1133/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ κρινομένη από 26/11/2018 (με αριθμό καταθέσεως 146/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 549/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (που έλαβε χώρα στις 31-10-2018, ενώ η αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στις 28/11/2018).
Legislator headnote
AI generated1133/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Full text
Απόφαση 1133 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1133/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ζαμπέτα Στράτα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε… Α… , κατοίκου Π… , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κούτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1322/2014 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 549/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-11-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινομένη από 26/11/2018 (με αριθμό καταθέσεως 146/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 549/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (που έλαβε χώρα στις 31-10-2018, ενώ η αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στις 28/11/2018).
Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553 παρ.1β, 556, 558 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
2. Κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1Βασ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), οι οποίες κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης επ' αυτού νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Περαιτέρω, καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστεως συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος και η κρίση αυτού ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, εμπεριέχουσα καθ' εαυτή και χωρίς άλλη επεξήγηση την κατά τις προμνημονευθείσες διατάξεις, κοινώς δε κρατούσα, έννοιά της (ΑΠ 556/2012).
Από το συνδυασμό δε των ως άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21/8/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων" του νόμου ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του νομοθετικού διατάγματος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11/9/1915 (ΟλΑΠ 75/1987).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 92 ΕισΝΑΚ, οι σχέσεις κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται και στο εξής κατά το ως τώρα δίκαιο, ενώ από τις διατάξεις των νόμων 12 Πανδ. (28,7), 14 παρ.8 Πανδ. (11.7), 69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, προκύπτει ότι για την κτήση της κληρονομιάς, εκτός από την επαγωγή, χρειαζόταν και υπεισέλευση σε αυτήν, δηλαδή, ρητή ή σιωπηρή αποδοχή της κληρονομιάς από τον κληρονόμο, συναγόμενη από τη συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομιά για ανάδειξη σ' αυτή και απόκτησή της, εκτός αν πρόκειται περί κατιόντων του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική του εξουσία (sui), οι οποίοι αποκτούν αυτοδικαίως την κληρονομιά με επαγωγή (ΑΠ 201/2002).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα παρακάτω: "Το επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιον), ευρίσκεται εις θέσιν "Κ… " της κτηματικής περιφερείας Σ… του Δήμου Σ… , έχει εμβαδόν 280 μ2, περιέχει κτίσμα (οικίαν), αποτυπώνεται υπό τα στοιχεία "… " στο από Σεπτεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γ… Β… (στο οποίο έχει αναφερθεί ότι έχει εμβαδόν 278,88 τ.μ.), έχει καταχωρηθεί υπό ΚΑΕΚ … και συνορεύει, κατά το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος, ανατολικώς μετά ακινήτου υπό ΚΑΕΚ … , δυτικώς μετά οδού, βορείως μετά ακινήτου υπό ΚΑΕΚ … και νοτίως μετά ακινήτου υπό ΚΑΕΚ … .
Το συγκεκριμένο ακίνητο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εναγομένου, αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου (δημοσίου κτήματος) συνολικού εμβαδού 288.190 μ2, το οποίο έχει καταχωρηθεί ως δημόσιο κτήμα υπό ΑΒΚ … και αποτυπούται υπό τον αριθμό δώδεκα (… ) εντός του από 27-2-1939 τοπογραφικού διαγράμματος των μηχανικών Π… Κ… μετά του υπ' αριθ.
πρωτ. … /… -2011 υπομνήματος της συνταξάσης μηχανικού Α… Κ… (θεωρηθέντος υπό του Προϊσταμένου του Τεχνικού Τμήματος και του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Π… ), ενώ επιπλέον κατά το έτος 1945 φέρεται (βάσει των αεροφωτογραφιών του έτους 1945) να αποτελούσε τμήμα της δασικής εκτάσεως υπό ΔΑ … (βλ. υπ' αριθ.
πρωτ. … /28-12-2010 έγγραφο Διευθύνσεως Δασών Π… ). Όπως, ωστόσο, περαιτέρω αποδεικνύεται, το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου (εμβαδού 111.987 μ2 περίπου), το οποίο συνόρευε ανατολικώς μετά ακινήτου κληρονόμων Π… , δυτικώς μετά ακινήτου κληρονόμων Μ… , Κ… και άλλων (αγνώστων ιδιοκτητών), βορείως μετά θαλάσσης (κόλπου Α… και μετά ακινήτων αγνώστων ιδιοκτητών και νοτίως μετά θαλάσσης Σ… .
Το μείζον δέ τούτο ακίνητο ανήκεν κατά το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου εις έκαστον εκ των Α…. Σ…. και Ι… Σ… . Οι προαναφερόμενοι αποκλειστικοί συγκύριοι είχαν κατασκευάσει εντός αυτού ποιμνιοστάσια και εχρησιμοποίουν τούτο κυρίως ως βοσκότοπον, ενώ παραλλήλως καλλιεργούσαν τα καλλιεργήσιμα και γόνιμα τμήματα του.
Εις τους εν λόγω συγκυρίους το ως άνω μείζον ακίνητο είχε περιέλθει προ του έτους 1845, κατά το οποίο χρονικό σημείο ολοκληρώθηκαν στην Σ… οι εργασίες της αρμοδίας επί των διαφιλονικούμενων δασών Επιτροπής, η οποία, διά της υπ' αριθ. 305 /24-1- 1845 αποφάσεως της ανεγνώρισε τα δάση ως ιδιωτικά (πλήν των ανηκόντων εις την διαλελυμένην Ιεράν Μονήν Αγίου Νικολάου και όσων είχαν - καταχωρηθεί στα βιβλία δημοσίων κτημάτων), στα οποία, όμως, ακίνητα (της διαλελυμένης Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου και καταχωρηθέντα στα βιβλία δημοσίων κτημάτων) δεν συμπεριελαμβάνετο το προπεριγραφόμενο μείζον ακίνητο (εμβαδού 111.987 μ2), όπως τούτο προκύπτει από το υπ' αριθ.
… /… -1845 έγγραφο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σ… Γ… Κ… . Μετά τον κατ' έτος 1899 επελθόντα θάνατον του εκ των ως άνω συγκυρίων Α… Σ… το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητος αυτού επί του ως άνω μείζονος ακινήτου των 111.987 μ2 περιήλθε εις τον υιόν αυτού Π…. Σ… βάσει των διατάξεων περί εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, διότι ούτος ήτο ο μοναδικός ενήλιξ κληρονόμος του, ο οποίος ανεμείχθη εις την κληρονομίαν ασκών την (συν)νομή επ' αυτού κατά τον ίδιον τρόπον, όπως ο κληρονομούμενος πατήρ αυΤού καλή πίστει (δηλαδή μετά της ειλικρινούς πεποιθήσεως της μη προσβολής δικαιώματος τρίτου).
Μετά παρέλευσιν ολίγων ετών ο ως άνω Π… Σ…. απέκτησεν και το υπόλοιπον ήμισυ (1/2) ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητος επί του μείζονος ακινήτου κατά παράγωγον τρόπον και δή λόγω αγοράς από τους Γ… Σ… και Δ… … [υιούς του ετέρου αρχικού συγκυρίου Ι… Σ… (κατόπιν κληρονομικής διαδοχής βάσει των διατάξεων περί εξ αδιαθέτου διαδοχής του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου)] δυνάμει του υπ' αριθ.
… /1908 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σ… Σ… Π…. [(νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ… (ΤΜ: … - ΑΑ: … )]. Έκτοτε, ο Π… Σ… , ενέμετο το μείζον ακίνητο των 111.987 μ2 μετά καλής πίστεως (δηλαδή υπό την ειλικρινή πεποίθησιν της μη προσβολής δικαιώματος τρίτου), ενώ κατά το έτος 1925 μεταβίβασε (λόγω πωλήσεως) τμήμα αυτού (εμβαδού 16.000 μ2) στον Α… Θ… .
Συνέχισε, όμως, να ασκεί καλή τη πίστει την νομήν επί του (μετά την πώλησιν του εδαφικού τμήματος των 16.000 μ2 εναπομείναντος) υπολοίπου μείζονος ακινήτου των 95.987 (= 111.987 - 16.000) μ2, μέχρι και του χρόνου θανάτου αυτού την 22α Μαΐου 1932. Απεβίωσε δέ, χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείψας μόνους πλησιεστέρους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την σύζυγο του Π… Σ… και τα δέκα τέκνα του, δηλαδή τους: i.
Α… Σ… , ii. Δ… Σ…. , iii. Ν… Σ… , iν. Σ… Σ… , ν. Λ… Σ… , νi. Α.. Σ… , νii. Φ… σύζυγο Π… Π… , νiii. Ε… σύζυγον Ε… Β… , ix. Π… σύζυγον Κ.. Σ… και x. Α… σύζυγο Ν… Γ… . Οι ως άνω κληρονόμοι του ανεμείχθησαν εις την κληρονομιά, ασκούντες (συν)νομήν επί του κληρονομιαίου ακινήτου και δή άπασες τις εις την φύσιν και τον προορισμόν αυτού προσιδιάζουσες υλικές πράξεις, όπως οριοθέτησιν, επίβλεψιν, άτυπον παραχώρησιν σε τρίτους προς βόσκησιν και ξύλευσιν και μάλιστα καλή πίστει, δηλαδή υπό την ειλικρινή πεποίθησιν της μη προσβολής δικαιώματος τρίτου.
Ούτως, κατέστησαν (αποκλειστικοί) συγκύριοι αυτού η μεν Π… χήρα Π… Σ… κατά ποσοστόν 450 /1800 εξ αδιαιρέτου, έκαστον δέ των δέκα τέκνων του αποβιώσαντος κατά ποσοστόν 135/1800 εξ αδιαιρέτου διά παραγώγου τρόπου και συγκεκριμένως λόγω κληρονομικής διαδοχής βάσει των διατάξεων του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.
Ακολούθως, κατά το έτος 1937 απεβίωσε και η Π… χήρα Π… Σ… άνευ συντάξεως διαθήκης καταλείψασα μόνους πλησιεστέρους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους της επί του ιδανικού μεριδίου εκ 450/1800 συγκυριότητος επί του προαναφερθέντος ακινήτου τα προαναφερόμενα δέκα-τέκνα της, τα οποία ανεμείχθησαν στην κληρονομιά, ασκούντα έκαστον εξ αυτών κατά επί πλέον ποσοστόν 45/1800 εξ αδιαιρέτου συννομήν επί του κληρονομιαίου ακινήτου συνισταμένην εις άπασες τις εις την φύσιν και τον προορισμών του ακινήτου προδιδιάζουσες διακατοχικές υλικές πράξεις, όπως οριοθέτησιν, επίβλεψιν, άτυπη παραχώρησιν εις τρίτους προς βόσκησιν και ξύλευσιν και, μάλιστα καλή τη πίστει (δηλαδή υπό την ειλικρινή πεποίθησιν της μη προσβολής δικαιώματος τρίτου).
Ούτως, οι ως άνω κληρονόμοι (δέκα τέκνα των αποβιωσάντων δύο γονέων) κατέστησαν συγκύριοι αυτού έκαστος κατά διαμορφωθέν ποσοστόν 180 (= 45+135) /1800 εξ αδιαιρέτου κατά παράγωγον τρόπον και συγκεκριμένως λόγω κληρονομικής διαδοχής βάσει των διατάξεων του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου. Ακολούθως, κατά το έτος 1951 απεβίωσε ο συγκύριος Σ… Σ… του Π… άνευ συντάξεως διαθήκης, καταλείψας μόνους πλησιεστέρους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την σύζυγο του Ζ… Σ… και τα πέντε τέκνα του: i.
Π… Σ… , ii. Π… … , iii. Φ… Σ…. , iν. Α… Σ… και ν. Ν… Σ… , οι οποίοι απεδέχθησαν την εις έκαστον τούτων επαχθείσα κληρονομίαν (συγκειμένην από το ιδανικό μερίδιον εξ 180/1800 συγκυριότητος του κληρονομουμένου Σ… Σ… επί του ανωτέρω ακινήτου) δυνάμει της υπ' αριθ. 21566 /1961 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ… Μ… (νομίμως μεταγραφείσης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνος) και ούτως κατέστησαν συγκύριοι αυτού κατά ποσοστά 45/1800, 27/800, 27/1800, 27/ 800, 27/1800 και 27/1800 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως.
Από δέ του χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου συζύγου και πατρός αυτών (εντός του έτους 1951) συνενέμοντο το ακίνητο κατά τα προδιαληφθέντα ποσοστά δι' ασκήσεως επ' αυτού όλες τις εις την φύσιν και τον προορισμόν αυτού προσιδιάζουσες υλικές πράξεις, όπως οριοθέτησιν, επίβλεψιν, άτυπον παραχώρησιν εις τρίτους προς βόσκησιν και ξύλευσιν.
Κατά το έτος 1952 απεβίωσε ο εκ των συγκυρίων Α… Σ… άνευ συντάξεως διαθήκης, καταλείψας μόνους πλησιεστέρους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την σύζυγο του Λ… Σ… και τα έξι τέκνα του: i. Π… σύζυγο Γ… Φ… , ii. Π… Σ… , iii. Μ… Σ…. , iν. Α… Σ… , ν. Κ… Σ… και νi. Π…. η Σ…, ενώ κατά το έτος 1954 απεβίωσε και ο αμέσως ως άνω κληρονόμος Π… Σ… άνευ συντάξεως διαθήκης καταλείψας μόνους πλησιεστέρους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την μητέρα του Λ… Σ… και τα προαναφερόμενα πέντε αδέλφια του Π… σύζυγο … Γ… Φ… , Π… Σ… , Μ… Σ… , Α… Σ..
και Κ… Σ… , οι οποίοι δυνάμει της υπ' αριθ. 21564 /1961 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ… Μ… (μεταγραφείσης νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνος) απεδέχθησαν την εις έκαστον τούτων επαχθείσαν κληρονομίαν του συζύγου και πατρός αυτών αντιστοίχως Α… Σ… τόσον διά λογαριασμόν αυτών όσον και διά λογαριασμόν του μεταποβιώσαντος υιού και αδελφού αυτών αντιστοίχως Π… Σ… .
Ούτως, συγκειμένης της ως άνω κληρονομιάς του κληρονομηθέντος Α… Σ… εκ ποσοστού 180/1800 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητος επί του ανωτέρω ακινήτου, ούτοι κατέστησαν συγκύριοι αυτού κατά επί μέρους ποσοστά 45/1800, 22,50/1800, 22,50 /1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800 και 22,50 /1800 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως. Ακολούθως δέ η μήτηρ και τα αδέλφια του μεταποβιώσαντος κληρονόμου Π… Σ… δυνάμει της υπ' αριθ.
… /1961 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ… Μ… (μεταγραφείσης νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ… ) απεδέχθησαν την, κατά τα προαναφερθέντα, εις τον υιόν και αδελφόν αυτών αντιστοίχως Π… Σ… , επαχθείσα κληρονομίαν του πατρός αυτού (συγκειμένην εξ 22,50 /1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητος επί του ανωτέρω ακινήτου) και ούτως (μετά και την ως άνω αποδοχήν) το ποσοστό συγκυριότητος της μητρός και των πέντε υιών αυτής επί του συγκεκριμένου ακινήτου ανήλθε σε 48,75 /1800 [= 45 /1800 + 3,75 /1800 (= 22,50 /1800 : 6)], 26,25/1800 [= 22,50 /1800 + 3,75 /1800 (= 22,50 /1800 : 6)], 26,25 /1800, 26,25 /1800, 26,25 /1800 και 26,25/1800 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως.
Από δέ του χρόνου θανάτου των κληρονομουμένων αφ' ενός συζύγου και πατρός αυτών και αφ' ετέρου υιού και αδελφού αυτών (εντός των ετών 1952 και 1954) αντιστοίχως οι ως άνω συγκληρονόμοι συνενέμοντο το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκούντες επ' αυτού όλες τις εις την φύσιν και τον προορισμόν αυτού προσιδιάζουσες υλικές πράξεις κατοχής (όπως οριοθέτησιν, επίβλεψιν, άτυπη παραχώρησιν σε τρίτους προς βόσκησιν και ξύλευσιν).
Κατά το έτος 1958 απεβίωσε ν ο συγκύριος Λ… Σ… άνευ συντάξεως διαθήκης, καταλείψας μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αφ' ενός την σύζυγόν του Ε… Σ… (το γένος Ι… Ζ… ) και τα εν ζωή τότε επτά αδέλφια του: i. Α… Σ… , ii. Δ… Σ… , iii. Ν… Σ… , iν. Φ… σύζυγο Π… Π… , ν. Ε… σύζυγο Ε… Β… , νi.
Π… σύζυγο Κ… Σ… και νii. Α… σύζυγο Ν… Γ… , αφ' ετέρου τα πέντε τέκνα του (κατ' έτος 1951) προαποβιώσαντος αδελφού του Σ… Σ… : i. Π… Σ… , ii. Π… Σ… , iii. Φ… Σ… , iν. Α… Σ… και ν. Ν… Σ… , και επίσης τα πέντε τέκνα του κατ' έτος 1952 προαποβιώσαντος αδελφού του Α…. Σ… : i. Π… σύζυγο Γ…. Φ…. , ii. Π… Σ… , iii. Μ… Σ… , iν. Α… Σ….
και ν. Κ… Σ…. , οι οποίοι απεδέχθησαν την εις έκαστον τούτων επαχθείσαν κληρονομίαν (συγκειμένην εκ ποσοστού 180/1800 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητος του κληρονομουμένου Λ… Σ… επί του ανωτέρω ακινήτου) δυνάμει της υπ' αριθ. 21565/1961 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ… Μ… (νομίμως μεταγραφείσης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνος).
Ούτως, μετά και την ως άνω αποδοχήν κληρονομιάς οι προαναφερθέντες κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου η μέν σύζυγος και τα επτά αδέλφια του κληρονομηθέντος Λ… Σ… κατά συνολικά ποσοστά 90/1800 (= 180 /1800 Χ 1/2), 190/1800 [= 180 /1800 + (180 /1800 Χ 1/2 : 9)], 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως, τα δέ πέντε τέκνα του Σ… Σ… (κατ' έτος 1951 προαποβιώσαντος αδελφού του Λ… Σ… ) κατά συνολικά ποσοστά 29 /1800 [= 27 /1800 + 2 /1800 (= 180 /1800 Χ 1/2 : 9 : 5)], 29 /1800, 29 /1800, 29/1800 και 29/1800 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως και επίσης τα πέντε τέκνα του Α… Σ…. (κατ' έτος 1952 προαποβιώσαντος αδελφού του Λ… Σ… ) κατά συνολικά ποσοστά 28,25 /1800 [= 26,25 /1800 + 2/1800 (= 180 /1800 Χ 1/2: 9: 5)], 28,25 /1800, 28,25 /1800, 28,25 /1800 και 28,25 /1800 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως.
Από δέ του χρόνου θανάτου του κληρονομηθέντος Λ… Σ…. (εντός του έτους 1958) οι προαναφερθέντες συγκληρονόμοι συγκύριοι αλλά και οι λοιποί, κατά τα ως άνω, συγκύριοι συνενέμοντο το ακίνητο κατά τα προδιαληφθέντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, ασκούντες επ' αυτού όλες τις εις την φύσιν και τον προορισμόν αυτού προσιδιάζουσες υλικές πράξεις νομής (όπως οριοθέτησιν, επίβλεψιν, άτυπη παραχώρησιν εις τρίτους προς βόσκησιν και ξύλευσιν).
Εν συνεχεία, δυνάμει του υπ" αριθ. 21569 /1961 συμβολαίου του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ… Μ… νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνος (ΤΜ: 87 - ΑΑ: 245), άπαντες οι προαναφερθέντες αποκλειστικοί συγκύριοι, δηλαδή οι: α') Α… Σ…. (κατά ποσοστόν 190/1800), β') Δ… Σ… (κατά ποσοστόν 190/1800), γ') Ν… Σ…. (κατά ποσοστόν 190/1800), δ') Φ… σύζυγος Π… Π… (κατά ποσοστόν 190/1800), ε') Ε… σύζυγος Ε… Β… (κατά ποσοστόν 190/1800), στ') Π….
σύζυγος Κ… Σ… (κατά ποσοστόν 190/1800), ζ') Ζ… χήρα Σ… Σ… το γένος Ν… Φ… (κατά ποσοστόν 45/1800), η') Π… Σ… (κατά ποσοστόν 29/1800), θ') Π… Σ… (κατά ποσοστόν 29/1800), Γ) Φ… Σ… (κατά ποσοστόν 29/1800), ια') Α… Σ…. (κατά ποσοστόν 29/1800), ιβ') Ν… Σ…. (κατά ποσοστόν 29/1800), ιγ') Λ… χήρα Α… Σ…. (κατά ποσοστόν 48,75/1800), ιδ') Π… σύζυγος Γ… Φ… (κατά ποσοστόν 28,25/1800), ιε') Π… Σ… (κατά ποσοστόν 28,25/1800), ιστ') Μ… Σ… (κατά ποσοστόν 28,25 /1800), ιζ') Α… Σ… (κατά ποσοστόν 28,25/1800), ιη') Κ… Σ…. (κατά ποσοστόν 28,25/1800), ιθ') Ε… χήρα Λ….
Σ.. το γένος Ι… Ζ… (κατά ποσοστόν 90/1800), κ') Ν…. Γ… (κατά ποσοστόν 47,50/1800), κα') Ι… Γ…. (κατά ποσοστόν 28,50/1800), κβ') Μ… σύζυγος Α… Δ… (κατά ποσοστόν 28,50/1800), κγ') Π… Γ… (κατά ποσοστόν 28,50/1800), κδ') Γ…. Γ…. (κατά ποσοστόν 28,50/1800) και κε') Μ… Γ… (κατά ποσοστόν 28,50/1800) μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως το ανωτέρω ακίνητο των 95.987 μ2 στην Ε… (ή ….) σύζυγον Ι… Κ…. (το γένος Γ… Μ… ) και παρέδωσαν εις αυτήν την νομή αυτού.
Αμέσως μετά την κτήση της κυριότητος επί του ανωτέρω ακινήτου η Ε… Κ… κατέτμησεν τούτο σε περισσότερα αυτοτελή αγροτεμάχια (συμφώνως προς το από Ιουλίου 1961 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Ο… ), τα οποία διεχωρίζοντο υπό ιδιωτικών οδών, και ακολούθως μεταβίβασε αυτά επίσης λόγω πωλήσεως προς τρίτους.
Έν εκ των ως άνω αυτοτελών αγροτεμαχίων τυγχάνει και το επίδικον ακίνητον, το οποίον η Ε… Κ… επώλησε και μετεβίβασε κατ' ισομοιρίαν προς τις Ε… σύζυγον Λ… Α… και Ε… συζ. Γ… Π… δυνάμει του υπ' αριθ. … /1968 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α… Ζ… μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ… (ΤΜ:
… - ΑΑ: … ). Ακολούθως, οι ως άνω συγκυρίες μετεβίβασαν τούτο λόγω πωλήσεως εις την ενάγουσα δυνάμει του υπ' αριθ. … /1982 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Π… Α… Τ… , νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ… (ΤΜ: … - ΑΑ: … ). Πρέπει να επισημανθεί ότι κατά το έτος 1963 ηγέρθη αμφισβήτησις περί του δικαιώματος κυριότητος της ως άνω δικαιοπαρόχου Ε… Κ… επί του ως άνω μείζονος ακινήτου (επιφανείας 95.987 μ2) και συνακολούθως επήλθε αμφισβήτησις του δικαιώματος κυριότητος των ειδικών διαδόχων αυτής ως αγοραστών των διά κατατμήσεως σχηματισθέντων μικροτέρων αυτοτελών αγροτεμαχίων.
Ειδικώτερον, η τότε Κοινότης Σ… άσκησε την υπ' αριθ. καταθ. … /16-8-1963 αγωγήν κατά της Ε… Κ… ενώπιον του Πρωτοδικείου Π… , διά της οποίας εξέθεσεν ότι ετύγχανεν κυρία δύο ακινήτων εμβαδού 456,250 στρεμμάτων και 6 στρεμμάτων αντιστοίχως, ότι την κυριότητα επ' αυτών είχε αποκτήσει κατά τη σύστασιν αυτού ο Δήμος Σ… και εν συνεχεία η Κοινότης Α… , της οποίας αυτή (τότε ενάγουσα) ετύγχανεν καθολική διάδοχος, και ότι αυτά είχαν αποτυπωθεί διά του από έτους 1936 Κτηματολογίου της, το οποίον είχε καταρτισθεί βάσει της από 5-2-1936 αμετακλήτου αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου Κτηματολογίου του Νομού Αττικής.
Εζήτησε δέ να αναγνωρισθεί κυρία του αναλυτικώς περιγραφέντος τμήματος, εμβαδού 15 στρεμμάτων και 600 τετραγωνικών μέτρων, το οποίον, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, είχε καταλάβει άνευ νομίμου δικαιώματος η τότε εναγομένη Ε… Κ… , και να υποχρεωθεί η τελευταία να αποδώσει προς αυτήν την νομή αυτού. Επίσης, η ως άνω Κοινότης ήσκησεν και την υπ' αριθ.
καταθ. 1541/5-5-1965 αγωγήν ομοίου περιεχομένου. Όμως, οι ως άνω αγωγές ουδέποτε συνεζητήθησαν. Επί πλέον και η τότε Κοινότης Α… άσκησε κατά της Ε… Κ… την υπ' αριθ. καταθ. 3549 /20-12-1964 αγωγήν ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιώς, διά της οποίας, επιστηρίξασα την κτήσιν κυριότητος στα αυτά περιστατικά θεμελιώσεως των δύο αγωγών της τότε Κοινότητος Σ… , εζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία του αναλυτικώς περιγραφομένου τμήματος (εμβαδού 90 στρεμμάτων περίπου), το οποίον, βάσει των εν τη αγωγή διαλαμβανομένων είχε καταλάβει άνευ νομίμου δικαιώματος η εναγομένη Ε… Κ… , και να υποχρεωθεί η τελευταία να αποδώσει προς αυτήν την νομήν αυτού.
Η επί της τελευταίας ως άνω αγωγής δίκη κατηργήθη βάσει του υπ'αριθ. … /1969 (εξωδίκου) συμβιβασμού ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ… Π… , ο οποίος ενεκρίθη διά της υπ' αριθ. … /1969 αποφάσεως του Κοινοτικού Συμβουλίου της ως άνω Κοινότητος (όπως ετροποποιήθη διά της υπ' αριθ. .. 1/1969 ομοίας αποφάσεως) και της υπ' αριθ.
πρωτ. 17802/10-6- 1969 αποφάσεως της Νομαρχίας Πειραιώς (τροποποιηθείσης διά της υπ' αριθ. πρωτ. 2496/04-02-1970 ομοίας αποφάσεως). Εντός δέ του πλαισίου του ανωτέρω συμβιβασμού η μέν Κοινότης Α… παρητήθη του δικαιώματος της ως άνω αγωγής και συνήνεσεν εις την διαγραφήν αυτής από τα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, η δε Ε..
Κ… ανέλαβε την υποχρέωσιν να καταβάλει τμηματικώς το ποσό των 200.000 δραχμών. Ούτως, βάσει των προαναφερομένων προκύπτει ότι από του έτους 1845 την νομή του αρχικού μείζονος ακινήτου (εμβαδού 111.987 μ2), το οποίον από του έτους 1925 περιωρίσθη εις εμβαδόν 95.987 μ2 (μετά την πώληση μερικωτέρας επιφανείας 16.000 μ2 στον Α… Θ… του Π..
και του οποίου μερικώτερον εδαφικόν τμήμα αποτελεί και το επίδικον ακίνητον, ασκούσαν οι προαναφερθέντες απώτεροι δικαιοπάροχοι της εναγούσης (από των Α… ή Α… Σ… και Ι… Σ… έως και της Ε…. συζύγου Ι… Κ… ) και ότι αυτοί ουδέποτε είχαν απωλέσει την ως άνω νομήν. Κατά τα έτη δε 1963 έως 1965, η νομή αυτών ημφισβητήθη από την Κοινότητα Σ… και από την Κοινότητα Α… , πλήν, όμως, κατά τα προαναφερόμενα, ουδέποτε απωλέσθη.
Επομένως, ακόμη και υπό την εκδοχήν ότι το επίδικον ακίνητον απετέλει δημόσιον κτήμα (τούτο, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, δεν αποδεικνύεται) κατά την κρίσιμη ημερομηνία της 11ης Σεπτεμβρίου 1915 ο απώτερος δικαιοπάροχος της εναγούσης Π… Σ… του Α… ή Α… είχε καταστεί κύριος του ακινήτου αυτού διά παραγώγου τρόπου και συγκεκριμένως λόγω κληρονομικής διαδοχής και πωλήσεως βάσει των διατάξεων του βυζαντινορρρωμαϊκού δικαίου, αλλά εις πάσαν περίπτωσιν, και διά πρωτοτύπου τρόπου και δή με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, αφού κατά την συγκεκριμένην ημερομηνίαν είχε συμπληρώσει διά προσμετρήσεως του χρόνου χρησικτησίας των αμέσων δικαιοπαρόχων του, τους οποίους διεδέχθη κατά την νομήν, τριακονταετή καλόπιστη νομή επ' αυτού.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι το εν λόγω ακίνητο έχει καταχωρηθεί ως τμήμα του δημοσίου κτήματος υπό ΑΒΚ … και ως τμήμα δασικής εκτάσεως υπό ΔΑ…. , αφού η απλή πράξις καταχωρήσεως αυτού στα δημόσια κτήματα ή τις δασικές εκτάσεις, δεν δύναται να αναιρέσει την αδιαμφισβήτητη, κατά τα προαναφερθέντα, νομήν των απωτέρων δικαιοπαρόχων της εναγούσης επ' αυτού.
Εξ άλλου, και παρά τα αντιθέτως ισχυριζόμενα από το εναγόμενο, η τριακονταετής καλόπιστη νομή του Π… Σ… του Α… ή Α… δεν αναιρείται ούτε από κατά πολύ μεταγενέστερο από … 1970 τοπογραφικό διάγραμμα και τον σχετικό κτηματολογικό πίνακα του τοπογράφου μηχανικού της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς Γ… Ξ…. , το οποίον εστηρίχθη στο από …. 1939 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου της ιδίας Υπηρεσίας Σ.
Τ… (όπου ο Π… Σ… του Α… ή Α… φέρεται μόλις από το έτος 1928 να κατέχει εδαφικήν έκτασιν εμβαδού μόνον 3,860 στρεμμάτων καταχωρηθείσα υπ' αύξοντα αριθμόν … ), αφού, όπως προκύπτει από το ίδιο ως άνω διάγραμμα και τον αυτόν κτηματολογικόν πίνακα, το δημόσιο κτήμα υπό ΑΒΚ … εμβαδού 288.190 μ2 ταυτίζεται προς την έκτασιν εμβαδού 288,180 στρεμμάτων υπό αύξοντα αριθμόν … , διά την οποίαν περαιτέρω (εξαιρέσει της επισημειώσεως ότι διεκδικείται από τις Κοινότητες Α… και Σ… ) δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία περί του εάν πέραν της διεκδικήσεως υφίστατο και νομή των ως άνω Κοινοτήτων ή εάν τυχόν τρίτο πρόσωπον ενέμετο ταύτη ν και από ποίου χρονικού σημείου.
Ο δέ μάρτυς του εναγομένου (διοικητικός υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου), ο οποίος ως πηγή γνώσεως έχει μόνο τον φάκελλο της υποθέσεως τον τηρούμενον εντός της Υπηρεσίας του, εποίησεν λόγον διά διακατοχικές πράξεις του Ελληνικού Δημοσίου (καταμετρήσεις, εκμισθώσεις βάσει δημοπρασίας) στο μείζον ακίνητο υπ' αριθ.
ΒΚ… από του έτους 1927 και εφ' εξής [δηλαδή σε χρόνον εμφανώς μεταγενέστερον της κτήσεως του προαναφερομένου μείζονος ακινήτου των 111.987 μ2 (και ακολούθως 95.987 μ2) από τους δικαιοπαρόχους της εναγούσης], χωρίς κατά τούτο η κατάθεσίς του να επιβεβαιούται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Σημειούται δέ ότι ο ίδιος ως άνω μάρτυς εβεβαίωσεν ότι, συμφώνως προς τα έγγραφα του φακέλλου της υποθέσεως, η περιοχή του επιδίκου ήταν άγονη, ενώ περαιτέρω εντελώς ενδοιαστικώς κατέθεσεν ότι είναι πιθανόν κάποια τμήματα, τα οποία, όμως, δεν προσδιώρισε, να εθεωρούντο δασικά σε παλαιότερον χρόνον (βλ. 21η - 22α σελίδες των οικείων πρακτικών της πρωτοβαθμίου δίκης).
Εφ' όσον λοιπόν οι απώτεροι και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της εναγούσης είχαν αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου των 95.987 μ2 και συνακολούθως και του επιδίκου (εμβαδού 280 μ2), η ιδία κατέστη κυρία του τελευταίου διά παραγώγου τρόπου και συγκεκριμένως διά μεταβιβάσεως λόγω πωλήσεως. Εν τέλει, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι η κτηματική περιοχή, όπου ευρίσκεται το ανωτέρω ακίνητο, εκηρύχθη υπό κτηματογράφησιν εντός του πλαισίου εργασιών διά την δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου συμφώνως προς τον Ν. 2308/1995.
Κατά το άρθρο 2 Ν. 2308 /1995, εκλήθησαν όσοι έχουν εμπράγματον ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα επί ακινήτου της υπό κτηματογράφησιν περιοχής να υποβάλουν δήλωσιν μετά περιγραφής του δικαιώματος και αναφοράς της αιτίας κτήσεως. Κατά δε την διαδικασίαν κτηματογραφήσεως το επίδικο ακίνητο κατεχωρήθη ανακριβώς ως ιδιοκτησία του εναγομένου (υπό ΚΑΕΚ … ).
Η αρχική, όμως, αυτή εγγραφή του κτηματολογικού φύλλου, η οποία αφορά στο επίδικο ακίνητο είναι ανακριβής ως προς το καθεστώς της κυριότητας, αφού, βάσει των προαναφερθέντων, τούτο ανήκει στην κυριότητα της εναγούσης. Διά των δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου λόγων εφέσεως το εναγόμενον και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει, επαναλαμβάνον τους και πρωτοδίκως προβληθέντας ισχυρισμούς, ότι το επίδικον ακίνητον αποτελεί τμήμα του υπ' αριθ.
ΑΒΚ … δημοσίου κτήματος συνολικής εκτάσεως 288.190 μ2, και ότι την κυριότητα αυτού απέκτησεν: α) "δικαιώματι πολέμου", διότι: i. αποτελούσε δημόσια γαία ανήκουσα στο Οθωμανικό Δημόσιο, το οποίο και διεδέχθη ii. άλλως ανήκε στους εγκαταλείψαντας τούτο Οθωμανούς και κατελήφθη από αυτό την 21-1/3-2-1830, β) άλλως, διότι αποτελούσε λιβάδι ή βοσκότοπο κατά την 3/15-12-1833, γ) άλλως δια των προσόντων της έκτακτης χρησικτησίας ως νεμηθέν αυτό καλή τη πίστει από την Ελληνικήν Επανάστασιν του έτους 1821 μέχρι και του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, δ) άλλως, διότι ήτο αδέσποτο κατά την 21-6/10-7-1837, χωρίς να απητείτο η κατάληψίς του, ε) άλλως, διότι απετέλει αδέσποτον υπό την ισχύν του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου και στ) άλλως, διότι ήτο αδέσποτο κατά την έναρξη εφαρμογής του Αστικού Κώδικος.
Όμως, οι ως άνω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι διάτους εξής λόγους: α) ο πρώτος ως μη νόμιμος, διότι, κατά τα εν μείζονι σκέψει προεκτεθέντα, διά ακίνητα, όπως το επίδικον, τα οποία ευρίσκονται εντός της Αττικής, δεν δύναται να γίνει λόγος δια περιέλευσιν αυτών εις το Ελληνικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου", αφού η Αττική δεν είχε κατακτηθεί δια των όπλων αλλά παρεχωρήθη στο Ελληνικό Κράτος την 31η Μαρτίου 1833 βάσει της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και β) οι δεύτερος, τρίτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος ισχυρισμοί ως αόριστοι, διότι το εναγόμενον δεν επικαλείται τα αναγκαία προς θεμελίωσα αυτών περιστατικά (ποίος ήτο ο Οθωμανός κύριος του επιδίκου ή εγκατάλειψις της νομής του επιδίκου από τον μέχρι τότε κύριον μετά προθέσεως παραιτήσεως από του δικαιώματος κυριότητος).
Εις πάσαν δε περίπτωσιν, οι αμέσως ως άνω ισχυρισμοί, καθώς και ο τέταρτος εξ αυτών είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικώς αβάσιμοι, αφού από το προδιαληφθέν αποδεικτικόν υλικό δεν απεδείχθη ότι το επίδικο ανήκε κάποτε σε οθωμανούς ή ότι υπήρξε λιβάδι ή βοσκότοπος κατά την ημερομηνίαν της 3/15-12-1833 ή ότι ήτο αδέσποτον, αντιθέτως απεδείχθη, κατά τα αναλυτικώς ανωτέρω εκτεθέντα, ότι το ακίνητο αυτό, αρχικώς ως τμήμα μείζονος ακινήτου και ακολούθως ως αυτοτελές αγροτεμάχιον εχρησιδέσποσαν καλή τη πίστει και διανοία κυρίων από του έτους 1850 περίπου συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την καταχώρησιν της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής αλλά και την άσκησιν της ενδίκου αγωγής η ενάγουσα και προ ταύτης οι ανωτέρω κατονομαζόμενοι δικαιοπάροχοι της, ασκούντες επ' αυτού τις επίσης ανωτέρω αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις.
Επομένως, η ένδικη αγωγή είναι βάσιμη κατ' ουσίαν. Συνακολούθως η εκκαλουμένη, καταλήξασα εις την αυτήν ως άνω κρίσιν (μετ' απόρριψιν των προαναφερομένων αυτοτελών ισχυρισμών του εναγομένου), ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και ορθώς τις αποδείξεις εξετίμησε, τυγχανόντων απορριπτέων απάντων των λόγων εφέσεως".
Με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την παραδοχή της ένδικης αγωγής περί αναγνωρίσεως της κυριότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου (αγροτεμαχίου) και διορθώσεως της ανακριβούς πρώτης εγγραφής αυτού στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ως προς τον παράγωγο (κληρονομιά) και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) απόκτησης της κυριότητας των απωτέρων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, δεδομένου ότι:
α) ως προς την κληρονομιά των Α… Σ… , Π… Σ… και της συζύγου του Π… χήρας Π… Σ… , οι οποίοι απεβίωσαν κατά τα έτη 1899, 1932 και 1937 αντίστοιχα, δέχεται ότι υπεισήλθαν οι κατονομαζόμενοι κληρονόμοι τους με την, υποδηλούσα, σιωπηρή αποδοχή αυτής (κληρονομιάς), διενέργεια πράξεων νομής (οριοθέτησης, επίβλεψης, ξύλευσης, παραχώρησης σε τρίτους, κατασκευής ποιμνιοστασίων, καλλιέργειας των γόνιμων τμημάτων), που φανερώνουν την πρόθεσή τους για ανάμειξη σ' αυτή και απόκτησή της.
Από την παραδοχή δε αυτή συνάγεται ευθέως το συμπέρασμα ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι κανένας από αυτούς δεν ήταν ανήλικο τέκνο των θανόντων και δεν τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία, ώστε να αποκτήσει αυτοδικαίως την κληρονομιά με την επαγωγή, και β) ως προς την δια έκτακτης χρησικτησίας κτήση της κυριότητας του επιδίκου κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο που είναι αγροτεμάχιο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εδαφικής εκτάσεως εμβαδού 95.987 τ.μ., της οποίας την κυριότητα απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης ενάγουσας Α… Σ… , Ι… Σ… , Γ..
Σ… , Δ… Σ… και Π… Σ… , νεμόμενοι αυτή με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής δεν προσέβαλαν τα δικαιώματα κυριότητας τρίτων, από του έτους 1845 αδιαλείπτως μέχρι την 11-9-1915, αλλά και μετά το έτος αυτό, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις, τις οποίες με σαφήνεια μνημονεύει (οριοθέτηση, επίβλεψη, ξύλευση, παραχώρηση σε τρίτους, κατασκευή ποιμνιοστασίων, καλλιέργεια των γόνιμων τμημάτων), με την βούληση να την εξουσιάζουν ως συγκύριοι, χωρίς να είναι απαραίτητη και η περαιτέρω εξειδίκευση των επί μέρους πράξεων νομής σε κάθε μέρος της μείζονος ως άνω εκτάσεως και ειδικότερα σε ποιο τμήμα αυτής ασκούνταν διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν σε αγροτεμάχιο και σε ποιο τμήμα εκείνες που προσιδιάζουν σε βοσκότοπο, αφού πρόκειται περί ενιαίας εκτάσεως και ο φυσικός εξουσιασμός των άνω δικαιοπαρόχων και το πνευματικό στοιχείο της νομής επεκτεινόταν σε όλη την ως άνω έκταση των 95.987 τ.μ., εντός της οποίας εμπίπτει, κατά τις σχετικές παραδοχές, και το επίδικο εδαφικό τμήμα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι, όπως έκρινε, δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα εκ των αποδεικτικών μέσων προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, που πληρούν το πραγματικό των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των, ως προς την κτήση της κληρονομιάς με μονομερή (σιωπηρή) δήλωση της βούλησης των κληρονόμων για την αποδοχή αυτής, καθώς και εκείνων για την κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου (αγροτεμαχίου) με έκτακτη χρησικτησία, που εφάρμοσε, μνημονεύοντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του επιδίκου, ως τμήματος της μείζονος εκτάσεως των 95.987 τ.μ., πράξεις νομής των απωτέρων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, καθώς και τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστεως αυτών (δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης), τόσο κατά την έναρξη της νομής το έτος 1845, όσο και μεταγενέστερα, χωρίς να ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας και η περαιτέρω εξειδίκευση των περιστατικών από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε τη δικανική κρίση περί της συνδρομής του στοιχείου της καλής πίστεως υπό την προαναφερόμενη έννοια.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
3. Από το άρθρο 216 παράγραφος 1 στοιχείο β' του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, διαφορετικά το δικαστήριο ευρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως. Σε περίπτωση δε που δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής το προαναφερθέν στοιχείο ή αυτό περιέχεται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την υπό του δικαστηρίου της ουσίας απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας.
Ειδικότερα, όταν πρόκειται περί αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, απαιτείται για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, προσδιορισμός αυτού κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του.
Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο να εμφαίνεται (ΑΠ 1182/2012). Περαιτέρω, μέσω του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, κατά τον οποίο "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", ελέγχεται το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής και ειδικότερα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της από 25/8/2010 ένδικης αγωγής της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσίβλητης) κατά του εναγομένου (και ήδη αναιρεσείοντος), το οποίο εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο ως διαδικαστικό έγγραφο (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα ανέφερε ότι έγινε κυρία με παράγωγο και, επικουρικά, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) του περιγραφόμενου κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου, το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης.
Ειδικότερα, το ακίνητο αυτό περιγράφεται ως ένα αγροτεμάχιο με οικία, εκτάσεως 280 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "Κ… " επί της Χερσονήσου "Κ… " της περιφέρειας Α… Σ… , είναι καταχωρημένο στα οικεία κτηματολογικά γραφεία Α… Σ… με κωδικό αριθμού Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) … και συνορεύει βόρεια, επί πλευράς μήκους είκοσι (20) μέτρων με αγροτεμάχιο με αριθμό ΚΑΕΚ … , ανατολικά επί πλευράς μήκους δεκατεσσάρων (14) μέτρων με αγροτεμάχιο που έχει αριθμό ΚΑΕΚ … , νότια επί πλευράς μήκους είκοσι (20) μέτρων με αγροτεμάχιο με αριθμό ΚΑΕΚ … και δυτικά επί πλευράς μήκους δεκατεσσάρων (14) μέτρων με ιδιωτική οδό με ΚΑΕΚ …. , ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής αυτό καταχωρίστηκε εσφαλμένα ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου (εναγομένου).
Κατόπιν αυτών ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του επίδικου ακινήτου και να διορθωθεί ως ανακριβής η ανωτέρω πρώτη κτηματολογική εγγραφή στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο, ώστε να αναγραφεί η ίδια ως αποκλειστική κυρία του πιο πάνω ακινήτου. Έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, καθώς δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου και τη θέση αυτού εντός της μείζονος έκτασης, δεδομένου μάλιστα ότι αναφέρονται και οι αριθμοί κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) των όμορων ακινήτων.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, που αποφάνθηκε ομοίως και απέρριψε τον σχετικό περί αοριστίας του δικογράφου της ένδικης αγωγής λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης, γι' αυτό και ο τρίτος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του νόμου 3693/1957, 7 και 9 του νομοθετικού διατάγματος 2698/1993 και Υ.Α. 134423/1992 Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Νοεμβρίου 2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 549/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ