Supreme Court dismisses appeal on vague grounds and rejects claim that acquisitive prescription violates ECHR property rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding land ownership. The appellants argued that the lower court erred by applying acquisitive prescription, claiming this violated their right to property under Article 1 of Protocol No. 1 of the ECHR. The court rejected these arguments, ruling that the appeal grounds were vague and that the legal institution of acquisitive prescription does not contravene international human rights obligations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 79(2), 1(1) of the Rural Code; Article 1 of Protocol No. 1 ECHR: The institution of acquisitive prescription serves public interest and does not violate the right to property protected by the ECHR.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1134 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1134/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Σ. συζ. Α. Κ., το γένος Π. Σ., 2. Ν. Σ. του Π. και 3. Α. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λευκόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30.606/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-4-2009 αίτησή τους και με τους από 7-12-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 29-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.2 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ/μα 29.10/6-12-1949) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα, ενόψει και του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1968, προκύπτει, ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από της παραχωρήσεως σ' αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη ισχύος του α.ν. 431/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε πλάσμα ισχύει και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1968 προκύπτει, ότι, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (23-5-1968), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση τους κτήση από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για καθεμιά από αυτές χρόνος, υπό τον περιορισμό σε κάθε περίπτωση της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής.
Ο περιορισμός αυτός (της μη κατάτμησης) τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού-κληρούχου- όπως με χρησικτησία.
Κατ' εξαίρεση όμως, ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής δεν ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. δ' του α.ν. 431/1968, εκτός άλλων περιπτώσεων, και επί οικοπεδικών κλήρων. Επίσης, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 2 του ν.δ/τος 690/1948, η οποία, καταργηθείσα με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 625/1968, επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 651/1977 "απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων επαγόμενη τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο ή το βάθος", κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενο απαγορευμένη κατά τις προηγούμενες παραγράφους μεταβίβαση κυριότητας, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις συνάγεται ότι μόνο η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα είναι άκυρη. Επομένως, δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτον της κυριότητας επί τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (Ολ.ΑΠ 606/1976).
Περαιτέρω με το άρθ. 79 παρ.1 εδ. α' της από 10.2.1947 Συνθήκης Ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων και των Συνασπισμένων Δυνάμεων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947, ορίζεται ότι καθένας από τους Συμμάχους και κάθε μία από τις Συνασπισμένες Δυνάμεις, θα έχει το δικαίωμα να κατάσχει, παρακρατήσει ή να εκκαθαρίσει όλες τις περιουσίες, δικαιώματα ή συμφέροντα, τα οποία κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της συνθήκης αυτής βρίσκονται στο έδαφος της και ανήκουν στην Ιταλία η σε Ιταλούς υπηκόους και να λάβει κάθε άλλο μέτρο σχετικά με τις περιουσίες αυτές ή δικαιώματα ή συμφέροντα.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.1 και 3 του αν. ν 1530/1950 "περί συμπλήρωσης, τροποποίησης και κατάργησης μερικών διατάξεων του ν.δ. 1138/1949 περί εχθρικών περιουσιών" ορίστηκε, ότι από την έναρξη ισχύος του παρόντος περιέρχονται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση στο Ελληνικό Δημόσιο οι κατά την έννοια του ν.δ. 1138/1949 εχθρικές περιουσίες κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας και νομής, καθώς και όλα τα δικαιώματα που προβλέπει το άρθρο 3 του άνω ν.
δ/τος. Νομή στα περιερχόμενα στο Ελληνικό δημόσιο ως άνω περιουσιακά στοιχεία θεωρείται ότι έχει από την έναρξη ισχύος του παρόντος μόνο το Ελληνικό Δημόσιο και χωρίς υλική κατοχή αυτών, αποκλειόμενης της αναγνωρίσεως ως νομέα οποιουδήποτε τρίτου και κατά οποιαδήποτε προσωρινή ή τακτική διαδικασία.
Προκειμένου περί ακίνητων η μεταβίβαση της κυριότητας θεωρείται τελειωθείσα αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος νόμου και η επελθούσα μεταβολή της κυριότητας σημειώνεται απλά στα βιβλία μεταγραφών κατόπιν εγγράφου του Υπουργού Οικονομικών ή του παρ' αυτού ειδικώς εξουσιοδοτημένου οργάνου προς τον οικείο Φύλακα Μεταγραφών.
Ως προς τις Ιταλικές περιουσίες, είτε αυτές ανήκαν στην Ιταλία είτε σε Ιταλούς υπηκόους, επεκτάθηκε η ισχύς των διατάξεων του α.ν. 1530/1950 και ν.δ. 1138/1949 με το β.δ. της 9/23.10.1952 και 4/13.5.1955, που εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων του άρθρ. 37 του ν.δ. 1138/1949 και 16 του α.ν. 1530/1950. Προϋπόθεση για την περιέλευση των περιουσιών της Ιταλίας ή των Ιταλών υπηκόων στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι να βρισκόταν το ακίνητο στο Ελληνικό έδαφος και να ανήκε κατά την 22.10.1947, που δημοσιεύθηκε το ν.δ. 423/1947 περί κύρωσης της προαναφερθείσας από 10.2.1947 Συνθήκης Ειρήνης, στην Ιταλία ή σε Ιταλό υπήκοο, ανεξάρτητα αν αυτός είχε και άλλη υπηκοότητα (Ολ.ΑΠ 5/2006).
Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται ότι για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, ενώ για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα στις πιο πάνω περιπτώσεις του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του, άρθρου 974 ΑΚ, νομή, η οποία μπορεί να οδηγήσει και σε κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, είναι η φυσική εξουσία που ασκείται πάνω σε πράγμα με πρόθεση κυριότητας, δηλαδή με διάνοια κυρίου. Φυσική εξουσία είναι η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται, ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα όπως λ.χ.
είναι και η επίβλεψη του ακινήτου και οι επισκέψεις σ'αυτό. Υπάρχει επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλ' έχει την εποπτεία του και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών σε καλή πίστη βρίσκεται ο νομέας όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση κατά το χρόνο απόκτησης της νομής ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος (Ολ.ΑΠ 5/2006 Ο.Π.Π.).
Νόμιμος δε τίτλος, κατά την έννοια του άρθρου 1041 ΑΚ, είναι κάθε περιστατικό το οποίο κατά το νόμο μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας. Τέτοιο περιστατικό είναι και η κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις (ν.δ. 1138/1949, α.ν. 1530/1950) αυτοδικαία περιέλευση στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά τη σημείωση της στα βιβλία μεταγραφών, κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, των ακινήτων που χαρακτηρίζονται κατά το ν.δ. 1138/1949 ως "εχθρικές περιουσίες".
Για την τακτική χρησικτησία απαιτείται όπως ο νόμιμος τίτλος παρουσιάζει εξωτερικά τους όρους έγκυρου τίτλου, τα ελαττώματα όμως τα κείμενα εκτός του τίτλου και τα οποία εμποδίζουν κατά το νόμο την απόκτηση της κυριότητας, καλύπτονται από τη χρησικτησία αν συντρέχουν και οι υπόλοιποι όροι αυτής μεταξύ των οποίων και η καλή πίστη.
Τέτοιο καλυπτόμενο ελάττωμα είναι και η έλλειψη κυριότητας στον μεταβιβάζοντα, αφού για το σκοπό αυτό νομοθετήθηκε κυρίως η χρησικτησία. Τέλος νομιζόμενος τίτλος είναι ο τίτλος κτήσης κυριότητας, ο οποίος κατά την πεποίθηση του νομέως, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια του, εκλαμβάνεται από αυτόν ως υπάρχων, ενώ πράγματι δεν υπήρξε καθόλου.
Εξάλλου η κατά τις εκάστοτε περιστάσεις κρίση του δικαστή της ουσίας ότι τα περιστατικά τα οποία δέχθηκε ανέλεγκτα συνιστούν τις έννοιες της βαριάς αμέλειας και της καλής πίστης, οι οποίες είναι έννοιες νομικές, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 32/1996).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 661/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Εξάλλου, ο όρος "ζήτημα", στο οποίο αφορά η ελλείπουσα ή αντιφατική αιτιολογία είναι ταυτόσημος με τον όρο "πράγμα" του άρθρου 559 αριθ. 8. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Στη Σ. χήρα Χ. Γ. γεννηθείσα στην Ανατολική Θράκη το 1886, με το αριθμ. …/1932 παραχωρητήριο της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων παραχωρήθηκε στις 29.8.1932 η νομή γεωργικού κλήρου αποτελουμένου από τα αριθμ. ..., ..., ..., ...
και ... τεμάχια της διανομής της κτηματικής περιοχής Περαίας συνολικού εμβαδού 28.852 τ.μ., ενώ αργότερα της παραχωρήθηκε και οικοπεδικός κλήρος. Για το γεωργικό αυτό κλήρο εκδόθηκε στο όνομα της εγκατασταθείσας Σ. χήρας Χ. Γ. ο αριθμ. .../1934 τίτλος κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος που μεταγράφηκε στις 1.6.1935, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο … με αύξοντα αριθμό 78.
Μεταξύ των παραχωρηθέντων κατά πλήρη κυριότητα τεμαχίων ήταν και το αριθμ. ... τεμάχιο Α' κατηγορίας εμβαδού 4080 τ.μ το οποίο συνόρευε βόρεια και ανατολικά με χερσολίβαδο, νότια με το αριθμ. 205 τεμάχιο και δυτικά με το αριθμ. 189 τεμάχιο. Αμέσως, μετά την εγκατάσταση στον κλήρο, η δικαιούχος κατέτμησε το αριθμ. ...
τεμάχιο αυτό του κλήρου σε πέντε [5] ίσα τμήματα, εμβαδού 816 τ.μ το καθένα και με ισάριθμα προσύμφωνα του έτους 1934, υποσχέθηκε να τα πωλήσει σε τρίτους μόλις θα εκδίδετο ο οριστικός τίτλος από την αρμόδια αρχή. Με το αριθμ. .../7.8.1934 προσύμφωνο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Κ. Κωνσταντινίδη, υποσχέθηκε αυτή να πωλήσει στον Ιταλό υπήκοο Κ.
Γ. Μ., μηχανικό κάτοικο Θεσσαλονίκης διαιρετό τμήμα με αριθμό 5 του παραπάνω αριθμ. ... κληροτεμαχίου, συνορευόμενο γύρωθεν με αγρόκτημα Χ. Μ. με πλευρά 27,20, με χερσολίβαδο, με πρόσοψη προς θάλασσα με πλευρά 27,20 και με οικόπεδο Ε. Κ. με πλευρά 30 μ, εμβαδού 816 τ.μ και κατά νεώτερη καταμέτρηση 891,47 τ.μ, αντί τιμήματος 6.000 δραχμών, ποσό που εισέπραξε η κληρούχος κατά την υπογραφή του προσυμφώνου.
Στη συνέχεια, στις 19.12.1935, συντάχθηκε ενώπιον του ιδίου συμβολαιογράφου το αριθμ. .../19.12.1935 οριστικό συμβόλαιο με το οποίο η Σ. Χ. Γ. πώλησε στον Κ. Γ. Μ. και μεταβίβασε κατά "κυριότητα και κατοχή" το περιγραφόμενο στο προσύμφωνο ακίνητο. Το συμβόλαιο αυτό μεταγράφηκε στον τόμο …, με αύξοντα αριθμ. 162 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης.
Η κληρούχος από της υπογραφής του προσυμφώνου αποξενώθηκε στην πράξη από το ακίνητο και σε ουδεμία πράξη κατοχής προέβη, ενώ αυτό περιήλθε στην κατοχή του αγοραστή Κ. Γ. Μ.. Βάσει του διατάγματος της 4.2.1952 με το οποίο επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ 1138/1949 "περί εχθρικών περιουσιών" και του α.ν 1530/1950 "περί συμπληρώσεως και καταργήσεως και μερικών διατάξεων του ν.δ. 113.8/1949" στις Ιταλικές περιουσίες που αναφέρονται στον προσαρτημένο στο διάταγμα αυτό πίνακα [μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το επίδικο, ως ανήκον στον Ιταλό υπήκοο Κ.
Γ. Μ.], το Ελληνικό Δημόσιο αφού προέβη δια των αρμοδίων υπαλλήλων του σε έρευνα της μερίδας του αγοραστή Ιταλού υπηκόου στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης και διαπίστωσε ότι ουδεμία μεταβολή είχε σημειωθεί, υπολαμβάνοντας ότι κατέστη κύριο αυτοδικαίως του ακινήτου, κατόπιν της αριθμ. 383189/7274/5.11.1952 εγγράφου παραγγελίας του Υπουργείου Οικονομικών [Διεύθυνση Δημ.
Λογιστ.] σημείωσε και μετέγραψε στις 18.2.1953, στο τόμο ..., με αριθμ. 162 την επελθούσα στο πρόσωπο του κυριότητα. Με το αριθμ. Πρωτ. Λ.3028/24.1.1953 έγγραφο της Γενικής Δ/νσης Δημ. Λογιστικού και το αριθμ. Πρωτ. 3028/27.4.1953 έγγραφο της Γεν. Διεύθυνσης Φορολογίας Υπουργείου Οικονομικών δόθηκε εντολή προς το Κτηματικό Γραφείο Θεσσαλονίκης να παραλάβει από τους υπαλλήλους της ΔΑΠ Κ.
Α. και Γ. Δ. το ακίνητο αυτό. Στις 5.5.1953, μεταξύ του Διευθυντή του Κτηματικού Γραφείου Θεσσαλονίκης Κ. Ο. και του Κ. Α. και Γ. Δ., έγινε κατόπιν επιτόπιας μεταβάσεως η σχετική παράδοση και παραλαβή του ακινήτου συνταχθέντος και του από 5.5.1... σχετικού πρωτοκόλλου στο οποίο αναγράφεται ότι το ακίνητο αυτό δεν κατέχεται από κάποιον.
Ακολούθως, στις 6.5.1..., έγινε κατόπιν επιτόπιας αυτοψίας, εκ μέρους των αρμοδίων υπαλλήλων Θ. Χ. [Εφορ. Γραμματικός Α'] και Ε. Μ. υπαλλήλου Κτηματικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, καταμέτρηση και εκτίμηση της αξίας του επιδίκου ακινήτου συνταχθείσας σχετικής έκθεσης όπου αναγράφονται τα όρια αυτού και σημειώνεται ότι νότια συνορεύει με οικόπεδο ελιών Κ.
και έπαυλη Σ. και ότι δεν κατέχεται από τρίτον. Στις 5.6.1953, το καταληφθέν από το Ελληνικό Δημόσιο ακίνητο καταγράφεται στο Γενικό Βιβλίο Καταγραφών Δημοσίων Κτημάτων με αύξοντα αριθμό ... . Τα αρμόδια όργανα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου από το έτος 1953 και εφεξής όχι από βαριά αμέλεια είχαν την πεποίθηση ότι το Ελληνικό Δημόσιο βάσει των παραπάνω νόμων και διαταγμάτων είχε γίνει κύριο του προαναφερομένου ακινήτου αφού ερεύνησαν και διαπίστωσαν ότι κύριος αυτού ήταν ο Ιταλός υπήκοος Κ.
Γ. Μ. και μετά από έλεγχο των σχετικών βιβλίων μεταγραφών αυτό φέρονταν ως ανήκον στην κυριότητα του. Αγνοούσαν όχι από βαριά αμέλεια ότι το ακίνητο αυτό αποτέλεσε τμήμα κληροτεμαχίου του οποίου δεν είχαν αρθεί οι απαγορεύσεις μεταβίβασης και ότι η δικαιούχος αυτού αρχική κύρια είχε προβεί παρανόμως, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων, στη μεταβίβαση του και ότι ο συμβολαιογράφος συνέπραξε στην παρανομία αυτή.
Οι αρμόδιοι υπάλληλοι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου όχι από βαριά αμέλεια τους αγνοούσαν την έλλειψη κυριότητας εκ μέρους του Κ. Γ. Μ. γιατί δεν είχαν νομικές γνώσεις και δικαιολογημένα πίστευαν στην ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο του και στην ύπαρξη και το κύρος του τίτλου της σημείωσης δηλ. στο βιβλίο μεταγραφών της επελθούσας μεταβολής της κυριότητας στο πρόσωπο του κατόπιν εγγράφου παραγγελίας του Υπουργείου Οικονομικών.
Έτσι, αυτό αποτέλεσε νόμιμο ή άλλως νομιζόμενο τίτλο. Έκτοτε, το Ελληνικό Δημόσιο συμπεριφερόταν ως κύριο του ακινήτου, με υλικές και εμφανείς επάνω σ' αυτό πράξεις των αρμοδίων υπαλλήλων του, με τις οποίες φανέρωνε τη θέληση του να έχει το ακίνητο αυτό σαν δικό του. Ειδικότερα, κατά καιρούς επισκέπτονταν το επίδικο οι υπάλληλοι του εναγομένου και το επέβλεπαν.
Είναι γεγονός ότι το εναγόμενο δεν περιέφραξε το ακίνητο αυτό, τακτική, που ακολουθεί σχεδόν για όλα τα ακίνητα του, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί τη νομή των υπαλλήλων επί του επιδίκου για λογαριασμό του [του Δημοσίου] ως δημοσίου κτήματος. Το ακίνητο αυτό λόγω της μικρής έκτασης του δεν προσφέρονταν για γεωργική εκμετάλλευση και δεν είχε ζήτηση προς μίσθωση.
Με το από 31.10.1969 διάταγμα [ΦΕΚ Α 232/5.12.1969] εγκρίθηκε το σχέδιο πόλης της Περαίας και το επίδικο [καθώς και ολόκληρο το αριθμ. ... τεμάχιο που περιγράφεται στην αρχή] εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης και βάσει αυτού κατέστη άρτιο κατά παρέκκλιση. Εξακολούθησε, όμως, να μην έχει ζήτηση προς μίσθωση καθόσον η περιοχή δεν είχε αρχίσει να αναπτύσσεται.
Στις 8.4.1970, κατόπιν εντολής του Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων, έγινε επιτόπια αυτοψία από τον υπάλληλο Γ. Π. και διαπιστώθηκε ότι δεν έχει καταπατηθεί από κάποιον τρίτον. Περί τα τέλη 1977, η αρμόδια υπηρεσία του Δημοσίου αποφάσισε να προβεί στην εκμετάλλευση του ακινήτου αυτού με εκμίσθωση δεδομένου ότι είχε ήδη εκδηλωθεί σχετικό ενδιαφέρον.
Ειδικότερα, ο Π. Σ. του Χ., κάτοικος ..., με την από 16.12.1977 αίτηση του προς την Εφορία Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης ζήτησε να λάβει μέρος σε σχετική δημοπρασία αναφέροντας επί λέξει [αίτησης] "... όπως λάβω μέρος εις την δημοπρασίαν του υπ' αριθμ. Β.Κ ... τεμαχίου αγροκτήματος κειμένου εν Περαία Θεσ/νίκης. Το Αγρόκτημα θέλω χρησιμοποιήσω προς καλλιέργειαν κηπευτικών ...".
Για το λόγο αυτό στις 7.2.1978, ο Θ. Μ. Εφορ. [Γραμμ. Α' ] και ο Γ. Χ. εφοριακός ενεργούντες κατ' εντολή του Εφόρου Θεσσαλονίκης, κατόπιν επιτόπιου μεταβάσεως προσδιόρισαν τη μισθωτική αξία αυτού σε 7.000 δρχ μηνιαίως. Κατόπιν διαταγής του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, εγκρίθηκε η διεξαγωγή δημοπρασίας του επιδίκου Β.Κ ...
δημοσίου κτήματος και ορίσθηκε η δημοπρασία να διεξαχθεί στις 27.2.1978, στα γραφεία της Υπηρεσίας της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων και ορίσθηκε το ελάχιστο όριο προσφοράς για δύο χρόνια σε 168.000 δραχμές. Η σχετική διακήρυξη τοιχοκολλήθηκε νομότυπα στις 22.2.1978, στον τόπο ανακοινώσεων του Κοινοτικού Καταστήματος Περαίας παρουσία μαρτύρων, και το σχετικό αποδεικτικό τοιχοκόλλησης απεστάλη από την κοινότητα με το αριθμ.
πρωτ. 239/22.2.1978 έγγραφό της προς την Οικονομική Εφορία Δημοσίων Κτημάτων. Στις 27.2.1978, η δημοπρασία απέβη άκαρπη λόγω ελλείψεως ενδιαφέροντος. Την 1η-3-1978, ο Οικονομικός Έφορος Δημοσίων Κτημάτων με το αριθμ. πρωτ. 1212/1.3.1978 έγγραφο, διακήρυξε επαναληπτική πλειοδοτική δημοπρασία το οποίο τοιχοκολλήθηκε στα γραφεία της Κοινότητας πλην, όμως, και πάλι απέβη άκαρπη.
Το έτος 1979, έγινε εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και πάλι λεπτομερής καταμέτρηση του επιδίκου ακινήτου συνταχθέντος και του από 20.9.1979 σχετικού διαγράμματος. Μετά την εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου σημείωση στο βιβλίο μεταγραφών της κυριότητας του και την κατάληψη του ακινήτου, δεν εμφανίσθηκε ο Κ.
Γ. Μ. και δεν ενδιαφέρθηκε για το επίδικο. Ούτε όμως η κληρούχος Σ. Χ. Γ. μετά την κατάρτιση του αριθμ. .../1934 προσυμφώνου πωλήσεως άσκησε έως το θάνατο της 13-(17)-11-1958, πάνω στο επίδικο πράξεις νομής. Ούτε όμως και στην αριθμ. .../1958 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Φιλιππίδη, αυτή φαίνεται να συμπεριλαμβάνει το επίδικο ή το όλο αριθμ. ...
τεμάχιο Α' κατηγορίας και ειδικότερα στη διαθήκη αυτή γίνεται μνεία για ακίνητα εμβαδού 22.000 τ.μ. Παρά την ύπαρξη διαθήκης οι θυγατέρες της Α. συζ. Γ. Σ. και Σ. συζ. Π. Σ. ισχυριζόμενες με την αγωγή ότι, επειδή η διαθήκη ήταν "άκρως ασαφής" αγνόησαν αυτή και προέβησαν μετά το θάνατο της στις 13-(17)-11-1958 στην αριθμ. .../15.6.1959 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Παναγιώτη Φιλιππίδη με την οποία αποδέχονται όχι ως εκ διαθήκης κληρονόμοι και για τα περιγραφόμενα στη διαθήκη ακίνητα που καταλείπονται στην καθεμιά τους, αλλά ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι και για ακίνητα συνολικού εμβαδού 29.500 τ.μ.
περίπου, μεταξύ των οποίων και το αριθμ. ... κληροτεμάχιο. Η δήλωση αυτή αποδοχής μεταγράφηκε στο τόμο ..., με αύξοντα αριθμό 212 στις 4.2.1960 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης. Ουδέποτε όμως έως και το έτος 1980, η Σ. συζ. Π. Σ. και η Α. συζ. Γ. Σ. άσκησαν στο επίδικο πράξεις νομής. Ούτε ο σύζυγος της Σ., Π.
Σ. του Χ. άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό έως το έτος 1980. 0 τελευταίος που ήταν μόνιμος κάτοικος ..., εκμεταλλευόμενος την αδυναμία του Δημοσίου να περιφρουρεί ως ο ιδιώτης την ακίνητη περιουσία του, ενόψει και του ότι τα ακίνητα της περιοχής λόγω του τουριστικού χαρακτήρα της, άρχισαν να αποκτούν μεγάλη αξία, μετά το έτος 1980 κατέλαβε το επίδικο ακίνητο και προέβη σε πρόχειρη περίφραξη καλλιεργώντας το κατά τους καλοκαιρινούς μήνες με λαχανικά.
Το Ελληνικό Δημόσιο δια του αρμοδίου υπαλλήλου του Ε. Μ. διαπίστωσε τον αυθαίρετο αυτό κάτοχο ο οποίος δήλωσε ότι η σύζυγος του Σ. έχει δικαίωμα επ' αυτού γιατί ο αρχικός κλήρος ήταν οικογενειακός και δεν έπρεπε να εκδοθεί στο όνομα μόνον της πενθεράς του Σ. χήρ. Χ. Γ.. Μετά τη διαπίστωση της καταπάτησης αυτής, το Ελληνικό Δημόσιο εξέδωσε σε βάρος του Π.
Σ. του Χ. το αριθμ. 2/22.1.1988 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση κατά το διάστημα από 1.1.1983 έως 31.12.1987, ποσού 107.000 δρχ. Το πρωτόκολλο αυτό κοινοποιήθηκε σ' αυτόν στις 25.1.1988. Κατά του πρωτοκόλλου αυτού ο Π. Σ. άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 29.2.1988 ανακοπή. Με την ανακοπή του αυτή ισχυρίζονταν ότι η απαίτηση της οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων είναι τελείως αόριστη αφού δεν αιτιολογείται και δεν είναι ληξιπρόθεσμη, ότι τα ποσά είναι υπερβολικά, αόριστα και ότι αυτός και "οι δικαιοπάροχοι" του Σ.
χήρα Γ. Χ. και Σ. συζ. Π. Σ. είναι κύριοι, νομείς και κάτοχοι από το έτος 1935 βάσει νομίμων τίτλων, χωρίς βέβαια να προσδιορίζει τον τρόπο κτήσης εκ μέρους του κυριότητας και να αμφισβητεί έτσι την ενεργητική νομιμοποίηση του Δημοσίου για την έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου. Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας με την αριθμ. 3358/1989 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πλην όμως ο ανακόπτων δεν άσκησε έφεση ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου.
Ομοίως εκδόθηκε σε βάρος του, το αριθμ. 21/31.1.1995 Πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση του επιδίκου ακινήτου κατά το διάστημα από 1.1.1988 έως 31.12.1994 ποσού 312.000 δραχμών, το οποίο του επιδόθηκε στις 6.7.1994, κατά του οποίου δεν ασκήθηκε ανακοπή και οι παραπάνω οφειλές ενεγράφησαν στον χρηματικό κατάλογο.
Ενώ ήταν εμφανής η εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προβολή δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, άρα και η άρνηση των δικαιωμάτων επ' αυτού άλλων προσώπων, ο Π. Σ. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την αριθμ. 11589/5.4.1994 αγωγή κατά του Κ. Γ. Μ.. Με την αγωγή αυτή ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος του επιδίκου ακινήτου βάσει έκτακτης χρησικτησίας ισχυριζόμενος ότι ο εναγόμενος "αγνώστου διαμονής" του αμφισβητεί την κυριότητα αυτή, ενώ γνώριζε ότι μετά το 1953 ο Κ.
Μ. δεν εμφανίστηκε στο επίδικο και ούτε πρόβαλε δικαιώματα κυριότητας, αλλά κύριος αντίδικος του ήταν το Ελληνικό Δημόσιο κατά του οποίου έπρεπε να στραφεί. Επί της αγωγής αυτής, συζητήσεως γενομένης ερήμην του εναγομένου εκδόθηκε η αριθμ. 18626/1995 απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή λόγω του ισχύοντος τότε τεκμηρίου ομολογίας.
Η απόφαση αυτή μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς στον τόμο …, με αύξοντα αριθμ 42. Η άσκηση της αγωγής αυτής μαρτυρεί την αμήχανη τακτική του Π. Σ. να θεμελιώσει δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο το οποίο εν τω μεταξύ είχε αρχίσει να αποκτά λόγω της παραλιακής του θέσης αξία.
Στις 31.8.1995, απεβίωσε το Π. Σ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις θυγατέρες του Σ. συζ. Α. Κ., Ν. Σ. [δύο πρώτες ενάγουσας] και Δ. χήρα Α. Δ., οι οποίες με την αριθμ. .../1996 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θεανούς Μαρέτη που μεταγράφηκε στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό 284 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, αποδέχθηκαν την κληρονομιά αυτού και συμπεριέλαβαν και το επίδικο.
Στη συνέχεια, με το αριθμ. .../13.1.1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θεανούς Μαρέτη που μεταγράφηκε στις 16.1.1997, στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό 285 οι παραπάνω πώλησαν στην Α. Κ. του Α. [γ' ενάγουσα] ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου. Αλλά και οι προαναφερόμενες κληρονόμοι και μετά η ειδική διάδοχος αυτών δεν προέβησαν σε εμφανή υλική πράξη νομής επί του επιδίκου.
Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε τμήμα γεωργικού κληροτεμαχίου που είχε παραχωρηθεί το έτος 1934 στην κληρούχο Σ. Γ. κατά την εποικιστική νομοθεσία και συνεπώς κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ήταν έως 23.5.1968 χρόνο έναρξης του α.ν. 431/1968 ανεπίδεκτο μεταβίβασης αλλά και χρησικτησίας.
Κατ' ακολουθία, με το αριθμ. .../19.12.1935 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Κωνσταντινίδη, νομίμως μεταγεγραμμένο, δεν απέκτησε κυριότητα ο Κ. Μ. του Γ. επί του επιδίκου γιατί μ' αυτό μεταβιβαζόταν τμήμα του αριθμ. ... κληροτεμαχίου και οδηγώντας σε κατάτμηση του ήταν άκυρο. Άρα, η σημείωση στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης κατόπιν του προς τούτο αριθμ. 383183/727 4/5.11.1952 εγγράφου του Υπουργείου Οικονομικών ότι αυτό περιήλθε αυτοδικαίως στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως εχθρική περιουσία ανήκον κατά την 22.10.1947 σε Ιταλό υπήκοο, που καταρχήν μεν ήταν κατάλληλη να προσπορίσει στο Ελληνικό Δημόσιο κυριότητα, δεν την προσπόρισε αμέσως λόγω του ελαττώματος που έπασχε και το οποίο συνίστατο στην έλλειψη κυριότητας εκ μέρους του δικαιοπαρόχου του Κ.
Γ. Μ. του οποίου αποτελούσε ειδικός διάδοχος. Πλην όμως το Ελληνικό Δημόσιο έγινε κύριο με τακτική χρησικτησία αφού νέμονταν το επίδικο ακίνητο συνεχώς με καλή πίστη, με διάνοια κυρίου και νόμιμο ή άλλως νομιζόμενο τίτλο [όπως τα στοιχεία αυτά εκτέθηκαν παραπάνω] από 5.12.1969 [ΦΕΚ Α 232/5.12.1969 όπου δημοσιεύθηκε το από 31.10.1969 διάταγμα περί έγκρισης του σχεδίου πόλης της περιοχής], που αυτό [επίδικο] μετά την ένταξη του στο σχέδιο πόλης κατέστη επιδεκτικό χρησικτησίας, έως και την άσκηση της αγωγής ήτοι για χρόνο μείζονα της δεκαετίας.
Αλλά και περαιτέρω, εφόσον το Δημόσιο νεμήθηκε το επίδικο συνεχώς, από 5.12.1969 και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών έγινε κύριο αυτού και με έκτακτη χρησικτησία, ενώ αντίθετα ο δικαιοπάροχος των εναγουσών Π. Σ. σε ουδεμία πράξη νομής προέβη κατά τον παραπάνω χρόνο". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο-εναγόμενο ασκούσε κατά το διάστημα από 5-12-1969 έως την άσκηση της αγωγής (2006) πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο με τα σχετικά προσόντα της χρησικτησίας και ότι αυτό έγινε κύριο αυτού με τακτική αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειουσών-εναγουσών κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή τους κατά του αναιρεσιβλήτου.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, με βάση και όσα παραπάνω αναφέρονται ότι δέχθηκε αυτό, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου (ένσταση ιδίας κυριότητας στηριζόμενη στη χρησικτησία), ότι δηλαδή αυτό άσκησε στο επίδικο ακίνητο, δια των αναφερομένων αρμοδίων υπαλλήλων του, τις αναφερόμενες σ' αυτήν πράξεις νομής από 5-12-1969 έως την άσκηση της αγωγής (2006) με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ενώ αντίθετα τέτοιες πράξεις κατά το ίδιο διάστημα δεν άσκησαν οι αναιρεσείουσες και ο δικαιοπάροχός τους.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με την άσκηση νομής στο επίδικο δια των αρμοδίων οργάνων του φυσικών προσώπων, την ύπαρξη καλής πίστης του καθώς και νομιζόμενου τίτλου του τελευταίου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναίρεσης, πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο μέρος τους και δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται επίσης η αιτίαση, ότι ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο δεν περιέφραξε το επίδικο ακίνητο, τακτική που ακολουθεί αυτό σχεδόν για όλα τα ακίνητα του, στη συνέχεια δέχθηκε ότι το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τη νομή των υπαλλήλων του επί του επιδίκου, χωρίς επαρκή αιτιολογία του τελευταίου.
Η αιτίαση αυτή όμως αφορά στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, το οποίο, όμως, πόρισμα διατυπώνεται σαφώς και άρα ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος. Επίσης, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τον αγωγικό ισχυρισμό τους ότι η Σ.
Γ. συμπεριέλαβε στη διαθήκη της το σύνολο του κληροτεμαχίου υπ' αρ. ..., και έτσι αυτή, οι κληρονόμοι της και ο ειδικός διάδοχός της Π. Σ. δεν αποξενώθηκαν από τη νομή του επιδίκου ακινήτου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε απλό πραγματικό επιχείρημα των αναιρεσειουσών και όχι σε ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 61, 65, 70, 974, 1041, 1042, 1043 και 1045 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, ενόψει του ότι, με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και, επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος τους, καθώς και δεύτερος πρόσθετος λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περιπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε, αφού καίτοι το αναιρεσίβλητο ισχυρίστηκε με τις προτάσεις του στο Εφετείο ότι "ο νόμιμος άλλως νομιζόμενος τίτλος του είναι το Β.Δ.
από 4-2-1952 μετά του από 5-5-1953 πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν.δ. 1138/1949 και του α.ν. 1530/1950", το Εφετείο δέχτηκε ότι ο νόμιμος άλλως νομιζόμενος τίτλος του είναι η σημείωση στο βιβλίο μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης της επελθούσας μεταβολής της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου στο αναιρεσίβλητο.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το αναιρεσίβλητο μνημονεύει στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου τη σημείωση περί της μεταβολής της κυριότητας στο βιβλίο μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης προς ενίσχυση του ισχυρισμού του περί κτήσης ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με τακτική χρησικτησία.
Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον αφορά επιχείρημα προκύπτον από τις αποδείξεις.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι όμως εφαρμόζονται τότε μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και παρόλα αυτά δεν τις εφάρμοσε.
Το στοιχείο αυτό, ότι το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, πρέπει να το επικαλείται ο αναιρεσείων για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προβάλλεται παραβίαση του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, επειδή το Εφετείο δεν προσέφυγε στον ερμηνευτικό αυτό κανόνα, παρόλο που έχρηζε ερμηνείας η αναφερόμενη στην .../1958 δημόσια διαθήκη της Σ.
Γ. δήλωση βούλησης, προκειμένου να διαπιστώσει αν αυτή συμπεριέλαβε στη διαθήκη της το υπ' αρ.... κληροτεμάχιο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διαπίστωσε έστω και έμμεσα, κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς το περιεχόμενο της δήλωσης βούλησης της Σ.
Γ. που περιέχεται στην .../1958 δημόσια διαθήκη της.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Με τον έκτο, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο άσκησε το αναιρεσίβλητο δια των αρμοδίων οργάνων του και όχι αυτοί και με βάση την παραδοχή αυτή έκρινε ότι κύριο αυτού κατέστη το αναιρεσίβλητο, δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία οι ίδιες προς απόδειξη της συγκυριότητας τους στο επίδικο ακίνητο την οποία απέκτησαν με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, είχαν επικαλεστεί και είχαν προσκομίσει ενώπιον του, ήτοι: 1) Την .../2003 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι.
Χ. ενώπιον της συμ/φου Θεσσαλονίκης Ελένης Αδάμου, η οποία αφορά άλλη δίκη των διαδίκων, 2)τις ... και .../1997 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε. Μ., Α. Κ. και Ά. Β. ενώπιον της συμ/φου Θεσσαλονίκης Θεανούς Μαρέτη, οι οποίες αφορούν άλλη δίκη των διαδίκων, 3)φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου, 4)τα υπ.αρ.28465/2003 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, 5)τα υπ' αρ. 4328/2008 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης, 6) τις ΑΠ 337/1992 και 3734/1997 βεβαιώσεις του Προέδρου της Κοινότητας Περαίας, 7) το από 10-1-1984 τοπογραφικό διάγραμμα του Ι.
Κ. και την 5004/1984 πράξη τακτοποιήσεως της Πολεοδομίας Θεσ/νίκης, 8) την υπ' αρ. .../1959 δήλωση αποδοχής κληρονομίας και το 11761 πιστοποιητικό μεταγραφής της, 9) την υπ' αριθμ. 459Γ/15.9.2005 Έκθεση Επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών ..., με συνημμένη την από 7.9.2005 αίτηση τους ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων με αίτημα να αρθεί κάθε διεκδίκηση της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου πάνω στο επίδικο, 10) το από 13.1.2005 αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου του επιδίκου ακινήτου, 11) το από Απριλίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονος μηχανικού Λ.
Μ., 12) την από 28.1.1997 προσφυγή - αίτηση τους προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων και την υπ' αριθμ. 22/12.12.1997 Γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων που εκδόθηκε επ' αυτής και αφορά στο επίδικο ακίνητο, 13) την από 9.9.2002 και με αριθμό κατάθεσης 32371/17.9.2002 αγωγή τους κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία αφορούσε και πάλι στο επίδικο, 14) την υπ' αριθμ. 7786β'/25.9.2002 Έκθεση Επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Αθήνας ...
που αφορά στην επίδοση της παραπάνω αγωγής και 15)την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Κ.. Όμως, όπως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την απόκτηση κυριότητας στο επίδικο από το αναιρεσίβλητο, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού" (σ' αυτά περιλαμβάνεται και η κατάθεση του μάρτυρα Α.
Κ.) και ακόμη "των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζων οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι φωτογραφίες, που δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους ...". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο εκτίθεται παραπάνω, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα, κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία των φωτογραφιών και των υπό τους αριθμούς 1, 2 και 8 πιο πάνω εγγράφων, χωρίς να χρειάζεται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση, του καθενός από τα υπόλοιπα.
Επομένως, ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
V. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον έκτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δύο εκθέσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου των ετών 1950 και 1973 στις οποίες αναφέρεται ότι "το επίδικο παρ' ουδενός κατέχεται", με το να δεχθεί, ότι "έκτοτε (1953) το Ελληνικό Δημόσιο συμπεριφερόταν ως κύριο του ακινήτου με υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις των αρμοδίων υπαλλήλων του, με τις οποίες φανέρωνε τη θέληση του να έχει το ακίνητο αυτό σαν δικό του. Ειδικότερα, κατά καιρούς επισκέπτονταν το επίδικο οι υπάλληλοι του εναγομένου και το επέβλεπαν". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην αμέσως πιο πάνω κρίση του, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, όπως, ειδικότερα αυτά αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στις προμνημονευόμενες εκθέσεις.
VI. Κατά το άρθρο 6 § 1 της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974: "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ...".
Με το ανωτέρω άρθρο καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (Ολ.ΑΠ 22/2008).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι ορισμένος, αν στο αναιρετήριο προσδιορίζεται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τελευταίο πρόσθετο λόγο (έβδομο) κατά το πρώτο μέρος του, αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6§1 της σύμβασης της Ρώμης, επειδή το Εφετείο δεν ήταν δίκαιο και αμερόληπτο δικαστήριο. Στο αναιρετήριο, όμως, δεν αναφέρονται συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους παραβιάσθηκε η διάταξη αυτή και ειδικότερα οι λόγοι για τους οποίους το Εφετείο δεν ήταν δίκαιο και αμερόληπτο δικαστήριο.
Αναφέρεται μόνο ότι το Εφετείο υπέπεσε σε νομικά σφάλματα και ότι έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Όμως οι σχετικές αιτιάσεις που προβάλλονται με το λόγο αυτό προβλήθηκαν και με τους προαναφερθέντες λόγους της αναίρεσης, οι οποίοι κρίθηκαν απορριπτέοι και οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, δεν θεμελιώνουν παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλουν, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το αναιρεσίβλητο απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι οι διατάξεις των άρθρων 1041 και 1045 που καθιερώνουν την απόκτηση κυριότητας επί ακινήτου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
και έτσι παραβίασε αυτές. 0 λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο θεσμός της χρησικτησίας, που ίσχυε και κατά το Β.Ρ.Δ., απαντάται στις νομοθεσίες σχεδόν όλων των Ευρωπαϊκών Κρατών και έχει ως δικαιολογητικό λόγο την ασφάλεια των συναλλαγών και την ανάγκη της αξιοποίησης των οικονομικών αγαθών και άρα την ικανοποίηση του γενικού, ή κατ' άλλη έκφραση, του δημοσίου συμφέροντος, δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., οι οποίες προστατεύουν την ιδιοκτησία, όπως την προσδιορίζει αυτή ο κοινός νομοθέτης ο οποίος μπορεί και να θεσμοθετεί τις προϋποθέσεις κτήσεως και απώλειας αυτής στο πλαίσιο ικανοποιήσεως όχι μόνο του ατομικού αλλά και του γενικού συμφέροντος.
Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο πρόσθετο λόγο προβλήθηκαν και με τους προαναφερθέντες λόγους της αναίρεσης, οι οποίοι κρίθηκαν απορριπτέοι και οι οποίοι δεν θεμελιώνουν σε κάθε περίπτωση παραβίαση του άρθρου 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-4-2009 αίτηση και τους από 3-12-2010 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 63/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ