Legislator Case Law & Legislation
1133/2011 AI generated

1133/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1133/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1133/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, αυτός υποχρεούται, κατ' επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, συμπλήρωση της αγωγής, να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου του και αν είναι αναγκαίο και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, μέχρις εκείνου που απέκτησε την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο.

Keywords

AI generated
rights of landlord geographical market right of access in property housing law property ownership principles governing concessions
AI generated
176/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη-Εισηγήτρια και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
108/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αρ. 6894/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1575/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 405/2010 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-7-2010 αίτησή τους.
1647/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2007 του Εφετείου Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-1-2007 αίτησή του.
905/2009
Supreme Court dismisses appeal on appealable errors regarding minority shareholders' construction proposals in co-ownership disputes.
585/2019
Supreme Court allows appeal against partition of heritage building violating heritage protection laws.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1133 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1133/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Α. Π., 2. Γ. Α. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γαλατσέλη ο οποίος παραστάθηκε (βάσει του υπ'αριθμ.36.271/17-11-2010 πληρεξουσίου) και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών των Βασίλειο Γιαννίκο.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. χας Κ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γαβριήλ Ντούγια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2000 του Εφετείου Κέρκυρας. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκαν η 459/2002 απόφαση που διορθώθηκε με την 986/2002 απόφαση Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κέρκυρας. Το Εφετείο Κέρκυρας εξέδωσε την 126/2003 απόφαση που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας εξέδωσε την 9/2004 απόφαση και το Εφετείο Κέρκυρας τις 132/2005 μη οριστική, 195/2009 οριστική αποφάσεις. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-12-2009 αίτησή τους και με τους από 21-10-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 22-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Αν η αγωγή, που αφορά ακίνητο, στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας και ειδικότερα σε κληρονομική διαδοχή, πρέπει ο ενάγων να περιλάβει σ' αυτή τα απαιτούμενα από τα άρθρα 1846, 1193 και 1198 του ΑΚ για κτήση της κυριότητας στοιχεία, δηλαδή ότι αποδέχθηκε την κληρονομία και έχει προβεί σε μεταγραφή αυτής.

Αν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, αυτός υποχρεούται, κατ' επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, συμπλήρωση της αγωγής, να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου του και αν είναι αναγκαίο και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, μέχρις εκείνου που απέκτησε την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο.

Η παράλειψη της συμπλήρωσης της αγωγής μ' αυτόν τον τρόπο επιφέρει την απόρριψή της ως αόριστης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1001, 1002, 1117 του ΑΚ, 2, 3, 5, 10, 13, 14 του ν. 3741/1929, που ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, και 1 έως και 4 του ν.δ. 1024/1971, προκύπτει ότι ο οροφοκτησία, οριζόντια ή κάθετη ή από συνδυασμό και των δύο, μπορεί βασικώς να συσταθεί με δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου, που υποβάλλεται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγράφεται χωρίς να απαιτείται η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, αλλά αρκεί να προκύπτει σαφώς η βούληση του κυρίου του ακινήτου για τη μεταβολή της νομικής του κατάστασης με τη σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών, από δε τη σύστασή της δημιουργείται αδιαίρετη αναγκαστική συγκυριότητα όλων των κυρίων των αυτοτελών ιδιοκτησιών επί του εδάφους και των άλλων κοινών μερών της οικοδομής, όπως τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια, οι ανελκυστήρες, οι βόθροι, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης και κάθε άλλο πράγμα που χρησιμεύει για κοινή των συνιδιοκτητών χρήση (άρθρο 2 παρ. 1 ν.3741/1929).

Με το άρθρο 3 του ν.δ. 1024/1971 ρητά ορίζεται, ότι συστάσεις διηρημένων κατά το νομοθετικό αυτό διάταγμα ιδιοκτησιών, που έγιναν μέχρι την έναρξη της ισχύος του (15.11.1971), είναι έγκυρες, εκτός αν εχώρησε κήρυξη της ακυρότητάς τους με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Εξάλλου, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία, εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα ζήτησε, α) να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί της εισόδου και του κλιμακοστασίου της οικοδομής, όπου η αναφερόμενη στην αγωγή οροφοκτησία της, ως αποτελούντα περιεχόμενο του δικαιώματός της ως για την οροφοκτησία της αυτή και β) να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά της επί του περιγραφόμενου ακάλυπτου χώρου, ως τμήματος του γηπέδου, επί του οποίου το προεκτιθέμενο δικαίωμα της οροφοκτησίας της, το οποίο φέρεται ότι έχει κτηθεί από αυτήν κατά τρόπο παράγωγο και δη από κληρονομική διαδοχή του κατά το έτος 1995 αποβιώσαντος συζύγου της, κυρίου της οροφοκτησίας αυτής, μετά και τη μεταγραφή της δήλωσής της ενώπιον του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Γρηγ.

Βασιλείου περί αποδοχής της κληρονομίας του συζύγου της - καθώς και την επίκληση στην αγωγή, ενόψει της αμφισβήτησης από τους εναγομένους, της κτήσης της κυριότητας από το σύζυγό της κατά τρόπο παράγωγο και δη με ειδική διαδοχή, δυνάμει των αναφερόμενων συμβολαίων που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, ήτοι διανομής που αφορά και στο δικαίωμα επί της οροφοκτησίας αυτής μεταξύ των συγκυρίων (συζύγου της και του αδελφού του Χ.

Π., ήδη αποβιώσαντος και αυτού) και δωρεάς του πατέρα τους προς αυτούς που είχε προηγηθεί, απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων, η κυριότητα του οποίου επί των επιδίκων δεν αμφισβητήθηκε. Ζήτησε, επίσης, η ενάγουσα, ενόψει της διατάραξης υπό των εναγομένων στην άσκηση των δικαιωμάτων της επί της εισόδου, του κλιμακοστασίου και του ακάλυπτου χώρου της οικοδομής, να παύσουν να τη διαταράσσουν αυτοί και να παραλείπουν να το πράττουν στο μέλλον.

Η αγωγή, με το προεκτιθέμενο περιεχόμενο και αιτήματα, είναι, όπως και το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ορθά δέχτηκε, επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, ως στηριζόμενη στις ανωτέρω διατάξεις και σ' εκείνες των άρθρων 1033, 1192 αρ. 1, 1108 του ΑΚ και 70 ΚΠολΔ και όπως άλλωστε ως προς το με το στοιχείο β' ως άνω αίτημα είχε κριθεί ορισμένη με την 459/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά από αναίρεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της προεκδοθείσας 185/2000 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας, στο οποίο, αφού αναιρέθηκε η εν λόγω 185/2000 απόφασή του, παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση, η οποία και κρίθηκε, όπως ήδη έχει ειπωθεί, ορισμένη και νόμιμη, ήτοι σύμφωνα (και) με την από το άρθρο 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ δέσμευση του Εφετείου ως προς το ζήτημα αυτό που λύθηκε ως άνω με την ανωτέρω 459/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Η αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται με την αγωγή προς θεμελίωση της κυριότητάς της στο επίδικο την κληρονομική διαδοχή του απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων (Α. Π.), όπως οι αναιρεσείοντες αβάσιμα ισχυρίζονται, και, επομένως, το Εφετείο, έτσι που κατά τα παραπάνω έκρινε, ούτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο για δήθεν μεταβολή της βάσης της αγωγής αντίθετα στη διάταξη του άρθρου 224 του ΚΠολΔ, οι δε λόγοι της αναίρεσης, πρώτος από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο απώτερος δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης - ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) και πατέρας του άμεσου δικαιοπαρόχου συζύγου της, Κ. Π., Α. Π., με βάση το υπ' αριθ. .../1932 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Θωμά Μπάτζιου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας, αγόρασε από τον αληθή κύριο Α.

Τ. α) ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση "..." και εντός της πόλης Ηγουμενίτσας, ήδη δε εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της, εμβαδού 1.676 τ.μ. περίπου ... επί τμήματος του οποίου, προς δυσμάς και με πρόσοψη επί της δημόσιας οδού Ιωαννίνων - Ηγουμενίτσας (ήδη τότε ονομασθείσας σε λεωφόρο ...) είχε προ πολλών ετών ανεγείρει με δικά του χρήματα και υλικά "διώροφη οικοδομή, χρησιμοποιούμενη ως ξενοδοχείο ύπνου και συγκόλλητον ισόγειον κατοικίαν ...", όπως χαρακτηριστικά περιγράφεται και αποτυπώνεται στο προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την ενάγουσα, από Σεπτέμβριο 1970, τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.Λ., καθώς και στα σχεδιαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Γ.

Κ., που συνοδεύουν την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και β) ένα οικόπεδο εμβαδού 150 τ.μ. περίπου στην ίδια περιοχή, που συνορεύει, κατά τον τίτλο κτήσης, με ιδιοκτησίες Δ.Π., αφών Π. και κτήματα του ίδιου. Ειδικότερα, στο πρώτο οικόπεδο, προπολεμικά αυτός κατασκεύασε, χωρίς οικοδομική άδεια, λιθόκτιστη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο όροφο προς χρήση δύο καταστημάτων και πρώτο όροφο, που αρχικά χρησιμοποίησε ως κατοικία και στη συνέχεια, με τις υπ' αριθ.

…/1950 και …/1952 οικοδομικές άδειες της Πολεοδομίας Θεσπρωτίας, τον μετέτρεψε σε ξενοδοχείο ύπνου, αποτελούμενο από 15 δωμάτια, καθώς και βοηθητικούς χώρους. Στο ισόγειο, μεταξύ των δύο καταστημάτων, κατασκευάστηκε η είσοδος της οικοδομής και στη συνέχεια αυτής το κλιμακοστάσιο, που οδηγούσε στον πρώτο όροφο και στον αργότερα κατασκευασθέντα δεύτερο όροφο και στη συνέχεια στην ταράτσα (στέγη) αυτής.

Πίσω από το ισόγειο του ως άνω κτιρίου προς τη δεξιά, σε σχέση με την πρόσοψη του, πλευρά, ο αυτός Α. Π. κατασκεύασε ισόγεια κατοικία, για να διαμένει μετά τη μετατροπή του πρώτου ορόφου, όπου αρχικά είχε την κατοικία του, σε ξενοδοχείο, καθώς επίσης κατασκεύασε και προσθήκη για χρήση μαγειρείου (κουζίνας) και πλυσταριού.

Στην πλευρά αυτή, δεξιά σε σχέση με την επί της οδού ..., μετονομασθείσα μετέπειτα σε ... (παραλιακή ...), πρόσοψη της οικοδομής, υπήρχε η μοναδική είσοδος της ως άνω κατασκευασθείσας πίσω από το ξενοδοχείο και σε επαφή με αυτό ισόγειας κατοικίας και του συνεχόμενου πλυσταριού, η οποία δεν είχε καμμία σχέση με την είσοδο του ξενοδοχείου.

Δυνάμει του υπ' αριθ. .../1956 συμβολαίου δωρεάς, που μεταγράφτηκε νόμιμα, ο Α. Π. μεταβίβασε στον γιό του Κ. Π. (σύζυγο και δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης - ενάγουσας) το δικαίωμα του αέρος και του υψούν επί της υπάρχουσας στέγης του δεύτερου ορόφου μόνο και όχι "το δικαίωμα περαιτέρω αέρος ή υψώσεως", όπως αναφέρεται σ' αυτό (συμβόλαιο), της αυτής οικοδομής, όπου λειτουργούσε το ξενοδοχείο, επί του οποίου (ορόφου) ο δωρεοδόχος είχε ήδη ανεγείρει με δικές του δαπάνες προς δυσμάς και επί της λεωφόρου ... (ήδη ...) και επί εκτάσεως 105 τετρ.

μέτρων, κατοικία (διαμέρισμα τρίτου ορόφου) αποτελούμενη από τέσσερα (4) δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους για χρήση κατοικίας αυτού. Με το ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο τέθηκε όρος υπό του δωρητού, ότι η κυρία είσοδος της οικοδομής, δια της οποίας επικοινωνούσε το ξενοδοχείο και το "δωρούμενον", δηλαδή το διαμέρισμα που οικοδόμησε ο δωρεοδόχος Κ.

Π., με την οδό ..., θα τη χρησιμοποιούσαν και οι δύο συμβαλλόμενοι, προς επικοινωνία με το δώμα, υποχρεουμένου του δωρεοδόχου να ανέχεται την κατάσταση αυτή χωρίς ουδεμία αντίρρηση. Είναι προφανές, ότι ο όρος αυτός τέθηκε από τον δωρητή με σκοπό να μην αποκλεισθεί η επικοινωνία του με το δώμα, με την προοπτική της ανέγερσης και άλλου ορόφου, που θα ανήκε σ' αυτόν, δεδομένου ότι στο γιό του Κ.

Π. μεταβίβασε τότε μόνο τον αέρα του δεύτερου ορόφου, δηλαδή τον όροφο, όπου κατασκεύασε στη συνέχεια του πρώτου (μη υπολογιζόμενου του ισογείου στην προσμέτρηση) το ως άνω διαμέρισμα. Μετά απ' αυτά, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1962 δωρητηρίου συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Νικ. Κανούρα, που μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας (τόμ.

ΙΑ και αριθ. ...), ο Α. Π. μεταβίβασε, με δωρεά εν ζωή, στα δύο τέκνα του από πρώτο γάμο, ήτοι στον αυτόν Κ. Π. (σύζυγο της εφεσίβλητης - ενάγουσας) και στον Χ. Π., ισομερώς και εξ αδιαιρέτου, μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων και τον πρώτο όροφο του ξενοδοχείου με τα 15 δωμάτια και τους βοηθητικούς χώρους αυτών, καθώς και το δικαίωμα του υψούν, εξαιρουμένου του δευτέρου ορόφου της οικοδομής, που με το προγενέστερο ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο, ήδη είχε μεταβιβάσει στον Κ., ο οποίος έκτισε, κατά τα άνω, το διαμέρισμα και ένα οικόπεδο εμβαδού 150 τ.μ., κείμενο στην αυτή θέση παρά την παραλιακή λεωφόρο ..., συνορευόμενο γύρωθεν με ακίνητα Δ.

Π., αδελφών Π. και κτήματα ιδίου, που περιήλθε σ' αυτόν από αγορά παρά του Α. Τ. με βάση το ως άνω υπ' αριθ. .../1932 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Θ. Μπόζιου. Το αρχικά ενιαίο οικόπεδο, εμβαδού κατά τον τίτλο (υπ' αριθ. .../1932 συμβόλαιο) 1676 τ.μ., που δεν είχε συνοδευθεί κατά τη σύνταξη του συμβολαίου μεταβίβασης από τοπογραφικό διάγραμμα, μετά από νεότερη καταμέτρηση από την πινακίδα του σχεδίου πόλης, βρέθηκε να έχει εμβαδόν 1633,48 τ.μ., τμήμα δε αυτού αποτελεί το δεύτερο ως άνω οικόπεδο των 150 τ.μ., που δώρησε ο Α.

Π. στα ως άνω τέκνα του. Προ της παραπάνω δωρεάς, το αρχικά ενιαίο οικόπεδο, με βάση το ΒΔ 17-10-1953 (ΦΕΚ 307/1953 Α), ρυμοτομήθηκε εγκαρσίως, διαχωρισθέν σε δύο οικόπεδα (εκ των οποίων το πρώτο, που έχει πρόσοψη επί της λεωφόρου ..., κατέστη διαμπερές) με τη δημιουργία της δημοτικής οδού Ι. Μ. και ήδη ..., όπως αυτή και τα δύο δημιουργηθέντα οικόπεδα απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα, που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Γ.

Κ.. Έτερο τμήμα εμβαδού 150 τ.μ., που απέμεινε μετά τη δημιουργία της οδού Ι. Μ., ο Α. Π. μεταβίβασε με το .../1963 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, λόγω προίκας, στη θυγατέρα του Μ. Π., σύζυγο Β. Σ.. Τα δύο αυτά οικόπεδα αργότερα και μετά από διανομή μεταξύ του Κ. και του Χ. Π., με βάση την οποία, το πρώτο περιήλθε στον Χ., μεταβιβάστηκαν από τους δύο τελευταίους (Μ.

Π. και Χ. Π.) στον ΟΤΕ. Με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο (υπ' αριθ. .../1962 δωρητήριο) ο δωρητής και αρχικός κύριος της παλιάς οικοδομής, που αργότερα, όπως λέχθηκε, μετέτρεψε τον πρώτο όροφο αυτής σε ξενοδοχείο 15 δωματίων, όρισε όπως οι βόθροι του ξενοδοχείου και της παρακείμενης σ' αυτό ισόγειας οικίας του μετά μαγειρείου και πλυσταριού, που χρησιμοποιούσε ως κατοικία του με τη δεύτερη σύζυγο του, Β.

Π. (αρχικά πρώτη εναγομένη), θα είναι κοινής χρήσης. Περαιτέρω, οι δύο ως άνω δωρεοδόχοι, Κ. Π. και Χ. Π., που αποδέχτηκαν την παραπάνω δωρεά, με βάση το επακολουθήσαν υπ' αριθ. .../1968 συμβόλαιο διανομής του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου Υποθ/κείου (τόμ. 33 και αριθ.

…), διένειμαν, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, μεταξύ τους τα δωρηθέντα ακίνητα και ο μεν Χ. Π., κουνιάδος της ενάγουσας, έλαβε το οικόπεδο των 150 τμ. (το οποίο είχε διαχωρισθεί από τον πατέρα τους εκ του μείζονος οικοπέδου των 1633,48 τ.μ.), που εν τω μεταξύ είχε οικοδομηθεί, ο δε Κ. Π., σύζυγος της, έλαβε στη μερίδα του, ως αποκλειστικός κύριος, τον πρώτο όροφο, που καταλαμβάνει το εκ 15 δωματίων ξενοδοχείο και τους βοηθητικούς χώρους αυτού και το δικαίωμα του υψούν (αέρα) πάνω από τον δεύτερο όροφο.

Επίσης, με το αυτό συμβόλαιο διανομής ορίσθηκε, ότι ο κάθε συμβαλλόμενος θα λάβει και το 1/3 εξ αδιαιρέτου του υπό την οικοδομή οικοπέδου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σ' αυτό. Ο καθορισμός ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του κοινοκτήτου οικοπέδου, του καθενός εκ των συγκυρίων, χωρίς ο δωρητής πατέρας τους να έχει ορίσει αναλογίες (ποσοστά εξ αδιαιρέτου) επί του οικοπέδου, έγινε προφανώς παράτυπα, χωρίς τη συμμετοχή και εκείνου ως συγκυρίου του οικοπέδου, δεδομένου ότι οι δύο συμβαλλόμενοι δωρεοδόχοι δεν ήταν οι μοναδικοί συγκύριοι, αφού στο ίδιο οικόπεδο είναι κτισμένη και η ισόγεια κατοικία του δωρητή με τους προαναφερθέντες βοηθητικούς χώρους αλλά και τα δύο ισόγεια καταστήματα κάτω από το ξενοδοχείο, που μετά το θάνατό του, με διαθήκη του, που θα αναφερθεί στη συνέχεια, κατέλιπε στην αρχικά πρώτη ενάγουσα Β.

Π. και στον γιό του Γ. Π.. Προφανώς, οι δύο συγκύριοι δωρεοδόχοι υπολόγισαν και το δικό του ποσοστό, αφού δεν εξάντλησαν το σύνολο του οικοπέδου αλλά έκαστος εξ αυτών έλαβε με τη διανομή το 1/3 εξ αδιαιρέτου. Ο Α. Π., που απεβίωσε αργότερα (στις 18-1-1971), είχε δε τελέσει και δεύτερο γάμο με την αρχικά πρώτη εναγόμενη Β.

Π., μετά της οποίας απέκτησε δύο τέκνα, τους Α. Π. και Γ. Π., αρχικά δεύτερο εναγόμενο (οι οποίοι, όπως ειπώθηκε παραπάνω, μετά το θάνατο της Β. Π. συνεχίζουν τη δίκη αυτή και κατά το μέρος που την αφορούσε, ως κληρονόμοι αυτής), με την υπ' αριθ. .../1968 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν.

Κανούρα και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 1/1972 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, εγκατέστησε ως κληρονόμους του, σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία του, την παραπάνω δεύτερη σύζυγο του, Β. Π., καθώς και τους προαναφερθέντες γιό του Γ. Π. και τη θυγατέρα του Α. Π.. Ειδικότερα, με την ως άνω διαθήκη, στην πρώτη, Β., άφησε ένα κατάστημα, που βρίσκεται στο ισόγειο της οικοδομής, όπου βρίσκεται το ξενοδοχείο, την παρακείμενη σ' αυτό (ξενοδοχείο) ισόγεια οικία, όπου διέμεναν μαζί ως σύζυγοι, με το μαγειρείο και το πλυσταριό, με δύο μέτρα κενό χώρο όπισθεν αυτού, καθώς και τον ακάλυπτο χώρο, που βρίσκεται έξω από το ισόγειο κατάστημα και ισόγεια οικία, ο οποίος ξεκινά από την οδό ... (πρώην ...) με πλάτος 5,5 μέτρα και βάθος 30 μέτ.

και προς το σημείο που τελειώνει, με πλάτος 11 μέτρων. Στον δεύτερο εκκαλούντα - εναγόμενο, Γ. Π., άφησε το έτερο κατάστημα του ισογείου αριστερά της πρόσοψης της οικοδομής και σε σχέση με την κεντρική είσοδο της προς την πλευρά της οδού ... και από το οικόπεδο ένα τμήμα αυτού προς την οδό ... (δηλαδή τη νέα δημοτική οδό, που δημιουργήθηκε με τη ρυμοτόμηση, πλάτους (ήτοι πρόσοψης επί της οδού ...) 8,5 μέτρων και μήκους 26 μέτρων και τέλος στην πρώτη εκκαλούσα, καθολική διάδικο (μαζί με τον Γ.

Π.) της αρχικώς πρώτης εναγομένης, Α. Π., άφησε ίδιο τμήμα προς την ίδια πλευρά του οικοπέδου με του δεύτερου εκκαλούντος εκ του αυτού οικοπέδου με τις ίδιες διαστάσεις. Οι εναγόμενοι με τον τρόπο αυτόν έγιναν κύριοι των δύο ισογείων καταστημάτων, της συνεχόμενης ισόγειας οικίας με τους προαναφερθέντες βοηθητικούς χώρους αυτής και των δύο τμημάτων οικοπέδου, αποτελούντων, μετά την κατάτμηση, αυτοτελή οικόπεδα, όπως σιωπηρά συνομολογείται υπό της ενάγουσας, δεδομένου ότι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους και μετέγραψαν τις σχετικές δηλώσεις αποδοχής και έκτοτε μέχρι την άσκηση της αγωγής κατέχουν και νέμονται αυτά με διάνοια κυρίων.

Μετά τη μεταβίβαση των ως άνω δύο τμημάτων εκ του αρχικού οικοπέδου, όπου είναι κτισμένη η αρχική οικοδομή με το ξενοδοχείο, συνολικού εμβαδού 442 τ.μ. (26X8,5=221X2 τμήματα=442τ.μ.), το εναπομείναν οικόπεδο, επί του οποίου είναι κτισμένο το ξενοδοχείο με τα δύο ισόγεια καταστήματα, έχει πλέον εμβαδόν 319,28 τ.μ. Εκ των ανωτέρω συνάγεται σαφώς, ότι ο αρχικός κύριος του ενιαίου ως άνω οικοπέδου και της αρχικής οικοδομής, δημιούργησε με τη διαθήκη του δύο αυτοτελή οικόπεδα στο τμήμα που απέμεινε προς την οδό ...

μετά τη ρυμοτομία. Το ένα εξ αυτών, όπου είναι κτισμένη η αρχική οικοδομή με τα δύο ισόγεια καταστήματα και το ξενοδοχείο, έχει εμβαδόν 316,28 τ.μ. και το δεύτερο, όπου βρίσκεται η παλιά ισόγεια κατοικία, που άφησε στη σύζυγό του Β. με τους προαναφερθέντες βοηθητικούς χώρους και τον ακάλυπτο χώρο, που αρχίζει από την οδό ...

και το προαναφερθέν τμήμα οικοπέδου, έχει εμβαδόν 300,30 τ.μ. Τα εν λόγω οικόπεδα είναι άρτια και οικοδομήσιμα, το πρώτο κατά κανόνα και το δεύτερο κατά παρέκκλιση, όπως ρητά επιβεβαιώνεται από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα Γ. Κ. (στην τελευταία σελίδα της έκθεσης πραγμ/σύνης). Στην πίσω πλευρά του ξενοδοχείου και σε επαφή με την παλαιά ισόγεια οικία, που απόκτησε, με βάση την παραπάνω διαθήκη του Α.

Π., η Β. Π. και είναι συνεχόμενη και σε επαφή με το κτίριο του ξενοδοχείου, υπήρχε εξ αρχής ακάλυπτος χώρος, που απεικονίζεται με τα στοιχεία α-β-λ-μ-α στο από 10-10-1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Τ. Ζ., που προσκομίσθηκε υπό της εφεσίβλητης - ενάγουσας, εντός του οποίου είχε κατασκευασθεί εξ αρχής βόθρος κοινής χρήσης, προς εξυπηρέτηση του ξενοδοχείου και της ισόγειας οικίας και των βοηθητικών της χώρων (πλυσταριού και μαγειρείου), στην οποία διέμενε ο Α.

Π. με την οικογένεια του και του οποίου (βόθρου) τη χρήση ρύθμισε με το προαναφερθέν δωρητήριο συμβόλαιο, ως κοινής χρήσης του κτιρίου του ξενοδοχείου και της ισόγειας κατοικίας, η οποία με τη διαθήκη του περιήλθε στη σύζυγο του, Β. Π.. Ο Κ. Π. (δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης - ενάγουσας), που, μετά την προαναφερθείσα διανομή με τον αδελφό του Χ., οικοδόμησε και τρίτο όροφο με την υπ' αριθ. .../1970 οικοδομική άδεια της ΔΤΥ Θεσπρωτίας, προς επέκταση του ήδη λειτουργούντος προ πολλών ετών ξενοδοχείου, απεβίωσε στις 15-7-1995 και εγκατέστησε με την υπ' αριθ. .../1990 δημόσια διαθήκη του, συνταχθείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Γρηγορίου Βασιλείου, ως κληρονόμο του, τη σύζυγο του Ε.

Π., δηλαδή την ενάγουσα, αφήνοντας σ' αυτήν τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο όροφο της οικοδομής, όπου λειτουργεί μέχρι σήμερα το ως άνω ξενοδοχείο με την αναλογία του στο όλο οικόπεδο (του 1/3 εξ αδιαιρέτου, που ορίσθηκε με το προμνημονευόμενο συμβόλαιο διανομής) και τους κοινόχρηστους χώρους. Η διαθήκη αυτή δημοσιεύτηκε νόμιμα υπό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, δυνάμει του υπ' αριθ. 26/1998 πρακτικού δημόσιας συνεδρίασης αυτού, η δε ενάγουσα αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν με την εν λόγω διαθήκη κληρονομιά, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1998 Πράξης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι εξ αρχής, δηλαδή προ της κατασκευής του τρίτου ορόφου του ξενοδοχείου, είχαν κατασκευασθεί ανοίγματα (παράθυρα) του ξενοδοχείου, που βλέπουν στον ακάλυπτο χώρο, τα οποία υπάρχουν μέχρι σήμερα. Μάλιστα, ο διαθέτης Α. Π., με την παραπάνω διαθήκη του, όρισε ότι το κτίσμα που τυχόν θα ανεγερθεί στο τμήμα οικοπέδου έξω από την ισόγεια κατοικία που άφησε στη σύζυγο του Β., δηλαδή στην εδαφική λωρίδα που περιγράφτηκε παραπάνω και βρίσκεται στη δεξιά πλευρά της αρχικής οικοδομής και φθάνει σε βάθος μέχρι το όριο του δημιουργηθέντος νέου αυτοτελούς οικοπέδου, να φθάνει καθ' ύψος μέχρι τα πρώτα παράθυρα του ξενοδοχείου, ώστε να μη τα καλύψει.

Η ύπαρξη ανέκαθεν (εκ κατασκευής) των ανοιγμάτων αυτών (παραθύρων) του ξενοδοχείου, δεν αμφισβητείται υπό των εναγομένων. Αυτοί, όμως, αμφισβητούν την είσοδο που οδηγούσε από το ξενοδοχείο στον επίδικο ακάλυπτο χώρο, δια μιας μικρής κλίμακας, η οποία αποτελεί, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, τη μοναδική έξοδο κινδύνου του ξενοδοχείου.

Η είσοδος αυτή κατασκευάσθηκε το έτος 1997, λόγω αναγκαιότητας ύπαρξης εξόδου κινδύνου στο ξενοδοχείο κατόπιν μακράς αλληλογραφίας με την Πολεοδομία και τις λοιπές αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και έκτοτε άρχισε η αντιδικία των διαδίκων, δεδομένου ότι μέχρι τότε, εκ των πραγμάτων, χρησιμοποιούσαν τον επίδικο ακάλυπτο χώρο οι χρήστες των δύο ισογείων καταστημάτων, μέσω πορτών που ανέκαθεν υπήρξαν στο κτίσμα και οδηγούν σ' αυτόν (ακάλυπτο), ενώ ο πρώτος όροφος της οικοδομής, που πολύ αργότερα διαμορφώθηκε σε ξενοδοχείο ύπνου, δεν είχε προ της μετατροπής και επί σειρά ετών ανάγκη χρήσης του χώρου αυτού, πέραν των παραθύρων, που υπήρχαν προς τον ακάλυπτο.

Επίσης, όπως αποδέχονται αμφότερα τα διάδικο, μέρη, ο δωρητής και μετέπειτα διαθέτης, Α. Π., ουδέν όρισε περί του επιδίκου ακαλύπτου χώρου ούτε με τη δωρεά ούτε με τη διαθήκη του, πλην της χρήσης του βόθρου, που, όπως αναφέρθηκε, όρισε να είναι κοινή των συγκυρίων της οικοδομής (η οποία πλέον λειτουργούσε από τότε ως ξενοδοχείο) και της ισόγειας κατοικίας με τα παραρτήματα αυτής και τον παρακείμενο ακάλυπτο χώρο της.

Προφανώς δεν όρισε περί της κυριότητας αυτού, για το λόγο ότι αποτελούσε ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, επί του οποίου είχε ανεγείρει τα ως άνω κτίσματα (ξενοδοχείο και ισόγεια κατοικία) και, συνεπώς, κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο χαρακτηριζόμενος ως ακάλυπτος χώρος (τμήμα εκ του αυτού οικοπέδου), κείμενος δυτικά του οικοπέδου, που με τη διαθήκη ο διαθέτης Α.

Π. άφησε στη δικαιοπάροχο των εκκαλούντων Β. Π., ουδεμία σχέση έχει με τον επίδικο ακάλυπτο. Στο εν λόγω οικοπεδικό τμήμα που, όπως ειπώθηκε παραπάνω, βρίσκεται δεξιά και σε επαφή με την οικοδομή του ξενοδοχείου, οικοδομήθηκε από τους κληρονόμους του Α. Π. νέο ισόγειο κατάστημα με βάση την υπ' αριθ. .../1984 οικοδομική άδεια, μέσω του οποίου αφέθηκε είσοδος, ώστε να επικοινωνεί η ισόγεια κατοικία με την οδό ....

Εξ όλων των παραπάνω και με βάση την ερμηνεία της βούλησης του δωρητή και μετέπειτα διαθέτη Α. Π., σύμφωνα με την καλή πίστη και τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, καθίσταται σαφές, ότι με την, προ του θανάτου του, μεταβίβαση ορόφων, ως και του δικαιώματος υψούν, ως αυτοτελών ιδιοκτησιών επί του δευτέρου μετά το ισόγειο της παλιάς οικοδομής ορόφου και του αέρα και δικαιώματος υψούν στον Κ.

Π., που αργότερα κατασκεύασε αυτοτελές διαμέρισμα, τη μεταβίβαση από κοινού και εξ αδιαιρέτου σ' αυτόν και στον έτερο γιό του Χ. των λοιπών ορόφων και δικαιώματος αέρος επί της ίδιας οικοδομής και των μεταβιβάσεων μετέπειτα, με τη διαθήκη του, των δύο ισογείων καταστημάτων της οικοδομής στη σύζυγο του Β.

και στον γιό του Γ., εκείνος συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία στην εν λόγω οικοδομή, επί της οποίας εκ του νόμου δημιουργήθηκαν κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη του οικοπέδου, επί του οποίου αυτή είναι κτισμένη σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη και συνεπώς όλοι οι συγκύριοι έχουν δικαίωμα σύγχρησης.

Ένας εκ των κοινοχρήστων χώρων είναι και ο ευρισκόμενος πίσω από την οικοδομή χώρος (επίδικος), εμβαδού 75 περίπου τ.μ., που αποτελεί τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, ασχέτως αν επί σειρά ετών χρησιμοποιούσαν αυτόν, ενόψει και της ύπαρξης των δύο θυρών (μίας για κάθε κατάστημα επί του ακαλύπτου), οι εκάστοτε χρήστες των δύο ισόγειων καταστημάτων και ο διαθέτης με την η οικογένεια του και δη οι εναγόμενοι και η δικαιοπάροχός τους, Β.

Π., που κατοικούσαν στην παρακείμενη ισόγεια οικία. Επομένως, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, ότι έχουν γίνει κύριοι του κοινοχρήστου χώρου (επιδίκου) με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενοι και κατέχοντες αυτόν πέραν της εικοσαετίας, είναι μη νόμιμος και, συνεπώς, απορριπτέος, καθόσον δεν είναι δυνατή η χρησικτησία σε κοινόχρηστο χώρο, δεδομένου ότι η συγκυριότητα επ' αυτού και εν προκειμένω του επιδίκου ακαλύπτου χώρου είναι συνάρτηση της αποκλειστικής κυριότητας ή συγκυριότητας ορόφου της οικοδομής και μόνο όταν ο χρησιδεσπόζων αποκτήσει με χρησικτησία και την κυριότητα ορόφου ή αυτοτελούς διαμερίσματος επί ορόφου, τότε η κτηθείσα με τον τρόπο αυτόν κυριότητα του σε διαμέρισμα ή όροφο αυτοδικαίως επεκτείνεται και στη συγκυριότητα των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών αυτής, όπως είναι και το ποσοστό επί του οικοπέδου.

Ακόμη, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι κατασκεύασαν παράνομα επί του επίδικου ακάλυπτου χώρου κτίσμα προς χρήση αποθήκης, χωρίς οικοδομική άδεια (καθ' υπέρβαση των αδειών του ξενοδοχείου), ότι παρεμποδίζουν την ενάγουσα στη χρήση του ακαλύπτου, αφού πέτυχαν με ασφαλιστικά μέτρα (με την υπ' αριθ. 3/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας) το κλείσιμο της εξόδου κινδύνου, που κατασκευάσθηκε για το ξενοδοχείο το έτος 1997 και γενικά της απαγορεύουν την είσοδο της στον ακάλυπτο χώρο, παρά το ότι έχει νόμιμο δικαίωμα σύγχρησης και υπάρχει από του χρόνου που κτίσθηκε η αρχική οικοδομή (σημερινό ξενοδοχείο) ο κοινός βόθρος, επί του οποίου έχει δικαίωμα σύγχρησης.

Με τον τρόπο αυτόν τη διαταράσσουν στην άσκηση του εν λόγω νομίμου δικαιώματός της, επ' αυτού (της σύγχρησης) και παράλληλα αμφισβητούν και προσβάλλουν το δικαίωμα της συγκυριότητας της επί του ακαλύπτου οικοπεδικού τμήματος, ασχέτως αν δεν έχει ορισθεί με νόμιμο τρόπο το ποσοστό που της αναλογεί αλλά ούτε και εκείνων (των εναγομένων), λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τα προεκτεθέντα (στη μείζονα σκέψη), δεν είναι απαραίτητος ο ορισμός των ποσοστών συνιδιοκτησίας για τη νομιμότητα της σύστασης της οροφοκτησίας, δια της οποίας δημιουργούνται αναγκαίως (εκ του νόμου) κοινά και αδιαίρετα τμήματα της οικοδομής.

Σε ό,τι αφορά την είσοδο και το κλιμακοστάσιο του ξενοδοχείου, επί των οποίων οι εναγόμενοι επίσης αμφισβητούν το δικαίωμα της ενάγουσας, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι εκείνη είναι αποκλειστική κυρία αυτών, δεδομένου ότι τα δύο ισόγεια καταστήματα, που απέκτησαν ο δεύτερος εναγόμενος και η αρχικά πρώτη εναγομένη με την προαναφερθείσα διαθήκη και μετά το θάνατο της τελευταίας περιήλθαν αποκλειστικά στους δύο εκκαλούντες - ήδη εναγομένους, δεν επικοινωνούν με την κυρία είσοδο της οικοδομής αλλά αυτή αποτελεί τη μοναδική είσοδο του ξενοδοχείου, που οδηγεί στους ορόφους του και με τη μεταβίβαση των ορόφων και του δικαιώματος του υψούν αρχικά στον δικαιοπάροχο της ενάγουσας και στον αδελφό του Χ.

Π. και μετέπειτα, με τη μεταξύ τους συμβολαιογραφική διανομή, στον δικαιοπάροχο της αποκλειστικά, οι εναγόμενοι δεν έχουν πλέον δικαίωμα, δεδομένου ότι μεταβιβάσθηκε από τον Α. Π. και ο αέρας της οικοδομής, οικοδομηθείς από τον δικαιοπάροχο της ενάγουσας. Η επικοινωνία των δύο καταστημάτων με τον επίδικο ακάλυπτο γινόταν πάντοτε με ξεχωριστές εισόδους, που υπήρχαν στο καθένα και οδηγούσαν σ' αυτόν (ακάλυπτο), οι οποίες υπάρχουν μέχρι σήμερα και χρησιμοποιούνται από τους κυρίους ή εκάστοτε χρήστες αυτών.

Εξ άλλου, σαφώς, σε ότι αφορά την είσοδο και το κλιμακοστάσιο και ο ορισθείς ως άνω πραγματογνώμονας γνωμοδότησε, ότι δεν είναι δυνατή η λειτουργία του ξενοδοχείου, αν τα μέρη αυτά είναι κοινά και αδιαίρετα, ως εκ του ότι το κλιμακοστάσιο σήμερα και βέβαια και η είσοδος (μετά τις μεταβιβάσεις των ορόφων και του αέρα και την προαναφερθείσα διαθήκη και διανομή) αποτελούν τμήμα του ξενοδοχείου.

Επομένως, η αγωγή ελέγχεται ως ουσιαστικά βάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, α) ότι ο επίδικος ακάλυπτος χώρος, όπως πιο πάνω περιγράφεται, ήτοι εμβαδού 75 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στην πίσω πλευρά του ξενοδοχείου και σε επαφή με την παλαιά ισόγεια οικία και απεικονίζεται με τα στοιχεία α-β-λ-μ-α στο από 10.10.1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.Ζ., ως αποτελών ένα από τους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, για την οποία, κατά τα ανωτέρω, ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων, Α.

Π., συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία, ανήκει στη συγκυριότητα της ήδη αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), ως ιδιοκτήτριας του πρώτου, δεύτερου και τρίτου ορόφου της οικοδομής, όπου λειτουργεί το ξενοδοχείο και β) ότι η είσοδος και το κλιμακοστάσιο του ξενοδοχείου ανήκουν στην κυριότητα (αποκλειστική) της ήδη αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), ως περιεχόμενο του δικαιώματος οροφοκτησίας για το ξενοδοχείο, του οποίου κατά τα πιο πάνω, αυτή είναι ιδιοκτήτρια.

Έκρινε, δηλαδή, το Εφετείο, ότι η ήδη αναιρεσίβλητη απέκτησε τη συγκυριότητα του επίδικου κοινόχρηστου χώρου και την κυριότητα (αποκλειστική) της εισόδου και του κλιμακοστασίου του ξενοδοχείου, ως ιδιοκτήτρια του πρώτου, δεύτερου και τρίτου ορόφου της οικοδομής, όπου λειτουργεί το ξενοδοχείο, με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή (δυνάμει της δημόσιας, ως άνω, .../1990 διαθήκης) του κατά το έτος 1995 αποβιώσαντος συζύγου της, κυρίου της οροφοκτησίας αυτής (ξενοδοχείου), μετά και τη μεταγραφή της περί αποδοχής της κληρονομίας αυτής ανωτέρω δήλωσής της (άρθρα 1710, 1724, 1846, 1033, 1192 αριθ. 1, 1193, 1198, 1001, 1002, 1117 ΑΚ, 2, 3, 5, 10, 13, 14 του ν. 3741/1929 και 1 έως και 4 του ν.δ. 1024/1971), ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με βάση αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές σε σχέση με την απόκτηση των επιδίκων από την ήδη αναιρεσίβλητη με τον παράγωγο ως άνω τρόπο.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα του παράγωγου αυτού τρόπου, με τον οποίο η αναιρεσίβλητη απέκτησε τα επίδικα και αποτελούσε τη βάση της αγωγής, διέλαβε στην απόφαση σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ, του ν. 3741/1929 και του ν.δ. 1024/1971, που αναφέρθηκαν.

Ειδικότερα, κατά τις σαφείς παραδοχές του Εφετείου, ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων, Α. Π., με την προ του θανάτου του μεταβίβαση των ορόφων και του κατά τα άνω δικαιώματος επέκτασης προς τα άνω της οικοδομής (όπου και η οροφοκτησία - ξενοδοχείο της ήδη αναιρεσίβλητης), ως αυτοτελών δικαιωμάτων, συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία στην εν λόγω οικοδομή και δημιουργήθηκαν, έτσι, από το νόμο κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι, ένας από τους οποίους είναι και ο επίδικος ακάλυπτος χώρος, εμβαδού 75 τ.μ.

περίπου, που βρίσκεται στην πίσω πλευρά του ξενοδοχείου και σε επαφή με την παλαιά ισόγεια οικία και απεικονίζεται με τα στοιχεία α-β-λ-μ-α στο από 10.10.1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.Ζ. και του οποίου η ήδη αναιρεσίβλητη είναι συγκυρία, ως τμήματος του γηπέδου, επί του οποίου το προεκτιθέμενο δικαίωμα της οροφοκτησίας επί του πρώτου, δεύτερου και τρίτου ορόφου (ξενοδοχείου), το οποίο απέκτησε με την προεκτιθέμενη κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος συζύγου της, Κ.

Π., ο οποίος είχε αποκτήσει το δικαίωμα της οροφοκτησίας δυνάμει των ανωτέρω - .../1956 και .../1962 - συμβολαίων δωρεάς, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, από τον πατέρα του (και απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων) Α. Π. και, ειδικότερα, αρχικά μεν (με το πρώτο συμβόλαιο) με δωρεά προς αυτόν του δικαιώματος "αέρος και υψούν" επί της υπάρχουσας στέγης του δεύτερου ορόφου, επί της οποίας είχε ήδη ανεγείρει 105 τ.μ., αποτελούμενη από τέσσερα δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, και στη συνέχεια (με το δεύτερο συμβόλαιο) με δωρεά προς αυτόν και στον άλλο γιό του, Χ.

Π., ισομερώς και εξ αδιαιρέτου, μεταξύ άλλων, και του πρώτου ορόφου του ξενοδοχείου με τα 15 δωμάτια με τους βοηθητικούς χώρους αυτού και του δικαιώματος υψούν (αέρα) πάνω από το δεύτερο όροφο, που, δυνάμει του ανωτέρω - .../1968 - συμβολαίου διανομής, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, περιήλθαν, εν τέλει, κατ' αποκλειστική ιδιοκτησία, σ' αυτόν (Κ.

Π.) - ο οποίος ακολούθως οικοδόμησε και τον τρίτο, πιο πάνω, όροφο. Για την είσοδο και το κλιμακοστάσιο του ξενοδοχείου, με σαφήνεια, επίσης, δέχεται το Εφετείο, ότι ανήκουν στην κυριότητα (αποκλειστική) της ήδη αναιρεσίβλητης, ως αποτελούντα περιεχόμενο του προεκτιθέμενου δικαιώματος της οροφοκτησίας επί του πρώτου, δεύτερου και τρίτου ορόφου (ξενοδοχείου), αφού οι αναιρεσεσείοντες - εναγόμενοι, μετά και το πιο πάνω συμβόλαιο διανομής, δεν έχουν πλέον κανένα δικαίωμα επ' αυτών.

Τέλος, ο επίδικος κοινόχρηστος και κοινόκτητος πιο πάνω χώρος οριοθετείται με σαφήνεια από το Εφετείο και μάλιστα με τα σταθερά όριά του και συγκεκριμένα ότι κείται "στην πίσω πλευρά του ξενοδοχείου και σε επαφή με την παλαιά ισόγεια οικία, που ... είναι συνεχόμενη και σε επαφή με το κτίριο του ξενοδοχείου" και ότι αυτός "απεικονίζεται με τα στοιχεία α-β-λ-μ-α στο από 10.10.1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.Ζ." και αντιδιαστέλλεται με τον κείμενο δυτικά του οικοπέδου και χαρακτηριζόμενο, επίσης, ως ακάλυπτο χώρο, που με τη δημόσια - υπ' αριθ. .../1968 - ως άνω διαθήκη του ο Α.

Π. άφησε την αρχικά εναγόμενη, από δεύτερο γάμο, σύζυγό του, Β. Π. και για τον οποίο ρητά γίνεται μνεία, ότι "ουδεμία σχέση έχει με τον επίδικο". Επομένως, οι λόγοι της αναίρεσης, δεύτερος κατά το τέταρτο μέρος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πρόσθετος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, δηλαδή ότι το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του ασαφή και ατελή αιτιολογία αναφορικά με την απόκτηση των επιδίκων από την ήδη αναιρεσίβλητη και ότι δεν οριοθετείται με σαφήνεια ο επίδικος κοινόχρηστος και κοινόκτητος πιο πάνω χώρος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8 παρ. 1, 10, 13 και 14 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' όροφον" προκύπτει, ότι το έδαφος είναι αναπόσταστο αντικείμενο της οριζόντιας ιδιοκτησίας, αφού δεν είναι δυνατή η ύπαρξη χωριστής κυριότητας σε όροφο ή διαμέρισμα ορόφου, χωρίς σύγχρονη συγκυριότητα πάνω στο έδαφος όπου είναι κτισμένη η όλη οικοδομή.

Επομένως, εφόσον σε κάθε οριζόντια ιδιοκτησία αντιστοιχεί ορισμένο ποσοστό στο έδαφος, έπεται, ότι, αν συσταθεί οροφοκτησία, μπορεί με χρησικτησία να αποκτηθεί η κυριότητα χωριστής ιδιοκτησίας, οπότε η κτηθείσα με τον τρόπο αυτό κυριότητα επεκτείνεται και στη συγκυριότητα των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων, όχι όμως και χωριστή κυριότητα μόνου του εδάφους ή των κοινόχρηστων χώρων της, εφόσον πρόκειται περί μερών της χωριστής ιδιοκτησίας και η νομή των μερών αυτών δεν μπορεί να οδηγήσει γι' αυτά σε κτήση χωριστής κυριότητας με χρησικτησία.

Τα ίδια αφού δέχτηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και απέρριψε την ένσταση της ιδίας κυριότητας της επίδικης έκτασης εμβαδού 75 τ.μ. με έκτακτη χρησικτησία, για την οποία έκταση ειδικότερα δέχτηκε ότι αποτελεί τον κοινόχρηστο και κοινόκτητο ακάλυπτου χώρο της προεκτιθέμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας, στον οποίο δεν είναι δυνατή η χρησικτησία, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και εκείνες για τη χρησικτησία και συνεπώς ο τρίτος, κατά το πρώτο και τρίτο μέρη του, από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τα οποία, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν ντο δικαστήριο από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο στήριξε κυρίως την κρίση του για την αναγνώριση της αναιρεσίβλητης συγκυρίας της επίδικης έκτασης των 75 τ.μ. και κυρίας ως άνω, της εισόδου και του κλιμακοστασίου της προεκτιθέμενης οικοδομής, στα συμβόλαια, α) δωρητήριο .../1962 και β) διανεμητήριο .../1968 του τότε συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν.

Κανούρα, στα οποία όμως τα εν λόγω συμβόλαια δεν συμπεριλαμβάνονταν, ούτε αναφερόταν ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης ήταν κύριος αυτών. Ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται με αυτόν η σχετική με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών κρίση του Εφετείου που απορρέει από την εκτίμηση και την αξιολόγησή τους.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όχι χωρίς απόδειξη αλλά από τη συνεκτίμηση των εγγράφων που προσκόμισαν οι διάδικοι νόμιμα με επίκληση, συμπεριλαμβανομένων και των φωτογραφιών και των σχεδιαγραμμάτων του επίδικου χώρου και της επίδικης οικοδομής, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, της από Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, που συνοδεύεται με τα συνημμένα σ' αυτή τοπογραφικά διαγράμματα, του ορισθέντος ως πραγματογνώμονος, πολιτικού μηχανικού Γ.

Κ., και της από Σεπτεμβρίου 2008 έκθεσης του τεχνικού συμβούλου Σ. Κ., συνοδευομένης από φωτογραφίες του επιδίκου, που προσκόμισε νόμιμα με επίκληση η ενάγουσα, και συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης, δεύτερος κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, κατ' ορθή η εκτίμηση, επίσης, μόνο από τον αριθμό 10 (και όχι και από τον αριθμό 11) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο τάχα δέχτηκε τους αγωγικούς ισχυρισμούς για την απόκτηση των επιδίκων από την αναιρεσίβλητη χωρίς απόδειξη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1987), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής. "Πράγματα" επίσης δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα, σε αντίθεση με τους λόγους της έφεσης, που περιέχουν αυτοτελείς ισχυρισμούς αλλ' όχι ως επιχειρήματα, που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο έφεσης. Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν, το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς τέταρτο και πρόσθετο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 περίπτ. αριθμός 8 περ.β ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του για την επίδικη έκταση (ακάλυπτο χώρο) εμβαδού 75 τ.μ.

περίπου και δέχτηκε ως βάσιμους τους αγωγικούς ισχυρισμούς για την απόκτηση της συγκυριότητάς της από την αναιρεσίβλητη, χωρίς να λάβει υπόψη την απόφαση 3/1998 του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας και την απόφαση 87/1998 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο και επικύρωσε την προηγούμενη (3/1998) απόφαση του Ειρηνοδικείου, που τους αναγνώριζε προσωρινά νομείς της εν λόγω επίδικης έκτασης (με τον τέταρτο λόγο), αλλά και χωρίς να λάβει υπόψη το σχετικό λόγο της έφεσής τους, ότι κατά το σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ι.Ρ., που επισυνάφτηκε στην αγωγή, ο επίδικος ακάλυπτος χώρος περιλαμβάνει και ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή και να περιληφθεί στο χώρο που επιδικάστηκε και τμήμα της ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσείουσας.

Οι αναιρετικοί αυτό λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και ειδικότερα ο πρώτος μεν από αυτούς (τέταρτος) γιατί οι ανωτέρω αποφάσεις δεν αποτελούν "πράγματα" με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αποδεικτικά μέσα και ο δεύτερος (πρόσθετος, κατά το πρώτο μέρος του), γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προεκτιθέμενο λόγο έφεσης, αλλά τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού δέχτηκε ότι ο επίδικος ακάλυπτος χώρος, εμβαδού 75 τ.μ., περίπου, όπως κατά τα πιο πάνω οριοθετείται συγκεκριμένα, αποτελεί κοινόχρηστη και κοινόκτητη έκταση της ανωτέρω οροφοκτησίας, συγκύρια της οποίας είναι και η αναιρεσίβλητη.

Κατά τα λοιπά ο ερευνώμενος λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον τα αναφερόμενα σ' αυτόν πραγματικά περιστατικά ως προς την περιγραφή του επίδικου ακάλυπτου χώρου (πλευρικές διαστάσεις ορίων, όρια συγκεκριμένα, ακριβής έκταση κ.λ.π.), αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων. Τέλος, ο πρόσθετος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο επιδίκασε στην αντίδικό τους και τμήμα της ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσείουσας, χωρίς να υπάρχει για το τμήμα αυτό σχετικό αίτημα, προεχόντως, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, γιατί, παρεκτός του επίδικου ακάλυπτου χώρου, εμβαδού 75 τετρ.

μέτρων, δεν εξειδικεύεται στο δικόγραφο πρόσθετων λόγων το τμήμα αυτό της ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσείουσας κατά θέση, έκταση και όρια, ώστε να κριθεί αν το Εφετείο υπέπεσε στη συγκεκριμένη πλημμέλεια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.12.2009 αίτηση και τους από 20.10.2010 πρόσθετους λόγους των 1) Α. Α. Π. και 2) Γ. Α. Π. για αναίρεση της 195/2009 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (92.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ