Supreme Court partially allows appeal against bank fraud judgment, remanding one claim while dismissing another.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially accepted the appellant's request to overturn a lower court judgment regarding two separate bank fraud cases. The appellant alleged that bank employees illegally stamped and reported two forged checks as stolen to cause moral damage. The court found the first claim insufficiently reasoned and remanded it for retrial, while dismissing the second claim as the lower court provided adequate justification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case for retrial if the lower court's reasoning is insufficient to allow appellate review, but dismiss the appeal if the lower court's reasoning is adequate and the law was correctly applied.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1134 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1134/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ό. Β. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεκέα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Χαρμπαλή και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-7-2007 και 16-5-2008 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2981/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6606/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-3-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 3-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 6-3-2015 αιτήσεως της Ό. Β. Β. κατά της υπ' αριθμ. 6606/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους τέσσερις πρώτους λόγους αυτής και την απόρριψή της κατά τον τελευταίο λόγο της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η ήδη αναιρεσείουσα, με την (πρώτη) ένδικη αγωγή της κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....", επικαλουμένη προσβολή της προσωπικότητας της από αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, συνιστάμενη στην παράνομη σφράγιση και αναγγελία στην εταιρεία "Τειρεσίας Α.Ε." δύο πλαστών τραπεζικών επιταγών, που είχαν δηλωθεί ως κλαπείσες, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει νομιμοτόκως ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το χρηματικό ποσό των 400.000 ευρώ.
Επίσης η αναιρεσείουσα με την (δεύτερη) ένδικη αγωγή της κατά της ίδιας ως άνω, πρώτης των αναιρεσιβλήτων , αλλά και της δεύτερης εξ αυτών, τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", επικαλουμένη ωσαύτως αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων αμφοτέρων των εναγομένων, ως προς την δεύτερη των προαναφερομένων επιταγών, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρον η καθεμία το χρηματικό ποσό των 7.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, που υπέστη (δικαστικά της έξοδα και δαπάνη διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης) και επί πλέον να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σ' αυτήν ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη το χρηματικό ποσό των 130.000 ευρώ η πρώτη και των 180.000 ευρώ η δεύτερη.
Με την πρωτόδικη απόφαση ανεστάλη (λόγω εκκρεμοδικίας) η συζήτηση της δεύτερης αγωγής ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά το περί χρηματικής ικανοποιήσεως κεφάλαιο της, συνεκδικάσθηκαν δε κατά τα λοιπά οι δύο αγωγές , απερρίφθη η δεύτερη εξ αυτών ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, έγινε δεκτή η ίδια αγωγή και εν μέρει δεκτή η πρώτη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στην αναιρεσείουσα νομιμοτόκως το χρηματικό ποσό των 7.000 ευρώ και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της να καταβάλει στην ίδια ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 30.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από την αναιρεσείουσα και την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και επ' αυτών εξεδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε δε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως αόριστο και μη νόμιμο το περί αποζημιώσεως αγωγικό κονδύλιο, και περιόρισε το ύψος της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως στο ποσό των 12.000 ευρώ.
Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη από την ενάγουσα για τους λόγους που αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (Ολ.
Α.Π. 18/1998). Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ. 15/2000).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη. Η αοριστία δε αυτή ερευνάται και αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα για την θεμελίωση της αξιώσεώς της προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστη εξαιτίας της διαταγής πληρωμής, η οποία εξεδόθη σε βάρος της με βάση την κλαπείσα και ατάκτως εκδοθείσα τραπεζική επιταγή, εξέθεσε στην ένδικη (δεύτερη) αγωγή της μεταξύ άλλων και τα εξής επί λέξει: "...
Στις 21-04-2004 και σε άμυνα μου κατά των άνω καταχρηστικών ενεργειών της πρώτης εναγομένης, άσκησα κατά της άνω διαταγής πληρωμής, αίτηση ανακοπής επί της οποίας αναμένεται η έκδοση απόφασης, και ακολούθως στις 23-04-2004 αντίστοιχη αίτηση αναστολής εκτέλεσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 1957/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πάτρας, κάνοντας δεκτούς τους ισχυρισμούς μου, δηλαδή, ότι η επίδικη επιταγή είναι προϊόν εγκληματικής ενέργειας και πλαστογραφημένη καθ' όλα της τα στοιχεία και διατάσσοντας περαιτέρω την αναστολή εκτέλεσης σε βάρος μου της υπ1 αρ. .../2004 διαταγής πληρωμής της εναγομένης.
Προκειμένου μάλιστα να αποδείξω τους ισχυρισμούς μου αυτούς περί της πλαστογράφησης από τρίτους της συγκεκριμένης επιταγής υποβλήθηκα στη δαπανηρή διαδικασία για εμένα σύνταξης ειδικής προς τούτο έκθεσης πραγματογνωμοσύνης από ειδικό γραφολόγο για το οποίο κατέβαλα το ποσό των € 1.785,00. Την ανωτέρω απόφαση (1957/2004) γνωστοποίησα στη συνέχεια στην "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε." αιτούμενη συγχρόνως την διαγραφή, ανάκληση της δηλώσεως στο πρόσωπο μου δυσμενών στοιχείων και συγκεκριμένα της υπ' αριθμ. .../2004 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Στις 01.12.2004 απέστειλα στην "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε." την από 29.11.2004 επιστολή μου με την οποία την καλούσα να προχωρήσει σε ανάκληση των υπαρχόντων σε βάρος μου δυσμενών στοιχείων...Στις 19.10.2004 υπέβαλα στο υποκατάστημα της ... στον Δήμο …, αίτημα χορήγησης στεγαστικού δανείου για αγορά κατοικίας και παράλληλο αίτημα χορήγησης καρνέ επιταγών.
Αμφότερα τα αιτήματα απορρίφθηκαν με την αιτιολογία της ύπαρξης των ανωτέρω δυσμενών στοιχείων στο διατραπεζικό σύστημα της "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.". Στις 25.10.2004, με νέο αίτημα μου προς το ίδιο ως άνω υποκατάστημα ζήτησα να πληροφορηθώ του λόγους απόρριψης... Στις 22.03.2005 σε νέο μου αίτημα την … για τη χορήγηση αυτή τη φορά πιστωτικής κάρτας έλαβα την εξής αρνητική απάντηση...
Επειδή η υλική ζημία που υπέστη από τις αλληλένδετες πράξεις και παραλείψεις των εναγόμενων, ανέρχεται στο ποσό των € 7.000 αναλυόμενου του ποσού τούτου ως εξής :Για αμοιβές Δικηγόρων (Αίτηση Αναστολής, Παράσταση Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πάτρας, εξώδικα, αιτήσεις κ.ο.κ.) το ποσό των € 5.215 €. Για έξοδα της ειδικής γραφολόγου κ.
Α. και σύνταξη έκθεσης πραγματογνωμοσύνης το ποσό των € 1785 €. Σύνολο = € 7.000...".
Η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε και με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της αναιρεσείουσας, περιέχει όλα τα κατά νόμον απαιτούμενα στοιχεία για την νομική θεμελίωση και την δικαστική εκτίμηση αυτής ως προς το περί αποζημιώσεως κεφάλαιο της.
Ειδικότερα αναφέρονται στο δικόγραφο όλες οι δικαστικές και εξώδικες ενέργειες στις οποίες αναγκάσθηκε να προβεί η αναιρεσείουσα για να αμυνθεί και να ανατρέψει τις δυσμενείς γι' αυτήν συνέπειες από την σφράγιση και την αναγγελία στην "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε." της πλαστογραφημένης επιταγής που είχε εγκαίρως δηλωθεί ως κλαπείσα και την έκδοση βάσει αυτής διαταγής πληρωμής καθώς και την συνολική δαπάνη στην οποία υπεβλήθη για όλες αυτές τις ενέργειες.
Η περαιτέρω δε εξειδίκευση της σχετικής ζημίας και δη ο καθορισμός των επί μέρους χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν σε κάθε μία από τις γενόμενες δικαστικές και εξώδικες πράξεις αλλά και του χαρακτήρα, της διεξαχθείσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης ως δικαστικής ή εξώδικης, ανάγεται στο κατ' ουσίαν βάσιμο της σχετικής αγωγικής αξιώσεως και μπορεί επιτρεπτώς να γίνει με βάση τα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία.
Επομένως το Εφετείο κρίνοντας αυτεπαγγέλτως με την προσβαλλομένη απόφασή του την ένδικη αγωγή κατά το περί αποζημιώσεως αίτημά της, ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, λόγω μη επαρκούς προσδιορισμού των δικαστικών και εξώδικων ενεργειών της αναιρεσείουσας και μη εξειδικεύσεως της δαπάνης που αντιστοιχεί σε κάθε μία εξ αυτών και ως μη νόμιμη, κατά την δαπάνη της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, λόγω μη διευκρινίσεως εάν αυτή διατάχθηκε από το δικαστήριο ή διενεργήθηκε με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας για λόγους πρόνοιας, αξίωσε στοιχεία περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση της αντίστοιχης αγωγικής αξιώσεως και παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών απέρριψε παρά τον νόμο ως αόριστη και μη νόμιμη την εν λόγω αξίωση.
Συνεπώς οι τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αντίστοιχες αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ. τυγχάνουν βάσιμοι.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστου και της, επελθούσης, περιουσιακής ή μη, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενεργείας, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνος δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και της κοινωνικής εν γένει δραστηριότητος των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητος, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστου να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητός του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος τέλος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 Α.Κ.) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 περί "προστασίας καταναλωτών", που αφορά την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3587/2007, όριζε μεταξύ άλλων και τα εξής: 1." Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ.1). 2. "Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ.2 εδ.β'). 3. "Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ.3). 4."Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ.4 εδ.
α)'. 4. "Για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ.4 εδ.
β'). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 288 Α. Κ. συνάγεται ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφισταμένη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι: α) παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στα πλαίσια ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητος, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων τις υπηρεσίες έχει το βάρος της αποδείξεως της ελλείψεώς της, ως κριτήρια δε για την εκτίμηση της υπάρξεως υπαιτιότητος αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκωμένη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) το παράνομο της συμπεριφοράς του παρέχοντος τις υπηρεσίες, εφ' όσον δεν ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις προνοίας και ασφαλείας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημιώσεως και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.
Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται, ως προεξετέθη, παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμελείας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμελείας").Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινομένη στην ευλόγως προσδοκωμένη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις προνοίας και ασφαλείας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια.
Ενόψει δε της καθιερουμένης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου, επαγομένου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (Α.Π.535/2012, 589/2001, 394/2002).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον υπό έρευνα λόγο (τέταρτο) αναιρέσεως, τα εξής: "Στις 16-1-2003 άγνωστος δράστης, εποχούμενος δίκυκλης μοτοσικλέτας, αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή της ενάγουσας, η οποία βάδιζε στην περιοχή του δήμου Χολαργού...
Αττικής...την τσάντα της, η οποία, μεταξύ άλλων αντικειμένων...περιείχε δύο βιβλιάρια (μπλοκ) επιταγών της ιδίας και της εταιρίας "..." (της οποίας ήταν Πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος) και ειδικότερα, το με αρ. ... εκδόσεως της Τράπεζας …., στο όνομά της, που εξυπηρετούνταν από τον υπ' αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό της στην άνω τράπεζα...και το με αρ. ...
βιβλιάριο, εκδόσεως ομοίως της άνω Τράπεζας στο όνομα της προαναφερθείσας εταιρίας, που εξυπηρετούνταν από τον υπ' αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό της τελευταίας στην άνω τράπεζα, της οποίας η εκκαλούσα - πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη "..." είναι...καθολική διάδοχος. Για την εν λόγω αξιόποινη πράξη η ενάγουσα υπέβαλε την επομένη ημέρα (17-1-2003) μήνυση κατά του άγνωστου δράστη και την ίδια μέρα ανακοίνωσε την κλοπή των άνω μπλοκ επιταγών και στην εναγόμενη, (και συγκεκριμένα στο υποκατάστημα … όπου τηρούνταν οι άνω λογαριασμοί), προσκομίζοντας και αντίγραφο της υπ' αρ.
πρωτ. …/18-1-2003 βεβαιώσεως του Αστυνομικού Τμήματος Χολαργού, περί της δηλώσεως εκ μέρους της των συνθηκών της ανωτέρω κλοπής και των αντικειμένων που της αφαιρέθηκαν. Στις 31-12-2003 εμφανίσθηκε από άγνωστο πρόσωπο στο άνω υποκατάστημα της εναγόμενης η ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως κατά τα αναγραφόμενα σ' αυτήν αυθημερόν της ενάγουσας, ποσού 9.300,00 Ευρώ.
Η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε, αλλά σφραγίσθηκε "λόγω ελλείψεως αντιστοίχων κεφαλαίων, κλοπής και ατάκτου εκδόσεως" δεδομένου ότι ο λογαριασμός από τον οποίον εξυπηρετούνταν δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια (αφού η ενάγουσα είχε μεταφέρει το υπόλοιπο του εκ 686.332,31 Ευρώ σε άλλο λογαριασμό της ίδιας Τράπεζας ήδη από την 28-1-2003), είχε αναγγελθεί έγκαιρα η κλοπή και η οπισθογράφησή της δεν ήταν κανονική (έλειπε η υπογραφή της εκδότριας ως πρώτης οπισθογράφου).
Ακολούθως, η πρώτη εναγομένη ανακοίνωσε αυτή στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Τειρεσίας - Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Α.Ε", η οποία αποτελεί φορέα υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του ν. 2472/1997. Εφόσον για την πληρωμή της άνω επιταγής δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, η πρώτη εναγομένη, παρά την ανακοίνωση σ' αυτήν της κλοπής της, ήταν υποχρεωμένη από την υπ' αρ.
Ε.Ν.Π.Θ. 502/3/23-6-1992 απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων...στην οποία δεν γίνονται διακρίσεις σε περίπτωση αναφοράς κλοπής επιταγής για την οποία δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της - να αναγγείλει την άνω επιταγή στην Ένωση Ελληνικών Τραπεζών...Το ίδιο είχε τη διακριτική ευχέρεια να πράξει και σε περίπτωση επιταγής ατάκτου εκδόσεως, για την πληρωμή της οποίας δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, επιχείρημα που αντλείται πέραν των ανωτέρω και από την έλλειψη αντίθετης σαφούς νομοθετικής προβλέψεως, σε συνδυασμό και με το …/3-7-1991 πρακτικό της Μόνιμης Ομάδας Μελέτης και Έρευνας - Μ.Ο.Μ Ε..., στο οποίο γίνεται μνεία ότι η μόνη περίπτωση κατά την οποία σε περίπτωση άτακτης επιταγής δεν απαιτείται η προηγούμενη μεσολάβηση της Ενώσεως Ελληνικών Τραπεζών για την αποστολή σχετικής αναφοράς στον αρμόδιο Εισαγγελέα, είναι αυτή στην οποία η σφράγιση της επιταγής δεν έγινε λόγω ελλείψεως ή ανεπαρκείας διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκδότη της.
Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε από τους προστηθέντες της πρώτης εναγομένης παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, ώστε να θεμελιώνεται σε βάρος της και αδικοπρακτική ευθύνη, ούτε παραβίαση εκ μέρους της των συναλλακτικών της υποχρεώσεων προνοίας και της ευλόγως προσδοκώμενης ασφαλείας που είχε έναντι της ενάγουσας, ως αποδέκτη των τραπεζικών υπηρεσιών της. Σε κάθε πάντως περίπτωση, η πρώτη εναγομένη, η οποία πριν από την άνω αναγγελία, επιχείρησε να επικοινωνήσει με την ενάγουσα πλην όμως τούτο δεν κατέστη εφικτό λόγω αλλαγής του αριθμού του τηλεφώνου της τελευταίας, αφού κίνησε από τις 12-2-2004 σχετική εσωτερική διαδικασία, ζήτησε στις 17- 2-2004 την διαγραφή της άνω επιταγής από την "Τειρεσίας Α.Ε", με συνέπεια να διαγραφούν τα σχετικά δυσμενή στοιχεία από την τελευταία στις 11-3-2004, ήτοι πολύ πριν να επιδοθεί (30-4-2004) στην πρώτη εναγομένη η από 26-4-2004 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση της ενάγουσας, με την οποία η τελευταία, ζητούσε τη διενέργεια όλων των απαραιτήτων ενεργειών για τη
διαγραφή από την "Τειρεσίας Α. Ε" των εμφανιζομένων σε βάρος της, εκ της άνω αιτίας, δυσμενών στοιχείων. Ενόψει των ανωτέρω, η καταχώρηση των προαναφερθέντων δυσμενών στοιχείων για χρονικό διάστημα δύο (2) περίπου μηνών στην "Τειρεσίας Α.Ε" δεν προκάλεσε στην ενάγουσα ηθική βλάβη, διότι λαμβανομένου υπόψη του μικρού χρονικού διαστήματος της καταχωρήσεως των άνω δυσμενών στοιχείων, αυτή δεν έγινε γνωστή σε ευρύτερο κύκλο προσώπων, ώστε να προσβληθεί η πίστη, η τιμή και η υπόληψή της.
Οι σχετικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας περί αδυναμίας της να δανειοδοτηθεί λόγω της εν λόγω καταχωρήσεως των άνω δυσμενών στοιχείων στο άνω διατραπεζικό σύστημα πληροφοριών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι...Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο διέγνωσε προσβολή της προσωπικότητας και αδικοπρακτική ευθύνη της πρώτης εναγομένης από την καταχώρηση της άνω επιταγής στην "Τειρεσίας Α.Ε" έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων...
Επίσης η πρόκληση σ' αυτήν ψυχολογικών διαταραχών δεν αποδείχθηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς με την πιο πάνω καταχώρηση της επιταγής στην "Τειρεσίας Α.Ε", αλλά με το τραυματικό σοκ της επιθέσεως...από τον άγνωστο δράστη...". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ.
β', 914 και 932 Α.Κ. και 8 του ν. 2251/1994, το μεν αρνούμενο την, κατ' εφαρμογήν αυτών στοιχειοθέτηση αδικοπρακτικής ευθύνης της πρώτης αναιρεσιβλήτου, το δε διαλαμβάνοντας στην απόφαση του αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθότητος ή μη της σχετικής κρίσεώς του. Συγκεκριμένα, το Εφετείο εσφαλμένως αρνήθηκε την εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση των προειρημένων διατάξεων, αφού τα γενόμενα δεκτά από αυτό, ως άνω, πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, δεδομένου ότι στοιχειοθετούν την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης αναιρεσιβλήτου, την ηθική βλάβη της αναιρεσείουσας και τον μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο και συνακολούθως καταφάσκουν την αδικοπρακτική ευθύνη της εν λόγω αναιρεσιβλήτου.
Τούτο δε διότι η συμπεριφορά της τελευταίας δια των προστηθέντων υπαλλήλων της να προβεί στην σφράγιση και εν συνεχεία στην αναγγελία στην εταιρεία "Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών" (ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ) ως ακάλυπτης της επίμαχης τραπεζικής επιταγής, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, είχε εγκαίρως δηλωθεί ως κλαπείσα και είχε εκδοθεί ατάκτως ελλείψει υπογραφής της εκδότριας αναιρεσείουσας ως πρώτης οπισθογράφου, συνιστά υπαίτια και παράνομη πράξη, αντιβαίνουσα στις υποχρεώσεις προνοίας και ασφάλειας, τις οποίες ώφειλε, στα πλαίσια των παρεχομένων υπηρεσιών της να τηρήσει η πρώτη αναιρεσίβλητη έναντι της αναιρείουσας, πελάτισσάς της, αλλά και στην εκ της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσα υποχρέωση λήψεως μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η υποχρέωση αναγγελίας ακάλυπτων επιταγών, την οποία επέβαλε η υπ' αριθμ. 502/ 3/23-6-1992 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων, δεν καταλαμβάνει, ενόψει των παραδοχών του Εφετείου αναφορικά με την έκδοση και εμφάνισή της, και την επίμαχη επιταγή και συνεπώς δεν αναιρεί την εκ της προρρηθείσης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης όπως άλλωστε εμμέσως, πλην σαφώς, προκύπτει και από την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η τελευταία έσπευσε εκ των υστέρων να ζητήσει την διαγραφή της συγκεκριμένης επιταγής από την καταχώρισή της στην εταιρεία "Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών" (ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ), ενέργεια που δεν συμβιβάζεται με την προηγηθείσα παραδοχή ότι η αναγγελία συνιστούσε νόμιμη υποχρέωσή της.
Επί πλέον το Εφετείο για το ίδιο, ως άνω, κρίσιμο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκειμένης δίκης, ήτοι για την στοιχειοθέτηση ή μη αδικοπραξίας από την προδιαληφθείσα συμπεριφορά των υπαλλήλων της πρώτης αναιρεσίβλητης διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις αντίστοιχες ουσιαστικές διατάξεις.
Τοιαύτη αντίφαση συνιστά προεχόντως η αμέσως ανωτέρω μνημονευομένη, ότι δηλαδή το Εφετείο ενώ δέχεται ότι, ενόψει της προρρηθείσης υποχρεωτικής αναγγελίας της επίμαχης επιταγής στην εταιρεία "Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών, δεν υπήρξε από τους προστηθέντες της πρώτης αναιρεσίβλητης παράνομη προσβολή της προσωπικότητος της αναιρεσείουσας , ώστε να θεμελιώνεται σε βάρος της και αδικοπρακτική ευθύνη, ούτε παραβίαση εκ μέρους της των συναλλακτικών της υποχρεώσεων προνοίας και της ευλόγως προσδοκωμένης ασφαλείας που είχε έναντι της τελευταίας , ως αποδέκτη των τραπεζικών υπηρεσιών της, δέχθηκε εν συνεχεία ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη στις 17-2-2004 εζήτησε την διαγραφή της άνω επιταγής από την "Τειρεσίας Α.Ε", με συνέπεια να διαγραφούν τα σχετικά δυσμενή στοιχεία από την τελευταία στις 11-3-2004 και έτσι η καταχώρηση των προαναφερθέντων δυσμενών στοιχείων για χρονικό διάστημα δύο (2) περίπου μηνών στην "Τειρεσίας Α.Ε" δεν προκάλεσε στην ενάγουσα ηθική βλάβη, διότι λαμβανομένου υπόψη του μικρού χρονικού διαστήματος της καταχωρήσεως των άνω δυσμενών στοιχείων, αυτή δεν έγινε γνωστή σε ευρύτερο κύκλο προσώπων, ώστε να προσβληθεί η πίστη, η τιμή και η υπόληψή της.
Παραδοχές δηλαδή που καταφάσκουν την συνδρομή της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και αναιρούν μόνο την συνεπεία ταύτης πρόκληση ηθικής βλάβης. Επίσης ουσιώδης αντίφαση υφίσταται μεταξύ της ιδίας, ως άνω, αρνητικής της αδικοπραξίας παραδοχής του Εφετείου και των συναφών παραδοχών αυτού στην ίδια απόφαση που αφορούν την αποτελούσα το αντικείμενο της δευτέρας ενδίκου αγωγής τραπεζικής επιταγής, περί των οποίων γίνεται ειδικότερα λόγος κατωτέρω, και κατά τις οποίες η παράλειψη του υπαλλήλου της πρώτης αναιρεσίβλητης να ερευνήσει μέσω του ηλεκτρονικού της συστήματος περί του ενδεχομένου της υπάρξεως ενδείξεως κλοπής της συγκεκριμένης επιταγής και ακολούθως να ενημερώσει σχετικώς τον συνάδελφο του, υπάλληλο της δευτέρας αναιρεσιβλήτου, θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη αυτής, αφού συνιστά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά που είχε ως τελικό αποτέλεσμα την καταχώριση και δημοσίευση στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών, δυσμενών στοιχείων για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα της αναιρεσειούσης, με συνέπεια την προσβολή της προσωπικότητος αυτής και την ηθική της βλάβη.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων τυγχάνει βάσιμος στο σύνολο του.
Περαιτέρω, το Εφετείο, καθόσον αφορά τη δεύτερη των ενδίκων επιταγών, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής:"...Στις 30- 7-2003 εμφανίστηκε από την φερομένη ως λήπτριά της, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε" στο υποκατάστημα της Πάτρας της "..." άλλη μία πλαστογραφημένη ως προς την υπογραφή της ενάγουσας και την τεθείσα επ' αυτής ημεροχρονολογία εκδόσεώς της (6-1-2003), επιταγή από το πιο πάνω κλαπέν προσωπικό βιβλιάριο επιταγών της ίδιας και ειδικότερα η υπ' αρ. ...
τραπεζική επιταγή ποσού 13.950,00 Ευρώ, η οποία μεταβιβάσθηκε δια οπισθογραφήσεως προς την άνω Τράπεζα, (τελευταία νόμιμη κομίστριά της) ως αξία σε ενέχυρο. Πριν από την άνω μεταβίβαση, (αυθημερόν), ο ταμίας- αρμόδιος υπάλληλος της άνω Τράπεζας-δεύτερης εναγομένης αφού ήλεγξε μέσω της "Τειρεσίας Α.Ε" με βάση το ονοματεπώνυμο της εκδότριας, και τον αριθμό φορολογικού της μητρώου (ΑΦΜ), το ενδεχόμενο καταχωρήσεως σε βάρος της δυσμενών στοιχείων, με αρνητικά αποτελέσματα, επικοινώνησε στη συνέχεια με τον αρμόδιο υπάλληλο του υποκαταστήματος … της πρώτης εναγομένης (όπου είχε ανοιχθεί ο λογαριασμός επί του οποίου συρόταν η ένδικη επιταγή)..., προκειμένου να διερευνήσει την φερεγγυότητα της εκδότριας της άνω μεταχρονολογημένης επιταγής...Ο τελευταίος, αμελώς φερόμενος, χωρίς να ελέγξει μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος που τηρούσε η πρώτη εναγομένη εάν η ένδικη επιταγή είχε καταχωρηθεί σ' αυτό ως κλαπείσα, όπως όφειλε και μπορούσε κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις να πράξει - οπότε και θα διαπιστωνόταν αμέσως η κλοπή της - τον διαβεβαίωσε ρητά, ότι η άνω εκδότρια είναι φερέγγυα, παραλείποντας ταυτόχρονα να του γνωστοποιήσει ότι η εν λόγω επιταγή περιλαμβανόταν στο βιβλιάριο επιταγών της ενάγουσας που είχε δηλωθεί ότι είχε κλαπεί.
Έτσι, ο άνω προστηθείς της "...", αποδέχθηκε τη μεταβίβασή της λόγω ενεχύρου από την άνω φερομένη ως λήπτριά της, εταιρεία και την προεξόφλησε στην τελευταία. Ακολούθως, όταν η δεύτερη εφεσίβλητη στις 9-1-2004...επιχείρησε να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή, διαπίστωσε την αναγγελία της κλοπής της, με συνέπεια να ακολουθήσει η σφράγισή της και κατόπιν σχετικής αιτήσεώς της, να εκδοθεί η .../2004 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία καταχωρήθηκε στο πιο πάνω διατραπεζικό σύστημα πληροφοριών.
Κατά της άνω διαταγής πληρωμής..., η ενάγουσα άσκησε την από 21-4-2004 ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, το οποίο με την 162/2005 παρεμπίπτουσα απόφασή του διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη για να διαπιστωθεί εάν η τεθείσα στη θέση του εκδότη υπογραφή επί της άνω επιταγής είχε τεθεί από την ενάγουσα και με την 407/2008 οριστική απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι η άνω υπογραφή δεν είχε τεθεί από την τελευταία, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής.
Η παράλειψη του άνω προστηθέντος της πρώτης εναγομένης να ερευνήσει μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος που τηρούσε η πρώτη εναγομένη περί του ενδεχομένου της υπάρξεως ενδείξεως κλοπής της επίδικης επιταγής και ακολούθως να ενημερώσει κατάλληλα τον υπάλληλο της δεύτερης εφεσίβλητης περί της κλοπής της ένδικης επιταγής, που συνδέεται αιτιωδώς με την καταχώρηση στο άνω διατραπεζικό σύστημα πληροφοριών της άνω διαταγής πληρωμής, εφόσον κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αυτή -αυτοτελώς εκτιμώμενη-..., ήταν πρόσφορη να οδηγήσει στο ζημιογόνο αποτέλεσμα και ειδικότερα, διαδοχικά, αρχικά στη μη πληρωμή της, ακολούθως στην αναπόφευκτη έκδοση της άνω διαταγής πληρωμής και εν τέλει στην αναπόφευκτη καταχώρηση στο άνω σύστημα διατραπεζικών πληροφοριών δυσμενών στοιχείων σε βάρος της ενάγουσας στο άνω σύστημα, απορριπτομένων των αντιθέτων ισχυρισμών της πρώτης εναγομένης, ήταν παράνομη, διότι συνιστούσε παραβίαση εκ μέρους του άνω προστηθέντος - υπαλλήλου των οφειλομένων εκ μέρους της, ως παρόχου τραπεζικών υπηρεσιών, υποχρεώσεων πρόνοιας και προσδοκώμενης ασφάλειας τις οποίες, είχε έναντι των συναλλασσομένων με αυτήν και συνακόλουθα έναντι των πελατών της, έτσι ώστε οι παρεχόμενες από αυτήν υπηρεσίες να πληρούν τους όρους ασφάλειας και να μην θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα των αποδεκτών τους - καταναλωτών, όπως και η πελάτης της ενάγουσα και ειδικότερα την ακεραιότητα της πίστης, της επαγγελματικής φήμης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών.
Επί πλέον, η πιο πάνω συμπεριφορά του άνω προστηθέντος της πρώτης εναγομένης, για την οποία ευθύνεται (αρ. 922 Α.Κ) η τελευταία, ήταν και αμελής, διότι εξαιτίας της άνω παραλείψεώς του, αρχικά να ερευνήσει μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος που τηρούνταν στην πρώτη εναγομένη περί του ενδεχομένου της υπάρξεως ενδείξεως κλοπής της επίδικης επιταγής και ακολούθως να ενημερώσει (ορθά) περί της υπάρξεως της ως άνω ενδείξεως το συνάδελφο του στη δεύτερη εφεσίβλητη - εναγομένη, όπως όφειλε και μπορούσε λόγω της εμπειρίας και των γνώσεών του να πράξει κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις και θα έπραττε κάθε μέσος, μετρίως συνετός Τραπεζικός υπάλληλος υπό τις ίδιες συνθήκες, ο αντίστοιχος προστηθείς του υποκαταστήματος Πατρών της δεύτερης εναγομένης αποδέχθηκε την ένδικη επιταγή, - την οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν θα αποδεχόταν εφόσον γνώριζε την πραγματικότητα, αφού η ένδικη επιταγή ήταν βέβαιο ότι δεν θα πληρωνόταν από την εκδότριά της - με τις προεκτεθείσες αιτιωδώς συνδεόμενες με το ζημιογόνο αποτέλεσμα - της προκλήσεως ηθικής βλάβης - συνέπειες για την ενάγουσα.
Από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του άνω προστηθέντος της πρώτης εναγομένης, η οποία είχε ως τελικό αποτέλεσμα να καταχωρηθούν και δημοσιευθούν δυσμενή στοιχεία αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση και φερεγγυότητα στο άνω σύστημα τραπεζικών πληροφοριών, προσβλήθηκε η προσωπικότητα της ενάγουσας, η οποία εξ αυτού του λόγου υπέστη ηθική βλάβη, καθόσον εμφανίσθηκε έναντι των τρίτων μεταξύ των οποίων και το σύνολο των τραπεζικών οργανισμών ως πρόσωπο που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις που αναλαμβάνει, είναι αφερέγγυο και στερείται πίστεως.
Έμπρακτη δε συνέπεια των ανωτέρω, που επέτειναν την άνω ηθική της βλάβη, υπήρξαν οι οφειλόμενες στην ανωτέρω εμφάνιση δυσμενών γι' αυτήν στοιχείων, διαδοχικές αρνήσεις των προαναφερθέντων τραπεζικών οργανισμών και ειδικότερα της πρώτης εναγομένης για τη χορήγηση στεγαστικού δανείου, στις 19-10-2004 (και ενώ η τελευταία όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει την αιτία της άνω εσφαλμένης καταχωρήσεως), της … για την χορήγηση πιστωτικής κάρτας το έτος 2005 και της Τράπεζας … για την απόκτηση επίσης, πιστωτικής κάρτας το έτος 2007, αλλά και η αναίτια εμπλοκή της σε πολύχρονους και δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες ενώπιον των δικαστηρίων των Πατρών για την ακύρωση της άνω διαταγής πληρωμής...Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, αναφορικά με την ευθύνη για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα, με εν μέρει διαφορετική νομική θεμελίωση και με εν μέρει διαφορετική και ελλιπή αιτιολογία, οι οποίες αντικαθίστανται και συμπληρώνονται με την παρούσα, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων...
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ... ευθύνη της δεύτερης εφεσίβλητης - δεύτερης εναγομένης "..." για την εμφάνιση στο άνω διατραπεζικό σύστημα πληροφοριών της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεώς της. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος υπάλληλος του Υποκαταστήματος της στην πόλη της Πάτρας..., πριν την παραλαβή της ένδικης επιταγής, ήλεγξε μέσω της "Τειρεσίας Α.Ε" με βάση το ονοματεπώνυμο της εκδότριας, και τον αριθμό φορολογικού της μητρώου (ΑΦΜ), το ενδεχόμενο καταχωρήσεως σε βάρος της δυσμενών στοιχείων, με αρνητικά αποτελέσματα, και ακολούθως επικοινώνησε με τον αρμόδιο υπάλληλο του υποκαταστήματος Γλυφάδας της πρώτης εναγόμενης (όπου είχε ανοιχθεί ο λογαριασμός επί του οποίου συρόταν η ένδικη επιταγή)..., προκειμένου να διερευνήσει την φερεγγυότητα της εκδότριας της άνω μεταχρονολογημένης επιταγής πριν την παραλαβή της ένδικης επιταγής.
Σύγκριση και έλεγχο της υπογραφής της ενάγουσας με την υπογραφή που είχε τεθεί στη θέση της εκδότριας της εν λόγω υπογραφής δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει, διότι το δείγμα της υπογραφής της ενάγουσας δεν τηρείτο στην Τράπεζα … αλλά στο Υποκατάστημα … της πρώτης εναγόμενης, με το οποίο και επικοινώνησε ο άνω υπάλληλος.
Σημειώνεται δε, ότι ούτε σε απευθείας επικοινωνία με την ενάγουσα μπορούσε να έλθει, διότι οι αριθμοί τηλεφώνου της τελευταίας δεν ήσαν γνωστοί στην δεύτερη εφεσίβλητη - δεύτερη εναγόμενη. Επίσης, η δεύτερη εφεσίβλητη δεν υποχρεούνταν να πραγματοποιήσει και έλεγχο εκ του οποίου να αποδεικνύεται ότι η συναλλαγή μεταξύ της φερομένης ως εκδότριας της επιταγής και της λήπτριας αυτής, εταιρίας "...
Ο.Ε" η οποία και ενεχυρίασε την ένδικη επιταγή με οπισθογράφηση στην δεύτερη εφεσίβλητη ήταν πραγματική, καθόσον η προσκομιδή οιουδήποτε τιμολογίου εκ μέρους της άνω λήπτριας προς την τελευταία, δεν αποτελούσε απαραίτητο όρο για την προαναφερθείσα μεταβίβαση του άνω πιστωτικού τίτλου στη δεύτερη εφεσίβλητη λόγω ενεχύρου, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα - ενάγουσα...
Η επιλογή δε εκ μέρους του άνω προστηθέντος της δεύτερης εφεσίβλητης - δεύτερης εναγομένης, της τηλεφωνικής επικοινωνίας για τον έλεγχο της φερεγγυότητας του εκδότη επιταγής άλλης Τράπεζας και της εγκυρότητας της τελευταίας, δεν ήταν ασυνήθης στην επικρατούσα στην Τραπεζική αγορά συναλλακτική πρακτική και δεν συνέβαλε αιτιωδώς στην πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος για την ενάγουσα αποτελέσματος (της καταχωρήσεως στο άνω πληροφοριακό διατραπεζικό σύστημα).
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την από 16-5-2008 αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη "...", ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις...". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξειςτων άρθρων 288, 330, 914 Α.Κ. και 8 του ν. 2251/1994, αφού υπό τα γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, ως άνω πραγματικά περιστατικά, ο προστηθείς υπάλληλος της δεύτερης αναιρεσίβλητης δεν επέδειξε αμέλεια κατά τον έλεγχο, την λήψη και την εμφάνιση στο διατραπεζικό σύστημα πληροφοριών της επίμαχης επιταγής, αλλ' αντιθέτως ανταποκρίθηκε, ενόψει και των περιστάσεων που συνέτρεξαν, στις επιβαλλόμενες από τις ρηθείσες διατάξεις και την συναλλακτική πρακτική υποχρεώσεις προνοίας και ασφαλείας, και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται η αποδιδομένη στην εν λόγω αναιρεσίβλητη αδικοπρακτική ευθύνη.
Επί πλέον το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του, κατά το αντίστοιχο κεφάλαιο της, νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πέμπτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες ειδικότερα στο ότι το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε ότι οι αφορώσες την επίμαχη επιταγή ενέργειες της δεύτερης αναιρεσίβλητης (δια του προστηθέντος υπαλλήλου της) ανταποκρίνονται στις νόμιμες και συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, ενώ έπρεπε να προβεί σε περαιτέρω ενδελεχή ουσιαστικό έλεγχο, εκτεινόμενο στις σχέσεις της κομίστριας με την φερομένη ως εκδότρια της επιταγής αναιρεσείουσα και στην αιτία εκδόσεως αυτής, αρκούμενο έτσι σε λιγότερα πράγματα για την εφαρμογή των αντιστοίχων διατάξεων και ότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως την ορθή ή μη εφαρμογή των ιδίων διατάξεων τυγχάνει αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτής, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. Καθόσον αφορά όμως την πρώτη αναιρεσίβλητη η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αναιρεσιβάλλεται, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει.
Επί πλέον δε, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτής , κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Μαρτίου 2015 αίτηση της Ό. Β. Β. για αναίρεση της
υπ' αριθμ. 6606/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "...".
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της ανωτέρω αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Δέχεται την αίτηση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "....".
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6606/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που περιγράφεται στο σκεπτικό (απόρριψη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη της από 16-5-2008 αγωγής και της 25-7-2007 αγωγής ως προς την πρώτη επιταγή).
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26η Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ