1133/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1133/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, με επίσπευση των αναιρεσειουσών και κατόπιν της από 25-1-2011 κλήσεως τους, φέρεται προς συζήτηση η από 11-9-2007 αίτηση αυτών, για αναίρεση της 900/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την έκδοση της 1310/2010 απόφασης του δικαστηρίου αυτού, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1133 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1133/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καλουσών- αναιρεσειουσών: 1. Α. χήρας Θ. Π., κατοίκου ..., 2. Β. Π. του Θ., κατοίκου ..., 3. Ε. Π. του Θ., κατοίκου ..., 4. Α. Α. Π., χήρας Κ. Κ., 5.Μ. Α. Π., κατοίκου ..., 6. Α. χήρας Ε. Π., κατοίκου ..., 7. Θ., χήρας Γ. Π., κατοίκου ... και 8. Α. χήρας Ι. Π., κατοίκου .... Οι 1η, 2η, 3η, 4η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Πανταζή, οι δε 6η, 7η και 8η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου- καθης η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΕΜΑΝ ΕΛΛΑΣ (KLEEMANN HELLAS) Ανώνυμη βιομηχανική εμπορική Εταιρία για μηχανολογικές κατασκευές ΑΕ" και με διακριτικό τίτλο "ΚΛΕΜΑΝ ΕΛΛΑΣ ABEE" που εδρεύει στην ΒΙ.ΠΕ Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ειρήνη Σπεντζοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 900/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 11-9-2007 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1310/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης. Την υπόθεση επαναφέρουν για συζήτηση οι καλούντες με την από 25-1-2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 24-2-2009 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παραστασών αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται, μεταξύ άλλων ότι, εφόσον οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση είναι περισσότεροι, και δεν εμφανιστούν ένας ή και περισσότεροι απ' αυτούς, ή εμφανιστούν αλλά δεν μετέχουν νομίμως στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, αν ο κατά τα άνω μη εμφανισθείς ή μη μετέχων στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύτηκε είτε από κάποιον από τους λοιπούς ομοδίκους του, είτε από τον αντίδικο του (Ολ.ΑΠ 2/1992, 4/1994, 39/2005, 9/2003, 7/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με επίσπευση των αναιρεσειουσών και κατόπιν της από 25-1-2011 κλήσεως τους, φέρεται προς συζήτηση η από 11-9-2007 αίτηση αυτών, για αναίρεση της 900/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την έκδοση της 1310/2010 απόφασης του δικαστηρίου αυτού, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του σχετικού πινακίου, η έκτη, έβδομη και όγδοη αναιρεσείουσα, Α. χήρα Ε. Π., Θ. χήρα Γ. Π. και Α. χήρα Ι. Π., δεν παραστάθηκαν, ούτε κατέθεσαν την, από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., δήλωση. Πλην όμως, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τις λοιπές παριστάμενες ομόδικες αυτών αναιρεσείουσες, υπ' αριθμ. 7780/ 8-9-2011, 7781/8-9-2011 και 7779/8-9-2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κοζάνης ..., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε κάθε μία απ' αυτές, αντιστοίχως, με επιμέλεια των λοιπών ομοδίκων τους. Επομένως, εφ' όσον αυτές δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του σχετικού πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δικ.) και να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτές παρούσες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 681 επ. ΑΚ, μίσθωση έργου, κατά την οποία ο εργοδότης αποβλέπει στην εκτέλεση του έργου και ο εργολάβος δικαιούται κατά την παράδοση του έργου τη συμφωνημένη ή ειθισμένη αμοιβή υπάρχει όταν τα μέρη αποβλέπουν στην επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, που είναι η εκτέλεση του έργου και όχι στην παροχή της εργασίας καθ' εαυτήν (ΑΠ 704/02, 1291/01, 1093/01, 219/02, 276/2011).
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 648 ΑΚ ορίζεται ότι με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Όπως συνάγεται από τη διάταξη αυτή, στη σύμβαση εργασίας επιδιώκεται, αντίθετα προς ότι συμβαίνει στη σύμβαση έργου των άρθρων 681 επ.
Α.Κ., η παροχή εργασίας καθεαυτήν και όχι το αποτέλεσμα αυτής. Αντίθετα, μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος, έστω και αν τελεί σε χαλαρή εξάρτηση από τον εργοδότη του, αναπτύσσει πρωτοβουλία και δεν υπόκειται στις οδηγίες του εργοδότη και την εποπτεία αυτού ως προς τον τόπο, τρόπο και χρόνο και τις εν γένει συνθήκες παροχής της εργασίας του.
Τέλος, σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, υπάρχει όταν όχι μόνο ο χρόνος διαρκείας αυτής έχει συμφωνηθεί ρητώς από τους συμβαλλομένους αλλά και όταν, κατά τη βούληση τους, ο μισθωτός προσλαμβάνεται για να προσφέρει την εργασία του στον εργοδότη για την εκτέλεση ορισμένου έργου αυτού, οπότε αυτή λύεται αυτοδικαίως με την εκτέλεση του έργου (ΑΠ 1204/02).
Λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ "αποτελέσματος" και εργασίας, αλλά και της σχετικότητας της έννοιας "αποτέλεσμα", συχνά σε συμβάσεις με ελεύθερους επαγγελματίες, δεν είναι σαφές αν τα μέρη θέλησαν ως αντικείμενο της συμφωνίας τους την παροχή των υπηρεσιών του προσώπου ή την προσπόριση του αποτελέσματος της εργασίας.
Στις περιπτώσεις αυτές, ως κριτήριο για την ερμηνεία της βούλησης των μερών μπορεί να χρησιμεύσει το ποιος από τους συμβαλλόμενους επωμίζεται τον κίνδυνο της μη πραγματοποίησης του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Ο νομικός χαρακτηρισμός της σχέσεως γίνεται από το δικαστήριο, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που δίνουν σ" αυτή οι συμβαλλόμενοι, μετ' εκτίμηση όλων των περιστάσεων.
Για το χαρακτηρισμό της σχέσης ερευνώνται οι όροι και οι πραγματικές συνθήκες παροχής αυτής, αφού ληφθεί υπόψιν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αναζητείται δε η αληθής βούληση των συμβληθέντων.Ο χαρακτήρας της συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας δεν αλλάζει από το γεγονός ότι ο μισθωτός λόγω της φύσης της παρεχόμενης εργασίας αναπτύσσει πρωτοβουλία μέσα στα πλαίσια των όρων της σύμβασης ως προς τον τρόπο εκτέλεσης αυτής.
Σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να δίνεται από το δικαστήριο η ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο λύση (ΑΠ 556/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσείουσες, με την από 11-4-2003 αγωγή τους ισχυρίσθηκαν ότι από υπαιτιότητα των υπεύθυνων της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, τραυματίσθηκε θανάσιμα ο συγγενής τους Θ. Π., ενώ εργαζόταν για την τοποθέτηση και τη σύνδεση καλωδίων επέκτασης του τηλεφωνικού δικτύου της εναγομένης στην αίθουσα δοκιμής των υδραυλικών συστημάτων των κατασκευαζόμενων απ' αυτήν ανελκυστήρων, κάτω από τις ειδικότερα περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες και περιστάσεις, και ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 72/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, καθόσον αφορά την 6η, 7η και 8η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσες), δέχθηκε συνυπαιτιότητα του παθόντα και των υπεύθυνων της εναγομένης, κατά ποσοστό 50% για καθεμία πλευρά, στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος και επεδίκασε στις λοιπές ενάγουσες τα καθοριζόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τα διάδικα μέρη, επί των οποίων η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά λέξη: "Ή εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, που διατηρεί στη ΒΙ.ΠΕ Σταυροχωρίου Κιλκίς, εργοστάσιο κατασκευής και τοποθέτησης κάθε είδους ανελκυστήρων, το έτος 1997 εγκατέστησε σ' αυτό, νέο τηλεφωνικό κέντρο, που προμηθεύτηκε από την ατομική επιχείρηση του Ν.
Π.. Όλες οι απαιτούμενες εργασίες τοποθέτησης των καλωδιώσεων σύνδεσης των συσκευών με τον κατανεμητή, εκτελέσθηκαν από τους Θ. Π. και Χ. Δ., οι οποίοι ήταν έμπειροι τεχνικοί στην εγκατάσταση τηλεφωνικών δικτύων και μετά την συνταξιοδότηση τους από τον ΟΤΕ, συνέχισαν να εργάζονται επ' αμοιβή, ως ελεύθεροι επαγγελματίες, σε ανάλογες με την πιο πάνω ειδικότητα τους, εργασίες.
Το έτος 1999 η εναγομένη, θέλοντας να προβεί στην εγκατάσταση τριών νέων τηλεφωνικών γραμμών, αρμόδιος υπάλληλος αυτής που ενεργούσε κατ' εντολήν του Δ/ντος Συμβούλου αυτής, Ν. Κ., κάλεσε τον Θ. Π. να έλθει στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της και να προβεί στην εκτέλεση των σχετικών εργασιών. Έτσι το πρωί της 26ης Μαρτίου 1999, ο προαναφερθείς τεχνικός, αποδεχθείς τη πρόσκληση, μετέβη στο εργοστάσιο της εναγομένης και αφού ζήτησε και πήρε μια σκάλα από αυτές που υπήρχαν στο εργοστάσιο και χρησιμοποιούνταν από το προσωπικό της εναγομένης, δεδομένου ότι οι εργασίες καλωδίωσης, έπρεπε να γίνουν σε ύψος 4-5 μέτρων από το δάπεδο, άρχισε να τοποθετεί τα καλώδια σύνδεσης.
Κατά την διάρκεια εκτέλεσης των εν λόγω εργασιών, ο προαναφερθείς τεχνικός, είχε σαν βοηθό του, τον Ι. Β., ηλεκτρολόγο της εναγομένης, συνδεόμενο με αυτήν με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος να κρατά τη σκάλα, κατά τον χρόνο που ο Θ. Π., ήταν ανεβασμένος σ' αυτήν και τοποθετούσε τα τηλεφωνικά καλώδια.
Στις 12 περίπου το μεσημέρι της πιο πάνω ημέρας, ο προαναφερθείς μαζί με τον ανωτέρω βοηθό του, εκτελούσε εργασίες καλωδιώσεως, στην αίθουσα δοκιμής δοχείων και εμβόλων που τοποθετούνται στους ανελκυστήρες τους οποίους κατασκεύαζε η εναγομένη, τοποθετώντας τα καλώδια σε ύψος 4-5 μέτρων από το δάπεδο της εν λόγω αίθουσας.
Σε κάποια στιγμή και ενώ είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί οι εργασίες τοποθέτησης των καλωδίων, ο Θ. Π., κατέβηκε από τη σκάλα, επειδή ο Ι. Β., κλήθηκε να μεταβεί προσωρινά σε άλλο τμήμα του εργοστασίου. Όταν αυτός ύστερα από λίγο επέστρεψε, στην πιο πάνω αίθουσα, βρήκε τον Θ. Π. πεσμένο στο δάπεδο αυτής και σοβαρά τραυματισμένο ...
μεταφέρθηκε στο ... Νοσοκομείο ... όπου απεβίωσε στις 30-3-1999, συνεπεία των τραυμάτων που υπέστη ...". Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο ότι μια ώρα περίπου μετά το ατύχημα, μετέβησαν στο συγκεκριμένο χώρο του εργοστασίου της εναγομένης, ο Προϊστάμενος της Επιθεώρησης Εργασίας Ι. Χ. και ο Τεχ. Μηχ. Μηχανικός Κ. Π. της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κιλκίς, οι οποίοι διενήργησαν αυτοψία του χώρου και των συνθηκών του ατυχήματος.
Ο δεύτερος από αυτούς διατύπωσε το πόρισμα του στο με αριθμό πρωτ.2402/8-4-1999 έγγραφο της εν λόγω υπηρεσίας του, που απευθύνεται στη Δ/νση Επιθεώρησης Εργασίας και στην Αστυν. Δ/νση νομού Κιλκίς, από την επισκόπηση του περιεχομένου του οποίου, προκύπτει ότι ο προδιαληφθείς, διαπίστωσε τα εξής, κρίσιμα για τις συνθήκες του ατυχήματος στοιχεία: 1]ότι ο θανών ζήτησε και χρησιμοποίησε τηλεσκοπική σκάλα και ότι αυτή ήταν τελείως ακατάλληλη, επειδή κατά τη πλήρη αποσύμπτυξή της, παρουσιάζει μεγάλη ευκαμψία και δημιουργεί ταλαντώσεις με κάθε κίνηση, επί πλέον δε, δεν ήταν εφοδιασμένη με τους τερματικούς ελαστικούς κοντραδόρους, ώστε να υπάρχει η απαιτούμενη πρόσφυση, 2) ότι στη θέση όπου εργαζόταν ο θανών έπρεπε να στηθεί ειδική σκαλωσιά και 3) ότι το δάπεδο όπου είχε τοποθετηθεί η σκάλα, ήταν ολισθηρό από λιπαντικά στο στιλπνό βιομηχανικό δάπεδο.
Ενόψει αυτών, είναι προφανές ότι ο θανών, κατά το διάστημα της απουσίας του βοηθού του Ι. Β., ανέβηκε μόνος του στη σκάλα για να ολοκληρώσει την εργασία του, πλην όμως εξ αιτίας του ότι δεν υπήρχε τη συγκεκριμένη στιγμή άτομο για να την σταθεροποιεί, αυτή ταλαντώθηκε από το βάρος και τις κινήσεις του θανόντος, γλίστρησε και έφυγε από τη θέση της, με αποτέλεσμα ο προδιαληφθείς να βρεθεί στο δάπεδο από ύψος 4-5 μέτρων και να τραυματισθεί θανάσιμα στο κεφάλι.
Στο ίδιο δε συμπέρασμα κατέληξε και ο ανωτέρω υπάλληλος που διενήργησε την αυτοψία: Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα πιο πάνω περιστατικά προέκυψε ότι ο θανών, δεν τελούσε σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη, ώστε αυτή να είναι υποχρεωμένη να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα προστασίας αυτού κατά την εκτέλεση της εργασίας του, αλλά με σύμβαση έργου και ότι αυτός, κατά την εκτέλεση των εργασιών τοποθέτησης των καλωδίων, δεν τελούσε κάτω από τις οδηγίες εντεταλμένου προς τούτο υπαλλήλου της εναγομένης, ούτε ότι αυτή επεφύλαξε στον εαυτό της τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του ανατεθέντος στο θανόντα έργου, ώστε να θεωρηθεί ως προστήσασα αυτόν και περαιτέρω ότι όχι μόνον δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του προστηθέντος από την εναγομένη πιο πάνω υπαλλήλου της που είχε την εντολή να βοηθά τον θανόντα κατά την εκτέλεση των εργασιών, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, αλλ' αντίθετα ότι ο θανών, όφειλε πριν ανέβει εκ νέου στη σκάλα για να συνεχίσει την εργασία του, να αναμείνει την επάνοδο αυτού, ώστε να δεχθεί την απαιτούμενη εκ μέρους του βοήθεια, όπως και πριν από το ατύχημα.
Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο ενόψει του ότι οι εργασίες εκτελούνταν με την αποκλειστική ευθύνη του θανόντος, αφού δεν υπήρχε μεταξύ αυτού και της εναγομένης, σχέση προστήσεως, δική του ήταν υποχρέωση να "στήσει" ειδική σκαλωσιά για να εκτελέσει τις εργασίες καλωδίωσης και όχι να αρκεσθεί στη χρήση σκάλας και μάλιστα χωρίς την αναγκαία από άλλον βοήθεια, την ακαταλληλότητα της οποίας καθώς και την ολισθηρότητα του δαπέδου όπου αυτή στηριζόταν, ασφαλώς και ήταν σε θέση ευχερώς να αντιληφθεί, ώστε να μην επιχειρήσει να ανέλθει εκ νέου στη σκάλα, χωρίς τη παρουσία του ανωτέρω βοηθού του.
Πρέπει δε να λεχθεί (καταλήγει το Εφετείο) ότι "με την ... 3511/2005 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης., ο διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης ... κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που του είχε αποδοθεί". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι το ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του Θ.
Π. οφείλεται σε αποκλειστική του υπαιτιότητα και όχι σε συνυπαιτιότητα και της εναγομένης, στη συνέχεια κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης και απόρριψη της έφεσης των εναγουσών ως αβάσιμης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τις πρώτη έως και πέμπτη ενάγουσες και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, ως προς αυτές.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, κατά το μέρος που εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη σχέση που συνέδεε τον παθόντα και την εναγομένη, δηλαδή για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ενώ αρχικώς δέχεται ότι "όλες τις απαιτούμενες εργασίες τοποθέτησης των καλωδιώσεων σύνδεσης των συσκευών με τον κατανεμητή, του νέου τηλεφωνικού κέντρου που εγκατέστησε η εναγομένη στο εργοστάσιο της το 1997 εκτελέσθηκαν από τον παθόντα και τον ...
που συνέχισαν και μετά τη συνταξιοδότηση τους από τον ΟΤΕ να εργάζονται επ' αμοιβή, ως ελεύθεροι επαγγελματίες ... σε ανάλογες ... εργασίες" , ότι "το έτος 1999 η εναγομένη θέλοντας να προβεί στην εγκατάσταση τριών νέων τηλεφωνικών γραμμών, αρμόδιος υπάλληλος της που ενεργούσε κατ' εντολή του Δ/ντος Συμβούλου αυτής ...
κάλεσε τον παθόντα να έλθει στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της και να προβεί στην εκτέλεση των σχετικών εργασιών", ότι "κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εν λόγω εργασιών ... είχε σαν βοηθό του τον ... ηλεκτρολόγο της εναγομένης συνδεόμενο μ' αυτήν με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος να κρατά τη σκάλα ...", ότι στις 12 το μεσημέρι ο προαναφερθείς μαζί με το βοηθό του εκτελούσε εργασίες καλωδιώσεως.., ότι μιά ώρα μετά το ατύχημα μετέβησαν στο συγκεκριμένο χώρο ο Προϊστάμενος της Επιθεώρησης Εργασίας, και ο Τεχ.
Μηχ. Μηχανικός ... οι οποίοι διενήργησαν αυτοψία του χώρου και των συνθηκών του ατυχήματος ... ο δεύτερος διετύπωσε το πόρισμα του ... που απευθύνεται στη Δ/ση Επιθεώρησης Εργασίας ..." , στη συνέχεια καταλήγει ότι ο θανών δεν τελούσε σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη, ώστε αυτή να είναι υποχρεωμένη να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα προστασίας αυτού κατά την εκτέλεση της εργασίας του, αλλά με σύμβαση έργου, χωρίς να είναι σαφές:
α) αν τα συμβληθέντα μέρη θέλησαν ή όχι ως αντικείμενο της συμφωνίας τους, την παροχή των υπηρεσιών του παθόντα, ως εργασία καθεαυτή, για ορισμένο χρόνο και για την εκτέλεση ορισμένου έργου, ή την προσπόριση συγκεκριμένου αποτελέσματος ως "κατασκευή" ενός έργου, β) τι συμφωνήθηκε σχετικά με την αμοιβή του, πώς καθορίστηκε αυτή, από ποιόν θα την ελάμβανε, ποιος είχε τον κίνδυνο εκ της μη εκτελέσεως, καθώς επίσης αν είχε συμφωνηθεί ή όχι ότι θα οφείλεται ή όχι αμοιβή σε περίπτωση που το αποτέλεσμα δεν πραγματοποιηθεί, γ)αν υπήρχε ή όχι οποιοδήποτε στοιχείο εξάρτησης του παθόντα από την εναγομένη ως προς τον τόπο, τρόπο, χρόνο εκτέλεσης των, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, σχετικών εργασιών που του ανατέθηκαν και εκείνος αποδέχθηκε.
Περαιτέρω, ενώ καταλήγει ότι η συνδέουσα τον παθόντα και την εναγομένη σχέση ήταν αυτή της συμβάσεως έργου, κατά την οποία μάλιστα, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου η εναγόμενη δεν είχε επιφυλάξει γι' αυτήν τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου, δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί η εναγομένη του παραχώρησε σκάλα και βοηθό ηλεκτρολόγο (συνδεόμενο μ' αυτή με σχέση εξαρτημένης εργασίας) για την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών, ενόψει και του ότι, η παραχώρηση εργαλείων και τεχνικών μέσων του εργοδότη συναξιολογείται για τον νομικό χαρακτηρισμό της σχέσης.
Ενώ δέχεται τις διαπιστώσεις της Επιθεώρησης Εργασίας δεν παίρνει θέση αν είναι ή όχι σε αιτιώδη συνάφεια η διαπιστωθείσα "ολισθηρότητα του δαπέδου από λιπαντικά στο στιλπνό βιομηχανικό δάπεδο". Έτσι καθίσταται αβέβαιη, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η συνδέουσα τον παθόντα και την εναγομένη σχέση, κατά το χρόνο επελεύσεως του ενδίκου ατυχήματος, ως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτού και της προεκτεθείσας διαπιστώσεως του πορίσματος της Επιθεώρησης Εργασίας (ολισθηρότητας του δαπέδου).
Ενόψει τούτων, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, με τις άνω παραδοχές του, το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκή αιτιολογία τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, στερώντας την απόφαση του νόμιμης βάσης.
Κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου.
Κατά τη αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισης του, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλεια του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά.
Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων δεν περιλαμβάνονται η σύζυγος του αδελφού του θανόντος, ήτοι, η από αδελφό νύφη - δεύτερος βαθμός συγγενείας εξ αγχιστείας. Το πόρισμα τούτο ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. 2 και 59 ΑΚ, που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικώς τα πρόσωπα, που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας του αποθανόντος προσώπου και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται η από αδελφό νύφη του νεκρού (βλ.
ΟλΑΠ 21/2000, ΑΠ 319/2006, 159/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που ασκήθηκε από τις ήδη απολιπόμενες 6η, 7η και 8η αναιρεσείουσες, οι οποίες, αντιστοίχως είναι νύφες από προαποβιώσαντες αδελφούς του παθόντος, διότι αυτές δεν εμπίπτουν στην "οικογένεια" του θύματος με την προεκτεθείσα έννοια και δεν δικαιούνται της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, μετά δε απ' αυτά απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης και την έφεση αυτών και δίκασε επί της αγωγής, μόνο κατά το μέρος που ασκήθηκε από τις παριστάμενες πρώτη έως και πέμπτη αναιρεσείουσες.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως. Κατά συνέπεια είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον οι αναιρεσείουσες αυτές υποστηρίζουν τα αντίθετα και η αίτηση αναίρεσης, ως προς αυτές. Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να αναιρεθεί, μόνο κατά το μέρος αυτής που αφορά την πρώτη έως και πέμπτη αναιρεσείουσα, κατά παραδοχή του τρίτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικού λόγου και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, ως προς τις αναιρεσείουσες αυτές, η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως.
Τα δικαστικά έξοδα των πέντε πρώτων αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (αρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκήθηκε από την έκτη, έβδομη και όγδοη αναιρεσείουσα.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 900/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αφορά την πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της πρώτης έως και πέμπτης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ