Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment for failure to prove procedural defects and third-party status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company and an individual against a defamation judgment. The appellants argued for procedural errors regarding third-party status and failure to consider specific claims, but the court found these arguments unsupported by the record. The court ruled that the appeal was inadmissible because the alleged defects were not properly raised or proven, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 362-363 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the grounds were not properly proposed before the court of first instance or if the alleged defects do not constitute a violation of substantive law or public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1134 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1134/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο – Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου – Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΩΝ. ... ΚΑΙ ΣΙΑ Α.Ε.», που εδρεύει στην ΒΙ.ΠΕ. Σίνδου Εχεδώρου και εκπροσωπείται νόμιμα,
2) Μ. Κ. του Κ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριακή Ιωαννίδου - Κουδρόγλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ATLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ, ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ, ΦΥΛΑΞΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΚΤΙΡΙΩΝ & ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΣΥΝΑΦΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.05.2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14122/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1706/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/12/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Aπό την υπ’ αριθμ. .../14-09-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Στεργίου Χρήστου, την οποία προσκομίζουν οι αναιρεσείουσες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την παρούσα δικάσιμο, έχει επιδοθεί, νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των ιδίων, στην αναιρεσίβλητη εταιρεία. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
[ΙΙ] Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται: (α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000). Όπως δε προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 621/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται, από τις αναιρεσείουσες, η από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, το Εφετείο με το να μην απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, καθόσον αυτή κατέστη αόριστη μετά τον γενόμενο, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, περιορισμό του αιτουμένου, να επιδικασθεί, συνολικού ποσού αυτής, απαρτιζομένου από πλείονα και δη τρία τον αριθμό, επί μέρους κονδύλια, χωρίς εξειδίκευση εκείνου, στο οποίο αφορά ο περιορισμός ή αναφορά συμμέτρου περιορισμού όλων των κονδυλίων. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, οι αναιρεσείουσες δεν προέβαλαν τέτοιον ισχυρισμό στα δικαστήρια της ουσίας και δη ούτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αμέσως, μετά τη δήλωση της αντιδίκου τους, περί του ανωτέρω περιορισμού και με τις προτάσεις τους, αλλά ούτε και ως εκκαλούσες, με σχετικό λόγο της έφεσής τους, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 4/2020).
[IΙΙ] Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας που αποτελεί ένα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τέτοια αγαθά είναι, εκτός των άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν.
Από τις διατάξεις αυτές (των άρθρων 57 και 59 ΑΚ), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 932 του ΑΚ, προκύπτει, ότι επί προσβολής της προσωπικότητας η αξίωση ικανοποίησης για την ηθική βλάβη προϋποθέτει προσβολή των παραπάνω δικαιωμάτων, παράνομη και υπαίτια. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Για την κατάφαση δε της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως (ΑΠ 460/2007). Εξάλλου και το νομικό πρόσωπο, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό προς δικαιοπραξία (άρθρα 61 και 70 ΑΚ), έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζόμενων σ’ αυτό άϋλων αγαθών.
Συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας αυτού σε οποιαδήποτε των εκφάνσεων τούτων, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ προστασία, καθώς και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (που υπέστη από την προσβολή) που μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή χρηματικού ποσού. Επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ συνάγεται, ότι, προς θεμελίωση αξίωσης προς προστασία της προσωπικότητας νομικού προσώπου, απαιτείται πράξη, που επάγεται μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια των ανωτέρω εκφάνσεών της και που είναι παράνομη. Επομένως, τις περιπτώσεις αυτές με τα αντίστοιχα θεμελιωτικά τους συγκεκριμένα περιστατικά πρέπει να επικαλείται ειδικά και, στη συνέχεια, να αποδεικνύει το ενάγον νομικό πρόσωπο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 382/2011, πρβλ. ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 864/2014). Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 1048/2020, ΑΠ 704/2017, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 382/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 253/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
« [...] Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους πρακτικά συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου και οι οποίες εκτιμώνται αναλόγως με τον βαθμό αξιοπιστίας και το μέτρο γνώσης του κάθε μάρτυρα (άρθρ. 340 του ΚΠολΔ), την με αριθμ. .../27-10-2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης με επιμέλεια της ενάγουσας μετά από προηγούμενη νομότυπη κλήτευση των εναγομένων κατ’ άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ (βλ. τις με αριθμ. .../24-10-2011 και .../24-10-2011 εκθέσεις επίδοσης αντίστοιχα του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Νικολάου Ρήγα), τις φωτογραφίες που προσκομίζει η ενάγουσα και αποτελούν επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα ως ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, οι οποίες απεικονίζουν το εργοστάσιο της 1ης εναγομένης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, μεταξύ των οποίων είναι και αυτά της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, που ελήφθησαν κατά την διάρκεια της ποινικής διαδικασίας και τα οποία εκτιμώνται για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Κατά τα τέλη Ιουλίου 2010 η ενάγουσα και η πρώτη εναγόμενη κατάρτισαν σύμβαση έργου δυνάμει της οποίας η ενάγουσα, η οποία έχει ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών και συστημάτων γενικού καθαρισμού δημοσίων και ιδιωτικών χώρων, ανέλαβε το γενικό καθαρισμό του εργοστασίου γεωργικών μηχανημάτων της πρώτης εναγομένης που βρίσκεται στη ΒΙ.ΠΕ.Θ.
Σίνδου Θεσσαλονίκης αποτελούμενο από τρεις ορόφους συνολικής έκτασης 400 τ.μ., έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής 2.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Εκτός των παραπάνω συμφώνησαν να αναλάβει η ενάγουσα τον τακτικό καθαρισμό του κτιρίου δύο φορές την εβδομάδα έναντι αμοιβής 620 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Στις 07.08.2010, στα πλαίσια της ως άνω συμφωνίας, συνεργείο της ενάγουσας αποτελούμενο από 14 άτομα προέβη από ώρα 7 π.μ.
έως ώρα 7 μ.μ. στο γενικό καθαρισμό των εγκαταστάσεων του εργοστασίου της πρώτης εναγομένης, εκτός από το τμήμα παραγωγής. Εν συνεχεία αρχές Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους μετέβη η νόμιμη εκπρόσωπος της ενάγουσας και το συνεργείο στο εργοστάσιο της πρώτης εναγομένης για να διενεργήσουν τον συμφωνηθέντα τακτικό καθαρισμό και εκεί παρέδωσε η ενάγουσα στην δεύτερη εναγομένη, νόμιμη εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης, το με αριθμ. .../24-8-2010 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ποσού 2.460 ευρώ με τον ΦΠΑ, το οποίο εκδόθηκε για τον προαναφερόμενο, κατά τον Αύγουστο του 2010 γενικό καθαρισμό και το οποίο η δεύτερη εναγομένη υπέγραψε στο πρωτότυπο στη θέση του παραλαβόντος και παρέλαβε το αντίγραφο του τιμολογίου.
Συγχρόνως ενημέρωσε την εκπρόσωπο της ενάγουσας ότι θα καταβάλει το τίμημα σε σύντομο χρονικό διάστημα ζητώντας να της δώσει έναν αριθμό τραπεζικού λογαριασμού. Όμως, η πρώτη εναγομένη δεν προέβη σε καμμία καταβολή και για το λόγο αυτό η ενάγουσα ζήτησε και εκδόθηκε σε βάρος της πρώτης εναγομένης, με βάση το ανωτέρω τιμολόγιο η με αριθμ. .../2010 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης.
Εναντίον της ανωτέρω διαταγής πληρωμής η πρώτη εναγομένη άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμ. κατάθ. .../2010 ανακοπή και την με αριθμ. κατάθ. 17098/2010 αίτηση αναστολής εκτέλεσης, όπου διατεινόταν, ότι δεν καταρτίστηκε η ένδικη σύμβαση που αφορούσε το γενικό καθαρισμό, για την οποία εκδόθηκε το επίδικο τιμολόγιο, ότι η υπογραφή που φέρεται στο τιμολόγιο στη θέση του παραλαβόντος δεν είναι της δεύτερης εναγομένης και ότι δεν υπήρχε υπογραφή στη θέση του εκδότη.
Ακολούθως κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναστολής εκτέλεσης και δη την 13.12.2010, η πρώτη εναγομένη εξέτασε ως μάρτυρα τη δεύτερη εναγομένη, η οποία καταθέσασα ενόρκως επιβεβαίωσε ότι η ίδια ουδέποτε έθεσε την υπογραφή της στο τιμολόγιο. Την κατάθεση αυτή επικαλέστηκε η πρώτη εναγομένη στο από 14-12-2010 σημείωμα, που κατέθεσε την 17.12.2010 στο ως άνω δικαστήριο, για να αποδείξει τον ισχυρισμό της περί μη γνησιότητας της υπογραφής.
Κατόπιν τούτων εκδόθηκε η με αριθμ. 328/2011 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η αναστολή εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής. Σημειώνεται, ότι πριν τη συζήτηση της αναστολής εκτέλεσης η πρώτη εναγομένη την 09.11.2010 πέτυχε τη χορήγηση προσωρινής διαταγής από τον Ειρηνοδίκη Υπηρεσίας, με την οποία απαγορεύτηκε κάθε πράξη εκτέλεσης της ως άνω διαταγής πληρωμής, επικαλούμενη τον ανωτέρω ισχυρισμό περί μη γνησιότητας της υπογραφής.
Αναφορικά με την ασκηθείσα ως άνω ανακοπή αποδείχθηκε ότι εκδόθηκε η με αριθμ. 1247/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (η οποία επικυρώθηκε με τη με αριθμ. 24512/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης μετά την άσκηση έφεσης από την πρώτη εναγομένη), η οποία απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την διαταγή πληρωμής, διότι κρίθηκε ότι η υπογραφή στο τιμολόγιο ανήκει στην δεύτερη εναγομένη και έτσι απέρριψε τον ισχυρισμό της πρώτης εναγομένης, περί μη γνησιότητας της εν λόγω υπογραφής.
Από τα προαναφερόμενα αποδεικτά στοιχεία προέκυψε ότι τον Ιούλιο του έτους 2010 καταρτίστηκε η σύμβαση έργου που αφορούσε το γενικό καθαρισμό. 'Αλλωστε δεν κρίνεται λογικό να μην προηγηθεί του τακτικού καθαρισμού , γενικός καθαρισμός των εγκαταστάσεων της πρώτης εναγομένης. Εξ αιτίας αυτής της εκτέλεσης του έργου εκδόθηκε το εν λόγω τιμολόγιο το οποίο υπέγραψε η δεύτερη εναγομένη και παρέλαβε το αντίγραφο.
Για το γεγονός ότι η υπογραφή στο τιμολόγιο έχει χαραχθεί από τη δεύτερη εναγομένη αποφαίνεται με απόλυτη βεβαιότητα και ο ειδικός γραφολόγος πραγματογνώμων Π. Τ. στην από 31.10.2011 διενεργηθείσα έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης, η οποία εκτιμάται ελεύθερα (άρ. 390 ΚΠολΔ), που διενεργήθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας.
Επίσης και στην από 03.05.2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ο δικαστικός γραφολόγος Δ. Σ., ο οποίος διορίστηκε κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης με την με αριθμ. πρωτ. 247/10-4-2012 πράξη της Α' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία επίσης εκτιμάται ελεύθερα (άρθ. 387 ΚΠολΔ), καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα. Άλλωστε και από την επισκόπηση άλλων εγγράφων που φέρουν την υπογραφή της ανωτέρω (εκθέσεις επίδοσης που υπέγραψε η ίδια) καθίσταται προφανές ακόμα και δια «γυμνού οφθαλμού» ότι η υπογραφή που υπάρχει στο τιμολόγιο φέρει την ίδια γραφή με αυτές.
Βέβαια σε κάποια έγγραφα η υπογραφή της αποτυπώθηκε σε λοξή γραφή, αλλά αυτό δεν κρίνεται ουσιώδες στοιχείο, διότι κρίσιμο είναι το στοιχείο της γραφής και όχι η θέση και η φορά με την οποία τίθεται. Το γεγονός ότι είναι μονογραφή και δεν περιλαμβάνει τα πλήρη στοιχεία του ονοματεπωνύμου της ανωτέρω, δεν δύναται να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση, καθόσον η υπογραφή ενός προσώπου είναι δυνατόν να αποτυπώνεται με τα πλήρη στοιχεία του, με τα αρχικά του ονοματεπωνύμου ή και με ένα μόνο σημάδι.
Από τα αναπτυχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ανενδοίαστα, ότι όσα κατέθεσε η δεύτερη εναγομένη εξεταζόμενη ως μάρτυρας ήταν ψευδή και τα κατέθεσε αυτή τελώντας σε γνώση της αναλήθειας, διότι αποδείχθηκε τόσα η κατάρτιση της σύμβασης για την οποία εκδόθηκε το επίμαχο τιμολόγιο, όσο και η επ’ αυτού υπογραφή της.
Στην πράξη δε αυτή, η οποία αποτελεί και ποινικό αδίκημα κατ' άρθρο 224 ΠΚ, προέβη διότι ήθελε να συνδράμει την πρώτη εναγομένη στην απόδειξη των επικαλουμένων ψευδών ισχυρισμών της. Εξάλλου η πρώτη εναγομένη με την, επίκληση των ψευδών περιστατικών, που υποστήριξε με την εν γνώσει της προσαγωγή της ψευδούς ένορκης κατάθεσης της δεύτερης εναγομένης παραπλάνησε τον Δικαστή του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης , ο οποίος πεισθείς για την αλήθεια των ισχυρισμών της πιθανολόγησε την ευδοκίμηση της ανακοπής και εξέδωσε την προεκτεθείσα με αριθμ. 328/2011 απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτοί οι ψευδείς ισχυρισμοί και εν τέλει έγινε δεκτή η αίτηση αναστολής εκτέλεσης.
Η πρώτη εναγομένη προέβη στην ανωτέρω ενέργεια έχοντας σκοπό να ωφεληθεί η ίδια αποφεύγοντας να καταβάλει την αμοιβή της ενάγουσας, αλλά και να βλάψει την περιουσία της ενάγουσας, με το να εμπλακεί η τελευταία σε δικαστικούς αγώνες και να υποβληθεί σε αντίστοιχα δικαστικά έξοδα. Ειδικότερα η βλάβη της περιουσίας της ενάγουσας προκλήθηκε από την τέλεση από την πρώτη εναγομένη του αδικήματος της απάτης στο δικαστήριο και από τη συνέργεια που παρείχε η δεύτερη εναγομένη στην τέλεση της πράξης αυτής, καθώς και από την τέλεση από την τελευταία του αδικήματος της ψευδορκίας μάρτυρα.
Σημειώνεται ότι η δεύτερη εναγομένη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και της άμεσης συνέργειας σε απάτη στο δικαστήριο καταδικάστηκε με τη με αριθμ. 6234/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών. Όλα τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν πλήρως εκτός των άλλων και από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος απόδειξης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Ενώ σε αντίθετη κρίση δεν δύναται να οδηγηθεί το Δικαστήριο από τη κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων, η οποία δεν έχει ιδία αντίληψη των περιστατικών. Εξ αιτίας της προεκτιθέμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων προσβλήθηκε παράνομα η φήμη, το κύρος και η αξιοπιστία της ενάγουσας στον επαγγελματικό της χώρο, διότι διαδόθηκε και στους ανταγωνιστές της η φήμη ότι πλαστογραφεί τιμολόγια πελατών της, πράξη που μπορεί να έχει ως δυσμενή συνέπεια τον αποκλεισμό της από τη συμμετοχή της σε δημόσιους διαγωνισμούς, στους οποίους λαμβάνει μέρος [...]».
Στη συνέχεια, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι για την αποκατάσταση της προσβολής της προσωπικότητάς της η ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 5.000 ευρώ από την πρώτη και 5.000 ευρώ από τη δεύτερη ήδη αναιρεσείουσες, εναγομένες, και συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, απέρριψε ως, κατ' ουσίαν, αβάσιμη την έφεση των ήδη αναιρεσειουσών και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι:
Εξ αιτίας της προεκτιθέμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, εκτιμωμένης στο σύνολό της, προσβλήθηκε παράνομα η φήμη, το κύρος και η αξιοπιστία της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας στον επαγγελματικό της χώρο, διότι διαδόθηκε και στους ανταγωνιστές της η φήμη ότι πλαστογραφεί τιμολόγια πελατών της, πράξη που μπορεί να έχει ως δυσμενή συνέπεια τον αποκλεισμό της από τη συμμετοχή της σε δημόσιους διαγωνισμούς, στους οποίους λαμβάνει μέρος και, συνακόλουθα, δέχθηκε ότι αυτή δικαιούται, την προαναφερθείσα, εύλογη, χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ανωτέρω προσβολής της προσωπικότητάς της, η οποία, υπό τις προεκτεθείσες, αναιρετικά ανέλεγκτες, πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τον ορθό λόγο, ευρίσκεται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο, με την αναφερομένη σ’ αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) συμπεριφορά των ήδη αναιρεσειουσών, από την οποία, κατά τις ίδιες παραδοχές αυτή (προσβολή προσωπικότητας) προκλήθηκε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους αναφερόμενους στη νομική σκέψη της παρούσας κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καθόσον τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ότι αποδείχθηκαν, δικαιολογούν την εφαρμογή τους και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω εν λόγω διατάξεων και, συνεπώς, δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ειδικότερα:
(α) ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τους αριθμούς 19 και 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο, κατ’ εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ 224 και 386 ΠΚ, γιατί:
1) υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν θεμελιώνεται η αντικειμενική υπόσταση των ποινικών αδικημάτων της ψευδορκίας μάρτυρα και της απάτης στο δικαστήριο, καθόσον η επίμαχη ένορκη κατάθεση της δεύτερης ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης ήταν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο λόγω της ιδιότητος αυτής, όταν κατέθεσε, ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, κατά το άρθρο 415 ΚΠολΔ, που δεν λαμβάνεται υπόψη από το πολιτικό δικαστήριο, ώστε να υπάγεται στις ανωτέρω διατάξεις (224, 386 ΠΚ). Και,
2) δεν αιτιολογείται η παραπλάνηση του δικαστηρίου, ως προς τα στοιχεία του παρανόμου της πράξεως, τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτής με την ένδικη προσβολή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας και το δόλο της δεύτερης ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης σχετικά με την τέλεση των εν λόγω ποινικά κολάσιμων πράξεων. Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι αντικείμενο της υπόψη δίκης και της κρίσης του Εφετείου ήταν η τέλεση η μη, από τις ήδη αναιρεσείουσες, εναγόμενες των ως άνω ποινικών αδικημάτων, ενώ αντικείμενο της κρίσης του είναι το αν η αναφερόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ως αποδειχθείσα, όλη συμπεριφορά των ήδη αναιρεσειουσών, εναγομένων, συνιστά αδικοπραξία, με την αναφερόμενη στη νομική σκέψη της παρούσας έννοια, χωρίς να είναι απαραίτητο να συνιστά αυτή και ποινικό αδίκημα και, περαιτέρω, αν συνεπεία αυτής, προκλήθηκε, αιτιωδώς, στην ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα η επικαλουμένη από αυτή προσβολή της προσωπικότητάς της.
(β) Ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται, επίσης, οι από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συνιστάμενες σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361, 362, 363 και 364 ΠΚ, που συντελέσθηκε με το να δεχθεί το Εφετείο ότι τα δικαστικά πρόσωπα, ενώπιον των οποίων τέθηκαν υπόψη τα επίμαχα γεγονότα, που κρίθηκαν από αυτό ως προσβλητικά της προσωπικότητας της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας δεν είναι «τρίτοι», κρίνεται αβάσιμος. Τούτο δε, καθόσον στην έννοια του «τρίτου», σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362-363 ΠΚ, εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε εξαίρεση ή διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λ.π., που έλαβαν γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι` αυτόν, στον οποίο αποδίδεται [ΟλΑΠ (Ποιν.) 3/2021]. Και,
(γ) ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, από τους ίδιους ως άνω αριθμούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπαγόμενος, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, στον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπόψη το νομίμως προταθέντα, στα δικαστήρια της ουσίας, καταλυτικό της ένδικης αγωγής, ισχυρισμό των ήδη αναιρεσειουσών, εναγομένων, περί άρσεως του παρανόμου της προσβολής, γιατί μοναδικός σκοπός, που επιδίωκαν οι ήδη αναιρεσείουσες, εναγόμενες, με την επίμαχη συμπεριφορά τους ήταν η αποφυγή εκδόσεως εκτελεστού τίτλου σε βάρος της πρώτης και όχι να προσβάλουν την προσωπικότητα της αντιδίκου τους, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε, καθόλου, από τις ήδη αναιρεσείουσες, εναγόμενες, στα δικαστήρια της ουσίας, ούτε, συνακόλουθα και το Εφετείο ερεύνησε τέτοιο ζήτημα, ώστε η σχετική κρίση του να υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
[ΙV] Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που νίκησε, κατά παραδοχή της βασιμότητας του νομίμως υποβληθέντος, με τις προτάσεις της, σχετικού, αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05.12.2018 αίτηση αναίρεσης της 1706/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και ταύτης
αποχωρήσασας
από την Υπηρεσία,
o αρχαιότερος της
συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος
του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ