Supreme Court dismisses appeal on grounds that adult children's compensation is not disproportionate to similar cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by adult children and relatives against a lower court's award of damages for a traffic accident. The appellants argued that the compensation amounts were disproportionately low compared to similar cases involving adult victims. The court rejected this claim, ruling that the awarded sums were reasonable and did not violate the principle of proportionality or the European Convention on Human Rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 127 of the Civil Code and 63 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that compensation awarded to adult children of traffic accident victims is not disproportionate and does not violate the principle of proportionality or the European Convention on Human Rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1134 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1134/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Β. του Η., 2) Ε. Β. του Β., το γένος Τ., κατοίκων ..., ατομικά και ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους 3) Α. Β. του Β. και 4) Κ. Β. του Β., 5) Ε. Π. του Η., το γένος Β., 6) Β. Π. του Α., 7) Β. Π. του Β., 8) Ν. Π. του Β., κατοίκων ..., 9) Π. Β. του Η., το γένος Δ., 10) Μ. Β. του Γ., 11) Δ. Β. του Γ., κατοίκων ..., 12) Φ. Β. του Η., 13) Β. Β. του Σ., 14) Κ. Β. του Φ. (ήδη ενηλικιωθείς), κατοίκων ..., 15) Α. Π. (A. P.) του Η., το γένος Β., 16) Ι. Π. (I. P.) του Η. (H.), κατοίκων ..., 17) Λ. Π. (L. P.) του Ι. (I.), κατοίκου ..., 18) Α. Π. (A. P.) του Ι. (I.) και 19) Λ. Μ. (L. M.) του Κ. Μ. (K. M.), κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 5η, 6ος και 14ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο τους Χριστόφορο Γκλαβένο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Γκλαβένο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) διορθώνει το όνομα του 1ου των αναιρεσειόντων στο ορθό "Β. Β." από το λανθασμένο "Β. Β.", που αναγράφεται στο αναιρετήριο και β) διορθώνει το όνομα του 10ου των αναιρεσειόντων στο ορθό "Μ. Β." από το λανθασμένο "Μ. Β.", που αναγράφεται στο αναιρετήριο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1322/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 926/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-2-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου.
Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του.
Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 1166/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και από το αναιρετήριο, ο 14ος αναιρεσείων Κ.
Β., του οποίου τη γονική μέριμνα ασκούσαν οι γονείς του, Φ. και Β. Β. (ήδη 12ος και 13η αναιρεσείοντες), δήλωσε ότι ενηλικιώθηκε και συνεχίζει ατομικά τη δίκη στο όνομά του. Εξάλλου, από το υπ' αρ. …34/30-3-2018 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου, Χ. Β. και από τα με αρ. πρωτ. …81/16-2-2012 και …115/29-11-2013 πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης του Δήμου …, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες έρευνας της ικανότητας παράστασης στο Δικαστήριο του ανωτέρω αναιρεσείοντος (άρθρ. 63 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτός γεννήθηκε στις 5-1-1999 και ότι συνεπώς ενηλικιώθηκε στις 5-1-2017, δηλαδή πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) στις 28-2-2017 (βλ.
τη με αρ. 122/2017 έκθεση κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών) και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (27-2-2015). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτά ατομικά πλέον από τον 14ο αναιρεσείοντα, ο οποίος συνεχίζει τη δίκη στο όνομά του, ως δικαιούχος διάδικος, σύμφωνα με την ανωτέρω δήλωσή του, η οποία επίσης επαναλαμβάνεται και στις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 926/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να διορθωθεί ως προς το όνομα του 1ου αναιρεσείοντα, από το εσφαλμένο "Β." στο ορθό "Β." και ως προς το όνομα του 10ου αναιρεσείοντα από το εσφαλμένο "Μ." στο ορθό "Μ.", σύμφωνα με τη σχετική δήλωση αυτών διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και επαναλαμβάνεται επίσης με τις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού πταίσματος του υπόχρεου, του μεγέθους της προσβολής, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών κ.λπ., να επιδικάσει ή όχι στον παθόντα, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη), να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο.
Οι ως άνω συνθήκες (βαθμός πταίσματος, μέγεθος προσβολής, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κ.λπ.) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 322/2014, ΑΠ 285/2012).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/ 1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 ΑΚ, 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες κατά τον καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που ήταν ουσιώδες ζήτημα για το αποτέλεσμα της δίκης και, ειδικότερα, ότι το Εφετείο χωρίς συγκεκριμένη αιτιολογία δεν συνάρτησε τους παράγοντες της ψυχικής οδύνης, που αυτοί υπέστησαν από τον αναίτιο θανάσιμο τραυματισμό υπό τραγικές συνθήκες, δύο προσφιλών τους προσώπων την ίδια χρονική στιγμή και ότι επίσης, χωρίς αιτιολογία ως προς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση αυτών κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε, προκειμένου να διαπιστωθεί, εάν τα ποσά που επιδίκασε σ' αυτούς είναι ή όχι εύλογα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στις 9-12-2010 στο 20° χιλιόμετρο της ΕΟ ..., τραυματίστηκαν θανάσιμα ο Η. και Κ. Β., σύζυγοι, που επέβαιναν στο με αρ. κυκλοφορίας ...5 ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο Γ.
Β., υιός τους, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, του οποίου την αστική ευθύνη κάλυπτε η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Οι αναιρεσείοντες, συγγενείς των θυμάτων άσκησαν την από 2-9-2012 (αρ. κατ. 5755/2012) αγωγή, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει (μεταξύ άλλων κονδυλίων, που δεν αφορούν την παρούσα δίκη), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 100.000 ευρώ για κάθε θύμα, γονέα (πατέρας και μητέρα) των υπό στοιχείο 1ου, 5ης, 12ου και 15ης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, γνησίων τέκνων αυτών, το ποσό των 50.000 ευρώ για κάθε ανιόντα - θύμα των υπό στοιχείο 3ης, 4ης, 7ης, 8ου, 10ου, 11ου, 14ου, 17ης, 18ου και 19ου των αναιρεσειόντων - εγγονών των θυμάτων και το ποσό των 25.000 ευρώ για κάθε θύμα (πενθερό και πενθερά) των υπό στοιχείο 2ης, 9ης και 13ης των αναιρεσειόντων (νύφες από γιο των θυμάτων), καθώς και των υπό στοιχείο 6ου και 16ου των αναιρεσειόντων (γαμβρών από θυγατέρα των θυμάτων).
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 1322/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέγνωσε αποκλειστική υπαιτιότητα στον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, Γ. Β., για την πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος, που όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Το κεφάλαιο αυτό δεν πλήττεται σήμερα.
Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και επιδίκασε σε κάθε τέκνο και για κάθε γονέα αυτού το ποσό των 45.000 ευρώ (συνολικά 90.000 ευρώ σε κάθε τέκνο), σε κάθε εγγονό και για κάθε ανιόντα 15.000 ευρώ (συνολικά 30.000 ευρώ σε κάθε εγγονό) και σε κάθε νύφη και γαμβρό (από τέκνα των θυμάτων) και για κάθε θύμα 10.000 ευρώ (συνολικά σε κάθε νύφη και σε κάθε γαμβρό 20.000 ευρώ).
Ακολούθως, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι συγγενείς άσκησαν την από 18-5-2014 (αρ. κατ. 3692/2014) έφεση και η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία την αντίθετη από 18-6-2014 (αρ. κατ. 4022/2014) έφεση και την από 27-11-2014 αντέφεσή της με τις προτάσεις αυτής. Οι δύο αντίθετες εφέσεις και η αντέφεση συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των συγγενών, δέχθηκε την έφεση και την αντέφεση της υπόχρεης ασφαλιστικής εταιρείας ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμες και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, περιορίζοντας τα ποσά της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που είχαν επιδικαστεί στους συγγενείς των θυμάτων.
Ειδικότερα, το Εφετείο επιδίκασε για την ανωτέρω αιτία σε κάθε τέκνο και για κάθε γονέα το ποσό των 25.000 ευρώ και συνολικά 50.000 ευρώ σε κάθε τέκνο, σε κάθε εγγονό-εγγονή και για κάθε ανιόντα 3.000 ευρώ και συνολικά 6.000 ευρώ σε καθένα τούτων και σε κάθε νύφη και σε κάθε γαμβρό των θυμάτων και για κάθε θύμα το ποσό των 2.500 ευρώ και συνολικά 5.000 ευρώ σε καθένα τούτων.
Συνολικά, δηλαδή, το Εφετείο επιδίκασε στην οικογένεια ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 285.000 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στο ερευνώμενο με τον 1ο αναιρετικό λόγο ζήτημα της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 9.12.2010 και περί ώρα 11.00 ο Γ.
Β., οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...5 ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για αποζημίωση, στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα στο 20° χιλιόμετρο της Ε.Ο ... με κατεύθυνση από Ιωάννινα προς Κακαβιά, όπου υπάρχει επί της πορείας του δεξιά κλειστή στροφή, με συνεπιβάτες τους γονείς του Κ.
Β. και Η. Β., που καθόντουσαν στη θέση του συνοδηγού η πρώτη και στην πίσω και αριστερή θέση ο δεύτερος, έχασε πλήρως τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του προς τα δεξιά, να εξέλθει του οδοστρώματος, στη συνέχεια να προσκρούσει σε παρακείμενο κράσπεδο που βρισκόταν στη δεξιά άκρη του οδοστρώματος, να συνεχίσει την πορεία ανεξέλεγκτο για 62 μέτρα σε παρακείμενη δασική έκταση με ανώμαλο έδαφος, να εισέλθει και πάλι στο οδόστρωμα στο οποίο ανατράπηκε δύο φορές πραγματοποιώντας αντίστοιχες περιστροφές ως προς το διαμήκη άξονά του, μέχρι που ακινητοποιήθηκε σχεδόν κάθετα στο οδόστρωμα στο μέσον της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινείτο προηγουμένως.
Λόγω της μεγάλης σφοδρότητας των διαδοχικών προσκρούσεων και των ανατροπών του οχήματος ο Η. Β., κατά τη δεύτερη ανατροπή, εκτινάχθηκε από την καμπίνα του και ανευρέθηκε σε απόσταση 1,2 μέτρων από την τελική θέση του ως άνω οχήματος, έχοντας τραυματιστεί θανάσιμα, όπως, επίσης, θανάσιμα τραυματίστηκε και η Κ.
Β.. Επίσης, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσής του με το οδόστρωμα το ανωτέρω όχημα υπέστη πολύ σοβαρές υλικές ζημίες, καθόσον καταστράφηκε ολόκληρο το αμάξωμά του τόσο εξωτερικά (ουρανός, πόρτες, φτερά καπό) όσο και εσωτερικά (καμπίνα, καθίσματα, όργανα κλπ). Ειδικότερα, μεταξύ άλλων ζημιών, το αμάξωμα του ως άνω οχήματος έφερε παραμορφώσεις στο πλαίσιο συγκράτησης του κρυστάλλου της αριστερής πόρτας, στην εξωτερική λαμαρίνα του οπισθίου αριστερού φτερού, στις εσωτερικές λαμαρίνες της εμπρόσθιας, μεσαίας και οπίσθιας αριστερής κολώνας πάνω στις οποίες στηρίζεται η λαμαρίνα και οι εσωτερικές διαμήκεις και εγκάρσιες ενισχύσεις της οροφής του, στο άνω τμήμα της οπίσθιας θύρας, στις κολώνες στήριξης της οροφής της δεξιάς πλευράς του και γενικά η οροφή του αμαξώματος είχε υποχωρήσει πολύ σε διάφορα σημεία, ιδίως στο οπίσθιο αριστερό της τμήμα, όπου είχε φθάσει πιο χαμηλά από το ύψος του λαιμού του μέσου επιβάτη στο οπίσθιο αριστερό κάθισμα, όπως προκύπτει από τις προσαγόμενες φωτογραφίες του οχήματος, την από 16.1.2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου μηχανικού Ι.
Α., ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας με το με αριθμό ...12-γ/10.12.2010 έγγραφο - εντολή του Α.Τ. …., καθώς και την από 17.6.2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α. Β. και την από 8.12.2013 τεχνική έκθεση του Κ. Μ., που συντάχθηκαν κατόπιν εντολής των εναγόντων και προσκομίζονται με επίκληση από τους τελευταίους. Το ως άνω ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Γ.
Β., όπως συνομολόγησε η ασφαλιστική εταιρεία και όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και η κρίση της αυτή δεν πλήττεται με λόγο έφεσης. Συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος ο Η. Β., ηλικίας 81 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, υπέστη κακώσεις κεφαλής, θώρακος και σπονδυλικής στήλης και η Κ. Β., ηλικίας 77 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, υπέστη κακώσεις κεφαλής, θώρακα και κοιλίας, που τελικά οδήγησαν στο θάνατό τους.
Οι ως άνω διακομίστηκαν με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γ.Π.Ν. … όπου απεβίωσαν την ίδια ημέρα εξαιτίας των ως άνω κακώσεων, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των ληξιαρχικών πράξεων θανάτου τους. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την με αρ. πρωτ. …38/15.12.2010 Ιατροδικαστική Έκθεση Νεκροψίας -Νεκροτομής, που εκτέλεσε ο ιατροδικαστής Θ.
Β., διαπιστώθηκε ότι ο Η. Β. έφερε: ΚΕΦΑΛΗ: Αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων δεξιάς μετωπιαίας και αριστερής κροταφικής χώρας. Αιμορραγική διήθηση αριστερού κροταφίτη μυός. Ρωγμώδες κάταγμα εξικνούμενο από την λεπιδοειδή μοίρα του αριστερού κροταφικού οστού και εκτεινόμενο δια του μέσου κρανιακού βόθρου, συστοίχως, έως τη ράχη του τουρκικού εφιππίου.
Καθολική υπαραχνοειδής αιμορραγία εγκεφάλου και παρεγκεφαλίτιδας. Η διατομή του εγκεφάλου και της παρεγκεφαλίτιδας δεν αποκάλυψε κακώσεις ή παθολογικές εξεργασίες. ΤΡΑΧΗΛΟΣ: Ρωγμώδες κάταγμα Α6-17 αυχενικών σπονδύλων με θλάση του νωτιαίου μυελού. ΘΩΡΑΚΑΣ: Αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων προσθίου και πλαγίων θωρακικών τοιχωμάτων.
Αιμοθώρακας (200 κ.εκ περίπου) σε αμφότερα τα ημιθωράκια. Καθολικά κατάγματα των πλευρών του δεξιού και αριστερού ημιθωρακίου, κατά τη μεσότητα, με αιμορραγική διήθηση. Ρωγμώδες κάταγμα σώματος Θ5 θωρακικού σπονδύλου. Πνεύμονες: Θλάσεις πνευμόνων (πνευμονικό οίδημα). Θλάσεις καρδιάς κατά την πρόσθια επιφάνεια της αριστερής κοιλίας.
ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ: Κακώσεις κεφαλής, θώρακος και σπονδυλικής στήλης. Από την ως άνω ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής σε συνδυασμό και με την από 9.12.2013 Ιατροδικαστική Γνωμάτευση του ειδικού ιατροδικαστή Μ. Τ. προκύπτει, ότι ο Η. Β. υπέστη βαρύτατες κακώσεις κεφαλής με σημαντικότερες εξ αυτών την κάκωση της κεφαλής αριστερά κροταφικά ευρισκόμενος εντός του αυτοκινήτου.
Στην επέλευση του θανάτου του συνετέλεσαν επίσης και οι κακώσεις του θώρακος, οι οποίες επενέχθησαν από τα σταθερά μέρη της καμπίνας του αυτοκινήτου συνεπεία της ολοκληρωτικής καταστροφής αυτής. Το σώμα του Η. Β. εξήλθε από την καμπίνα του αυτοκινήτου όταν η ταχύτητα αυτού είχε σχεδόν μηδενισθεί, μετά τη δεύτερη ανατροπή και εξερχόμενο υπέστη μη θανατηφόρες θλαστικές κακώσεις και εκδορές κυρίως στη δεξιά μετωπιαία και περιοφθαλμική περιοχή της κεφαλής και συγκεκριμένα "πρόσφατη εκδορά εκ προστριβής γενόμενη στη δεξιά μετωπιαία χώρα, διάσχιση δεξιάς κογχικής χώρας, μήκους 2,5 εκ., εκχυμωτικό οίδημα δεξιάς οφθαλμικής χώρας, πρόσφατες εκχυμώσεις κυανέρυθρης χροιάς μεγ.
διαστάσεων 4 χ 3,5 εκατ. στη δεξιά υπερόφροια χώρα στην αριστερή οφρύ, στην αριστερή μετωπιαία χώρα και στην υπογένεια χώρα", όπως αυτές περιγράφονται στην ως άνω ιατροδικαστική έκθεση. Άρα ο θάνατός του οφείλεται στην πρόσκρουση της κεφαλής με το αριστερό πλάγιο αυτής (αριστερή κροταφική χώρα) επί των ανενδότων μερών της παραμορφωμένης καμπίνας του αυτοκινήτου (θόλου, θυρών κ.λπ.) και στις κακώσεις θώρακος και σπονδυλικής στήλης επίσης συνεπεία της πρόσκρουσης του σώματος επί των ανενδότων σημείων της παραμορφωμένης καμπίνας του αυτοκινήτου (θύρες, καθίσματα, κολώνες).
Αντίθετα συνεπεία της σύρσης της κεφαλής στο οδόστρωμα προκλήθηκαν περισσότερο εκδορές και θλαστικές κακώσεις από τις οποίες δεν είναι δυνατόν να απειληθεί η ζωή κανενός ανθρώπου. Ο θανών αποδείχθηκε ότι δεν φορούσε, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ζώνη ασφαλείας. Πλην, όμως, οι ως άνω κακώσεις τις οποίες υπέστη ο θανών δεν θα ήταν δυνατόν να αποφευχθούν ακόμη και αν ο θανών φορούσε ζώνη ασφαλείας και κατά συνέπεια δεν θα είχε αποφευχθεί ο θανάσιμος τραυματισμός του.
Μόνη η χρήση ζώνης ασφαλείας δεν θα ήταν ικανή κατά λογική ακολουθία να αποτρέψει το αποτέλεσμα του θανάτου του, δεδομένου ότι η χρήση της ζώνης ασφαλείας προστατεύει τον επιβάτη κατά τις μετωπικές συγκρούσεις (ως προς το διαμήκη άξονα) και όχι κατά τις πλευρικές συγκρούσεις ή σε κίνηση ως προς τον κατακόρυφο άξονα.
Ειδικότερα οι ως άνω σωματικές κακώσεις του Η. Β. και συνακόλουθα και ο θάνατός του από αυτές θα επέρχονταν, ανεξάρτητα από τη χρήση ή μη ζώνη ασφαλείας, λόγω της μεγάλης σφοδρότητας των διαδοχικών ανατροπών και προσκρούσεων του ως άνω οχήματος με το οδόστρωμα που είχε ως συνέπεια την επανειλημμένη βίαιη πρόσκρουση της κεφαλής του ως άνω επιβάτη στα παραμορφωμένα τοιχώματα της καμπίνας του οχήματος ιδίως της οροφής και του αριστερού της τμήματος.
Έτσι η παράλειψη της χρήσης ζώνης ασφαλείας δεν μπορεί να θεμελιώσει συντρέχουσα αμέλεια του θανόντος, σύμφωνα με τις ως άνω αναφερόμενες νομικές σκέψεις. Εξάλλου, εξαιτίας της βιαιότητας των προσκρούσεων που αναφέρθηκαν τραυματίστηκε θανάσιμα και η συνοδηγός Κ. Β. που φορούσε ζώνη ασφαλείας, γεγονός που δεν αμφισβητείται.
Μάλιστα η τελευταία, η οποία δεν εκτινάχθηκε από την καμπίνα του οχήματος, καθόταν σε σημείο που δεν παραμορφώθηκε όσο το σημείο που καθόταν ο Η. Β. (πίσω και αριστερά). Επομένως, η σχετική ένσταση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος λόγω μη χρήσης ζώνης ασφαλείας (300 ΑΚ, 12 ΚΟΚ) πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη...".
Περαιτέρω, το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει και να επιδικάσει τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στους αναιρεσείοντες - συγγενείς, δέχθηκε, επίσης ανελέγκτως αναιρετικά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τα προσδιοριστικά στοιχεία και τις συμπαρομαρτούσες συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου δυστυχήματος: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος, η πέμπτη, ο δωδέκατος και η δέκατη πέμπτη των εναγόντων, ηλικίας 42 ετών, 50 ετών, 54 ετών και 58 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν τέκνα των θανόντων.
Η δεύτερη ενάγουσα, ηλικίας 29 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, είναι σύζυγος του πρώτου ενάγοντος και από το γάμο τους απέκτησαν την τρίτη και την τέταρτη των εναγόντων (εγγονές των θανόντων), ηλικίας 7 ετών και 6 ετών, αντίστοιχα, κατά το χρόνο του ατυχήματος. Ο έκτος ενάγων (γαμβρός), ηλικίας 56 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, είναι νυμφευμένος με την πέμπτη ενάγουσα (θυγατέρα των εναγόντων) και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν την έβδομη και τον όγδοο των εναγόντων (εγγόνια των θανόντων) ηλικίας 27 ετών και 28 ετών, αντίστοιχα, κατά το χρόνο του ατυχήματος.
Η ένατη ενάγουσα (νύφη των θανόντων), ηλικίας 54 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, είναι σύζυγος του Γ. Β. (υιού των θανόντων) και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν τον δέκατο και ενδέκατο των εναγόντων (εγγόνια των θανόντων), ηλικίας 30 ετών και 26 ετών, αντίστοιχα, κατά το χρόνο του ατυχήματος. Η δέκατη τρίτη των εναγόντων (νύφη των θανόντων), ηλικίας 42 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, είναι σύζυγος του Φ.
Β. (υιού των θανόντων) και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν τον δέκατο τέταρτο των εναγόντων (εγγόνι των θανόντων), ηλικίας 12 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος. Ο δέκατος έκτος ενάγων (γαμβρός των θανόντων), ηλικίας 61 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, είναι σύζυγος της δέκατης πέμπτης των εναγόντων (θυγατέρας των εναγόντων) και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν την δέκατη έβδομη και τον δέκατο όγδοο των εναγόντων (εγγόνια των θανόντων), ηλικίας 29 ετών και 31 ετών, αντίστοιχα, κατά το χρόνο του ατυχήματος.
Τέλος, ο δέκατος ένατος των εναγόντων είναι εγγονός των θανόντων (υιός της δέκατης πέμπτης ενάγουσας από το γάμο της με τον θανόντα Κ. Μ.), ηλικίας 36 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης του Δήμου …, του Δήμου … του Δήμου … και του Δήμου … καθώς και τα προσκομιζόμενα σε ακριβή μετάφραση πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης, γέννησης και γάμου των Ληξιαρχείων …..
Αλβανίας. Οι ως άνω περιλαμβάνονται στην κατ' άρθρο 932 ΑΚ εδ. γ' έννοια της οικογένειας και ειδικά με βάση την έννοια της "οικογένειας" όπως προσδιορίζεται αποκλειστικά από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (Ολ.ΑΠ 21/2000, Ολ.ΑΠ 10/2011). Οι θανόντες κατοικούσαν μόνιμα στο …... Οι ενάγοντες διαμένουν εδώ και πολλά χρόνια σε διάφορα μέρη της Ελλάδος (…..
και στα Πολιτικά …..). Όλοι οι ενάγοντες μολονότι δεν ζούσαν στον ίδιο τόπο με τους θανόντες, διατηρούσαν σχέσεις αγάπης και στοργής με τους θανόντες, είχαν συχνή επικοινωνία και επαφή με τους θανόντες, δεδομένου ότι οι τελευταίοι επισκέπτονταν συχνά την Ελλάδα. Από τον βίαιο, απρόσμενο και ταυτόχρονο θάνατό τους οι ενάγοντες ένιωσαν θλίψη, οδύνη και ψυχικό πόνο.
Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα την αποκλειστική υπαιτιότητα του υπαιτίου οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος, την ηλικία των θανόντων και των εναγόντων, τη συγγενική σχέση των εναγόντων με τους θανόντες, το βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψης και του πόνου που δοκίμασε κάθε ενάγων, το είδος του έννομου αγαθού που προσβλήθηκε, την έλλειψη συνυπαιτιότητας των θανόντων στην πρόκληση των θανάσιμων τραυματισμών τους, την οικονομική κατάσταση και την κοινωνική θέση των εναγόντων φυσικών προσώπων (η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική) πρέπει να επιδικαστεί υπέρ των εναγόντων προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης:
α) σε κάθε ένα από τα τέκνα των θανόντων το ποσό των 25.000 ευρώ για το θάνατο κάθε γονέα τους και συνολικά το ποσό των 50.000 ευρώ σε καθένα, β) σε κάθε ένα από τους γαμβρούς και τις νύφες το ποσό των 2.500 ευρώ για κάθε θάνατο και συνολικά το ποσό των 5.000 ευρώ σε καθένα και γ) σε καθένα από τους εγγονούς των θανόντων το ποσό των 3.000 ευρώ για κάθε θάνατο και συνολικά το ποσό των 6.000 ευρώ στο καθένα, απορριπτομένου του μείζονος αιτουμένου συναφώς ποσού ως ουσιαστικά αβάσιμου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε κάθε τέκνο για κάθε θάνατο το ποσό των 45.000 ευρώ, σε κάθε ένα από τους γαμβρούς και τις νύφες το ποσό των 10.000 ευρώ για κάθε θάνατο και σε καθένα από τους εγγονούς το ποσό των 15.000 ευρώ για κάθε θάνατο, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με την έφεση των εναγόντων πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα και όσα υποστηρίζονται με την έφεση και την αντέφεση πρέπει να γίνουν δεκτά μερικά, ως ουσιαστικά βάσιμα...".
Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου ο 1ος λόγος αναίρεσης πρέπει πρωτίστως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, οι συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου δυστυχήματος, όπως επίσης η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, δεν αποτελούν αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση αυτών να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αλλά το Δικαστήριο της ουσίας αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με την αρχή που απορρέει από το άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση όμως, ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να καθορίσει το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για κάθε συγγενή - αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες, που έπρεπε να συνεκτιμήσει για την κρίση του και επηρέαζαν το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, όπως ειδικότερα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας των θυμάτων στον θανάσιμο τραυματισμό τους από την παράλειψη χρήσης ζώνης ασφαλείας, την ηλικία αυτών, 81 ετών ο Η.
Β. και 77 ετών η Κ. Β., και τον τόπο διαμονής τους στην Αλβανία, όπου το κόστος διαβίωσης υπολείπεται εμφανώς του κόστους ζωής στην Ελλάδα, τον τόπο διαμονής όλων των αναιρεσειόντων σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, τις σχέσεις συγγενείας, αγάπης, στοργής και τη συχνή επικοινωνία μεταξύ τους, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των συγγενών, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε υποχρέωση να παραθέσει με εξειδικευμένη αιτιολογία τους ανωτέρω παράγοντες - κριτήρια, τα οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν συνιστούν αυτοτελή στοιχεία, αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας του, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος, τις οποίες το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου.
Επομένως, ο 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω και πλέον όσων έχουν εκτεθεί σε προηγούμενη νομική σκέψη, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).
Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.
Τέτοιες είναι, κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 Α.Κ. (ΑΠ Ολ. 40/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 περ. δ' του ισχύοντος Συντάγματος, 932 του ΑΚ και της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτούς και με ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης επιδίκασε Α) σε καθένα από τους 1ο, 5η, 12ο και 15η των αναιρεσειόντων - γνήσια τέκνα των θυμάτων γονέων τους το ποσό των 25.000 ευρώ για κάθε ανιόντα αυτών - γονέα και συνολικά σε καθένα τούτων 50.000 ευρώ, Β) σε καθένα από τους 3η, 4η, 7η, 8ο, 10ο, 11ο, 14ο, 17η, 18ο και 19ο των αναιρεσειόντων - εγγονών το ποσό των 3.000 ευρώ για κάθε ανιόντα αυτών (παππού και γιαγιά τους) και συνολικά σε καθένα εγγονό 6.000 ευρώ και Γ) σε καθεμιά από τις 2η, 9η και 13η των αναιρεσειόντων, νύφες των θυμάτων ως σύζυγοι των υιών αυτών και σε καθένα από τους 6ο και 16ο των αναιρεσειόντων, γαμβρών των θυμάτων, ως σύζυγοι θυγατέρων αυτών, το ποσό των 2.500 ευρώ για κάθε θύμα (πενθερό και πενθερά αυτών) και συνολικά σε καθένα από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες 5.000 ευρώ, ποσά, που, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τα αιτηθέντα από αυτούς, σύμφωνα με τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος, κατά παράβαση της Συνταγματικής Αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας και έτσι το Εφετείο, με το να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτούς και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθώς επίσης, ότι απαξίωσε την ενοχική αξίωσή τους περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία προστατεύει η ανωτέρω υπερνομοθετικής ισχύος κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ/τος ουσιαστική διάταξη της ΕΣΔΑ.
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων - συγγενών, στα ποσά που προαναφέρθηκαν, αναλυτικά για καθένα τούτων και τα οποία δεν επαναλαμβάνονται για την αποφυγή άσκοπης επανάληψης, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου την Αρχή της Αναλογικότητας, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά ούτε προσέβαλε το ενοχικό περιουσιακό δικαίωμα των αναιρεσειόντων - συγγενών, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν μειονεκτούν και μάλιστα καταφανώς εκείνων, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε ενήλικα τέκνα θυμάτων και στους συζύγους αυτών, όπως και σε εγγόνια θυμάτων λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας αυτών (θυμάτων).
Επομένως ο 2ος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες - συγγενείς των θυμάτων, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1δ' του Συντ/τος και 932 ΑΚ αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σε καθένα από αυτούς, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου πρέπει, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες, να απορριφθεί, επίσης, ως ουσιαστικά αβάσιμος ο 2ος αναιρετικός λόγος για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι την Αρχή της Αναλογικότητας υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του ανωτέρω άρθρου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο που αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα όπως η απαίτηση από αδικοπραξία για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 76/2016).
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-2-2017 (αρ. κατ. 122/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 926/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ