Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and lack of substantive error regarding contract waiver.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by DEME against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued the lower court failed to apply interpretative rules to a contract clause waiving damages, while the appellee was absent. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court correctly found no ambiguity in the waiver and the appellant's absence precluded a full hearing.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 C.Pol.D.; Art. 173, 200 A.C.: An appeal based on the violation of interpretative rules regarding the true intent of a party is inadmissible if the court of first instance did not find any ambiguity or gap in the party's declaration of will.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1134 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1134/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ Α.Ε.)», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.
Της αναιρεσίβλητης: ..... Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 875/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 3137/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-4-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 20-3-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή από την ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου ..... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για τη συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2γ΄ του ΚΠολΔ.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, μεταξύ των οποίων και οι κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος.
Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται, είτε όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση του δικαιοπρακτούντος, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, σχετικά με τις αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση σ' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και τόκων επί των αγωγικών αξιώσεών της, δέχτηκε ότι από το 10ο όρο της από 23-6-1993 συμβάσεως εργασίας που υπέγραψαν οι διάδικοι, με τον οποίο η αναιρεσίβλητη δήλωσε ότι «παραιτείται πάσης τυχόν αξιώσεως αποζημιώσεως για οποιαδήποτε αιτία», προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη δεν παραιτήθηκε από την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία είναι ανεξάρτητη από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, ούτε από την αξίωση για καταβολή τόκων επί των ένδικων αξιώσεων.
Δεν διαπίστωσε, δηλαδή το Εφετείο, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στην προαναφερόμενη δήλωση βουλήσεως της αναιρεσίβλητης, και κατά συνέπεια δεν όφειλε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, για να προσδιορίσει τις αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε αυτή.
Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η προσδιοριζόμενη μόνο με τον αριθμό της ανωτέρω διατάξεως πλημμέλεια.
Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης και ελλείψεως σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-4-2003 αίτηση περί αναιρέσεως της αριθ. 3137/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ