Supreme Court partially allows appeal against labor court decision regarding wage calculation periods under collective agreements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding wage calculations for a metal worker. The court found the lower court erred by applying a collective agreement to the employee from March 17, 1997, without explicitly justifying why the binding decree of July 10, 1997, applied to the specific period in question. Consequently, the Supreme Court annulled the contested decision and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 9(1-3), 11(2-3) of the Code of Civil Procedure; The lower court violates substantive law if it applies a binding collective agreement to a specific period without explicitly justifying the temporal scope of the decree's binding force on the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1134 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1134/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και διακριτικό τίτλο "TECOR Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετρόγλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλη Σαξώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 951/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4691/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 30-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως πρώτου, κατά το δεύτερο σκέλος, πέμπτου και ενάτου, κατά το τελευταίο μέρος, και την απόρριψη των λοιπών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρ. 117-118 του ίδιου κώδικα α)σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας μισθωτού, με την οποία ζητούνται διαφορές μεταξύ των αποδοχών τις οποίες ο εργαζόμενος δικαιούται κατ' εφαρμογή ΣΣΕ ή ΔΑ και εκείνων που του καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή πλην άλλων, οι αποδοχές που αυτός δικαιούται, μνημονευομένων και των τυχόν επιδομάτων και εκείνες τις οποίες έλαβε, ώστε να προκύπτει υπέρ αυτού διαφορά για το επίδικο χρονικό διάστημα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" με την έννοια της διατάξεως αυτής είναι και οι λόγοι της εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών.
Για να ιδρυθεί ο λόγος, πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Έτσι, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, προσελήφθη την 14.2.1997 μέχρι τέλους του έτους 1997 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη στην επισκευή και συντήρηση διαφόρων μηχανημάτων των "Ελληνικών Διϋλιστηρίων Ασπροπύργου ΑΕ", που είχε αναλάβει εργολαβικά η εργοδότρια εταιρεία, αντί ημερομισθίου 7100 δρχ.
για 8 ώρες εργασίας από Δευτέρα έως Παρασκευή, κατά τα λοιπά δε σύμφωνα με τους όρους και συμφωνίες της ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών βιοτεχνικών επιχειρήσεων επεξεργασίας μετάλλου όλης της χώρας και ότι η αναιρεσείουσα κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, που ίσχυσε η σύμβαση εργασίας του, οφείλει για διαφορές αποδοχών, αποζημίωσης υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης, αμοιβής εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και αποζημίωσης αδείας και επιδομάτων αδείας και εορτών, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.
Για τον υπολογισμό των πιο πάνω ποσών προσδιορίζει αναλυτικά τις αποδοχές και τις παροχές που εδικαιούτο με την επίκληση και των προσωπικών στοιχείων προσδιορισμού τους, καθώς και συγκεντρωτικά τα χρηματικά ποσά που έλαβε για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο, και συγκεκριμένα για ημερομίσθια, υπερωρίες, επιδόματα εορτών, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών εισφορών που καταβλήθηκαν στα ασφαλιστικά ταμεία.
Ζητούσε δε την επιδίκαση των διαφορών μεταξύ των ποσών που εδικαιούτο και εκείνων που έλαβε. Με αυτό το περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, που παρέλειψε να απαντήσει στον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αοριστίας των αγωγικών κονδυλίων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια των από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β και 14 του ΚΠολΔ λόγων αναιρέσεως, αφού ο ισχυρισμός αυτός, ως μη νόμιμος, δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, δεν είναι βάσιμος. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 ν.1876/1990, που ορίζει ότι οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, σε συνδυασμό και προς το άρθρο 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, προκύπτει ότι η Σ.Σ.Ε.
ισχύει μόνον έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει. Αν η Σ.Σ.Ε. επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της εκτείνεται και πέρα από τα πρόσωπα αυτά, πάντως όμως μέσα στα όρια της τοπικής της ισχύος, στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (Ολ.
ΑΠ 540/1981). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή μισθωτού που έχει αντικείμενο την επιδίκαση διαφορών μεταξύ καταβαλλομένων αποδοχών κλπ και οφειλομένων βάσει των οριζομένων από κλαδική Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α, που έχει την ίδια ισχύ, η οποία έχει επεκταθεί και έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, εκτός των άλλων στοιχείων, για τα οποία δεν πρόκειται στην προκειμένη υπόθεση, αρκεί vα αναφέρεται στην αγωγή το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί από το δικαστήριο αν πρόκειται για ομοειδή ή συναφή εκμετάλλευση με τις επιχειρήσεις του κλάδου που αφορά η Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α., ώστε να μπορούσε ο εργοδότης και ο ενάγων μισθωτός να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της, οπότε η ισχύς της επεκτείνεται και σ' αυτούς. Το στοιχείο αυτό δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο αγωγικό δικόγραφο, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, όπως συμβαίνει όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική ΣΣΕ, θεωρώντας αυτή δεσμευτική για τον εργοδότη του, διότι θα μπορούσε να είναι μέλος της συνδικαλιστικής οργάνωσης που μετείχε στη σύναψή της.
Στην περίπτωση που ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητεί ειδικά την ιδιότητά του ως μέλους της συνδικαλιστικής οργάνωσης που κατάρτισε την ΣΣΕ, ο εργαζόμενος υποχρεούται να επικαλεσθεί κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις, κατ' άρθρο 224 εδ. β' του ΚΠολΔ, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχείρησης, ώστε να κριθεί εάν πρόκειται για ομοειδή ή συναφή εκμετάλλευση με τις επιχειρήσεις του κλάδου που αφορά η ΣΣΕ ή ΔΑ.
Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, ενώ είχε υποχρέωση από τον νόμο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση για πλημμέλεια προερχομένη από παράβαση δικονομικής διατάξεως, δεν κήρυξε αυτά. Τέτοιο απαράδεκτο μπορεί να υπάρχει και από την αοριστία της αγωγής, την οποία το δικαστήριο οφείλει να απορρίψει αυτεπαγγέλτως ή κατ' ένσταση του εναγομένου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και συγκεκριμένα της αγωγής και των προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του πρωτοβάθμιο Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο τελευταίος εξέθετε ότι την 14.2.1997 συνήψε με την αναιρεσείουσα, η οποία είχε αναλάβει εργολαβικά την επισκευή και συντήρηση διαφόρων μηχανημάτων στα "Ελληνικά Διϋλιστήρια Ασπροπύργου ΑΕ", σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και προσλήφθηκε για να εργασθεί με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη, με ημερομίσθιο 7.160 δρχ.
για οκτάωρη εργασία από Δευτέρα έως Παρασκευή, κατά τα λοιπά δε, σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες των ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας εργατοτεχνιτών βιοτεχνικών επιχειρήσεων επεξεργασίας μετάλλου όλης της χώρας, οι οποίες άλλωστε ήταν εκ του νόμου εφαρμοστέες, διότι κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ο ίδιος ήταν μέλος του Συνδικάτου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου Πειραιά, Αττικής και Νήσων, η δε εργοδότρια εταιρεία θα μπορούσε να ήταν μέλος της ΓΣΕΒΕΕ, που τις προσυπέγραψε.
Ειδικότερα, με τις προτάσεις του ο αναιρεσίβλητος, συμπληρώνοντας παραδεκτώς την αγωγή στο σημείο αυτό, ανέφερε ότι η αναιρεσείουσα είναι μεταλλουργική βιοτεχνική επιχείρηση, διότι, κατά κύριο λόγο, αναλαμβάνει την εκτέλεση μηχανουργικών επισκευαστικών εργασιών, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση εργολαβικά τις εργασίες επισκευής και συντήρησης μηχανημάτων και μηχανολογικών εξαρτημάτων των "Ελληνικών Διϋλιστηρίων Ασπροπύργου".
Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού εκτίθενται όλα τα αναγκαία περιστατικά, βάσει των οποίων μπορεί να κριθεί αν η εναγομένη εργοδότρια εταιρεία συνιστά ομοειδή ή συναφή εκμετάλλευση με τις επιχειρήσεις του κλάδου που αφορά η ΣΣΕ και Δα και συνακόλουθα αν θα μπορούσε να είναι μέλος αυτών, με συνέπεια να καταλαμβάνεται από την ισχύ της εν λόγω κλαδικής ρύθμισης.
Το Εφετείο, επομένως, που έκρινε ορισμένη την αγωγή και, κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την ένσταση αοριστίας της εναγομένης και είχε απορρίψει την αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος και κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραπάνω πλημμέλεια, δεν είναι βάσιμος.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρ. 648 και 669 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρ. 9 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος εξέθετε στην αγωγή του ότι την 14-2-1997 με την αναιρεσείουσα, η οποία με σύμβαση έργου είχε αναλάβει την επισκευή και συντήρηση του μηχανολογικού εξοπλισμού των "Ελληνικών Διϋλιστηρίων Ασπροπύργου", κατάρτισε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και έργου μέχρι τέλους του έτους 1997 για να εργασθεί με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη στο παραπάνω έργο.
Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή είναι ορισμένη, διότι από τα εκτιθέμενα σε αυτήν προέκυπτε με σαφήνεια και χωρίς αμφιβολία το χρονικό σημείο, κατά το οποίο συμφωνήθηκε η λήξη της συμβάσεως, και του έργου, για το οποίο προσλήφθηκε και που ήταν το τέλος του 1997. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο του σκέλος από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, είναι αβάσιμος.
Επειδή, με το άρθρο 6 της από 14.2.84 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20.2.84 (ΦΕΚ Β', 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/83.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας, υπό την ανωτέρω έννοια, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και, συνεπώς, ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργάσιμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει, κατά τις ημέρες αυτές, το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν. 435/76, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών, υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.75 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν.133/75), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επί πλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.
Η υπερωριακή αυτή εργασία αμείβεται ανάλογα με τον χαρακτηρισμό της ως νόμιμης ή παράνομης. Ειδικώς, επί πενθημέρου, η πέραν των 45 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών τρίωρη κάθε εβδομάδα (48-45-3 ώρες) εργασία θεωρείται ως επιτρεπτή νόμιμη υπερωριακή εργασία (κατ' άρθρο 6 παρ. 2 εδ. β' της από 26.2.75 ΕΓΣΣΕ Ν.133/75), που δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης και αμείβεται σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 435/76, δηλαδή με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά 25%.
Η δε παράνομη εργασία, δηλαδή χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ΝΔ 515/70, αμείβεται σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 435/76 (δηλαδή με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, άρθρο 904 επ. ΑΚ) και την προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή και το Σάββατο δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία, αν δεν υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο όριο ημερήσιας απασχολήσεως.
Εξάλλου, για να έχει νομική πληρότητα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο αγωγής εργαζομένου, που έχει ως αίτημα την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, λόγω υπερβάσεως του χρόνου της συνολικής απασχολήσεως, θα πρέπει να αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ' εκάστη ημέρα απασχολήσεως.
Τέλος, με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, ελέγχεται η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, αρκεί ο σχετικός ισχυρισμός για την αοριστία της αγωγής να είχε προταθεί παραδεκτά και ορισμένα στο ουσιαστικό δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε, για τη θεμελίωση του αιτήματός του για πληρωμή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα ως μηχανοτεχνίτης με ημερομίσθιο 7.100 δρχ.
για οκτάωρη ημερήσια απασχόληση και πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία. Ότι εργαζόταν κατά κανόνα από Δευτέρα έως Σάββατο και εξαιρετικά τις Κυριακές επί 12 ώρες ημερησίως από 07.00 έως 19.00. Ότι εργάσθηκε πέραν του συμβατικού του εβδομαδιαίου ωραρίου κατά το χρονικό διάστημα από 14.2.1997 έως 16.3.1997 επί 56 ώρες, κατά το χρονικό διάστημα από 17.3.1997 έως 30.6.1997 επί 216 ώρες και κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.1997 έως 31.12.1997 επί 327 ώρες και ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει αμοιβή για την υπερεργασία και την υπερωριακή απασχόλησή του, σύμφωνα με τα λεπτομερώς εκτιθέμενα για κάθε είδους απασχόληση.
Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή ήταν ορισμένη, αφού αναφερόταν η διάρκεια της απασχόλησής του για κάθε εργάσιμη ημέρα πέραν του νόμιμου ωραρίου του και μπορούσε ευχερώς να διαπιστωθεί αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμου για τον χαρακτηρισμό των παραπάνω ωρών απασχόλησής του ως υπερεργασίας και νόμιμης ή παράνομης υπερωρίας.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου όγδοος λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
Επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος, μεταξύ άλλων, ζητούσε την επιδίκαση αποζημίωσηςα) για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν.δ. 435/1976 και τις διατάξεις του ΑΚ για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, β) για την εργασία του κατά τα Σάββατα, για μεν την απασχόλησή του επί οκτάωρο το νόμιμο ημερήσιο ημερομίσθιο, ενώ για την πέραν του οκταώρου απασχόλησή του αποζημίωση σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις περί παράνομης υπερωρίας και γ) για την εργασία του κατά τις Κυριακές, το ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 75% σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι δεν του παρασχέθηκε άλλη ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης προς αναπλήρωση της εργασίας κατά τις Κυριακές που εργάσθηκε. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη ως προς τη θεμελίωση των πιο πάνω αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ και ο ένατος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, δεν είναι βάσιμος.
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4, 6 παρ. 2 και 11 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αφορούν τους εργαζομένους σε περισσότερες ομοειδείς ή συναφείς εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις, ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, συνάπτονται δε μεταξύ πρωτοβάθμιων ή δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, που καλύπτουν εργαζομένους, ανεξάρτητα από επάγγελμα ή ειδικότητα, σε ομοειδές ή συναφείς επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις και εργοδοτικών οργανώσεων που εκπροσωπούν τον αντίστοιχο κλάδο στην τοπική έκταση ισχύος της κλαδικής ΣΣΕ.
Οι κλαδικές ΣΣΕ δεσμεύουν κατ' αρχήν τα μέλη των συμβαλλόμενων εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αλλά, αν η κλαδική ΣΣΕ κηρυχθεί, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, γενικώς υποχρεωτική, η ισχύς της επεκτείνεται σε όλους τους εργοδότες και τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της.
Κατά την έννοια δε της ως άνω διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 1 περ. β' του Ν.1976/1990, ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές περίπου συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών, συναφείς δε είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες, εις τρόπον ώστε να δικαιολογείται η ομοιόμορφη ρύθμιση των όρων εργασίας του προσωπικού που απασχολείται σε αυτές.
Εξάλλου, στην από 29.5.1996 ΣΣΕ και την 44/1997 ΔΑ, που συνήφθησαν και επέλυσαν συλλογική διαφορά αντιστοίχως, μεταξύ αφενός της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (ΠΟΕΜ) και αφετέρου α) της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος (ΓΣΕΒΕΕ), β) της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Βιοτεχνών Μετάλλου (ΠΟΒΜ) και γ) της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Βιοτεχνών Επισκευαστών Αυτοκινήτων και Μηχανημάτων (ΠΟΒΕΑΜ), για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων Μετάλλου των μεταλλουργικών βιοτεχνικών επιχειρήσεων όλης της χώρας, οι οποίες κηρύχθηκαν υποχρεωτικές, η μεν πρώτη με την 12454/21.8.1996 (ΦΕΚ Β' 820/4.9.1996) από 26.7.1996 και η δεύτερη με τη 1268/24.7.1997 (ΦΕΚ Β' 663/4.8.1997) από 10.7.1997, υπάγονται οι εργατοτεχνίτες και υπάλληλοι μετάλλου των πάσης φύσεως μεταλλουργικών επιχειρήσεων, καθώς και των τμημάτων παραγωγής, επεξεργασίας, συναρμολόγησης, συσκευασίας, επισκευής κλπ μετάλλων όλης της χώρας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Τέλος, επί επάλληλων αιτιολογιών, κύριων και επικουρικών, καθεμία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς και επομένως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσίβλητος είναι κατ' επάγγελμα μηχανοτεχνίτης και μέλος του Συνδικάτου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου Πειραιά - Αττικής και Νήσων, με προϋπηρεσία 34 ετών. Η αναιρεσείουσα είναι τεχνική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με τον διακριτικό τίτλο "TECOR Ε.Π.Ε." και με έδρα στην ... (επί των οδών ... και ...), που έχει ως αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τον καταστατικό της σκοπό, την με εργολαβικό αντάλλαγμα ανάληψη και εκτέλεση ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων και κατασκευών πάσης φύσεως στο εσωτερικό και το εξωτερικό.
Στα πλαίσια της ως άνω επιχειρηματικής της δραστηριότητας, έπειτα από σχετική σύμβαση έργου, η οποία καταρτίστηκε εγγράφως στις 31-01-1997, με αριθμ. πρωτ. .../1997, μεταξύ αυτής και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Διυλιστήρια Ασπροπύργου Α.Ε.", ανέλαβε να διαθέτει στην τελευταία τεχνικούς, μηχανοτεχνίτες, ηλεκτροτεχνίτες και βοηθούς τεχνίτες απολογιστικού για την εκτέλεση από αυτήν (ΕΛ.Δ.Α.
Α.Ε.), με αυτεπιστασία, εργασιών επισκευής και συντήρησης στις μηχανολογικές εγκαταστάσεις της στον ... . Για την εκτέλεση δε του ως άνω αναληφθέντος έργου, η αναιρεσείουσα εργολήπτρια εταιρεία, που είναι γνωστή στις συναλλαγές με τον ως άνω διακριτικό τίτλο ("TECOR Ε.Π.Ε."), για την ανάληψη τέτοιου είδους εργολαβιών παροχής ειδικευμένων τεχνιτών σε επισκευαστικές εργασίες του μηχανολογικού εξοπλισμού βιομηχανικών μονάδων, προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (που καταρτίσθηκε εγγράφως στην ...
την 13-02-1997) τον αναιρεσίβλητο, επαγγελματία μηχανοτεχνίτη, προκειμένου αυτός να προσφέρει τις υπηρεσίες του, με την εν λόγω ιδιότητά του, στις μηχανουργικές επισκευαστικές εργασίες των εγκαταστάσεων της παραπάνω εργοδότριας εταιρείας, στην οποία και τον παραχώρησε, κατόπιν αποδοχής του ιδίου, με έγκυρη σχέση δανεισμού εργαζομένου.
Περαιτέρω, προέκυψε, συνεχίζει το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη για να εργασθεί με την ανωτέρω ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη, με ημερήσιο οκτάωρο ωράριο και με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία από Δευτέρα έως και Παρασκευή, με ημερομίσθιο που ορίσθηκε στο ποσό των 7.100 δρχ. για την οκτάωρη εργασία του, πλέον ποσού 2.100 δρχ.
για κάθε ώρα πρόσθετης απασχόλησης που θα πραγματοποιούσε. Επί πλέον, συμφωνήθηκε προφορικά, κατά την πρόσληψή του, ότι θα ισχύσουν, κατά τα λοιπά, οι όροι αμοιβής οι καθοριζόμενοι για την ειδικότητά του από την ισχύουσα κατά την χρονική περίοδο της απασχόλησής του ΣΣΕ και ΔΑ των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων μετάλλου των πάσης φύσεως μεταλλουργικών βιοτεχνικών επιχειρήσεων.
Η προφορική δε συμφωνία των μερών, κατά την σύναψη της ατομικής εργασιακής σύμβασης του αναιρεσιβλήτου, για εφαρμογή της παραπάνω σχετικής με την επαγγελματική του ειδικότητα ΣΣΕ, αποδείχθηκε βασίμως από την αξιόπιστη κατάθεση του προσληφθέντος και απασχοληθέντος κατά τον ίδιο χρόνο στο ίδιο έργο μάρτυρα απόδειξης, που συνιστά ασφαλέστερο αποδεικτικό στοιχείο σε σχέση με την αντίθετη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, από την οποία δεν συνάγεται άμεση γνώση και προσωπική παρουσία αυτού κατά την υπογραφή της ένδικης εργασιακής συμβάσεως.
Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, η πιο πάνω κλαδική ΣΣΕ των εργατοτεχνιτών μετάλλου τυγχάνει εφαρμοστέα όχι μόνον ως προϊόν προφορικής συμφωνίας των διαδίκων, αλλά και ως αρμόζουσα εκ του νόμου στην υπό ρύθμιση εργασιακή σχέση. Και αυτό, διότι η αναιρεσείουσα, όπως και η ίδια ρητά συνομολογεί, είναι κατ' αρχήν τεχνική εταιρεία που έχει, πλην άλλων, ως καταστατικό σκοπό την με εργολαβικό αντάλλαγμα ανάληψη και εκτέλεση ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων και κατασκευών πάσης φύσεως στο εξωτερικό και το εσωτερικό, ενώ αντίστοιχα στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω ΣΣΕ και ΔΑ, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές, υπάγονται και οι έκτακτοι εργατοτεχνίτες ορισμένου χρόνου και έργου, που απασχολούνται σε διάφορες κατασκευαστικές ή επισκευαστικές εργασίες και σε διάφορες επιχειρήσεις επεξεργασίας, συναρμολόγησης, επισκευής κλπ μετάλλου.
Από τον καταστατικό σκοπό, συνεπώς, της εργοδότριας εταιρείας αλλά και από το πεδίο εφαρμογής των ΣΣΕ και ΔΑ, που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι πρόκειται για επιχείρηση συναφή με τις μεταλλουργικές επιχειρήσεις, εφόσον αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας είναι οι μηχανολογικές εργασίες και ιδίως οι εργασίες επισκευής και συντήρησης του μηχανολογικού εξοπλισμού βιομηχανικών μονάδων, όπως και το έργο που είχε αναλάβει στην ερευνώμενη υπόθεση, έτσι ώστε, παρότι δεν τυγχάνει μέλος των συμβληθεισών στην υπογραφή των ΣΣΕ εργοδοτικών οργανώσεων, να καταλαμβάνεται από την ισχύ αυτών ως συναφής επιχείρηση, υπαγόμενη στον αυτό εν γένει επιχειρηματικό κλάδο με τις συμβληθείσες συνδικαλιστικές οργανώσεις και να εφαρμόζονται συνακόλουθα στους μισθωτούς της εργατοτεχνίτες, όπως ο αναιρεσίβλητος, οι συλλογικές ρυθμίσεις για τους εργατοτεχνίτες των μηχανουργικών επισκευαστικών επιχειρήσεων.
Με το να δεχθεί το Εφετείο, με την πρώτη ως άνω κύρια αιτιολογία, ότι, κατά την σύναψη της συμβάσεως εργασίας μεταξύ των διαδίκων, το ημερομίσθιο ορίσθηκε στο ποσό των 7.100 δρχ. για την οκτάωρη εργασία και 2.160 δρχ. για κάθε ώρα πρόσθετης απασχόλησης που θα πραγματοποιούσε, επί πλέον δε ότι συμφωνήθηκε ότι θα ισχύσουν, κατά τα λοιπά, οι όροι αμοιβής οι καθοριζόμενοι για την ειδικότητά του από την ισχύουσα κατά τη χρονική περίοδο της απασχόλησής του ΣΣΕ και ΔΑ των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων μετάλλου των πάσης φύσεως μεταλλουργικών βιοτεχνικών επιχειρήσεων, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμφωνίας περί του τρόπου ρύθμισης των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, διότι η κρίση ότι συμφωνήθηκε ορισμένο ημερομίσθιο και ορισμένη αμοιβή για κάθε ώρα πρόσθετης απασχόλησης και επί πλέον ότι, κατά τα λοιπά, θα ισχύουν οι όροι αμοιβής, που καθορίζονται από την ισχύουσα κατά την χρονική περίοδο της απασχόλησης του πιο πάνω ΣΣΕ και ΔΑ, δεν ενέχει αντίφαση αλλά σαφή παραδοχή ότι η σχετική ΣΣΕ και ΔΑ τυγχάνει εφαρμογής για τον υπολογισμό των αποδοχών του εργαζομένου, εφόσον τα αναφερόμενα σε αυτές όρια διαφοροποιούνται από τα συμφωνηθέντα ποσά ημερομισθίου και αμοιβής για κάθε πρόσθετη εργασία.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ως προς την προαναφερθείσα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, δεν είναι βάσιμος. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι προαναφερόμενες ΣΣΕ και ΔΑ έχουν εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση, διότι πρόκειται για επιχείρηση συναφή με μεταλλουργικές επιχειρήσεις, εφόσον αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας είναι οι μηχανολογικές εργασίες και ιδίως εργασίες επισκευής και συντήρησης μηχανολογικού εξοπλισμού βιομηχανικών μονάδων κι επομένως (η αναιρεσείουσα), αν και δεν είναι μέλος των συμβληθεισών εργοδοτικών οργανώσεων, ως συναφής με αυτές επιχείρηση, καταλαμβάνεται από τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των εν λόγω ΣΣΕ και ΔΑ και τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4, 6 παρ. 2, 11 παρ. 2 και 3 του Ν. 1876/1990, αλλά και του άρθρου 22 του Ν. 2956/2001, την οποία, παρότι δεν μνημονεύει, εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού δεν ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο.
Ενόψει όμως του ότι οι κύριες αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τις οποίες κρίθηκε ότι οι διάδικοι συμφώνησαν την εφαρμογή των πιο πάνω ΣΣΕ και ΔΑ στην εργασιακή σχέση που τους συνέδεε και οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό, πλήττονται ανεπιτυχώς με την αναίρεση, ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της αποφάσεως, είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 έως 465 του ΚΠολΔ, εγγράφου και όχι διαδικαστικών εγγράφων της δίκης για την υπόθεση, όπως είναι η αγωγή, που αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, καθώς και οι προτάσεις που υπέβαλαν οι διάδικοι στο δικαστήριο.
Επομένως, α)ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο του μέρος και κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αγωγής με το να δεχθεί εσφαλαμένα ότι σε αυτό περιέχονται όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος στοιχεία, β)ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αγωγής σχετικά με την επικαλούμενη σε αυτήν (αγωγή) συμφωνία περί της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου και γ)ο ένατος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αγωγής με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι σε αυτήν εμπεριέχεται το στοιχείο της ακυρότητος για την παράνομη υπερωριακή εργασία του αναιρεσιβλήτου, καθώς και για την εργασία του κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και επιδίκασε τα σχετικά κονδύλια από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Επειδή, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασης αυτής (Ολ. ΑΠ 16/2000). Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.
β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την εμπεριεχόμενη στην αγωγή ομολογία του αναιρεσιβλήτου ότι η αμοιβή του ρυθμίστηκε εξαντλητικά κατά την πρόσληψή του με τη συμφωνία ότι το ημερομίσθιό του ανέρχεται σε 7.100 δρχ. και το ωρομίσθιο του σε 2.100 δρχ. για κάθε ώρα πρόσθετης εργασίας και ότι ΣΣΕ (των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων μετάλλου) θα εφαρμόζεται ως προς του λοιπούς, δηλαδή τους θεσμικούς όρους, είναι πρωτίστως απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με τη φύση της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ότι η εργασιακή σύμβαση του τελευταίου, αν και ορίσθηκε και καταγγέλθηκε ως σύμβαση αόριστης διάρκειας, έφερε, σε αντίθεση με τον σχετικό γραπτό όρο αυτής, όπως από την φύση και τον σκοπό της προκύπτει, χαρακτηριστικά συμβάσεως ορισμένου χρόνου, η λήξη της οποία μάλιστα συνέπιπτε με την ολοκλήρωση του αναληφθέντος από την εργοδότρια έργου.
Η ανωτέρω δικαστική κρίση συνάγεται αξιόπιστα από την κατάθεση του πρωτοδίκως εξετασθέντος μάρτυρα αποδείξεως, ο οποίος, ως μισθωτός της ίδιας εργοδότριας, που απασχολήθηκε με τις αυτές εργασιακές συνθήκες στο ίδιο έργο, αναφέρθηκε, από προσωπική γνώση και αντίληψη στην ορισμένη χρονική διάρκεια των παρεχόμενων υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου.
Το ίδιο, άλλωστε, γεγονός επιβεβαιώθηκε έμμεσα και από τον μάρτυρα ανταπόδειξης, που, ως υπεύθυνος του προσωπικού τότε της αναιρεσείουσας, υποστήριξε ότι αυτού του είδους οι μισθωτοί εκάλυπταν έκτακτες και όχι διαρκείς και μόνιμες ανάγκες της επιχειρήσεώς της, ενώ, επίσης, συναρτάται άμεσα και με την ορισθείσα έως 31-12-1997 χρονική διάρκεια ισχύος της ως άνω συμβάσεως έργου, στη λήξη της οποίας συντελέσθηκε πράγματι και η απόλυση του αναιρεσιβλήτου.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ. Ειδικότερα, το Δικαστήριο κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου ήταν ορισμένης διάρκειας, η οποία μάλιστα συναρτάτο ευθέως με την ορισθείσα έως 31.12.1997 χρονική διάρκεια ισχύος της συμβάσεως έργου που είχε συναφθεί μεταξύ αναιρεσείουσας και "Ελληνικά Διϋλιστήρια Ασπροπύργου ΑΕ" και στο οποίο απασχολήθηκε ο αναιρεσίβλητος.
Ούτε με την εφαρμογή των προβλεπόμενων από τις διατάξεις της οικείας ΣΣΕ αυξημένων αποδοχών των επί σχέσει εργασίας ορισμένου χρόνου απασχολουμένων μηχανοτεχνιτών έναντι των επί σχέσει εργασίας αορίστου χρόνου, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος περί ίσης αμοιβής για όμοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας και περί ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων ή τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ περί κατ' αρχήν συνάψεως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και μη διαφοροποίησης της αμοιβής μεταξύ εργαζομένων, αορίστου και ορισμένου χρόνου.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, δεν είναι βάσιμος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από τα πράγματα, όχι όμως όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μορφώσει τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο, κατά το τρίτο μέρος, λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η σύμβαση του αναιρεσιβλήτου έφερε τον χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου, η λήξη της οποίας μάλιστα συνέπιπτε με την ολοκλήρωση του αναληφθέντος από την αναιρεσείουσα έργου (31.12.1997), οπότε και συντελέσθηκε πράγματι η απόλυσή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο:
α) της .../31.1.1997 συμβάσεως, που συνήφθη μεταξύ αυτής και των Ελληνικών Διϋλιστηρίων Ασπροπύργου, και ιδίως τους όρους 1, 2, 7 και 19, από τους οποίους προκύπτει αναμφισβήτητα ότι η διάρκεια του έργου που είχε αναλάβει δεν ήταν εκ των προτέρων γνωστή, αφού συναρτάτο κατ' αρχήν με την επάρκεια του προϋπολογισθέντος κονδυλίου, συνολικής δαπάνης 346.000.000 δρχ.
και ούτε ήταν ως εκ της φύσεως του έργου προσδιορισμένη χρονικά ή κατ' άλλον τρόπο, η δε πρόσληψη και απόλυση μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε κατ' αίτηση των Ελληνικών Διϋλιστηρίων Ασπροπύργου και κατά την απόλυτη κρίση τους και β) της από 13.2.1997 έγγραφης σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, στον όρο 2 της οποίας οριζόταν ότι η διάρκεια της παρούσας συμβάσεως είναι αορίστου χρόνου.
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα εκτιμήθηκαν κατά το περιεχόμενό τους ως αποδεικτικά στοιχεία μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, με συνέπεια το Εφετείο να σχηματίσει τη γνώμη του, όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο αυτών.
Επομένως, ο κρινόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Η επίκληση αυτή, μπορεί να γίνει στο Εφετείο είτε με τις ενώπιον αυτού προτάσεις κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφασή του, είτε με αναφορά, με τις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων της προηγούμενης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδείξεων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (Ολ.ΑΠ 9/2000). Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.
Ειδικότερα, η αναφορά στις προτάσεις της πρωτόδικης δίκης και η ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων. Δεν χωρεί όμως αναίρεση στην εν λόγω περίπτωση, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε προσκομισθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, έγινε επίκληση εκ μέρους του των προσκομισθέντων εγγράφων και συγκεκριμένα, όπως εκθέτει "τις προσκομιζόμενες σε δέσμη και επικαλούμενες ογκώδεις καταστάσεις εργασίας μου (σχετ. 7), τις οποίες έλαβα από τα "Ελληνικά Διϋλιστήρια Ασπροπύργου ΑΕ" (παρ. 7 των προτάσεων).
Όσον αφορά τα ασφαλιστικά βιβλιάρια του ΙΚΑ και του Επικουρικού Ταμείου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου του αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο στηρίχθηκε για την κρίση του περί της προϋπηρεσίας του εργαζομένου, κυρίως σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και όχι μόνο στα ανωτέρω, όπως συνάγεται από την οικεία παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο εργαζόμενος γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα την προϋπηρεσία του, με την προσκομιδή και επίδειξη κατά τον χρόνο της πρόσληψής του των ασφαλιστικών του βιβλιαρίων, όπως επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του πρωτοδίκως εξετασθέντος μάρτυρά του, και η οποία επίδειξη αποτελεί κατά τον 13ο όρο της έγγραφης ατομικής του συμβάσεως τον τρόπο απόδειξης της προϋπηρεσίας του και της συνακόλουθης εμπειρίας του.
Επομένως, με το να λάβει αυτά υπόψη το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη αληθώς από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
Επειδή, με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο του μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η προϋπηρεσία του αναιρεσιβλήτου αποδείχθηκε από τα ασφαλιστικά του βιβλιάρια, παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτών, αφού από τα ασφαλιστικά βιβλιάρια δεν προέκυπτε ούτε η ειδικότητα του ασφαλισμένου ούτε το όνομα του εργοδότη.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα εκτιμήθησαν κατά το περιεχόμενό τους ως αποδεικτικά στοιχεία μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα και το Εφετείο σχημάτισε την γνώμη του όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο αυτών. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της γνωστοποίησης από τον αναιρεσίβλητο της προϋπηρεσίας του, αφού η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε ειδικώς ότι έγινε τέτοια γνωστοποίηση και η προϋπηρεσία δεν προκύπτει από τα ασφαλιστικά βιβλιάρια.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, με την επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, είναι σαφές.
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα, σε σχέση με την αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τα Σάββατα και Κυριακές. Ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο καθ' όλη την επίδικη χρονική περίοδο από Δευτέρα έως Παρασκευή, επί 10,5 ώρες ημερησίως.
Η απασχόλησή του πέραν των 48 ωρών εβδομαδιαίως αποτελεί παράνομη υπερωρία, αφού πραγματοποιήθηκε χωρίς άδεια ή αναγγελία προς την αρμόδια αρχή και πρέπει να αμειφθεί βάσει του νομίμου ωρομισθίου, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με πρόσθετη αποζημίωση ίση με το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου.
Ακόμη, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε υπό καθεστώς υποχρεωτικά τηρητέου συστήματος πενθήμερης εργασίας, κατά τις αναφερόμενες αναλυτικά ημέρες του Σαββάτου, με οκτάωρη απασχόληση (από 07.00 έως 14.00 ώρα), για την οποία δικαιούται ένα ημερομίσθιο κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και κατά τις επίσης αναλυτικά αναφερόμενες ημέρες του Σαββάτου, επί δίωρο πέραν του οκταώρου, που συνιστά παράνομη υπερωριακή εργασία και δικαιούται την κατά τα άνω αποζημίωση για την παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος εργάσθηκε και τρεις (3) Κυριακές επί 12 ώρες καθεμία, χωρίς η εργοδότρια εταιρεία να του χορηγήσει αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εκάστοτε επόμενης εβδομάδας και, συνεπώς, δικαιούται για μεν την οκτάωρη εργασία ένα ημερομίσθιο, προσαυξημένο κατά 75% κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, και για την τετράωρη κατά τις εν λόγω Κυριακές παράνομη υπερωριακή εργασία το νόμιμο ωρομίσθιο, με προσαύξηση 100% κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού σαφώς δέχεται ότι η παρασχεθείσα κατά τα άνω εργασία και απασχόληση ήταν παράνομη και για τον λόγο αυτόν οφείλεται η προαναφερόμενη αμοιβή κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Ούτε συνιστά αντίφαση η παραδοχή ότι, για τη νόμιμη οκτάωρη απασχόλησή του εκάστη ημέρα Σαββάτου, δικαιούται ένα ημερομίσθιο κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι η λέξη "νόμιμη" αντιδιαστέλλεται προς την παρασχεθείσα πέραν του οκταώρου υπερωριακή εργασία της ίδιας ημέρας. Επομένως, ο ένατος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, δεν είναι βάσιμος.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2 εδ. γ' της 19040/1981 ΥΑ, 3 παρ. 1 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του Ν. 4505/1966, στις τακτικές αποδοχές με τις οποίες υπολογίζονται τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και οι αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας περιλαμβάνονται και η αμοιβή για υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή εργασία, εφόσον καταβάλλονται σταθερά και μόνιμα ως νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, δεν ιδρύεται στην περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο και ως εκ τούτου μη ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 40/88).
Εν προκειμένω, με τους δέκατο και ενδέκατο λόγους αναιρέσεως, κατά το πρώτο τους μέρος, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του νομίμως προταθέντα ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγής ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης επιδομάτων εορτών και αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας, καθώς δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή κατά τούτο και ειδικότερα ότι συνυπολογίζει την αναλογία της αμοιβής για υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή απασχόληση προς εξεύρεση των οφειλόμενων επιδομάτων Πάσχα και Χριστουγέννων και αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας του έτους 1997, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα με βάση πόσες ώρες και με ποία αμοιβή προέβη στον υπολογισμό αυτόν.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος εκθέτει, εκτός άλλων, ότι απασχολείτο όλες τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας από 07.00 έως 19.00 ώρα, πραγματοποιώντας τις αναγραφόμενες αναλυτικά ώρες υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης, ότι η αμοιβή του για την πιο πάνω παροχή εργασίας ανέρχεται στα αναγραφόμενα επίσης αναλυτικά χρηματικά ποσά και υπολογίζει το επίδομα Πάσχα και Χριστουγέννων του έτους 1997 με βάση τα ημερομίσθια που αναλογούν στο αντίστοιχο κατά νόμο χρονικό διάστημα που εργάσθηκε, συνυπολογίζοντας και την αναλογία υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας στα ποσά των 4.920 δρχ.
για το επίδομα Πάσχα και των 5.093 δρχ. για το επίδομα Χριστουγέννων, τη δε αποζημίωση αδείας και το επίδομα αδείας, με βάση τα ημερομίσθια που αναλογούν στο κατά νόμο χρονικό διάστημα που εργάσθηκε, συνυπολογίζοντας και την αναλογία υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας στο ποσό των 5.093 δρχ. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή, κατά τα ερευνώμενα κονδύλια των επιδομάτων εορτών και αποζημίωσης αδείας και επιδόματος αδείας, είναι επαρκώς ορισμένη, διότι περιέχει τα στοιχεία εκείνα που τα θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδικότερη αναφορά στις ώρες και στην αμοιβή, με βάση τις οποίες έγινε η συνυπολογισμός της υπερεργασίας και της υπερωριακής εργασίας από τον εργαζόμενο, αφού τα περιστατικά αυτά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητα των κονδυλίων.
Επομένως, το Εφετείο, που δεν απάντησε στον σχετικό ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, που προέβαλε η αναιρεσείουσα, ο οποίος, κατά τα άνω, δεν ήταν νόμιμος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά ούτε και στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια και οι κρινόμενοι λόγοι αναιρέσεως δεν είναι βάσιμοι.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων που ορίζονται από τη διάταξη που εφαρμόσθηκε ή περί μη συνδρομής αυτών, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τα κονδύλια των επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημιώσεως αδείας, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, του οποίου η εργασιακή σχέση διήρκεσε από 14.2.1997 έως 31.12.1997, δικαιούται ως αποζημίωση αδείας δύο ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησής του και συγκεκριμένα 21 ημερομίσθια, καθώς επίσης και ανάλογο επίδομα αδείας και συγκεκριμένα για την αναλογία αποζημιώσεως αδείας έπρεπε να λάβει το ποσό των 441.504 δρχ. (δηλαδή 17.715 δρχ.
ημερομίσθιο + 3.309 δρχ. (που αντιστοιχεί στον μέσο όρο αμοιβής της υπερεργασίας και της νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, στη διάρκεια του συνόλου των 320 ημερών της εργασιακής σχέσης αυτού, ήτοι 684.940 δρχ. η υπερεργασία + 373.848 δρχ. η νόμιμη υπερωρία = 1.058.788 δρχ.: 320 ημέρες) = 21.024 δρχ. το συνολικό ημερομίσθιο Χ 21 ημερομίσθια = 441.504 δρχ.) και για επίδομα αδείας το ποσό των 273.312 δρχ. (δηλαδή 21.024 δρχ.
το συνολικό ως άνω ημερομίσθιο Χ 13 ημερομίσθια). Επίσης, για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων δικαιούται το ποσό των 547.500 δρχ., που αντιστοιχεί με 25 ημερομίσθια και ειδικότερα 17.715 δρχ. το ημερομίσθιο + 3.309 δρχ. αναλογία υπερεργασίας και νόμιμης υπερωρίας = 21.024 δρχ. (Χ 0,04166 η αναλογία επιδόματος αδείας) + 875 δρχ. = 21.900 δρχ.
Χ 25 ημερομίσθια = 547.500 δρχ. και για αναλογία επιδόματος Πάσχα του ίδιου έτους 1997 δικαιούται το ποσό των 202.122 δρχ., που αντιστοιχεί σε 9,5 ημερομίσθια και συγκεκριμένα 17.116 δρχ. ημερομίσθιο + 3.309 δρχ. αναλογία υπερεργασίας και νόμιμης υπερωρίας = 20.425 δρχ. + αναλογία επιδόματος αδείας 851 δρχ. = 21.276 δρχ. Χ 9,5 ημερομίσθια = 202.122 δρχ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς τον συνυπολογισμό της αμοιβής για υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, προσδιορίζοντας επακριβώς το ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε μία από τις αιτίες αυτές, όπως εκτίθενται αναλυτικά στον υπολογισμό της αποζημιώσεως αδείας και ο οποίος, όπως συνέπεται και προκύπτει, ισχύει και για τον υπολογισμό των επιδομάτων αδείας και εορτών.
Επίσης, από το σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως από τις παραδοχές ότι α) προσέφερε τις υπηρεσίες του "συνεχώς κατά το χρονικό διάστημα από της προσλήψεώς του (14.2.1997) μέχρι την 31.12.1997, που απολύθηκε λόγω λήξεως της εργασιακής του σχέσεως", β) εργαζόμενος "σε όλη την ένδικη εργασιακή περίοδο (14.02 έως 31.12.1997), κατά τα άνω, 10,5 ώρες ημερησίως κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (Δευτέρα έως Παρασκευή), πραγματοποιούσε συνολική εβδομαδιαία εργασία 52,5 ώρες" και με βάση αυτή την εργασία επιδίκασε αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση για όλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα και γ) δεν είχε συμπληρώσει μέχρι την ημέρα της απολύσεώς του βασικό χρόνο για τη δημιουργία δικαιώματος αδείας, συνάγεται σαφώς ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έλαβε άδεια αναψυχής.
Επομένως, οι δέκατος και ενδέκατος λόγοι αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος τους από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, δεν είναι βάσιμοι.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι, δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει την από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος, όμως, αναιρέσεως είναι απαράδεκτος όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δωδέκατο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες με επίκληση μηνιαίες καταστάσεις ασφάλισης προσωπικού (μισθολόγια ΙΚΑ) αυτής, από τις οποίες προκύπτει ότι η τελευταία κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ημερομίσθιο 7.353 δρχ.
και όχι 7.100 δρχ., που δέχθηκε το Εφετείο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι πρωτίστως απορριπτέος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενόμενη επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αυτή πρότεινε, εκτός άλλων, ένσταση εξοφλήσεως των πάσης φύσεως αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, ισχυριζομένη ότι κατέβαλε σε αυτόν το συνολικό ποσό των 3.596.099 δρχ.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε το υπό του αναιρεσιβλήτου συνομολογούμενο με την αγωγή του ως εισπραχθέν υπέρτερο ποσό των 4.309.617 δρχ. Επομένως, η αποδιδόμενη με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως αιτίαση ουδεμία ουσιώδη επίδραση ασκεί στο ζήτημα των αποδοχών που ο εργαζόμενος ελάμβανε κατά την χρονική περίοδο που διήρκεσε η εργασιακή του σχέση και που του κατέβαλε συνολικά και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα χωρίς να διαλάβει καθόλου αιτιολογίες ή διέλαβε αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.
Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη ή αόριστη ή για άλλον τυπικό λόγο ή ως μη νόμιμη (Ολ. ΑΠ 44/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων δικογράφων και αποφάσεων, σχετικά με την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να απαιτήσει την επιδίκαση των ενδίκων αξιώσεών του, η αναιρεσείουσα είχε ισχυρισθεί πρωτοδίκως και κατ' έφεση ότι ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσεως ούτε και επιφυλάχθηκε, κατά την υπογραφή των μισθολογικών καταστάσεων ή κατά την απόλυσή του, για μη καταβολή νόμιμων ένδικων αμοιβών, έτσι δε της δημιουργήθηκε από την αδράνειά του η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα υποβάλει μελλοντικά τέτοιες απαιτήσεις και μάλιστα στην εκπνοή του χρόνου της παραγραφής, οι οποίες αποβαίνουν ιδιαίτερα επαχθείς γι' αυτήν, με αποτέλεσμα η άσκηση του δικαιώματος αυτού να είναι καταχρηστική.
Το Εφετείο απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για τη θεμελίωση της ενστάσεως του άρθρου 281 του ΑΚ. Κατά συνέπεια, ο δέκατος τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του ΑΚ, διότι δεν διέλαβε καθόλου, άλλως διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή κατά το άρθρο 655 του ΑΚ., επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση, μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στον χρόνο έως τη λήξη.
Εξ άλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά τον νόμο ή τη σύμβαση στον μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. 'Αρα, μισθό, υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων, αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στον μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εργασίας του μισθωτού.
Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε, με μόνη την πάροδο αυτής, να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του ΑΚ και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδαφ. α' του ΑΚ.
Εξ άλλου, ασχέτως του άρθρου 655 του ΑΚ, για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του Ν.Δ. 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30ή Απριλίου και η λήξη το αργότερο του οικείου έτους, αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες.
Ειδικότερα, ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ μισθού υπό στενή και υπό ευρεία έννοια, με περιορισμό της εφαρμογής των ως άνω κανόνων μόνο στον πρώτο, τα δε από τον νόμο απαιτούμενα περαιτέρω περιστατικά για τον προσδιορισμό των ως άνω αξιώσεων του μισθωτού δεν ανάγονται στον καθορισμό της ημέρας καταβολής τους, που είναι επακριβώς βάσει των ορισμών του νόμου καθορισμένη, αλλά στη γένεση και στο ύψος των αξιώσεων αυτών, ήτοι σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας.
Το εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη. Απλώς το ανεκκαθάριστο της απαιτήσεως θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση καταλυτική, κατά το άρθρο 342 του ΑΚ, της υπερημερίας του οφειλέτη για έλλειψη υπαιτιότητάς του, λόγω εύλογων αμφιβολιών του περί την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους.
Τα ανωτέρω επιρρωνύονται και από το ότι ο νόμος (άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 1082/1980) επιβάλλει στον εργοδότη τη χορήγηση στον μισθωτό, κατά την εξόφληση, σημειώματος αναλυτικού των πάσης φύσεως αποδοχών του και όχι μόνο του υπό στενή έννοια μισθού του (Ολ. ΑΠ 39/2002, 40/2002). Αντίθετα, δεν αποτελούν μισθό, ούτε εν ευρεία εννοία, οι αποζημιώσεις κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και οι προσαυξήσεις, αστικές ποινές που υποχρεούται να καταβάλλει ο εργοδότης στον μισθωτό για παράνομη εργασία, ήτοι για παράνομη υπερωριακή εργασία, εργασία παρά τον νόμο τις Κυριακές, κατά τις οποίες δεν επιτρέπεται εργασία, κατά τις ημέρες που ο μισθωτός δικαιούται εβδομαδιαίας ανάπαυσης λόγω νόμιμης εργασίας του κατά τις Κυριακές κλπ, αφού αυτές δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία.
Για τα χρέη αυτά, που δεν απορρέουν από τη νόμιμη παροχή εργασίας, δεν οριζόταν από νόμο δήλη ημέρα πληρωμής τους και οι τόκοι γι' αυτά αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής ή την τυχόν προηγηθείσα όχληση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι οι αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου ανέρχονται συνολικά σε 7.583.319 δρχ.
και ειδικότερα 3.600.735 δρχ. για δεδουλευμένα ημερομίσθια, 684.940 δρχ. για αμοιβή υπερεργασίας, 373.848 δρχ. για αμοιβή νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, 831.600 δρχ. για αμοιβή παράνομης υπερωριακής εργασίας, 498.582 δρχ. για αμοιβή εργασίας κατά τα Σάββατα, 129.176 δρχ. για αμοιβή εργασίας κατά τις Κυριακές, 44.504 δρχ. για αποζημίωση αδείας, 223.312 δρχ.
για επίδομα αδείας, 547.500 δρχ. για επίδομα Χριστουγέννων και 202.192 δρχ. για επίδομα Πάσχα. Έναντι του προαναφερθέντος ποσού, η αναιρεσείουσα είχε καταβάλει τμηματικά το συνολικό ποσό των 4.309.617 δρχ. και συγκεκριμένα 2.452.543 δρχ. για ημερομίσθια, 1.984.500 δρχ. για αμοιβή πρόσθετης υπερωριακής απασχόλησης, 74.158 δρχ.
για επίδομα Πάσχα, 206.050 δρχ. για επίδομα Χριστουγέννων και 107.146 δρχ. για επίδομα αδείας και την υποχρέωσε να καταβάλει ως υπόλοιπο των εν λόγω αξιώσεών του το ποσό των 3.273.702 δρχ. (7.583.319 - 4.309.617) με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της απολύσεώς του, δηλαδή από 1.1.1998, αφού οι παραπάνω αξιώσεις, που συνιστούν εν ευρεία εννοία μισθό, ήταν καταβλητέες, όχι μόνο από την τασσόμενη από τον νόμο δήλη ημέρα καταβολής για κάθε είδος μερικότερης παρεχόμενης εργασίας, αλλά σε κάθε περίπτωση από τη λήξη της εργασιακής σύμβασης.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την παραπάνω διάταξη του άρθρου 655 του ΑΚ, καθόσον αφορά την έναρξη τόκων επί των ποσών που επιδικάσθηκαν για παράνομη εργασία, δηλαδή για παράνομη υπερωριακή απασχόληση και εργασία παρά τον νόμο κατά τις Κυριακές, που απασχολήθηκε χωρίς να του χορηγηθεί άλλη ημέρα αναπαύσεως και τα οποία ποσά που αφορούν την εν λόγω αξίωση δεν προσδιορίζονται επακριβώς.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, καθώς και ο ένατος λόγος αναιρέσεως, κατά το τελευταίο μέρος, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας (και οι εξομοιούμενες προς αυτές Διαιτητικές Αποφάσεις), δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες, που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες, που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 και 3 του Ν. 1876/1990 η ισχύς της συλλογικής συμβάσεως εργασίας αρχίζει από την ημέρα της κατάθεσής της στην αρμόδια υπηρεσία και λήγει με την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ορίσουν για τη συλλογική σύμβαση εργασίας αναδρομική ισχύ έως την ημέρα της λήξης ή της καταγγελίας της προηγούμενης συλλογικής σύμβασης εργασίας, από την οποία αρχίζει να υπολογίζεται η διάρκειά της και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει προηγούμενη συλλογική σύμβαση εργασίας, από την έναρξη των διαπραγματεύσεων, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 και 3 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι, με απόφαση που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% του κλάδου ή επαγγέλματος.
Την επέκταση μπορεί να ζητήσει και αρμόδια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών, με αίτηση τους στον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης του Υπουργού και, στην περίπτωση που υπάρχει αίτηση, από την ημερομηνία υποβολής της (ΑΠ 348/2004). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι, κατά τον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο, ίσχυαν οι από 29.5.1996 ΣΣΕ και 44/1997 ΔΑ, για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων μετάλλου, όπως ο αναιρεσίβλητος και με βάση αυτές υπολόγισε το ημερομίσθιο του τελευταίου. Ειδικότερα, α) για το χρονικό διάστημα από 14.2.1997 μέχρι 16.3.1997 ίσχυε η από 29.5.1996 ΣΣΕ, που είχε κηρυχθεί υποχρεωτική με την 12454/21.8.1996 απόφαση του Υπουργού Εργασίας από 26.7.1996, β) για το χρονικό διάστημα από 17.3.1997 μέχρι 30.6.1997 ίσχυε η ΔΑ 44/1997, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 12681/24.7.1997 απόφαση του Υπουργού Εργασίας από 10.7.1997 και γ) από 1.7.1997 έως 31.12.1997 ίσχυε η αυτή ως άνω ΔΑ.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1-3 και 11 παρ. 2 και 3 του Ν. 1876/1990, διότι, ενώ δέχεται και προκύπτει άλλωστε από την οικεία Υ.Α. ότι η ΔΑ 44/1997 κηρύχθηκε υποχρεωτική από 10.7.1997, από του οποίου χρονικού σημείου δεσμεύει κατά νόμο και την αναιρεσείουσα, δεν αιτιολογεί πώς η τελευταία δεσμεύεται από την εν λόγω ΔΑ από 17.3.1997, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να ισχύει η ΔΑ, κατ' άρθρο 4 παρ. 3 αυτής, για τα μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, μεταξύ των οποίων είχε δημιουργηθεί η διαφορά και όχι από 10.7.1997 που κηρύχθηκε υποχρεωτική, γεγονός που επιδρά στο ύψος των ημερομισθίων και συνακόλουθα στις οφειλόμενες με βάση αυτό αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 17.3.1997 έως 10.7.1997.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρ. 178 και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος των 4691/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ