Legislator Case Law & Legislation
1134/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment regarding death of employee during work duties.

Case Number 1134/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Bryssas A.E. against the final judgment of the Larissa Court of Appeal. The court found that the deceased was an employee obligated to provide services to his father's business, and the insurance contract was validly accepted by the appellant. Consequently, the court rejected the appellant's claims regarding unclear reasoning and evidence evaluation.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1508 A.C.; Art. 2496/1997: An employer is liable for the death of an employee during work duties, and an insurance contract covering such risks is binding if accepted by the employer, even if the employee was a minor student fulfilling family obligations.

Keywords

AI generated
employer liability employee death insurance contract work duties supreme court appeal statutory obligation judicial review

Cited Legislation

AI generated
Art. 1508 A.C.
ac
Art. 2 para. 6 of Law 2496/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1134 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1134/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΡΥΣΣΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο 10ο χλμ. Λάρισας - Τυρνάβου και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας Κωνσταντίνος Βρύσσας του Γεωργίου, κάτοικος Λάρισας, ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο ως πληρεξούσιό του τον δικηγόρο Γεώργιο Νικολόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ....., ατομικώς και ως κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος - εκκαλούντος Χ2, ο οποίος απεβίωσε την 14-12-2001, 2. ...., 3. ...., 4. ....., 5. .... συζ. Χ2, ....., ατομικώς και ως κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος - εκκαλούντος Χ2, ο οποίος απεβίωσε την 14-12-2001, 6. ....., 7. ....., ως κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος - εκκαλούντος Χ2, 8. ....., ως κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος - εκκαλούντος Χ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 9. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "UNIVERSA ALLGEMEINE VERSICHERUNG", που εδρεύει στη Νυρεμβέργη Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "INTERASCO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημαρά, ο οποίος ανακάλεσε την από 11 Ιανουαρίου 2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 721/5-9-2001 και 967/13-11-2001 κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγές αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 449/2005 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Ιουλίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των υπό στοιχεία 1 έως και 8 εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 31 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα υπ΄ αριθμούς 8010Γ/30.5.2006, 8011Γ/30.5.2006, 8012Γ/30.5.2006, 8013Γ/30.5.2006, 8014Γ/30.5.2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καστοριάς ....., την υπ΄ αριθ. 7085β/3.7.2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας ....., την υπ΄ αριθ. 8015Γ/30.5.2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καστοριάς .... και την 7099βΚ.Πολ.Δ.6.7.2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας ..... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 13.7.2005 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17.11.2006 και κλήση προς παράσταση κατά τη συνεδρίαση αυτή επιδόθηκαν, με επιμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, νομίμως και εμπροθέσμως προς τους πρώτον έως και όγδοη των αναιρεσιβλήτων με τη σειρά που αναγράφονται στην αίτηση και ανωτέρω αντίστοιχα.

Συνεπώς, εφ΄ όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά τη δικάσιμο αυτή κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως για τη μετ΄ αναβολή δικάσιμο όλων των διαδίκων (άρθρ. 575 εδ. β΄ σε συνδ. με 226 παρ. 4 εδ. β΄ και γ΄ ΚΠολΔ), πρέπει, παρά τη μη εμφάνισή τους κατά τη δικάσιμο αυτή, να θεωρηθούν σαν να ήσαν παρόντες και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η ύπαρξη σχέσεως προστήσεως μπορεί να στηρίζεται σε σχέση καθαρώς πραγματική ή σε σχέση συζυγική ή φιλική ή γενικότερα σε σχέση φιλοφροσύνης, στην έννοια δε της "υπηρεσίας" περιλαμβάνονται και όσες πράξεις εκτελούνται επ΄ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 928 εδ. 2 ακκ σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, ο υπόχρεος οφείλει να αποζημιώσει εκείνον που κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών. Το τέκνο, κατά το άρθρο 1508 ΑΚ, εφ΄ όσον αποτελεί μέλος του οίκου των γονέων του και ανατρέφεται ή διατρέφεται από αυτούς, υποχρεούται να παρέχει στους γονείς του για τη διοίκηση του οίκου ή την άσκηση του επαγγέλματός τους υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ιδίόυ και της οικογένειάς του.

Για τη θεμελίωση στο πρόσωπο των γονέων του δικαιώματος αποζημιώσεως υπό τις άνω προϋποθέσεις, αρκεί ότι η υποχρέωση του τέκνου για την παροχή υπηρεσιών στους γονείς του μη υπάρχουσα κατά το θάνατό του θα γεννιόταν στο κοντινό μέλλον κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ότι είναι δυνατόν ο προσδιορισμός της ζημίας τους, της οποίας όμως η πραγμάτωση δεν θα πρέπει να εξαρτάται από εντελώς αστάθμητους παράγοντες.

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγομένου από αυτές πορίσματος γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εκτίμησε τα αναφερόμενα σ΄ αυτήν αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε τα ακόλουθα αναφορικώς : α) με την ύπαρξη σχέσεως προστήσεως μεταξύ της πρώτης εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) και του οδηγού του ζημιογόνου υπ΄ αριθ.

κυκλ. ....-.... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου της Χ1 κατά το χρόνο του ατυχήματος β) με την αξίωση αποζημιώσεως του πρώτου ενάγοντος (πατέρα του αποβιώσαντος λόγω της στέρησης των υπηρεσιών του θανόντος τέκνου του συνεπεία του ατυχήματος και γ) με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας εταιρείας ότι δεν είχε γνώση του όρου του ασφαλιστηρίου για εξαίρεση από την ασφάλιση των ζημιών που προξενούνται όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ούτε αποτέλεσε αυτός ο όρος περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης για να τη δεσμεύει :

Α) Ο Χ1 κατά την οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου της πρώτης εναγομένης είχε προστηθεί από αυτήν στην εκτέλεση, υπό τις οδηγίες της, συγκεκριμένης εργασίας, στα πλαίσια της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, ήτοι με τη συγκατάθεση του εκπροσώπου της πρώτης των εvαγομένων παραδόθηκε το αυτοκίνητο στον Χ1 στα πλαίσια φιλικής εξυπηρέτησης για την εκτέλεση μικροεπισκευών σ' αυτό με επιμέλειά του.

Συνεπώς θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη (άρθρο 926 του Α.Κ.) της πρώτης εναγομένης προς αποζημίωση των εναγόντων με τις διατάξεις περί προστήσεως (άρθρο 922 Α.Κ.). Επίσης αποδεικνύεται η ύπαρξη ευθύνης της πρώτης εναγομένης προς αποζημίωση των εναγόντων και από τη μη αμφισβητούμενη ιδιότητά της ως κυρίας και υπό την νομική έννοια κατόχου του ζημιογόνου υπ' αρ.

κυκλοφορίας ...-.... ΙΧΕ αυτοκινήτου (βλ. την άδεια κυκλοφορίας του), με βάση τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. ΓπΝ/1911. Ειδικότερα τα περιστατικά που προσέδιδαν στην πρώτη εναγόμενη εκκαλούσα την ιδιότητα της κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν αμφισβητούνται και αδοκίμως επιχειρεί αυτή να ταυτίσει την ολιγόχρονη παραχώρηση της χρήσης του αυτοκινήτου της προς τον Χ1 με την απώλεια της κατοχής τούτου, μολονότι ομολογεί ότι εξακολουθούσε να έχει την οικονομική εκμετάλλευσή του.

Συνακολούθως η παραδεκτώς κατ' αρχήν επαναφερόμενη με τον τέταρτο λόγο της έφεσης της πρώτης εναγομένης ένσταση περιορισμού της ευθύνης της μέχρι την αξία του αυτοκινήτου της (αφού προτάθηκε πρωτοδίκως και σιωπηρώς απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση), είναι απορριπτέα, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την παραχώρηση της χρήσης του αυτοκινήτου της προς τον Χ1 στερήθηκε αυτή την κατοχή της.

Τούτο όμως δεν συνέβη, γιατί σύμφωνα με όσα στην αρχή της παρούσας σκέψης διαλαμβάνονται η έννοια της κατοχής στις διατάξεις των άρθρων 2 εδ. β' και 4 του ν. ΓπΝ/1991 δεν ταυτίζεται με εκείνη του άρθρου 974 Α.Κ., αλλά συνδυάζεται με την οικονομική εκμετάλλευση του αυτοκινήτου και γι' αυτό δεν χάνεται η κατοχή του σε περίπτωση βραχυχρόνιας παραχώρησής του, όταν μάλιστα αυτή συντελείται προς το συμφέρον του κυρίου, όπως στην κρινόμενη υπόθεση.

Β) Ο θανών (εξαιτίας του αναφερόμενoυ σ' αυτήν αυτοκινητικού ατυχήματος)Χ2, ήταν τέκνο των δύο πρώτων, αδελφός της τρίτης και τέταρτης και εγγονός των λοιπών εναγόντων. Aυτός διέμενε στο ...... για λόγους σπουδών, ενώ κατά τις διακοπές του θέρους, Χριστουγέννων και Πάσχα συνοικούσε στο ...... του Δήμου ..... με τους γονείς και τις αδελφές του, τα μέσα δε της διατροφής του κατέβαλλε προς αυτόν ο πατέρας του.

Κατά το χρόνο που διέκοπτε τις σπουδές του (4 μήνες ετησίως) ο Χ2 εργαζόταν στην οικογενειακή επιχείρηση του πατέρα του "χονδρικού εμπορίου γουναρικών μετά από επεξεργασία και συρραφή", λόγω της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 1508 ΑΚ υποχρέωσής του παροχής προς εκείνον υπηρεσιών ανάλογων με τις δυνάμεις αυτού (τέκνου) και τις βιοτικές συνθήκες του ιδίου και της οικογενείας του.

Τις υπηρεσίες αυτές, αποτιμώμενες σε 600 ευρώ μηνιαίως, θα εξακολουθούσε με την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων να προσφέρει ο 24ετής Χ2 προς τον 55ετή ενάγοντα πατέρα του για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών μετά την 4-5-2001, αν δεν είχε τραυματισθεί

θανασίμως. Έτσι ζημιώθηκε ο πρώτος ενάγων κατά το ποσό των 12.000 ευρώ (5 έτη Χ 2400 ευρώ) αφού για την αναπλήρωση των υπηρεσιών του θανόντος γιου του θα είναι υποχρεωμένος να δαπανήσει το ποσό αυτό για αμοιβή άλλου εργαζόμενου και δικαιούται να απαιτήσει τούτο αποζημιωτικώς από τους εναγόμενες (άρθρ. 928 εδ. β' ΑΚ).

Γ) Το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο για ζημίες τρίτων στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, με ενεργό ασφαλιστική σύμβαση που είχε καταρτισθεί στις 28-3-2001 μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης, όπως και η τελευταία ομολογεί. Για την κατάρτιση της εν λόγω ασφαλιστικής σύμβασης η δεύτερη εναγομένη εξέδωσε το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αρ. 51910255750/30-3-2001 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που φέρει την υπογραφή των νόμιμων εκπροσώπων της αντιπροσώπου στην ημεδαπή της δεύτερης εναγομένης, ημεδαπής ασφαλιστικής εταιρίας και το οποίο με τον υπ' αρ. 2 όρο προβλέπει τα εξής: "η ασφάλιση ισχύει μόνον υπό τους όρους του παρόντος και μόνον αν δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 ή σε άλλο άρθρο στην όπισθεν σελίδα, όπως ενδεικτικά οι εξαιρέσεις για την οδήγηση υπό καθεστώς χρήσης αλκοόλ και τοξικών ουσιών......".

Στη δεύτερη σελίδα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αναγράφονται οι γενικοί όροι ασφάλισης, στους οποίους γίνεται παραπομπή από το δεύτερο όρο της πρώτης σελίδας τούτων και μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και η εξαίρεση από την ασφάλιση των ζημιών που προξενούνται "εάν κατά το ατύχημα ο οδηγός του (ασφαλισμένου) αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.

και ανεξαρτήτως εάν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος". Επίσης υπέρ της πρώτης εναγομένης εκδόθηκε στις 28-3-2001 το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από αυτή ειδικό σήμα ασφάλισης, το οποίο, όπως η ίδια ομολογεί, παρέλαβε εγκαίρως, ενώ ως προς το ασφαλιστήριο συμβόλαιο διατείνεται ότι το παρέλαβε τρεις περίπου ημέρες μετά το ατύχημα και δεν είχε γνώση του όρου για εξαίρεση από την ασφάλιση των ζημιών που προξενούνται, όταν ο οδηγός ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ούτε αποτέλεσε αυτός ο όρος περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης για να τη δεσμεύει.

Ο ισχυρισμός αυτός όμως, με τον οποίο αμφισβητεί η πρώτη εναγόμενη-εκκαλούσα τη δεσμευτικότητα του επίμαχου συμβατικού όρου, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθ' όσον αυτή, επικαλείται την ισχύ του ασφαλιστηρίου στο μέτρο που ωφελείται, δηλαδή για να στηρίξει δικαιώματα από την ασφαλιστική σύμβαση σχετικά με την εις ολόκληρον υποχρέωση της αντισυμβαλλόμενης δεύτερης εναγομένης - εκκαλούσας προς αποζημίωση των εναγόντων, γεγονός που συνιστά σιωπηρά αποδοχή των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης.

Ειδικότερα ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης είναι αναπόδεικτος, λαμβάνοντας υπόψη ότι αφού η διαπραγμάτευση για την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ αυτής και του ασφαλιστικού πράκτορα της δεύτερης εναγομένης έγινε με δεδομένη την ισχύ των ειδικών όρων της Κ4/585/1978 υπουργικής απόφασης, που περιλαμβάνονται συνήθως στην αρχική πρόταση κατάρτισης συμβάσεων των ασφαλιστικών εταιρειών και εάν δεν εκδηλώνεται ειδικό ενδιαφέρον για διαφορετική ρύθμιση από τους ασφαλισμένους) συνοδεύουν, όπως είναι λογικό, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια αυτοκινήτων στην ημεδαπή, υπήρξε από την αρχή συγκατάθεση της πρώτης εναγομένης να προχωρήσει στη σύμβαση με τους τιθέμενους ειδικούς αυτούς όρους χωρίς να εκδηλώσει βούληση αναδιαπραγμάτευσης αυτών με συνοδευτική προσφορά μεγαλύτερου ασφαλίστρου και ιδίως ότι από την υπογραφή του ασφαλιστηρίου (και του ειδικού σήματος) μεσολάβησε μέχρι το ατύχημα χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ημερών γεγονός που δεν δικαιολογεί την επικαλούμενη καθυστερημένη λήψη μόνον του πρώτου (ασφαλιστηρίου συμβολαίου) και έγκαιρη λήψη του δευτέρου (ειδικού σήματος).

Πέρα από αυτά δεν εκδήλωσε η πρώτη εναγομένη αντίθεση από την επικαλούμενη γνώση της για τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των εννέα μηνών. Το γεγονός αυτό είναι ενδεικτικό του ότι και αν ακόμα δεν είχε περιέλθει στην πρώτη εναγόμενη, το ασφαλιστήριο πριν από το ατύχημα, όπως ισχυρίζεται, είχε όμως αποδεχθεί αυτή τους όρους του προφορικά κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης και την καταβολή του ασφαλίστρου, αφού άλλωστε δεν άσκησε μέσα στο επόμενο 14ήμερο το από το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2496/1997 δικαίωμα εναντίωσης.

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σε σχέση με τα κεφάλαια αυτά. Ειδικότερα : Α) κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση δέχεται ότι ο ανωτέρω οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου Χ1 τελούσε σε σχέση προστήσεως με την αναιρεσείουσα, κυρία και κάτοχο του αυτοκινήτου αυτού, εκ του λόγου ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της το παρέδωσε σ΄ αυτόν στα πλαίσια φιλικής εξυπηρέτησης εκ μέρους του προς αυτήν για την εκτέλεση σ΄ αυτό μικροεπισκευών με επιμέλειά του.

Β) Ρητά, κατά τα άνω, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο θανών, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 24 ετών, σπουδαστής, θα εξακολουθούσε κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην οικογενειακή επιχείρηση "χονδρικού εμπορίου γουναρικών μετά από επεξεργασία και συρραφή" του 55ετούς πατέρα του, λόγω της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 1508 ΑΚ υποχρέωσής του προς παροχή προς εκείνον υπηρεσιών ανάλογων με τις δυνάμεις του (τέκνου) και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογενείας του, ενώ το χρονικό όριο που τις τοποθετεί στο μέλλον (5ετία) δεν συναρτά την αποζημίωση αυτή με εντελώς αστάθμητους παράγοντες στο μέλλον, ενόψει και των λοιπών ως άνω περιστατικών επιδίκασής της.

Γ) Ευθέως γίνεται δεκτό ΄ότι σχετικά με το ζήτημα της δεσμευτικότητας του ως άνω όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ότι η αναιρεσείουσα με τις πιο πάνω αναφερόμενές ενέργειές της τον συνομολόγησε άλλως τον υποδέχτηκε σιωπηρά. Επομένως οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες αποδίδεται σ΄ αυτήν ότι στα ως άνω ζητήματα περιέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και έχει υπέπεσε στην πλημμέλειά του του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες, ενώ κατά το μέρος του, υπό την επίκληση του λόγου αυτού, βάλλουν κατά της ανέλεγκτης από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες, αφού το εναγόμενο από αυτές ως άνω πόρισμα είναι σαφές και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναριεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της (παραστάσης) ενάτης των αναιρεσιβλήτων.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 13.7.2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΡΥΣΣΑΣ ΑΕ" για αναίρεση της 449/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της ενάτης των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ