Legislator Case Law & Legislation
1133/2024 AI generated

Supreme Court dismisses ex parte appeal for lack of force majeure regarding lawyer's sudden illness.

Case Number 1133/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected an ex parte appeal filed by a plaintiff against a default judgment rendered in her absence. The plaintiff argued that her lawyer's sudden illness on the day before the hearing constituted force majeure, preventing timely communication with the court to request a postponement. However, the court found no medical evidence supporting the claim of sudden illness or the inability to contact the court or other lawyers.

Legislator headnote

AI generated

Articles 501, 502, 503, 505 of the Code of Civil Procedure; Force majeure in civil procedure requires an unforeseeable and unavoidable event preventing appearance, which must be substantiated by evidence such as medical certificates.

Keywords

AI generated
ex parte appeal force majeure sudden illness default judgment legal representation Code of Civil Procedure medical evidence

Cited Legislation

AI generated
Articles 501, 502, 503, 505 of the Code of Civil Procedure
Article 509, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 2/2022
Supreme Court Case 559/2020
Supreme Court Case 219/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1133 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1133/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την από 21/2/2022 ανακοπή ερημοδικίας, για την ακύρωση της 106/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου, μεταξύ:

Της ανακόπτουσας: Α. Δ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Σακκά και κατέθεσε προτάσεις.

Του καθ' ου η ανακοπή: Δ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σπύρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 21.2.2022 ανακοπή ερημοδικίας της ενάγουσας - εκκαλούσας - αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 106/2021 απόφασης του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που δίκασε ερήμην της ανακόπτουσας και απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από 29.10.2009 έφεσή της κατά της 24106/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κατά το ερευνώμενο μέρος της, ως προς το οποίο η υπόθεση κρατήθηκε να δικασθεί στην ουσία της από τον Άρειο Πάγο, μετά την έκδοση της 1550/2018 αναιρετικής απόφασής του, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( άρθρα 501, 502 παρ. 1, 503 παρ. 1, 505 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ), καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της ανακοπτόμενης απόφασης, ενώ καταβλήθηκε και το ορισθέν παράβολο, ποσού 250 ευρώ (βλ.

το με αριθ. 460408840952 παράβολο του Ελληνικού Δημοσίου). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην του ανακόπτοντος επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου που ερημοδικάστηκε ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 219/2016).

Ειδικότερα, ως ανώτερη βία, στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, νοείται κάθε τυχαίο και ανυπαίτιο γεγονός παρακωλυτικό της εμφάνισης του διαδίκου στο ακροατήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υπόθεσής του, το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

Τέτοια γεγονότα μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων, η αιφνίδια ασθένεια, τυχόν ατύχημα ή άλλο συμβάν, υπό ορισμένες περιστάσεις, του διαδίκου ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εξαιτίας του οποίου ο διάδικος ή ο δικηγόρος περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας να εμφανισθεί στο δικαστήριο ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σε άλλο δικηγόρο της εκτέλεσης της σχετικής πράξης, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επιπλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1778/2013).

Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες. Συμπίπτει δηλαδή με εκείνη του άρθρου 152 ΚΠολΔ, όπου περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εντελώς εξαιρετικής φύσης, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί από τον διάδικο, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 29/1992).

Η δικονομική ανώτερη βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κύρωσης που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανώτερη βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη. Επομένως, στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανώτερη βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, με αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1540/2017).

Το πταίσμα όμως του δικαστικού πληρεξουσίου εξισούται με το πταίσμα του διαδίκου, συνεπώς, δεν αποτελεί λόγο ανώτερης βίας, καθόσον η δραστηριότητα του δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου δεν θα πρέπει να αποβαίνει εις βάρος του αντιδίκου του (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 816/2020, ΑΠ 67/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Επί της από 15-7-2006 αγωγής της ενάγουσας - ανακόπτουσας Α. Δ. κατά του εναγομένου - καθ' ου η ανακοπή Δ. Τ., με αντικείμενο την αξίωση συμμετοχής της στα αποκτήματα του εναγομένου κατά τη διάρκεια του ήδη λυθέντος γάμου τους, εκδόθηκε η 24106/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε ως αόριστη την κύρια βάση της αγωγής, τη στηριζομένη σε πραγματική συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της κατά 1/2, και δέχθηκε την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση, τη στηριζομένη στην τεκμαρτή συμβολή της στην επαύξησή της κατά 1/3, επιδικάζοντας στην ενάγουσα το ποσό των 35.000 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αμφότεροι οι διάδικοι αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 867/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε τις εφέσεις ως αβάσιμες κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν αιτήσεις αναίρεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η 1280/2014 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου.

Με αυτήν απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης του Δ. Τ. και, κατά (μερική) παραδοχή της αίτησης της αντιδίκου του, αναιρέθηκε μερικώς, ήτοι μόνον κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο κρίθηκε αόριστη η κύρια βάση της αγωγής, η προσβληθείσα απόφαση (ενώ απορρίφθηκε ο λόγος της αίτησής της, που αναφερόταν στην εκτίμηση της αξίας της περιουσίας που απέκτησε ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου τους), παραπέμφθηκε δε η εκδίκαση της υπόθεσης κατ' αυτό το κεφάλαιό της μόνον, που αφορούσε την έφεση της ενάγουσας, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 419/2016 απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας κατά το μέρος της, κατά το οποίο αυτή ήταν ερευνητέα εκ νέου μετά την προαναφερόμενη αναιρετική απόφαση, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε πραγματική συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της ανερχόμενη σε ύψος μεγαλύτερο του 1/3 αυτής.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η εκκαλούσα-ενάγουσα την από 24-4-2017 αίτησή της για αναίρεση της 419/2016 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έγινε δεκτή με την 1550/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου κατά παραδοχή λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Με την ίδια απόφαση κρατήθηκε, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση προκειμένου να δικασθεί πλέον ενώπιον του ίδιου αναιρετικού τμήματος σε νέα συζήτηση, ορισθησομένη με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, η έφεση της εκκαλούσας- ενάγουσας κατά τον λόγο της, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής της περί πραγματικής συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

Με την από 17.12.2019 κλήση της ενάγουσας η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου προκειμένου να ερευνηθεί η έφεσή της ως προς τον προαναφερόμενο λόγο της. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 2.11.2020 και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η ενάγουσα δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε κατέθεσε δήλωση παράστασης κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, με την 106/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η έφεσή της ως ανυποστήρικτη κατά το ερευνώμενο μέρος της, ως προς το οποίο η υπόθεση είχε κρατηθεί να δικασθεί στην ουσία της από τον Άρειο Πάγο μετά την έκδοση της 1550/2018 αναιρετικής απόφασής του.

Με την κρινόμενη ανακοπή ερημοδικίας η ενάγουσα - εκκαλούσα - ανακόπτουσα ζητεί να εξαφανισθεί η με αριθ. 106/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, για το λόγο ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης Γεώργιος Διονάς δεν κατέστη δυνατόν να προσέλθει την ημέρα συζήτησης της ένδικης υπόθεσης στον Άρειο Πάγο, καθώς την προηγουμένη ημέρα της δικασίμου 01.11.2020 ασθένησε αιφνιδίως, γεγονός που τον εμπόδισε να επικοινωνήσει εγκαίρως με τη γραμματεία του Δικαστηρίου ή με άλλο δικηγόρο Αθηνών για να υποβάλει αίτημα αναβολής της δίκης και έτσι η υπόθεση εκδικάσθηκε ερήμην της.

Όμως η ανακόπτουσα δεν προσκομίζει σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά, από τα οποία να προκύπτει η αιφνίδια ασθένεια του πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά την 1-11-2020 και η εξαιτίας αυτής, της αιφνίδιας ασθένειας, αδυναμία του να επικοινωνήσει με τη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ή με συνάδελφό του δικηγόρο Αθηνών για να υποβάλει στις 2-11-2020 αίτημα αναβολής της υποθέσεως.

Συνακόλουθα, εφόσον δεν πιθανολογήθηκε ότι είναι βάσιμος ο επικαλούμενος από την ανακόπτουσα λόγος ανώτερης βίας, πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή ερημοδικίας ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η ηττηθείσα ανακόπτουσα στα δικαστικά έξοδα του καθ' ου η ανακοπή, κατόπιν σχετικού αιτήματός του (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21.2.2022 ανακοπή ερημοδικίας κατά της 106/2021 απόφασης του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της ανακόπτουσας τα δικαστικά έξοδα του καθ'ου η ανακοπή, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ