Supreme Court dismisses appeal against First Instance Court for procedural error regarding property claim clarity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on a property dispute. The appellant argued the lower court failed to reject the claim due to insufficient description of the disputed property, citing Article 1094 of the Civil Code. The court ruled this specific procedural defect is not reviewable on appeal against decisions made in second-instance proceedings following first-instance rulings. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 560(1) of the Code of Civil Procedure; The defect of qualitative indeterminacy of a claim regarding property description is not reviewable on appeal against decisions of the Plurality Courts of First Instance issued in appeals against decisions of the Peace Courts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1134 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1134/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Δ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Άννα Γαρμπή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Ψ. του Θ. και 2) Κ. χήρας Θ. Ψ., το γένος Γ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεροντίδη, που ανακάλεσε την από 5/3/2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νεαπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 24/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/9/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 25/2/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (ΟλΑΠ 36/1988, ΑΠ 741, 377, 371, 366/2011).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των διακαιοπραξιών, γενικοί (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) και ειδικοί, όταν ο νόμος αποδίδει ορισμένη έννοια σε σιωπηρή δήλωση βουλήσεως, σε έλλειψη δήλωσης βουλήσεως ως προς κάποιο σημείο ή σε περίπτωση αμφιβολίας. Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς έννοιας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευόμενης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς.
Το στοιχείο αυτό ότι δηλαδή το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων πρέπει να το επικαλείται ο αναιρεσείων για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης (ΑΠ 2066/2009, ΑΠ 2060/2009, ΑΠ 1728/2008, ΑΠ 1703/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ..
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων. Τέλος ο λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλoμένη απόφαση, επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο και δέχθηκε κατ' ουσίαν έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου, που δίκασε αγωγή των αναιρεσιβλήτων εναντίον του, διεκδικητική κυριότητας ακινήτων, ερήμην αυτού, την οποία εξαφάνισε και ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα με το να δεχθεί το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι "οι ενάγοντες τυγχάνουν συγκύριοι συννομής και συγκάτοχοι σε ποσοστό εξ' αδιαιρέτου 3/4 ο πρώτος και 1/4 η δεύτερη ενός αγρού συνολικής εκτάσεως 2.001,31 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση....της κτηματικής περιφέρειας ... με την μέσα σε αυτόν οικία εμβαδού 120,00 τ.μ.
περίπου. Αρχικός κύριος του εν λόγω αγρού ήταν ο πατέρας του πρώτου και σύζυγος της δεύτερης των εναγόντων Θ. Ψ. ο οποίος απεβίωσε στις 4 Ιουλίου 1997. Την κληρονομία αυτή αποδέχθηκαν οι ως άνω κληρονόμοι ρητώς δυνάμει της υπ' αρ. 7148/1998 πράξης αποδοχής κληρονομιάς. Ο δικαιοπάροχος αυτών Θ. Ψ. είχε αποκτήσει την κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου από κληρονομιά του πατέρα του και κυρίου του ανωτέρω αγρού Ε.
Ψ. που απεβίωσε στις 18-8-1992 δυνάμει ιδιόγραφης διαθήκης του που δημοσιεύτηκε νόμιμα σε συνδυασμό με την .../14-2-1989 πράξη αποδοχής κληρονομιάς. Ο δε Ε. Ψ. πατέρας του άμεσου δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων είχε αποκτήσει την κυριότητα του ως άνω ακινήτου κατά 1/2 εξ' αδιαιρέτου ως κληρονόμος του δικού του πατέρα Π.
Ψ. αποβιώσαντος στις 1-12-1942 και κατά το λοιπό 1/2 εξ' αδιαιρέτου δυνάμει του .../5-12-1962 συμβολαίου. Μετά το θάνατο του Ε. Ψ. στις 18-8-1982 ο υιός του Θ. συνέχισε να νέμεται ο ίδιος το ανωτέρω ακίνητο διανοία κυρίου αδιαλείπτως καλή τη πίστη ενεργώντας επ' αυτού εμφανείς πράξεις νομής έως το θάνατό του στις 4-7-1997 όπως τις αυτές πράξεις νομής ενεργούσε και ο δικαιοπάροχός του και ειδικότερα είχε την επίβλεψη του ανωτέρω ακινήτου το επιμελείτο και συνέλεγε τον ελαιόκαρπο ενώ έκτισε δε ο ίδιος με δαπάνες του την υπάρχουσα εντός του αγρού οικία.
Μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους στις 4-7-1997 οι εφεσίβλητοι συνέχισαν να νέμονται το ανωτέρω ακίνητο, ασκώντας επ' αυτού εμφανείς πράξεις νομής και συγκεκριμένα καλλιέργεια, συλλογή ελαιοκάρπου και επίβλεψη αυτού, ενώ διέμεναν στην εντός αυτού ανεγερθείσα οικία από το δικαιοπάροχό τους Θ. Ψ. με διάνοια κυρίων και καλή πίστη αδιαλείπτως καθιστάμενοι κύριοι αυτού τόσο με παράγωγο τρόπο ως κληρονόμοι του δικαιοπαρόχου τους και κυρίου του ανωτέρω ακινήτου Θ.
Ψ. δυνάμει της ανωτέρω αποδοχής κληρονομίας όσο και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας προσμετρουμένου του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους και συγκεκριμένα από το έτος 1982 μέχρι και το 1997 του άμεσου δικαιοπαρόχου τους Θ. Ψ. και προ του 1982 και για χρονικό διάστημα άνω των 20 ετών τουλάχιστον από το έτος 1962 του πατέρα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ε.
Ψ. που ως προαναφέρθη είχε καταστεί αποκλειστικός κύριος του ως άνω ακινήτου δυνάμει του ως άνω υπ' αρ. .../5-11-1962 συμβολαίου ..." ενώ διέγνωσε έμμεσα την ύπαρξη κενού και αμφιβολιών στους παραπάνω διαδοχικούς τίτλους κτήσεως της κυριότητας των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, που συνέχονται με την επέλευση του διαγνωσθέντος δικαιώματος συγκυριότητας, σε σχέση με την έκταση και την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους παρέλειψε να εφαρμόσει.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον το Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δε δέχεται την ύπαρξη κενών ή αμφιβόλων σημείων, ώστε να υποχρεούται να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ούτε άλλωστε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα διαφορετική περιγραφή του μεταβιβαζόμενου επιδίκου ακινήτου στους παραπάνω διαδοχικούς τίτλους αποτελεί κενό ή αβεβαιότητα ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβληθέντων σ' αυτούς ώστε να ανακύψει ζήτημα ερμηνείας υπό την έννοια των ίδιων διατάξεων.
Ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος, στο οποίο διαλαμβάνονται αντίθετα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το αποδεικτικό υλικό, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον πλήττεται η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 και 1193 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, δεχόμενο "εσφαλμένα ότι το πρώτο επίδικο εδαφικό τμήμα περιλαμβάνεται στο ακίνητο των εναγόντων και κατέληξε ως προς τούτο στην αποδοχή της αγωγής ... . Αντίθετα αν εφάρμοζε τις παραπάνω διατάξεις θα δεχόταν ότι το επίδικο τμήμα ανήκε στην ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος, που απέκτησε δε την κυριότητα επί αυτού τόσον παράγωγα, με μεταβίβαση της κυριότητάς του από τον πατέρα του, δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου 15154/2009 συμβολαίου γονικής παροχής, όσον και πρωτότυπα με τα προσόντα της εκτάκτου και της τακτικής χρησικτησίας". Ακολούθως στον ίδιο λόγο διατυπώνονται οι απόψεις του αναιρεσείοντος σε σχέση με το αποδεικτικό υλικό και αντίθετα επιχειρήματα αυτού σε σχέση με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση τις οποίες οδηγήθηκε σε εσφαλμένο διατακτικό. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ... 2) αν το δικαστήριο δε συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ... 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ή δεν έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο. Η διάταξη αυτή είναι ειδική ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεων των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων.
Εξάλλου η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αν αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998), ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 160/2011).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ, 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, είναι εκτός των άλλων η κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα παραπάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαραδέκτου λόγου αοριστίας. Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ.14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ..
Συνεπώς η ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' ορθή υπαγωγή του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο) ότι δηλαδή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, επειδή στο δικόγραφό της γίνεται ελλιπής και ασαφής περιγραφή του πρώτου επιδίκου ακινήτου, χωρίς να επισυνάπτεται και τοπογραφικό διάγραμμα, που να αποτυπώνει τούτο, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια, αφορά ποιοτική αοριστία της αγωγής, ελεγχόμενη αναιρετικώς από τον αρ.14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν ιδρύεται κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-9-2012 αίτηση του Θ. Κ. περί αναιρέσεως της 24/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ