Supreme Court allows appeal against lower court's refusal to reduce security due to procedural error in interest calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Piraeus Court of Appeal's decision to reject a request to reduce security. The lower court erred by calculating interest on amounts already adjudicated, exceeding the final judgment's scope and depriving the appellant of a fair defense. Consequently, the Supreme Court found the appeal admissible and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The court must examine whether the security reduction request is based on facts already adjudicated and cannot calculate interest on amounts already determined in the final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1133 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1133/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο – Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο και Βρυσηίδα Θωμάτου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία INTERNATIONAL BUNKERS SUPPLY SA, που εδρεύει στoν Παναμά, διατηρεί γραφεία στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία TRADE TANKERS INC, που εδρεύει στην Λιβερία, διατηρεί γραφεία στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο που ανακάλεσε την από 31.08.2021 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07.05.2018 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1019/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 725/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12.12.2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την υπό κρίση από 12.12.2018 (1423/153/13-12-2018) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εκδοθείσα, 725/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
[II] Από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, που περιέχονται στο φάκελο της δικογραφίας, προκύπτει ότι η υπόθεση ακολούθησε την κάτωθι διαδικαστική διαδρομή:
Με την από 21.03.2007 (2680/21-3-2007) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε, πλην των λοιπών αιτημάτων, να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα (υπό την τότε επωνυμία της AVIN INTERNATIONAL BUNKERS SUPPLY SA) να της καταβάλει, για την στο αγωγικό δικόγραφο αιτία, το σε ευρώ ισόποσο, κατά το χρόνο πληρωμής άλλως επέλευσης της ζημίας, του ποσού των 205.116,02 δολ.
ΗΠΑ, με το νόμιμο τόκο από το χρόνο επέλευσης της ζημίας (18.12.2006), άλλως από την επίδοση της αγωγής. Η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, την από 21.12.2007 (11488/21-12-2007) αγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το σε ευρώ ισόποσο, κατά το χρόνο πληρωμής, του ποσού των 210.001,95 δολ.
ΗΠΑ, νομιμοτόκως από τις 11.01.2007, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ως υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα από πώληση καυσίμων. Ακολούθως, οι διάδικοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αντίθετες αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, επί των οποίων εκδόθηκε η 3670/2007 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της αναιρεσείουσας και έγινε δεκτή αυτή της αναιρεσίβλητης, διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της αναιρεσείουσας, που βρίσκεται στα χέρια της ή στα χέρια τρίτων, προς εξασφάλιση της σ’ αυτήν αναφερόμενης απαίτησης της αιτούσας – αναιρεσίβλητης, μέχρι του ποσού των 440.000 ευρώ, παρασχέθηκε δε στην καθ’ ης η αίτηση – αναιρεσείουσα η ευχέρεια να ματαιώσει ή να αντικαταστήσει τη συντηρητική κατάσχεση με ισόποση εγγυοδοσία υπέρ της αιτούσας – αναιρεσίβλητης, καταθέτοντας στο γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου ισόποση εγγυητική επιστολή αξιόχρεης στην Ελλάδα τράπεζας.
Σε συμμόρφωση της ως άνω απόφασης, η αναιρεσείουσα κατέθεσε αρμοδίως την …/23-4-2007 εγγυητική επιστολή της τράπεζας CITIBANK, ποσού 440.000 ευρώ.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την 2600/2009 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αγωγές των διαδίκων, συμψήφισε τις εκατέρωθεν απαιτήσεις, απέρριψε κατά τα λοιπά την αγωγή της αναιρεσείουσας, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλει το σε ευρώ ισόποσο, κατά το χρόνο πληρωμής, του ποσού των 9.881,26 δολ. ΗΠΑ., με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Κατά της απόφασης αυτής, οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Δικαστήριο αυτό, με την 572/2011 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως αόριστη και δέχθηκε κατ’ ουσία την αγωγή της αναιρεσείουσας.
Επί της υπό της αναιρεσίβλητης ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, εκδόθηκε η 1703/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω εφετειακή απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε ως αόριστη την αγωγή της, κατά τα σ’ αυτήν ειδικότερα εκτιθέμενα κονδύλια και παρέπεμψε την υπόθεση στο εκδόσαν την αναιρεσιβληθείσα απόφαση Δικαστήριο.
Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, δικάζοντας, κατά παραπομπή, εξέδωσε την 572/2015 απόφαση, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, έγιναν τυπικά και κατ’ ουσία δεκτές, κατά το μέρος που αφορούσαν στην αγωγή της αναιρεσίβλητης και κατά το μέρος που αναιρέθηκε, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση, ως προς την ως άνω αγωγή και το Δικαστήριο, αφού κράτησε και δίκασε κατ’ ουσία την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη την αγωγή αυτή και αφ’ ενός μεν υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το σε ευρώ ισόποσο, κατά το χρόνο πληρωμής, του ποσού των 205.116,02 δολ.
ΗΠΑ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, αφ’ ετέρου δε αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στην αναιρεσίβλητη το σε ευρώ ισόποσο, κατά το χρόνο πληρωμής, του ποσού των 9.289,45 δολ.ΗΠΑ., επίσης νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της αποφάσεως αυτής, η αναιρεσείουσα άσκησε αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με τη 1466/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με συνέπεια, η ως άνω εφετειακή απόφαση να καταστεί, πλέον, αμετάκλητη.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε, μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης, η 191/2018 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, με την οποία διατάχθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ισόποσο του αναγνωρισθέντος (με την ως άνω αμετάκλητη απόφαση) ως οφειλόμενου ποσού των 9.289,45 δολ. ΗΠΑ., πλέον τόκων και εξόδων. Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής δεν ασκήθηκε ανακοπή από την αναιρεσείουσα, με συνέπεια να έχει αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου.
Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη άσκησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζήτησε τη μερική υπέρ αυτής κατάπτωση της προαναφερόμενης εγγυητικής επιστολής, μέχρι του ποσού των 420.300,11 ευρώ, για την ικανοποίηση του σε ευρώ ισόποσου, στις 04.05.2018, του συνολικώς επιδικασθέντος ποσού (κεφαλαίου) των 214.405,47 δολ. ΗΠΑ, ήτοι του ποσού των 179.133,98 ευρώ, πλέον του συνόλου των νομίμων τόκων επί του ως άνω επιδικασθέντος κεφαλαίου, ύψους 226.421,13 ευρώ και του συνόλου των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων, ύψους 14.745 ευρώ.
Με τη 1019/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έγινε δεκτή η αίτηση της αναιρεσίβλητης.
Κατ’ αυτής, η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, με την οποία προσέβαλε μόνο το ποσό, που αφορούσε στον υπολογισμό των νόμιμων τόκων. Επί της εφέσεως αυτής, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 725/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
[III] Η εγγυοδοσία, που διατάσσεται ως ασφαλιστικό μέτρο κατά τα άρθρα 704 και 705 του ΚΠολΔ, παρέχεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 162 επ. του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται συμπληρωματικά, αίρεται δε ή καταπίπτει υπέρ εκείνου, υπέρ του οποίου δόθηκε, εφόσον συντρέχει νόμιμος λόγος, ύστερα από απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ακόμη και αν η εγγύηση δόθηκε με απόφαση του Αρείου Πάγου (ή του Ειρηνοδικείου για τις εγγυοδοσίες που διατάχθηκαν από αυτό), η οποία εκδίδεται, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και αποφαίνεται για την ύπαρξη ή μη του ως άνω λόγου, δηλαδή, τη λήξη της αιτίας ή την επέλευση της περιπτώσεως, για την οποία δόθηκε η εγγύηση, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 168 του ΚΠολΔ. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στο να διατάξει την κατάπτωση της εγγυήσεως, που έχει κατατεθεί υπέρ του αιτούντα από τον ήδη καθού η αίτηση οφειλέτη ή τρίτο και την ως συνέπεια αυτής (κατάπτωσης) απόδοση, ενδεχομένως, στον αιτούντα της κατατεθείσας εγγυητικής επιστολής τράπεζας ή του παρακρατηθέντος στο γραμματέα του δικαστηρίου γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και όχι στο να απαγγείλει καταψήφιση προς πληρωμή του ποσού της εγγυήσεως (ΑΠ 465/2009, Α.Π. 375/1997).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, κάθε νέος νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ, δηλαδή, δεν εφαρμόζεται σε γεγονότα και νομικές πράξεις, προγενέστερες της ισχύος του. Με τη διάταξη αυτή εκφράζεται η γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, η οποία αποβλέπει στην, κατά το δυνατό, επίτευξη βεβαιότητας των δικαιωμάτων, ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, εκτός αν ο νομοθέτης προσδώσει στο νόμο αναδρομική δύναμη ή πρόκειται περί ερμηνευτικού νόμου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 346 του ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν. 4055/2012, «ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους, αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος». Με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, που ισχύει, κατ’ άρθρο 113 του νόμου τούτου, από τις 02.04.2012, το ανωτέρω άρθρο ορίζει ότι «ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή τη δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής, ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση αυτή ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης». Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση, αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης, που, μεταξύ άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.
Αν εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία.
Από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε, όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε, κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι τον ισχύοντα, κατά την κατ` έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός εάν, με αυτόν, ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του ή αυτό συνάγεται από το όλο περιεχόμενό του (ΟλΑΠ 30/1998). Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης, εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης «κατ’ ουσίαν», υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο, που ισχύει, κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη (ΟλΑΠ 654/1984), είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως, στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 8/2011, ΑΠ 918/2020, ΑΠ 807/2019, ΑΠ 549/2019, ΑΠ 1025/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Ο λόγος αυτός αφορά στην ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι, κανόνων, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις και δη την κτήση, αλλοίωση ή κατάργηση των δικαιωμάτων καθώς και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους.
[IV] Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο χωρίο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: « [...] Πιθανολογήθηκε, επίσης, ότι, προκειμένου να προσδιοριστεί το ποσό, για το οποίο θα διαταχθεί η κατάπτωση της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής, θα πρέπει να συμπεριληφθούν σ' αυτό και οι οφειλόμενοι τόκοι του κεφαλαίου της απαίτησης της αιτούσας για το χρονικό διάστημα από 14.04.2007 (όταν επιδόθηκε στην καθ’ ης η επί της απαίτησης της αιτούσας αγωγή) μέχρι τις 04.05.2018, όπως ζητείται με την αίτηση. Επ' αυτού λεκτέα τα κάτωθι:
«Εφόσον στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται περί οφειλής αλλοδαπού νομίσματος (δολαρίων Η.Π.Α.), που εκπληρώνεται στην Ελλάδα κατά το ισάξιο σε ημεδαπό νόμισμα (και πλέον σε ευρώ) κατά το χρόνο πληρωμής, οι επ’ αυτής δεδουλευμένοι τόκοι υπολογίζονται σύμφωνα με τους όρους της ΠΥΣ 36/22.3.1990, η οποία έχει εφαρμογή σε κάθε είδους ενοχή, από την οποία προκύπτει υποχρέωση καταβολής στην Ελλάδα ξένου νομίσματος, αδιαφόρως εάν πρόκειται περί διεθνούς ή μη συναλλαγής.
Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω ΠΥΣ, για τον υπολογισμό του ποσού των τόκων της απαίτησης της αιτούσας της χρονικής περιόδου από 24.04.2007 έως 04.05.2018, θα ληφθεί υπόψη, όχι το γενικό (αστικό) επιτόκιο, αλλά το επιτόκιο, που προσφέρεται στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου (Libor) για καταθέσεις διαρκείας έξι μηνών και μάλιστα όχι για το ευρώ, αλλά για το δολάριο Η.Π.Α., στο οποίο εκφράζεται η οφειλή της καθ’ ης, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες, όπως το ύψος του συγκεκριμένου επιτοκίου για το χρονικό διάστημα από 24.04.2007 έως 24.10.2007 αναφέρεται στο προσκομιζόμενο από την αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη υπό στοιχεία ΑΠ…/28.11.2017 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος.
Ειδικότερα, ο τόκος της απαίτησης της αιτούσας, σαν παροχή ομοειδής προς το κεφάλαιο, θα υπολογισθεί στο οφειλόμενο αλλοδαπό νόμισμα θα καταβληθεί όμως σε ευρώ, με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων της 4ης.5.2018. Σημειωτέον ότι, κατ’ εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 346 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από 02.04.2012 και εφαρμόζεται και εν προκειμένω επί οφειλής σε αλλοδαπό νόμισμα, καταβλητέας σε ευρώ κατά το χρόνο πληρωμής για το τμήμα του κεφαλαίου της απαίτησης της αιτούσας, που υποχρεώθηκε να καταβάλει η καθ’ ης με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, θα ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού των οφειλομένων τόκων, το ανωτέρω επιτόκιο προσαυξημένο κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες για τον μετά την επίδοση της προαναφερθείσας αγωγής της χρόνο (24.04.2007) και προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες για το χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της εκδοθείσας επί της αγωγής αυτής υπ' αριθμ. 2600/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που επιδίκασε εντόκως την απαίτησή της (κατά το ποσό των 9.881,26 δολαρίων Η.Π.Α.), ήτοι από τις 14.05.2009 και στο εξής, ενώ, όσον αφορά το τμήμα του κεφαλαίου της απαίτησης της αιτούσας, που καταψηφίστηκε υπέρ αυτής, με την προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής, θα υπολογιστούν τόκοι με το εν λόγω επιτόκιο για τον μετά την επίδοση της αγωγής χρόνο χωρίς την προσαύξηση του επιτοκίου κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες έκτοτε, διότι η καθ’ ης δεν άσκησε ανακοπή κατ’ αυτής, όπως προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 346 εδαφ.
γ' του ΑΚ και μέχρι τις 04.05.2018 [...]».
[V] Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε εξαρχής την αίτηση της αναιρεσίβλητης, υπολόγισε τους οφειλόμενους τόκους επί του συνόλου του κεφαλαίου της αμετακλήτως επιδικασθείσας απαίτησης της αναιρεσίβλητης για τη χρονική περίοδο από 24.04.2007 έως 04.05.2018, στο ποσό των 199.220,59 ευρώ, με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο ως άνω νομισμάτων (δολαρίου Η.Π.Α.
και ευρώ, στις 04.05.2018), κατ’ εφαρμογή της Π.Υ.Σ. 36/22/26.3.1990, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 15 παρ. 5 του ν. 876/1979 και τον αυξημένο τόκο επιδικίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 346 του ΑΚ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, ο οποίος ισχύει από τις 02.04.2012, ως προς το τμήμα του κεφαλαίου, που καταψηφίστηκε υπέρ της αναιρεσίβλητης με την ως άνω αμετάκλητη απόφαση (572/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς) και διέταξε την εν μέρει κατάπτωση υπέρ της αιτούσας της ως άνω εγγυητικής επιστολής για το συνολικό ποσό των 393.099,57 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει το συνολικό ποσό των τόκων επί της αμετακλήτως καταψηφισθείσας απαίτησης της αναιρεσίβλητης, εσφαλμένα εφάρμοσε, για το μετά την επίδοση της αγωγής χρόνο το άρθρο 346 του ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από τις 02.04.2012.
Και τούτο διότι, στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο, μετά την αποδοχή κατ’ ουσίαν της έφεσης και την εξαφάνιση της εκκληθείσας, δίκασε ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είχε αρμοδιότητα να ερευνήσει αν πραγματοποιήθηκε ο λόγος, για τον οποίο χορηγήθηκε η εγγυοδοσία και να διατάξει την κατάπτωση αυτής υπέρ της αναιρεσίβλητης, με βάση τα αμετακλήτως κριθέντα, κατά την εκδίκαση της κύριας έννομης σχέσης των διαδίκων, η οποία άρχισε με την επίδοση της από 21-3-2007 αγωγής της αναιρεσίβλητης και όχι να προβαίνει σε υπολογισμούς των επιδικασθέντων τόκων, καθ' υπέρβαση των ήδη κριθέντων, αποστερώντας, έτσι, από την καθ’ ης η αίτηση και ήδη αναιρεσείουσα τη δυνατότητα να υποστηρίξει ότι επρόκειτο περί εύλογης αντιδικίας.
Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, η διάταξη του άρθρου 346 του ΑΚ, όπως ισχύει, μετά την τροποποίησή της, δεν καταλαμβάνει χρονικά την κύρια έννομη σχέση των διαδίκων, η οποία άρχισε με την από 21.03.2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης και κρίθηκε αμετακλήτως με την 572/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Εξάλλου, η τελευταία αυτή απόφαση, με την καταψηφιστική της διάταξη, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 205.116,02 δολ.Η.Π.Α, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 346 του ΑΚ, υπό την προϊσχύσασα μορφή του, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από το περιεχόμενό της, δεδομένου ότι δεν γίνεται μνεία περί προσαυξήσεως του επιτοκίου του τόκου υπερημερίας κατά δύο (2) ποσοστιαίες μονάδες, μετά την επίδοση της αγωγής και κατά τρεις (3) ποσοστιαίες μονάδες, μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Πρέπει, συνεπώς, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, μετά ταύτα, ως εκ της αναιρετικής εμβέλειάς τους, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αυτής, με τον οποία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
[VI] Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από τον εκδόσαντα την απόφαση αυτή. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος απ' αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 725/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό της απόφασης αυτής.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχει ο Δικαστής, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στην αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ