Legislator Case Law & Legislation
1133/2016 AI generated

1133/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1133/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1133/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατοχή δε, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.

Keywords

AI generated
undeclared gainful employment non-recognized health insurance fund account holder payment service provider tax procedure Tamil persecution
AI generated
1232/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
364/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
269/2017
Στο άρθρο 42 παρ.3 του ν.1140/1981 ορίζεται ότι "Το ποσόν της καταβαλλομένης συντάξεως λόγω αναπηρίας εις συνταξιούχους ασφαλιστικών φορέων αρμοδιότητος Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών προσαυξάνεται κατά ποσοστόν 50%, εφ’ όσον ο ανάπηρος ευρίσκεται διαρκώς εις κατάστασιν απαιτούσαν συνεχή επίβλεψιν, περιποίησιν και συμπαράστασιν ετέρου προσώπου (απόλυτος αναπηρία)".
464/2023
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, τη 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2019 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 44/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2021 αίτησή της.
1402/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1133 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1133/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γερασίμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1267/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Mε πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη εταιρία Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αφροδίτη Αμανατίδου - Καβακλιλή.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 74/2014.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 περ. α’ ΠΚ, ορίζεται ότι "υπάλληλος ο οποίος ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι’ αυτό, τιμωρείται: "α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών...".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής απαιτείται: α) παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο.

Κατοχή δε, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.

α’ του ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263 α’ του ίδιου κώδικα και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι’ αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος.

Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη, ο οποίος ενέχει τη γνώση αυτού ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, Δημοσίου ή άλλου δικαιούχου νομικού προσώπου.

Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Περαιτέρω, ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε, στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη. Για τη στοιχειοθέτηση, εξάλλου, της κακουργηματικής μορφής της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατά την περ.

γ’ αριθμ. 1 ιδίου ως άνω άρθρου, απαιτείται να μεταχειρίστηκε ο υπαίτιος ιδιαίτερα τεχνάσματα και επιπροσθέτως να είναι το αντικείμενο αυτής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης των 15.000 και ήδη 30.000 ευρώ μετά την ισχύ του άρθρου 24 παρ. 2 περ. γ’ του ν. 4055/2012). Ως ιδιαίτερα τεχνάσματα, θεωρούνται ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη υπαλλήλου, κρυφές ενέργειες και μέθοδοι, μη εμφανώς διακριτές που τείνουν στη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση τρίτων προσώπων και μάλιστα των προϊσταμένων ή τυχόν ελεγκτών και γενικά τείνουν στην εξαπάτηση της Αρχής όπως ψευδείς εγγραφές ή παραποιήσεις σε βιβλία ή σε λογαριασμούς, μη καταχώρηση οφειλομένων ή εισπραττομένων στα βιβλία δημιουργία ψευδών ή πλαστών παραστατικών, αλλοιώσεις αριθμών, έκδοση εικονικών εγγράφων κλπ, με τις οποίες ενέργειες επιδιώκεται να καταστεί δυσχερής ο έλεγχος ή να προκληθεί σύγχυση στους λογαριασμούς και γενικά ότι είναι κατά την κοινή πείρα επιτήδειο να συγκαλέσει την παράνομη ενέργεια του υπαλλήλου ώστε να επωφελείται του εφησυχασμού και της αδράνειας των αρμοδίων ελεγκτικών οργάνων ο δράστης υπάλληλος και να ιδιοποιείται παράνομα τα ποσά που κατακρατεί από εκείνα που διαχειρίζεται ως υπάλληλος, χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι και’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως την εν γνώση (ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσο δόλο) ή τον σκοπό επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλή δόλο).

Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελεί, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου τη ουσίας.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 1267/2013 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση που μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης αυτής των 15.000 αλλά και των 30.000 €, (μετ’ ελαφρυντικής περιστάσεως) και υπέβαλε σ’ αυτόν ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετίαν.

Το άνω Εφετείο, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, κατά πιστή μεταφορά ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα παρακάτω:

Ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη και κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 2004 μέχρι και τις 7 Δεκεμβρίου 2005 ενώ ήταν υπάλληλος γραφείου στο εγκαλούν ν.π.ι.δ. με την επωνυμία ..." (....), που εδρεύει στην ..., στο οποίο μπορούν να διατεθούν επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις από το δημόσιο, από ν.π.δ.δ. ή από Τραπεζικά ιδρύματα, σύμφωνα με το άρθρο 8 της υπ’ αριθ. 21.190/30.05.1986 απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, έχοντας καθήκοντα ουσιαστικά ταμία και ων επιφορτισμένος με τις εισπράξεις οφειλών πελατών του ως άνω νομικού προσώπου και την έκδοση αντιστοίχων παραστατικών καθώς και με τις πληρωμές προμηθευτών, ήταν δε υπόλογος προς το διευθυντή της ...., στον οποίο έπρεπε να παραδίδει τις εισπράξεις και να αποδίδει λογαριασμό και ενώ έλαβε και κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητας του από πελάτες της επιχείρησης οφειλόμενα χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 30.650 ευρώ έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004, κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που του έδειξε η διοίκηση της επιχείρησης, δεν κατέθεσε τα χρήματα αυτά στην επιχείρηση, αλλά χωρίς δικαίωμα τα ιδιοποιήθηκε παράνομα ενσωματώνοντας τα στην ατομική του περιουσία.

Επίσης, παρακράτησε παράνομα και ποσό 35.751 ευρώ, το οποίο προέκυψε ως έλλειμμα έως τις 31 Οκτωβρίου 2005 από την καταμέτρηση και συμφωνία των χρημάτων που είχε στα χεριά του και του λογιστικού υπολοίπου στο ταμείο, το οποίο κρατούσε. Κατά την τέλεση της πράξης του αυτής μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, αφενός διότι εξέδιδε τα σχετικά διπλότυπα παραστατικά, αναγράφοντας στο στέλεχος που παρέδιδε στον πελάτη το ποσό που είχε πράγματι εισπράξει από αυτόν, ενώ στο στέλεχος που απέδιδε στη ...

ανέγραφε την ένδειξη "επί πιστώσει", εμφανίζοντας έτσι ότι ο πελάτης δεν είχε καταβάλει το οφειλόμενο και πράγματι εισπραχθέν χρηματικό ποσό και αφετέρου διότι τηρούσε και δεύτερο προσωπικό "κρυφό" ταμείο παράλληλα προς το επίσημο ταμείο της επιχείρησης, τις εισπράξεις του οποίου δεν εμφάνιζε στα επίσημα βιβλία της επιχείρησης.

Ακολουθώντας τη μέθοδο αυτή και μεταχειριζόμενος τα προαναφερθέντα ιδιαίτερα τεχνάσματα, προβαίνοντας δηλαδή στις παραπάνω ενέργειες του προς συγκάλυψη του τελεσθέντος από αυτόν εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα το συνολικό ποσό των 66.401 ευρώ, ποσό που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης συνολικά των 15.000 ευρώ.

ο κατηγορούμενος ομολόγησε την πράξη του και, αφού έλαβε δάνειο από την Τράπεζα, απέδωσε το υπεξαιρεθέν ποσό μαζί με τους τόκους. Πρέπει επομένως να κηρυχτεί ένοχος, όπως στο διατακτικό, αλλά να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια ή επιδίωξε να άρει τις συνέπειες της πράξεως του".

Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη και κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 2004 μέχρι και τις 7 Δεκεμβρίου 2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα, που τα έλαβε και τα κατείχε λόγω της ιδιότητας του αυτής, μεταχειρίστηκε δε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενώ ήταν υπάλληλος γραφείου στο εγκαλούν ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "..." (....), που εδρεύει στην ..., στο οποίο μπορούν να διατεθούν επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις από το δημόσιο, από ν.π.δ.δ. ή από τραπεζικά ιδρύματα, σύμφωνα με το άρθρο 8 της υπ’ αριθ. 21.190/30.05.1986 απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, έχοντας καθήκοντα ουσιαστικά ταμία και ων επιφορτισμένος με τις εισπράξεις οφειλών πελατών του ως άνω νομικού προσώπου και την έκδοση αντίστοιχων παραστατικών καθώς και με τις πληρωμές προμηθευτών, ήταν δε υπόλογος προς το διευθυντή της ...., στον οποίο έπρεπε να παραδίδει τις εισπράξεις και να αποδίδει λογαριασμό και ενώ έλαβε και κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητας του από πελάτες της επιχείρησης οφειλόμενα χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 30.650 ευρώ έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004, κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που του έδειξε η διοίκηση τής επιχείρησης, δεν κατέθεσε τα χρήματα αυτή στην επιχείρηση, αλλά χωρίς δικαίωμα τα ιδιοποιήθηκε παράνομα ενσωματώνοντας τα στην ατομική του περιουσία.

Επίσης, παρακράτησε παράνομα και ποσό 35.751 ευρώ, το οποίο προέκυψε ως έλλειμμα έως τις 31 Οκτωβρίου 2005 από την καταμέτρηση και συμφωνία των χρημάτων που είχε στα χέρια του και του λογιστικού υπολοίπου στο ταμείο, το οποίο κρατούσε. Κατά την τέλεση της πράξης του αυτής μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, αφενός διότι εξέδιδε τα σχετικά διπλότυπα παραστατικά, αναγράφοντας στο στέλεχος που παρέδιδε στον πελάτη το ποσό που είχε πράγματι εισπράξει από αυτόν, ενώ στο στέλεχος που απέδιδε στη ....

ανέγραφε την ένδειξη "επί πιστώσει", εμφανίζοντας έτσι ότι ο πελάτης δεν είχε καταβάλει το οφειλόμενο και πράγματι εισπραχθέν χρηματικό ποσό και αφετέρου διότι τηρούσε και δεύτερο προσωπικό "κρυφό" ταμείο παράλληλα προς το επίσημο ταμείο της επιχείρησης, τις εισπράξεις του οποίου δεν εμφάνιζε στα επίσημα βιβλία της επιχείρησης.

Ακολουθώντας τη μέθοδο αυτή και μεταχειριζόμενος τα προαναφερθέντα ιδιαίτερα τεχνάσματα, προβαίνοντας δηλαδή στις παραπάνω ενέργειες του προς συγκάλυψη του τελεσθέντος από αυτόν εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα το συνολικό ποσό των 66.401 ευρώ, ποσό που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης συνολικά των 15.000 ευρώ".

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη, ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27, 98, 258 περ.

γ’ αριθμ. 1 ΠΚ που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι εσφαλμένως εφαρμόσθηκε η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 258 περ. γ’ του ΠΚ ως προς το χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος ως ιδιαίτερο τέχνασμα με συνέπεια να καταδικασθεί αυτός για κακουργηματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία αντί εκείνης σε βαθμό πλημμελήματος είναι αβάσιμη.

Και τούτο διότι οι περιγραφόμενες ενέργειες και παραλείψεις του αναιρεσείοντος συνιστούν ιδιαίτερα τεχνάσματα, αφού αυτά αναφέρονται χρονικά στην πράξη της ιδιοποίησης των χρημάτων, δηλαδή αυτά λειτούργησαν προς διευκόλυνση της υπεξαιρέσεως και έτειναν στην επί μακρό χρόνο δυσχέρεια του ελέγχου του αναιρεσείοντος με σύγχρονη εξαπάτηση της προϊσταμένης αρχής, έτσι ώστε να επωφελείται ο αναιρεσείων του εφησυχασμού και της αδράνειας των αρμοδίων ελεγκτικών οργάνων και να ιδιοποιείται παράνομα τα ποσά που διαχειρίζεται ως υπάλληλος.

Περαιτέρω η ετέρα ειδικότερη αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη δεν συνεκτίμησε, ούτε συναξιολόγησε όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα είναι αβάσιμη, αφού από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, ότι το δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα επισημαινόμενα από τον αναιρεσείοντα αναγνωσθέντα έγγραφα, δεν μπορεί να καταληφθεί αμφιβολία, ότι δεν τα συνεκτίμησε και αυτά, από μόνο το λόγο ότι δεν τα σχολίασε ειδικότερα, αφού δεν όφειλε να το πράξει.

Τέλος, και η αιτίαση του αναιρεσείοντος κατ’ εκτίμηση, περί αντιθέσεως των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων προς το πόρισμα της αποφάσεως που καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, υπό την επίφαση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας είναι απαράδεκτη διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση αυτή.

Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ λόγοι της αίτησης αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν αυτών, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 176, 183 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αρ. 1/7-1-2014 αίτηση του αναιρεσείοντος Κ. Α. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1267/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ