1133/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1133/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 3-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1133 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1133/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Χαρμπαλή.
Της αναιρεσίβλητης: Ό. Β. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεκέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-7-2007 και 16-5-2008 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2981/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6606/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-9-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 3-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικο αγωγή της κατά της αναιρεσείουσας και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", επικαλουμένη αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων αμφοτέρων των εναγομένων, συνισταμένη σε πλημμελή έλεγχο κατά την εμφάνιση και πληρωμή πλαστής τραπεζικής επιταγής, η οποία είχε εγκαίρως δηλωθεί ως κλαπείσα, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρον εκάστη το χρηματικό ποσό των 7.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την περιουσιακή της ζημία, συνισταμένη στα δικαστικά της έξοδα και στην δαπάνη διενεργείας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, και επί πλέον να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σ’ αυτήν ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη το χρηματικό ποσό των 130.000 ευρώ η πρώτη και των 180.000 ευρώ η δεύτερη.
Με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε αγωγή ως προς την δεύτερη εναγομένη "...", έγινε δε εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη , ήδη αναιρεσείουσα, η οποία και υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη νομιμοτόκως το αιτηθέν χρηματικό ποσό των 7.000 ευρώ, για την αποκατάσταση της περιουσιακής της ζημίας, αναγνωρίσθηκε δε επί πλέον, η υποχρέωση αυτής να καταβάλει στην τελευταία νομιμοτόκως, ως χρηματική της ικανοποίηση, το ποσό των 30.000 ευρώ.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις παρ’ αμφοτέρων των ήδη διαδίκων και επ’ αυτών εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητου δέχθηκε δε εκείνη της αναιρεσείουσας και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε το περί αποζημιώσεως αγωγικό κονδύλιο, και περιόρισε το ύψος της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως στο ποσό των 12.000 ευρώ.
Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη από την (πρώτη) εναγομένη, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστου και της, επελθούσης, περιουσιακής ή μη, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα, δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως προνοίας και ασφαλείας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και της κοινωνικής εν γένει δραστηριότητος των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρεούσης, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητος, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστου να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητος του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος τέλος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 Α.Κ.), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 8 παρ.1,2 εδ.β’ ,3, 4 εδ.α’ και β’ του ν. 2251/1994 περί "προστασίας καταναλωτών", που αφορά την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3587/2007, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 288 Α.Κ. συνάγεται ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες , ο οποίος δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτου της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α) η παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια ασκήσεως-επαγγελματικής δραστηριότητος, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων τις υπηρεσίες έχει το βάρος της αποδείξεως της ελλείψεώς της, ως κριτήρια δε για την εκτίμηση της υπάρξεως υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκωμένη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) το παράνομο της συμπεριφοράς του παρέχοντος τις υπηρεσίες, εφ’ όσον δεν ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκωμένη ασφαλείας, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις προνοίας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημιώσεως και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.
Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται, ως προεξετέθη, παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμελείας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας").
Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκωμένη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις προνοίας και ασφαλείας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια (Α.Π.535/2012 589/2001, 394/2002). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Στις 16-1-2003 άγνωστος δράστης, εποχούμενος δίκυκλης μοτοσικλέτας, αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) η οποία βάδιζε στην περιοχή του δήμου …......Αττικής......την τσάντα της, η οποία, μεταξύ άλλων αντικειμένων.....περιείχε δύο βιβλιάρια (μπλοκ) επιταγών της ιδίας και της εταιρίας...(της οποίας ήταν Πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος) και ειδικότερα, το με αρ. ...
εκδόσεως της Τράπεζας ..., στο όνομά της, που εξυπηρετούνταν από τον υπ’ αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό της στην άνω τράπεζα.....και το με αρ. ... βιβλιάριο, εκδόσεως ομοίως της άνω Τράπεζας στο όνομα της προαναφερθείσας εταιρίας, που εξυπηρετούνταν από τον υπ’ αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό της τελευταίας στην άνω τράπεζα, της οποίας η εκκαλούσα - πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη "...
Α.Ε" (ήδη αναιρεσείουσας) είναι.....καθολική διάδοχος. Για την εν λόγω αξιόποινη πράξη η ενάγουσα υπέβαλε την επομένη ημέρα (17-1- 2003) μήνυση κατά του άγνωστου δράστη και την ίδια ημέρα ανακοίνωσε την κλοπή των άνω μπλοκ επιταγών και στην εναγόμενη, (και συγκεκριμένα στο υποκατάστημα … όπου τηρούνταν οι άνω λογαριασμοί), προσκομίζοντας και αντίγραφο της υπ’ αρ.
πρωτ. ...-1-2003 βεβαιώσεως του Αστυνομικού Τμήματος …, περί της δηλώσεως εκ μέρους της των συνθηκών της ανωτέρω κλοπής και των αντικειμένων που της αφαιρέθηκαν.....Στις 30-7-2003 εμφανίστηκε από την φερομένη ως λήπτριά της, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε" στο υποκατάστημα της … της "Τράπεζας ..." άλλη μία πλαστογραφημένη ως προς την υπογραφή της ενάγουσας και την τεθείσα επ’ αυτής ημεροχρονολογία εκδόσεώς της (6-1-2003), επιταγή από το πιο πάνω κλαπέν προσωπικό βιβλιάριο επιταγών της ίδιας και ειδικότερα η υπ’ αρ. ...
τραπεζική επιταγή ποσού 13.950,00 Ευρώ, η οποία μεταβιβάσθηκε δια οπισθογραφήσεως προς την άνω Τράπεζα, (τελευταία νόμιμη κομίστριά της) ως αξία σε ενέχυρο. Πριν από την άνω μεταβίβαση, (αυθημερόν), ο ταμίας-αρμόδιος υπάλληλος της άνω Τράπεζας-δεύτερης εναγομένης (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) αφού ήλεγξε μέσω της "...
Α.Ε" με βάση το ονοματεπώνυμο της εκδότριας, και τον αριθμό φορολογικού της μητρώου (ΑΦΜ), το ενδεχόμενο καταχωρήσεως σε βάρος της δυσμενών στοιχείων, με αρνητικά αποτελέσματα, επικοινώνησε στη συνέχεια με τον αρμόδιο υπάλληλο του υποκαταστήματος … της πρώτης εναγομένης (όπου είχε ανοιχθεί ο λογαριασμός επί του οποίου συρόταν η ένδικη επιταγή)..., προκειμένου να διερευνήσει την φερεγγυότητα της εκδότριας της άνω μεταχρονολογημένης επιταγής...Ο τελευταίος, αμελώς φερόμενος, χωρίς να ελέγξει μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος που τηρούσε η πρώτη εναγομένη εάν η ένδικη επιταγή είχε καταχωρηθεί σ’ αυτό ως κλαπείσα, όπως όφειλε και μπορούσε κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις να πράξει - οπότε και θα διαπιστωνόταν αμέσως η κλοπή της - τον διαβεβαίωσε ρητά, ότι η άνω εκδότρια είναι φερέγγυα, παραλείποντας ταυτόχρονα να του γνωστοποιήσει ότι η εν λόγω επιταγή περιλαμβανόταν στο βιβλιάριο επιταγών της ενάγουσας που είχε δηλωθεί ότι είχε κλαπεί.
Έτσι, ο άνω προστηθείς της "Τράπεζας ...", αποδέχθηκε τη μεταβίβασή της λόγω ενεχύρου από την άνω φερομένη ως λήπτριά της, εταιρεία και την προεξόφλησε στην τελευταία. Ακολούθως, όταν η δεύτερη εφεσίβλητη στις 9-1-2004....επιχείρησε να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή, διαπίστωσε την αναγγελία της κλοπής της, με συνέπεια να ακολουθήσει η σφράγισή της και κατόπιν σχετικής αιτήσεώς της, να εκδοθεί η 176/2004 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία καταχωρήθηκε στο πιο πάνω διατραπεζικό σύστημα πληροφοριών.
Κατά της άνω διαταγής πληρωμής..., η ενάγουσα άσκησε την από 21-4-2004 ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, το οποίο με την 162/2005 παρεμπίπτουσα απόφασή του διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη για να διαπιστωθεί εάν η τεθείσα στη θέση του εκδότη υπογραφή επί της άνω επιταγής είχε τεθεί από την ενάγουσα και με την 407/2008 οριστική απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι η άνω υπογραφή δεν είχε τεθεί από την τελευταία, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής.
Η παράλειψη του άνω προστηθέντος της πρώτης εναγομένης να ερευνήσει μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος που τηρούσε η πρώτη εναγομένη περί του ενδεχομένου της υπάρξεως ενδείξεως κλοπής της επίδικης επιταγής και ακολούθως να ενημερώσει κατάλληλα τον υπάλληλο της δεύτερης εφεσίβλητης περί της κλοπής της ένδικης επιταγής, που συνδέεται αιτιωδώς με την καταχώρηση στο άνω διατραπεζικό σύστημα πληροφοριών της άνω διαταγής πληρωμής, εφόσον κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αυτή -αυτοτελώς εκτιμώμενη-...,ήταν πρόσφορη να οδηγήσει στο ζημιογόνο αποτέλεσμα και ειδικότερα...αρχικά στη μη πληρωμή της, ακολούθως στην αναπόφευκτη έκδοση της άνω διαταγής πληρωμής και εν τέλει στην αναπόφευκτη καταχώρηση στο άνω σύστημα διατραπεζικών πληροφοριών δυσμενών στοιχείων σε βάρος της ενάγουσας στο άνω σύστημα, απορριπτομένων των αντιθέτων ισχυρισμών της πρώτης εναγομένης, ήταν παράνομη, διότι συνιστούσε παραβίαση εκ μέρους του άνω προστηθέντος - υπαλλήλου των οφειλομένων εκ μέρους της, ως παρόχου τραπεζικών υπηρεσιών, υποχρεώσεων πρόνοιας και προσδοκώμενης ασφάλειας τις οποίες, είχε έναντι των συναλλασσομένων με αυτήν και συνακόλουθα έναντι των πελατών της, έτσι ώστε οι παρεχόμενες από αυτήν υπηρεσίες να πληρούν τους όρους ασφάλειας και να μην θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα των αποδεκτών τους - καταναλωτών, όπως και η πελάτης της ενάγουσα και ειδικότερα την ακεραιότητα της πίστης, της επαγγελματικής φήμης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών.
Επί πλέον, η πιο πάνω συμπεριφορά του άνω προστηθέντος της πρώτης εναγομένης, για την οποία ευθύνεται (αρ. 922 Α.Κ) η τελευταία, ήταν και αμελής, διότι εξαιτίας της άνω παραλείψεώς του, αρχικά να ερευνήσει μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος που τηρούνταν στην πρώτη εναγομένη περί του ενδεχομένου της υπάρξεως ενδείξεως κλοπής της επίδικης επιταγής και ακολούθως να ενημερώσει (ορθά) περί της υπάρξεως της ως άνω ενδείξεις το συνάδελφο του στη δεύτερη εφεσίβλητη - εναγομένη, όπως όφειλε και μπορούσε λόγω της εμπειρίας και των γνώσεών του να πράξει κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις και θα έπραττε κάθε μέσος, μετρίως συνετός Τραπεζικός υπάλληλος υπό τις ίδιες συνθήκες, ο αντίστοιχος προστηθείς του υποκαταστήματος Πατρών της δεύτερης εναγομένης αποδέχθηκε την ένδικη επιταγή, - την οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν θα αποδεχόταν εφόσον γνώριζε την πραγματικότητα, αφού η ένδικη επιταγή ήταν βέβαιο ότι δεν θα πληρωνόταν από την εκδότριά της-με τις προεκτεθείσες αιτιωδώς συνδεόμενες με το ζημιογόνο αποτέλεσμα - της προκλήσεως ηθικής βλάβης- συνέπειες για την ενάγουσα.
Από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του άνω προστηθέντος της πρώτης εναγομένης, η οποία είχε ως τελικό αποτέλεσμα να καταχωρηθούν και δημοσιευθούν δυσμενή στοιχεία αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση και φερεγγυότητα στο άνω σύστημα τραπεζικών πληροφοριών, προσβλήθηκε η προσωπικότητα της ενάγουσας, η οποία εξ αυτού του λόγου υπέστη ηθική βλάβη, καθόσον εμφανίσθηκε έναντι των τρίτων μεταξύ των οποίων και το σύνολο των τραπεζικών οργανισμών ως πρόσωπο που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις που αναλαμβάνει, είναι αφερέγγυο και στερείται ....
Έμπρακτη δε συνέπεια των ανωτέρω, που επέτειναν την άνω ηθική της βλάβη, υπήρξαν οι οφειλόμενες στην ανωτέρω εμφάνιση δυσμενών γι’ αυτήν στοιχείων, διαδοχικές αρνήσεις των προαναφερθέντων τραπεζικών οργανισμών και ειδικότερα της πρώτης εναγομένης για τη χορήγηση στεγαστικού δανείου, στις 19-10-2004 (και ενώ η τελευταία όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει την αιτία της άνω εσφαλμένης καταχωρήσεως), της ...
για την χορήγηση πιστωτικής κάρτας το έτος 2005 και της Τράπεζας ... για την απόκτηση επίσης, πιστωτικής κάρτας το έτος 2007, αλλά και η αναίτια εμπλοκή της σε πολύχρονους και δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες ενώπιον των δικαστηρίων των Πατρών για την ακύρωση της άνω διαταγής πληρωμής...Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, αναφορικά με την ευθύνη για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα, με εν μέρει διαφορετική νομική θεμελίωση και με εν μέρει διαφορετική και ελλιπή αιτιολογία, οι οποίες αντικαθίστανται και συμπληρώνονται με την παρούσα (αρ. 534 Κ.Πολ.Δ), δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων...Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε...ευθύνη της δεύτερης εφεσίβλητης - δεύτερης εναγομένης "Τράπεζας ..." για την εμφάνιση στο άνω διατραπεζικό σύστημα πληροφοριών της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεώς της..." .
Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο δεν παρεβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’ , 914, 932 Α.Κ. και 8 του ν. 2251/1994, αφού τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά καλύπτουν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, δεδομένου ότι στοιχειοθετούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, την προσβολή της προσωπικότητας και την ηθική βλάβη της αναιρεσίβλητης και τον μεταξύ αυτών αιτιώδη σύνδεσμο και καταφάσκουν εντεύθεν την αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι το Εφετείο εσφαλμένως χώρησε στην εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και στην εν μέρει παραδοχή της αγωγής, μολονότι ουδεμία εκ των ειρημένων προϋποθέσεων συνέτρεξε, αφού ούτε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσειούσης μεσολάβησε ούτε ηθική βλάβη υπέστη η αναιρεσίβλητη, η ζημία δε που η τελευταία επικαλείται δεν τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την συμπεριφορά του εν λόγω υπαλλήλου, τυγχάνει αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής της προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η παράλειψη του υπαλλήλου της αναιρεσείουσας να ερευνήσει μέσω του ηλεκτρονικού της συστήματος περί του ενδεχομένου της υπάρξεως ενδείξεως κλοπής της συγκεκριμένης επιταγής και ακολούθως να ενημερώσει σχετικώς τον συνάδελφο του, υπάλληλο της συνεναγομένης της Τραπέζης ..., καταφάσκει την αδικοπρακτική ευθύνη αυτής , καθόσον συνιστά παράνομη και υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά που είχε ως αποτέλεσμα την αναίτια εμπλοκή της αναιρεσίβλητης σε πολύχρονους και δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες για την ακύρωση της εκδοθείσης βάσει της επίμαχης επιταγής διαταγής πληρωμής και επί πλέον την καταχώριση και δημοσίευση στο σύστημα τραπεζικών πληροφοριών, δυσμενών στοιχείων για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα αυτής που έπληξαν την προσωπικότητά της και της προεκάλεσαν ηθική βλάβη.
Επομένως οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος( κατά το αντίστοιχο μέρος του) λόγοι με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.ΠολΔ., περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα ανωτέρω, ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, ζητήματα, που συνιστούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων, οι οποίες έτσι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, τυγχάνει αβάσιμος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του° Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς αναιρέσεως μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. για την στοιχειοθέτηση της οποίας επικαλείται τα εξής: " Από το σώμα της... επιταγής..., η οποία προσκομίσθηκε ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου..., και δη εκ της οπίσθιας όψεως...
ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΟΤΙ ΦΕΡΕΙ ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗ ΜΕ ΛΕΚΤΙΚΟ "ΠΛΗΡΩΣΑΤΕ ΕΙΣ ΔΙΑΤΑΓΗ Ν ΤΡΑΠΕΖΑ ..." δηλαδή φέρει κανονική μεταβιβαστική οπισθογράφηση και ΟΧΙ ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗ ΛΟΓΩ ΕΝΕΧΥΡΟΥ, αφού πουθενά, στο σώμα της επιταγής, δεν αναγράφεται φράση "αξία λόγω ενεχύρου" ή άλλη ισοδύναμη, ώστε να προκύπτει οπισθογράφηση της επιταγής λόγω ενεχύρου.
Παρότι νόμιμα...ισχυρισθήκαμε ότι η επιταγή αυτή ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΘΕΙ ΣΤΗΝ "ΤΡΑΠΕΖΑ ..." ΜΕ ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗ ΛΟΓΩ ΕΝΕΧΥΡΟΥ, αλλά με κανονική μεταβιβαστική οπισθογράφηση, η προσβαλλόμενη απόφαση, εντελώς αβάσιμα, αυθαίρετα, αναιτιολόγητα και μη νόμιμα, αποδέχθηκε ότι η οπισθογράφηση ... ήταν λόγω ενεχύρου, με ...
δυσμενή για εμέ επακόλουθα και συνέπειες. Τούτο διότι το όλο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περί τηλεφωνήματος υπαλλήλου της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ..." προς δικό μου προστηθέντα υπάλληλο, προκειμένου να ενημερωθεί για την φερεγγυότητα της ενάγουσας κατά την παραλαβή της επιταγής, με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, θα είχε αποφευχθεί, εάν αυτή απεδέχετο το ορθό, ότι δηλαδή η οπισθογράφηση της επιταγής είχε κανονικό μεταβιβαστικό αποτέλεσμα....
Παραμόρφωσε λοιπόν η προσβαλλόμενη απόφαση το περιεχόμενο ...της επίδικης... επιταγής, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, με αποτέλεσμα να με ζημιώσει. Γι’ αυτό πρέπει να αναιρεθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 559 περ. 20 Κ.Πολ.Δ.". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο του, δεν αποδίδεται στην απόφαση διαγνωστικό σφάλμα, τουτέστιν αναγόμενο στην ανάγνωση (δεν προσδιορίζεται καν το κατά την απόφαση περιεχόμενο της επιταγής), αλλά εκτιμητικό τοιούτο, απόδοση δηλαδή στην επιταγή νοήματος διαφορετικού από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, το οποίο όμως δεν ιδρύει τον υπό έρευνα αναιρετικό λόγο.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον η τελευταία, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου , κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση της Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νομίμως, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6606/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ