Legislator Case Law & Legislation
1133/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against default judgment regarding interest calculation on debt transfer fees under Greek Civil Code.

Case Number 1133/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a first-instance default judgment regarding interest calculations. The appellant argued that the lower court incorrectly interpreted laws governing the capitalization of transfer fees, while the respondent contended the interest was legally permissible. The court ruled that the transfer fee constitutes interest under the Civil Code and must be capitalized, thereby overturning the lower court's decision and remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 293(1)(a) and 12 of the Civil Code; The transfer fee under Law 128/1975 constitutes interest and is legally subject to capitalization alongside other overdue interest.

Keywords

AI generated
interest capitalization transfer fee default judgment Civil Code remand for retrial legal appeal overdue interest

Cited Legislation

AI generated
Article 293(1)(a) of the Civil Code
Article 12 of Law 2601/1998
Law 128/1975
Articles 635 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1133 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1133/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Α., κατοίκου Φίλυρου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σιαπέρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2689/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4538/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/9/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 29-9-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 4538/2016 τελεσίδικης απόφασης του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 635 επ. ΚΠολΔ. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 8-7-2015 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 2689/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, που είχε δεχθεί ως βάσιμο κατ' ουσίαν τον πρώτο λόγο, κατά τα υπό στοιχ.

I, II και III σκέλη του, της από 18-9-2013 εκ των άρθρων 632 και 933 ΚΠολΔ ανακοπής του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί αφενός η υπ' αριθ. 7099/2013 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί με αίτηση της αναιρεσείουσας με βάση σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και με την οποία υποχρεωνόταν να της καταβάλλει νομιμότοκα το ποσό των 17.887,61 ευρώ και αφετέρου η από 23-7-2013 επιταγή προς πληρωμή, που είχε γραφεί κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της άνω διαταγής πληρωμής και με την οποία επιτασσόταν να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 18.287,61 ευρώ, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η παραπάνω ανακοπή και ακολούθως, αφού απορρίφθηκε ο παραπάνω λόγος ως μη νόμιμος, έγινε δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία ο πρώτος λόγος της ανακοπής, κατά το υπό στοιχ.

V σκέλος του, και ακυρώθηκαν η διαταγή πληρωμής και η επιταγή προς πληρωμή για το λόγο αυτό. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005, ΑΠ 994/2019).

Ωσαύτως, κατά των ίδιων παραπάνω αποφάσεων, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ένστασης, λόγου ανακοπής κλπ, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση τους, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ( ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 443/2011, ΑΠ 1096/2008).

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 αυτού μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 ιδίου κώδικα, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο.

Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 αυτού (ΑΠ 737/2006).

Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014).

Με την ανακοπή αυτή ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002).

Ειδικότερα επί διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 916/2002).

Για το ορισμένο δε του σχετικού λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 753/1995).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως.

Από τη γραμματική διατύπωση όμως της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του.

Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της λέξης αυτής σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές.

Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.

Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.

Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διάταξης του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου, πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου.

Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών.

Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου.

Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.

α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 669/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το, ως εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα:

Ότι μετά την από 20-1-2005 αίτηση του ανακόπτοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), που υπέβαλε στην καθ'ης (ήδη αναιρεσείουσα) καταρτίστηκε μεταξύ της καθ'ης Τράπεζας και του ανακόπτοντος ως πιστούχου σύμβαση ανοιχτής πίστωσης, με την οποία χορηγήθηκε στον ανακόπτοντα πίστωση για κεφάλαιο κίνησης μέχρι του ποσού των 15.000 ευρώ, ότι με τους γενικούς όρους αυτής της σύμβασης και ειδικότερα με τον υπ' αριθ. 4 όρο συμφωνήθηκε, ότι η χορηγούμενη κατά την παρούσα πίστωση είναι έντοκη με επιτόκιο, το ύφος του οποίου ορίζεται κατά την κατάρτιση της παρούσας, ανάλογα με το ύψος του ποσού της πίστωσης που κάθε φορά αντλείται στα στοιχεία πίστωσης (επιτόκιο ανά κλιμάκιο χορήγησης), ότι κάθε ποσό που αντλείται από την πίστωση εκτοκίζεται από την ημερομηνία της ανάληψης με το κατά το παραπάνω αντίστοιχο επιτόκιο...

ότι τα κατά την προηγούμενη παράγραφο επιτόκια συμφωνούνται κυμαινόμενα, ότι η τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει τα ανά κλιμάκιο χορήγησης εκάστοτε ισχύοντα συμβατικά επιτόκια οποτεδήποτε μεταβάλλεται το Βασικό Παρεμβατικό Επιτόκιο για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (παρεμβατικό επιτόκιο) σε ποσοστό μέχρι του 200% του ποσού της διαφοράς μεταξύ του εκάστοτε προηγούμενου και του νέου ως άνω Παρεμβατικού Επιτοκίου, ότι κάθε μεταβολή των επιτοκίων γνωστοποιείται στον Οφειλέτη με σχετική επισημείωση στο λογαριασμό του άρθρου 8 και ισχύει από την ημερομηνία έκδοσης του λογαριασμού αυτού, εκτός αν ορίζεται διαφορετική ημερομηνία έναρξης της ισχύος, ότι ο Πιστούχος δικαιούται να μην αποδεχτεί τη μεταβολή κατά τους όρους του άρθρου 13 πιο κάτω, ότι οι τόκοι θα υπολογίζονται τοκαριθμικά επί του κεφαλαίου της πίστωσης που χρησιμοποιείται κάθε φορά από τον Πιστούχο, ότι εάν οποιοδήποτε ποσό που οφείλεται με βάση την παρούσα δεν καταβληθεί εμπρόθεσμα κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 7 από τον Οφειλέτη θα βαρύνεται αυτοδίκαια και χωρίς καμία όχληση με τόκο υπερημερίας που θα υπολογίζεται από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης, ότι οι τόκοι υπερημερίας θα υπολογίζονται με το ανώτατο επιτρεπόμενο εκάστοτε επιτόκιο υπερημερίας που σήμερα είναι ίσο με τα εφαρμοζόμενα συμβατικά επιτόκια πριν από την ημερομηνία πλέον της προσαύξησης που αναφέρεται στα στοιχεία πίστωσης και ότι σε κάθε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οφειλόμενων τόκων, αυτοί θα εκτοκίζονται με επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης και θα κεφαλαιοποιούνται (ανατοκίζονται) ανά εξάμηνο, ότι περαιτέρω με τον υπ' αριθ. 5 όρο συμφωνήθηκε, ότι ο οφειλέτης βαρύνεται με την πληρωμή όλων των παρόντων και μελλοντικών φόρων τελών, εισφορών (είτε υπέρ του Δημοσίου είτε υπέρ τρίτων), της εισφοράς του άρθρου 1 παρ. 3 Ν. 128/1975, όπως εκάστοτε ισχύει, ή οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης τυχόν επιβληθεί στο κεφάλαιο ή και στους τόκους της πίστωσης ή γενικότερα στην παρούσα σύμβαση..., ότι για την εξυπηρέτηση της πίστωσης τηρήθηκε ο με αριθμό 002602320300014166 λογαριασμός, όπου καταχωρούνταν οι εκάστοτε χρεοπιστώσεις, ότι η καθ' ης την 17-9-2012 προχώρησε στο οριστικό κλείσιμο της ανωτέρω πίστωσης και με την από 17-9-2012 εξώδικη δήλωση της κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα, στις 8-10-2012..., ότι ακολούθως με την από 19-4-2013 αίτησή της ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε η με αριθμό 7099/2013 διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε ο ανακόπτων- οφειλέτης να καταβάλει στην καθ' ης το ποσό των 17.887,61 ευρώ, έντοκα με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από την 9-10-2012, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων και συνολικά το ποσό των 18.287,61 ευρώ, βάσει της από 23-7-2013 επιταγής προς πληρωμή που του κοινοποίησε κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανωτέρω διαταγής πληρωμής..., ότι ο ανακόπτων τη διαταγή πληρωμής προσέβαλε με την κρινόμενη ανακοπή..., ότι με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της ανακοπής του (προφανώς εννοεί με τον πρώτο λόγο υπό στοιχ.

I, II και III) , ο οποίος ήταν κοινός κατά αμφότερων των προσβαλλόμενων πράξεων, ισχυρίστηκε ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί, διότι από την έναρξη της σύμβασης μέχρι και την καταγγελία της σημειώθηκαν οι αναφερόμενες στην ανακοπή υπερβάσεις του συμβατικού επιτοκίου και του τόκου υπερημερίας σε όρια άνω των εξωτραπεζικών επιτοκίων, με αποτέλεσμα η απαίτηση που ενσωματώνει η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής να είναι παράνομη και μη εκκαθαρισμένη, καθώς ο λογαριασμός του επιβαρύνθηκε με επιπλέον τόκους.

Ακολούθως το, ως εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο, δέχτηκε ότι ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι μη νόμιμος, αφού οι μετά την απελευθέρωση των επιτοκίων συναπτόμενες συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, στις οποίες συνομολογείται επιτόκιο που τυχόν υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι αθέμιτες για το λόγο αυτό και, αφού έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκανε δεκτό τον πιο πάνω λόγο ανακοπής και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής στο σύνολό της, καθώς και την από 23-7-2013 επιταγή, που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την ανακοπή και απέρριψε τον παραπάνω πρώτο λόγο, κατά τα άνω σκέλη του, ως μη νόμιμο και στη συνέχεια προέβη στην έρευνα των λοιπών λόγων της ανακοπής.

Ειδικότερα, εξέτασε τον πρώτο λόγο αυτής, κατά το υπό στοιχ. V σκέλος του, (από παραδρομή προφανώς αναφέρεται το τέταρτο (IV)), με τον οποίο ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσίβλητος) ισχυρίστηκε ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί, διότι η καθ'ης η ανακοπή τράπεζα (ήδη αναιρεσείουσα) προέβη σε παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975, με συνέπεια τη μη έγγραφη απόδειξη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και το μη εκκαθαρισμένο αυτής, προβάλλοντας ειδικότερα ότι "...η εισφορά του ν. 128/1975 έχει ενσωματωθεί στον τόκο και ακολουθεί την ίδια πορεία με αυτόν, δηλαδή προστίθεται ανά μήνα στο κεφάλαιο, επί του οποίου υπολογίζεται ο τόκος και η εισφορά ανατοκίζεται ανά εξάμηνο και επίσης διαμορφώνει το ύψος της μηνιαίας δόσης του δανείου...

εξάλλου, κατά τον όρο υπ' αριθ. 4.8, σε κάθε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οφειλομένων τόκων, όπου συμπεριλαμβάνεται και η εισφορά του ν. 128/1975, που είναι ενσωματωμένη βάσει των ΓΟΣ 4.1 και 5.1 και των στοιχείων πίστωσης στο επιτόκιο, αυτοί θα εκτοκίζονται με επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης και θα κεφαλαιοποιούνται ανά εξάμηνο.

Περαιτέρω, ο ανατοκισμός της εισφοράς του ν. 128/1975 δεν είναι νόμιμος, εφόσον τόσο κατά το προϊσχύον (βλ άρθρο 8 περ 6 Ν 1083/1980 και υπ' αριθμ 289/1980 απόφαση της νομισματικής επιτροπής) όσο και κατά το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς (αρθ 12 Ν 2601/1998, αρθ 30 Ν 2783/2000, αρθ 47 Ν 2783/2000, αρθ 42 Ν 2912/2001 και αρθ 39 Ν 3259/2004), ανατοκισμός επιτρέπεται μόνον επί των καθυστερούμενων τόκων και όχι των φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών...

Συνεπώς παρανόμως προέβη η καθής σε τοκοποιήσεις της εισφοράς του ν. 128/1975. Με το λόγο αυτό της ανακοπής μου αμφισβητώ το ύψος της απαιτήσεως το οποίο υποχρεώνομαι να καταβάλω στην καθής, σε συνδυασμό με την έγγραφη απόδειξη αυτής, ισχυριζόμενος ότι παρανόμως ανατοκίζονται τα σχετικά ποσά της εισφοράς του ν. 128/1975 από την καθής, με αποτέλεσμα την ύπαρξη ακυρότητας ως προς αυτά και κατά συνέπεια τη μη έγγραφη απόδειξη του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού τα σχετικά ποσά ενσωματώνονται στο λογαριασμό.

Επομένως, η παράνομη και καταχρηστική αυτή μετακύλιση και τοκοποίηση της εισφοράς που επιβλήθηκε κατ' εφαρμογήν του άκυρου αυτού ΓΟΣ, επέδρασε στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού των 17.887 ευρώ και συνεπώς αυτή η απαίτηση της καθής δεν είναι εκκαθαρισμένη...". Περαιτέρω δέχτηκε το λόγο αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία "...ναι μεν το ποσό της εισφοράς του Ν. 128/75 νομίμως μετακυλίσθηκε στον ανακόπτοντα δυνάμει συμβατικού όρου και προστίθεται στο επιτόκιο, πλην όμως, όπως συνομολογείται από την καθ'ης η ανακοπή, η τελευταία χρέωνε ανά εξάμηνο τους λογαριασμούς της πιστούχου με παράνομους ανατοκισμούς, εφόσον κεφαλαιοποιούσε την εισφορά του ν. 128/1975 κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσεως και ακολούθως ανατόκιζε τα ποσά της, αφού στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους (εκτοκισμός) περιέχοντες και ποσά εισφοράς του Ν. 128/1975, στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο υπολόγιζε νέους τόκους περιέχοντες και εισφορά (εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς).

Ο παράνομος αυτός εκτοκισμός και ανατοκισμός των ποσών της εισφοράς γίνονταν με την ενσωμάτωσή τους στο επιτόκιο υπολογισμού των πάσης φύσεως τόκων, των οποίων, σημειωτέον, η κεφαλαιοποίηση έπρεπε να γίνεται κατά τρόπον ορισμένο...Έτσι, με βάση τα παραπάνω, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής επιδίκασε στον ανακόπτοντα απαίτηση που δεν γεννήθηκε ποτέ, δηλαδή το χρηματικό ποσό από τον παραπάνω παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975.

Η ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την απόδειξη με έγγραφα, αλλά και το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης, αφού στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων που προσκομίστηκαν από την καθ' ης η ανακοπή και συγκεκριμένα από την απλή ηλεκτρονική κίνηση του λογαριασμού, δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους της εγγραφής, αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσης στα ποσά των τόκων των ποσών των παράνομα υπολογισθέντων τόκων, της εισφοράς του Ν. 128/1975 και του παράνομου ανατοκισμού τους, με παραπέρα συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της καθ' ης...".

Ακολούθως, αφού δέχτηκε το λόγο αυτό της ανακοπής, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, στο σύνολό της, καθώς και την επιταγή. Με το να δεχθεί όμως το, ως εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο με τις πιο πάνω παραδοχές του τον άνω λόγο της ανακοπής και την ανακοπή, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από τα αξιούμενα από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για την παραδοχή του, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις αυτές.

Ειδικότερα, με το λόγο αυτό της ανακοπής ο ανακόπτων αμφισβητούσε απλώς το ύψος της απαίτησης, χωρίς να προσβάλλει κανένα συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού, που περιέχονταν στα προσκομισθέντα προς απόδειξη αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων, ούτε να προσδιορίζει τα συγκεκριμένα ποσά της εισφοράς του ν. 128/1975, που, κατά την άποψή του, ανατοκίσθηκαν παράνομα, ούτε τη συνολική επιβάρυνσή του από τον ανατοκισμό αυτό, ούτε και το υπερβάλλον ποσό από τον ανατοκισμό της εισφοράς, ώστε να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού του, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νομίμου ύψους του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού και η ακύρωση, σε περίπτωση που ο λόγος ήθελε κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο μέρος, ενόψει ότι ακόμη και σε περίπτωση ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παρανόμων ανατοκισμών δε θίγεται ούτε η απόδειξη της απαίτησης με έγγραφα ούτε αυτή καθίσταται ανεκκαθάριστη, αλλά συνεπάγεται ακυρότητα αντιστοίχου ποσού της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής.

Τις ελλείψεις αυτές του άνω λόγου της ανακοπής είχε παραδεκτώς επικαλεσθεί η καθ'ης η ανακοπή, ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες έγγραφες προτάσεις της, οι οποίες παραδεκτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προβάλλοντας σχετική ένσταση αοριστίας, την οποία όμως το, ως εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη.

Ωσαύτως, δεχόμενο το, ως εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο, ότι δεν είναι νόμιμος ο ανατοκισμός του ποσού της εισφοράς του ν.128/1975 εσφαλμένα ερμήνευσε ομοίως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975 ήταν νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.

α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, εφόσον δεν συνεπάγεται υπέρβαση του ανωτάτου θεμιτού ορίου. Επομένως, οι πρώτος και ο δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνη, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά τα σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4538/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνη, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που καταβλήθηκε στον αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ