετεργασιακού ανταλλάγματος, ήτοι τη φύση του κατά κυριολεξία ως μισθού, διατείνεται δε ότι δεν υποχρεούται σε καταβολή του ποσού που κάθε φορά τυχόν υπολείπεται, ώστε να αποδίδεται στους συνταξιούχους του η χορήγηση της παροχής που έχουν θεμελιώσει μετά από έτη παροχής εργασίας σε αυτήν σύμφωνα με τον Κανονισμό του.

Ότι σε κάθε περίπτωση η εναγομένη κάλυπτε τα ταμειακά ελλείμματα του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", με αποτέλεσμα να τους καταβάλλεται η ως άνω παροχή, δημιουργώντας έτσι επιχειρησιακή συνήθεια και πρακτική εκμετάλλευσης. Ότι ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." βρίσκεται σε κακή οικονομική κατάσταση, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της εναγομένης, η οποία έχει παύσει να καλύπτει, ως όφειλε, τα ανά μήνα ταμειακά ελλείμματα του Λογαριασμού.

Ότι για το λόγο αυτό δεν τους καταβάλλεται η μηνιαία αυτή παροχή του "ΛΕΠΕΤΕ" από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2018 και εντεύθεν. Με βάση το ιστορικό αυτό της αγωγής, οι ενάγοντες ζήτησαν 1) να αναγνωριστεί ότι η παροχή μέσω του "Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας (Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.)" αποτελεί μετεργασιακό αντάλλαγμα, 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο αυτών τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, τα οποία αντιστοιχούν στη μηνιαία επικούρησή τους στο ύψος που έκαστος ελάμβανε αυτή πριν από τη διακοπή της και δη για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο 2018 έως το Φεβρουάριο 2019 και για επιδόματα εορτών και αδείας 2018, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής εκάστου κονδυλίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 3) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει από το Μάρτιο 2019 και έως την άρση της υπερημερίας της σε έκαστο των εναγόντων το ποσό που αντιστοιχεί στην επίδικη μηνιαία επικούρηση, καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας, με το νόμιμο τόκο.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 1360/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή ως προς το πρώτο αίτημά της και ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, ως προς τα λοιπά αιτήματα. Κατά της ως άνω απόφασης οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 22-7-2019 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 3973/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κρατήθηκε η υπόθεση, δικάσθηκε η αγωγή και απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση όπως ανωτέρω προαναφέρθηκε με την ένδικη αγωγή ζητείται με το πρώτο αίτημά της να αναγνωριστεί ότι η παροχή του "Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας (Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.)" αποτελεί μετεργασιακό αντάλλαγμα.

Έτσι διατυπωμένο το αίτημα της αγωγής είναι μη νόμιμο και οδηγεί σε απόρριψή του ως τέτοιο, καθώς κατευθύνεται στην αναγνώριση όχι έννομης σχέσης κατά την έννοια του άρθ. 70 ΚΠολΔ, αλλά απλής νομικής κατάστασης. Και τούτο διότι ο αγωγικός όρος "μετεργασιακό αντάλλαγμα" προσδιορίζεται από τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) ως αντιπαροχή της εργοδότριάς τους εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) για παρασχεθείσα εργασία τους, ήτοι ως μισθός.

Πλην όμως ο τελευταίος αποτελεί απλή νομική κατάσταση και όχι έννομη σχέση δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής σύμφωνα με τα εκτενώς εκτιθέμενα στον οικείο τόπο της ως άνω μείζονος σκέψης (υπό III). Δεν έσφαλε επομένως κατ' αποτέλεσμα η εκκαλουμένη που απέρριψε το πρώτο αίτημα της αγωγής ως μη νόμιμο [,,,,] Περαιτέρω, ως προς τα υπόλοιπα αιτήματα της αγωγής με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, για την άσκησή της οι ενάγοντες νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκησή της [.....].

Με το ανωτέρω όμως περιεχόμενο κατά τα ανωτέρω κεφάλαια η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη [....] Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν στην ίδια ως άνω μείζονα σκέψη, ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." αποτελεί φορέα επικουρικής ιδιωτικής ασφάλισης και μετά την έκδοση του Ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των νεοπροσλαμβανόμενων υπαλλήλων από 1/1/2005 και εντεύθεν, καθώς και των συνταξιούχων στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα ΕΤΕΑΜ, ακόμη και πριν τη διάλυση του ως άνω ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης (άρθ. 58 Ν. 3371/2005)..

Οι διατάξεις δε του ως άνω νόμου (άρθ. 57 έως 64 Ν. 3371/2005) είναι αναγκαστικού δικαίου και υπερισχύουν των όρων των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, χωρίς αυτές να είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθ. 4, 5 παρ. 1, 12, 22 παρ. 5 και 23 του Συντάγματος και του άρθ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι δεν απαιτείται προηγούμενη διάλυση του ως άνω φορέα ιδιωτικής ασφάλισης, εφόσον η κρατική μέριμνα για την υπαγωγή της εν λόγω ασφάλισης, με ομοιόμορφο τρόπο, σε ένα ενιαίο, δημόσιο, ασφαλιστικό φορέα για όλους τους εργαζόμενους στα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, δεν βρίσκεται έξω από τους σκοπούς του άρθ. 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Δεν γεννάται, συνεπώς, αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από την εναγομένη εργοδότριά τους τις παροχές επικούρισης (=επικουρικές συντάξεις τους), ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη της να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή της αφορά την καταβολή της εισφοράς της και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών τους.

Εξάλλου, η ειδικότερη αιτίαση των εναγόντων, ότι η σχετική ως άνω συλλογική συμφωνία εναγομένης - προσωπικού για τη σύσταση του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων της στις ατομικές εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και διαμορφώθηκε αντίστοιχος γενικός όρος εργασίας και ότι η εναγομένη υποχρεούται, να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που τυχόν παρουσιάζονται στα αποθεματικά του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", ώστε πράγματι να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης στον Κανονισμό του παροχής-επικούρησης, είναι αβάσιμη, διότι ο θεσπισθείς με την από 18/11/1949 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας ως άνω όρος, ως εκ της προέλευσης και του κανονιστικού χαρακτήρα του, συνιστά κανόνα του εξ αντικειμένου δικαίου και δεν γεννάται με βάση τον όρο αυτό αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από τον εργοδότη τις επικουρικές παροχές τους, ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη του εργοδότη να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή του αφορά την καταβολή της εισφοράς του και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών επικούρισής τους.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί εν μέρει η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση κατά τα κεφάλαια που απορρίφθηκαν λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, να απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτά ως μη νόμιμη".

Α) Επί ης από 21-1-2021 με αριθ.καταθ.580/54/2021 αίτησης.

Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο εκ των αριθμών 1α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες ότι με το να κρίνει ότι, μετά την έκδοση και την εφαρμογή του ν. 3771/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των συνταξιούχων της αναιρεσίβλητης, στους οποίους υπάγονται και αυτοί, στην επικουρική ασφάλιση του δημόσιου δικαίου ασφαλιστικού φορέα ΕΤΕΑΜ, ακόμη και πριν την διάλυση του ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης "ΛΕΠΕΤΕ", σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 58 του ως άνω νόμου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 57-64 του ν. 3371/2005, εφόσον από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι αυτοί, ως συνταξιούχοι της αναιρεσίβλητης, δεν υπήχθησαν με τις ως άνω διατάξεις στο ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ, και ότι το ανωτέρω σφάλμα επέδρασε στο διατακτικό αυτής με το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν γεννάται αξίωση των ασφαλισμένων του "ΛΕΠΕΤΕ" να ζητήσουν απευθείας από την εναγόμενη εργοδότριά τους παροχές επικούρησης (επικουρικές συντάξεις).

Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να κρίνει ότι, μετά την έκδοση του ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή από 1-1-2005 των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων καθώς και των συνταξιούχων, πρώην μισθωτών της αναιρεσίβλητης, στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (ΕΤΕΑΜ), ακόμη και πριν τη διάλυση του ως άνω ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης (ΛΕΠΕΤΕ), παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 58 του ν. 3371/2005, εφόσον με τη διάταξη αυτή ορίζεται ότι υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια στην ασφάλιση του ασφαλιστικού φορέα Ε.Τ.Ε.Α.Μ μόνο οι προσλαμβανόμενοι από τα πιστωτικά ιδρύματα από 1-1-2005 και εφεξής μισθωτοί, ενώ οι συνταξιούχοι των ταμείων επικουρικής ασφάλισης προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων υπάγονται σ' αυτά μόνο μετά τη διάλυσή τους, με τη διαδικασία που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 2 του ιδίου νόμου, δεδομένου, δε, ότι ως προς τον "ΛΕΠΕΤΕ" δεν κινήθηκαν διαδικασίες διάλυσής του και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να υποβληθεί αίτημα από την αναιρεσίβλητη ή από τους εργαζόμενους και συνταξιούχους αυτής για ένταξή τους στο ιδρυθέν με το άρθρο 60 του ιδίου νόμου "Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων" (ΕΤΑΜ).

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 4618/2019, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 63 του ν. 4680/2020, υπήχθησαν για πρώτη φορά στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του "ΛΕΠΕΤΕ". Ως προς τις συνέπειες της ως άνω αναιρετικής εκ του αριθμού 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας του αιτιολογικού της προσβαλλομένης απόφασης, το παρόν Δικαστήριο επιφυλάσσεται προκειμένου να ερευνηθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ώστε να κριθεί αν η ως άνω φερόμενη πλημμέλεια επιδρά και στο διατακτικό αυτής.

Με το δεύτερο εκ του αριθμού 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετικής πλημμέλειες ότι με το να απορρίψει ως μη νόμιμες α) την κυρία από την συμβατική ευθύνη βάση της ένδικης αγωγής τους και β) τη (δεύτερη) επικουρική βάση αυτών περί ύπαρξης μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του εκάστοτε προσλαμβανόμενου προσωπικού της, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και αυτοί (αναιρεσείοντες), γενικού όρου εργασίας, βάσει του οποίου η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που παρουσίαζε στα αποθεματικά του ο ΛΕΠΕΤΕ, ώστε να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης από τον Κανονισμό παροχής επικούρησης, που απέρρεε από τη συλλογική συμφωνία για τη σύσταση του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", με την αυτοδίκαιη ένταξη στις καταστατικές ρυθμίσεις του Κανονισμού κάθε υπάλληλου που προσλαμβάνονταν στην αναιρεσίβλητη τράπεζα, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649 και 653 του ΑΚ και του άρθρου 2 παρ.4 του Ν. 2084/1992.

Ότι ειδικότερα εσφαλμένα έκρινε ότι ο "ΛΕΠΕΤΕ" αποτελεί ιδιωτικό φορέα επικουρικής ασφάλισης και ότι η επίδικη παροχή επικούρησης αποτελεί επικουρική σύνταξη και κατόπιν τούτων απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό τους αίτημα για την απευθείας καταβολή της ως άνω ένδικης παροχής που αποτελούσε (μετα)μισθό (μετεργασιακό αντάλλαγμα) και όχι επικουρική σύνταξη και που στηριζόταν στον ισχυρισμό τους ότι η συλλογική συμφωνία της αναιρεσίβλητης τράπεζας και του προσωπικού της για τη σύσταση του "ΛΕΠΕΤΕ", είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων της στις ατομικές συμβάσεις εργασίας εκάστου υπαλλήλου της.

Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα ο λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ), που συστάθηκε το έτος 1949 με ιδιωτική βούληση των προαναφερθέντων Ταμείων Αλληλοβοήθειας των υπαλλήλων αφενός και των εισπρακτόρων και κλητήρων αφετέρου της αναιρεσίβλητης τράπεζας, στα πλαίσια του άρθρου 361 του ΑΚ, ως ειδικός λογαριασμός με σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας για παροχή μηνιαίας επικούρησης στο συνταξιοδοτούμενο προσωπικό της αναιρεσίβλητης και που ο Κανονισμός του εγκρίθηκε υπό του Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, αποτελεί ιδιωτικής φύσεως φορέα επικουρικής ασφάλισης, ομόλογο με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς, λόγω του υποχρεωτικού και καθολικού χαρακτήρα της ασφάλισης του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, του σκοπού του που συνίσταται στην καταβολή μηνιαίας επικούρησης και της χρηματοδότησής του με εισφορές της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ως εργοδότριας και των εργαζομένων της (OλΑΠ 9/2012, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1330/2018) και επομένως ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ο "ΛΕΠΕΤΕ" εμπίπτει στους φορείς ιδιωτικής κοινωνικής ασφάλισης και ως εκ τούτου ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 του Ν. 2084/1992.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση με το να κρίνει ότι η επίδικη μηνιαία παροχή επικούρησης από το "ΛΕΠΕΤΕ" στους αναιρεσείοντες πρώην υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης συνιστά κατ' ουσία επικουρική σύνταξη, ότι δεν έχει μισθολογικό χαρακτήρα και ότι η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία δεν υπέχει συμβατική ευθύνη έναντι των εναγόντων της από 7-1-2019 ένδικης αγωγής για καταβολή των αιτουμένων παροχών επικούρησης, ούτε για την κάλυψη των ελλειμμάτων των αποθεμάτων του ως άνω Λογαριασμού, προκειμένου να διασφαλίζεται στο διηνεκές η χορήγηση της επικούρησης στους συνταξιούχους ασφαλισμένους αυτού (ΛΕΠΕΤΕ) και πρώην υπαλλήλους αυτής, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649 και 653 το ΑΚ.

Ειδικότερα, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η επίδικη παροχή επικούρησης δεν έχει μισθολογικό χαρακτήρα, εφόσον δεν θεσμοθετήθηκε ως αντάλλαγμα της εργασίας των εναγόντων, χορηγούμενο με το πέρας αυτής, αλλά, έχει χαρακτήρα ασφαλιστικό, ως επικουρική συνταξιοδοτική παροχή. Επιπρόσθετα, οι αναιρεσείοντες στην ένδικη αγωγή τους δεν επικαλούνται διατάξεις άρθρων του Ειδικού Κανονισμού Επικούρησης (ΛΕΠΕΤΕ) που να θεμελιώνουν α) συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καλύπτει, πέραν των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών (9%) επί των ακαθαρίστων αποδοχών του υπαγόμενου στον ως άνω λογαριασμό προσωπικού της, που καταβάλει, τα ελλείμματα του "ΛΕΠΕΤΕ", προκειμένου να καταβάλλονται οι μηνιαίες παροχές επικούρησης στους ασφαλισμένους σ' αυτό συνταξιούχους, πρώην μισθωτούς της (αναιρεσίβλητης), β) εγγυητική ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς καταβολή της μηνιαίας παροχής επικούρησης στους ασφαλισμένους της, και γ) συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει απευθείας στους ασφαλισμένους της την μηνιαία παροχή επικούρησης, ή τμήμα αυτής σε περίπτωση ολικής ή μερικής αδυναμίας, αντίστοιχα, του "ΛΕΠΕΤΕ" ως προς την καταβολή αυτής.

Ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, αλλά και στο αναιρετήριο ότι η συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καλύπτει τα ελλείμματα του λογαριασμού επικούρησης, προκειμένου να καταβάλλονται στους ασφαλισμένους του ΛΕΠΕΤΕ οι μηνιαίες παροχές επικούρησης, προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ειδικού Κανονισμού Επικούρησης, όπως τροποποιήθηκαν το μήνα Νοέμβριο του έτους 1995, με τις οποίες (τροποποιήσεις) καταργήθηκε η δυνατότητα της Διαχειριστικής Επιτροπής του Λογαριασμού να μειώνει το ποσό της επικούρησης, με έγκριση του Δ/Σ της εναγομένης, βάσει των εσόδων και των εν γένει οικονομικών δυνατοτήτων του λογαριασμού, με αποτέλεσμα έκτοτε το σύστημα παροχών του "ΛΕΠΕΤΕ" να διατηρεί το χαρακτήρα των προκαθορισμένων κατά το καταστατικό του παροχών με πληρώτρια την αναιρεσίβλητη τράπεζα, δεν είναι βάσιμος, εφόσον από τις ως άνω διατάξεις δεν προκύπτει ρητή ή τεκμαιρόμενη δέσμευση της αναιρεσίβλητης να καλύπτει τα ελλείμματα του λογαριασμού και να καταβάλει τη μηνιαία επικούρηση στο ύψος που διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού, αφού αρμόδια προς καταβολή της επικούρησης είναι η Διαχειριστική Επιτροπή του ΛΕΠΕΤΕ, που, ως φορέας ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης, διατηρεί την αυτοτέλειά του έναντι της αναιρεσίβλητης και των αναιρεσειόντων ασφαλισμένων του.

Άλλωστε στη διάταξη του ιδίου άρθρου (9) του ως άνω Κανονισμού και στην παράγραφο 9 αυτού ορίζεται ότι αν η οικονομική κατάσταση του Λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί η Διαχειριστική Επιτροπή να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής της μηνιαίας επικούρησης για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό (παρ. 9), διάταξη που δεν θα ήταν αναγκαία να συμπεριληφθεί στον Κανονισμό αν είχε συμφωνηθεί συμβατικά η κάλυψη των ελλειμμάτων από την αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία.

Ακόμη α) στο άρθρο 2 παρ.2 του Κανονισμού ορίζεται ότι η Διαχειριστική Επιτροπή μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του λογαριασμού, μεριμνά για και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού και αποφασίζει κυριαρχικά περί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικούρησης, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ειδικού λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους δικαιούχους και β) στο άρθρο 5 του Κανονισμού (ΛΕΠΕΤΕ) ορίζεται ότι οι πόροι του λογαριασμού δεν προέρχονται μόνο από τις εισφορές της αναιρεσίβλητης τράπεζας και των μισθωτών αυτής, αλλά και από εισφορές από άλλες αιτίες κλπ, χωρίς μέσα σ' αυτές να αναφέρεται ως πόρος η υποχρέωση καταβολής επιπρόσθετης εισφοράς της αναιρεσίβλητης για κάλυψη των τυχόν προκυπτόντων ελλειμμάτων του αποθεματικού, ώστε να είναι δυνατή η καταβολή του ποσού της μηνιαίας επικούρησης στους ασφαλισμένους πρώην υπαλλήλους της και ήδη συνταξιούχους αυτής.

Όπως, δε, προεκτέθηκε, ο "ΛΕΠΕΤΕ" αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης και η ως άνω μηνιαία παροχή επικούρησης δεν έχει αμιγώς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα αλλά φέρει το χαρακτήρα επικουρικής σύνταξης, δηλαδή ασφαλιστικής παροχής, για την οποία υπόχρεος προς καταβολή της είναι ο ως άνω ασφαλιστικός φορέας και όχι η αναιρεσίβλητη ως εργοδότης, η οποία ευθύνεται για την καταβολή στο "ΛΕΠΕΤΕ" της συμφωνηθείσας εργοδοτικής εισφοράς.

Σε κάθε δε περίπτωση ακόμα και αν στο Καταστατικό του "ΛΕΠΕΤΕ", υπήρχε πρόβλεψη κάλυψης των ελλειμμάτων του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ως εργοδότη του ασφαλισμένου, στον ως άνω φορέα επικουρικής ασφάλισης, προσωπικού της αναιρεσίβλητης, με βάση την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 52 παρ.2 εδ.

β' του ν. 2084/1992 που ορίζει ότι "αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με τις καταστατικές η άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992" η αναιρεσίβλητη ως εργοδότης θα κάλυπτε τα οργανικά ελλείμματα του "ΛΕΠΕΤΕ", σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού (Καταστατικού) ή με άλλες διατάξεις, μόνο μέχρι του ποσού που δεν θα υπερέβαινε το ποσό που τυχόν καταβλήθηκε από τη αναιρεσίβλητη για την ως άνω αιτία (κάλυψη ελλειμμάτων) το έτος 1992, οι, δε, αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται με το δικόγραφο της αγωγής τους, ότι η αναιρεσίβλητη προέβη σε κάλυψη ελλειμμάτων του ""ΛΕΠΕΤΕ" το έτος 1992, αντίθετα με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ισχυρίζονται ότι η αναιρεσίβλητη κάλυπτε επί έντεκα (11) συναπτά έτη τα ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2017 (δηλαδή το χρονικό διάστημα από το έτος 2006 έως και το έτος 2017).

Επιπρόσθετα ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ότι η συλλογική συμφωνία εναγομένης - προσωπικού για τη σύσταση του "ΛΕΠΕΤΕ" είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση γενικού όρου εργασίας, βάσει του οποίου η εναγόμενη υποχρεούται να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που προκύπτουν ώστε να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης από τον Κανονισμό του μηνιαίας παροχής-επικούρησης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν υφίσταται από τις καταστατικές διατάξεις του "ΛΕΠΕΤΕ" υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης να καταβάλει ευθέως στους ασφαλισμένους του τη μηνιαία παροχή επικούρησης και να καλύπτει τα ελλείμματα του ως άνω λογαριασμού, προκειμένου να καταβάλλεται η μηνιαία παροχή επικούρησης, και ως εκ τούτου από τις διατάξεις αυτές του "ΛΕΠΕΤΕ" δεν δημιουργήθηκε γενικός όρος εργασίας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης περί ανάληψης υποχρέωσης αυτής να καλύπτει τα ελλείμματα του λογαριασμού και να καταβάλει σ' αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας τους τη μηνιαία επικούρηση" (επικουρική σύνταξη) που δικαιούνται από τον "ΛΕΠΕΤΕ" σε περίπτωση μερικής ή ολικής αδυναμίας παροχής της από τον ίδιο τον ως άνω Λογαριασμό.

Σε κάθε δε περίπτωση, εφόσον η ως άνω μηνιαία παροχή επικούρησης του "ΛΕΠΕΤΕ" προς τους πρώην υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης και ήδη συνταξιούχους του, δεν φέρει το χαρακτήρα μετεργασιακού ανταλλάγματος αλλά επικουρικής σύνταξης, δηλαδή ιδιωτικής ασφαλιστικής παροχής, για την οποία υπόχρεος προς καταβολή της είναι ο ως άνω ασφαλιστικός φορέας και όχι η αναιρεσίβλητη, ως εργοδότης, δεν μπορούσε να δημιουργηθεί, λόγω της φύσης της ως άνω ασφαλιστικής παροχής, γενικός όρος εργασίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και των εργαζομένων της, περί ανάληψης εκ μέρους αυτής της υποχρέωσης να καλύπτει τα ελλείμματα του "ΛΕΠΕΤΕ", ώστε να εξασφαλίζεται στο διηνεκές η χορήγηση της μηνιαίας επικούρησης στους ασφαλισμένους του.

Επομένως με βάση τα ανωτέρω ορθά η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι είναι μη νόμιμες τόσο η κύρια βάση της από 7-1-2019 ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων όσο και τη δεύτερη επικουρική βάση αυτής, και επομένως δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τους αναιρεσείοντες αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 648, 649 και 653 του ΑΚ και 2 παρ.4 του Ν.2084/1992.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που έκρινε ότι μετά την έκδοση του ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή από 1-1-2005 και εντεύθεν των συνταξιούχων, πρώην εργαζομένων, της εναγομένης Τράπεζας στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (ΕΤΕΑΜ), ακόμη και πριν τη διάλυση του ως άνω ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης (ΛΕΠΕΤΕ), κρίνεται εσφαλμένο, όπως προεκτέθηκε, κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου .

Εφόσον, όμως, η ως άνω προκύπτουσα πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο ορθό, απορριπτικό της κυρίας βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης, διατακτικό αυτής, και ελλείπει στην προκειμένη περίπτωση το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων από την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία προς αποτροπή δεδικασμένου, πρέπει, ο πρώτος λόγος αναίρεσης να απορριφθεί.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο άφησε αδίκαστη την (πρώτη) επικουρική βάση της από 7-1-2019 ένδικης αγωγής τους που στηρίζεται στον ισχυρισμό τους ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, καλύπτοντας τα ταμειακά ελλείμματα του "ΛΕΠΕΤΕ" προκειμένου να καταβάλλεται η επίδικη παροχή-επικούρηση στους ασφαλισμένους του ως άνω Λογαριασμού και πρώην υπαλλήλους της δημιούργησε επιχειρησιακή συνήθεια και πρακτική, ώστε να εξασφαλίζεται εις το διηνεκές χορήγηση αυτής και σ' αυτούς (αναιρεσείοντες) ως συνταξιούχους και πρώην υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, και ότι η ως άνω επικουρική βάση της ως άνω αγωγής, δεν εξετάσθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, πλην του πρώτου αιτήματος αυτής, το οποίο είχε απορριφθεί ως μη νόμιμο και κατά το κεφάλαιο αυτό η εκκαλουμένη δεν εξαφανίστηκε.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, για όλα τα κεφάλαιά της πλην του πρώτου αιτήματος αυτής, που είχε απορριφθεί ως μη νόμιμο, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη στο σύνολό της και μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς την ανωτέρω επικουρική βάση της αγωγής, απέρριψε αυτήν σιωπηρά.

Σε κάθε περίπτωση δε, η επικουρική αυτή βάση της ένδικης αγωγής είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον οι παροχές της εναγομένης προς κάλυψη των ελλειμμάτων του λογαριασμού, ανεξαρτήτως της μορφής αυτών, δόθηκαν με σκοπό την ενίσχυση του τελευταίου, συνιστούσαν δηλαδή ενίσχυση του αυτόνομου συνταξιοδοτικού ταμείου και όχι μισθολογική παροχή για την οποία η αναιρεσείουσα ανέλαβε συμβατική υποχρέωση με τη μορφή της επιχειρησιακής συνήθειας απέναντι στους αναιρεσιβλήτους.

Κατόπιν αυτών μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί η από 21-1-2021 με αριθ.καταθ.580/54/2021 αίτηση.

Β)Επί της από 17-5-2021 με αριθ.καταθ.3814/517/2021 αίτησης αναίρεσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι διατάσσεται η επαναφορά των πραγμάτων, μόνο όταν έγινε εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση, της προσβαλλόμενης με την αναίρεση αποφάσεως και όχι οποιασδήποτε άλλης αποφάσεως (ΑΠ 159/2021, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 1134/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Μονομελές Εφετείο άφησε αδίκαστο το υποβαλλόμενο με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης αίτημά της για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και ειδικότερα για απόδοση των ποσών εκ 3.000 ευρώ που κατέβαλε σε καθένα από τους 1ο έως 13ο αναιρεσίβλητους και εκ 4,899,93 ευρώ που κατέβαλε σε καθένα από τους 14ο και 15η αναιρεσίβλητους, προσωρινά και σε εκτέλεση των υπ' αριθ.2680/2018 και 3641/2018 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων).

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι το αίτημα της αναιρεσείουσας προς απόδοση από τους αναιρεσίβλητους των καταβαλλομένων από αυτήν εκουσίως ποσών προς εκτέλεση των υπ' αριθ.2680/2018 και 3641/2018 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), ως προσωρινή επιδίκαση μέρους της φερομένης απαίτησής τους (μηνιαίας επικούρησης) και συγκεκριμένα το ποσό των 3.000 ευρώ που κατέβαλε σε καθένα από τους 1ο έως 13ο αναιρεσίβλητους και το ποσό των 4,899,93 ευρώ που κατέβαλε σε καθένα από τους 14ο και 15η αναιρεσίβλητους, είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, γιατί η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ που προβλέπει την επαναφορά αυτή, αφορά την περίπτωση της εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που αναιρέθηκε, ενώ στην προκειμένη περίπτωση τα καταβαλλόμενα εκουσίως από την αναιρεσείουσα στους αναιρεσίβλητους ως άνω ποσά, φέρεται γενομένη σε εκτέλεση όχι της απόφασης που αναιρέθηκε, αλλά των άνω αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, που αποτελούν τίτλο εκτελεστό διάφορο και ανεξάρτητο της εν λόγω αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, οπότε δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ειδικής εδώ ως άνω διάταξης του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που δεν εξέτασε μη νόμιμο αίτημα, δεν υπέπεσε στην αναιρετικό πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με τη σχετική προηγηθείσα νομική σκέψη. Κατόπιν αυτών , πρέπει να απορριφθεί η από 17-5-2021 με αριθ.καταθ.3814/517/2021 αίτηση. Τέλος τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τις δύο αναιρέσεις πρέπει να συμψηφιστούν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ήταν, ιδιαίτερα δυσχερής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει α) την 21-1-2021 με αριθ. καταθ. 580/54/27-1-2021 αίτηση και β)την από 17-5-2021 με αριθ.καταθ. 3814/517/27-5-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3973/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τους 5η, 13η, 23ο, 31ο, 33ο, 37ο, 50ο, 63ο, 66ο, 77η, 80ο, 83η, 100ο, 113η, 133η και 147ο αναιρεσείοντες της από 21-1-2021 με αριθ. καταθ. 580/54/27-1-2021 αίτησης αναίρεσης.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21-1-2021 με αριθ. καταθ. 580/54/27-1-2021 αίτησης ως προς τους 5η, 13η, 23ο, 31ο, 33ο, 37ο, 50ο, 63ο, 66ο, 77η, 80ο, 83η, 100ο, 113η, 133η και 147ο αναιρεσείοντες.

Απορρίπτει την από 21-1-2021 με αριθ. καταθ. 580/54/27-1-2021 αίτηση ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσείοντες.

Απορρίπτει την από 17-5-2021 με αριθ.καταθ. 3814/517/27-5-2021 αίτηση.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για αμφότερες τις αιτήσεις.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ