Supreme Court partially allows appeal against labor court decision for unclear collective agreement applicability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding a labor dispute over wages. The employee argued that the employer failed to properly apply mandatory collective agreements and sectoral agreements, citing insufficient reasoning in the lower court's judgment. The Court found the employer's justification for not applying these agreements legally flawed and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216(1), 559(14), 580(3) of the Code of Civil Procedure; A labor court decision is void if it fails to provide clear reasoning on the mandatory application of collective agreements, necessitating remand for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1133 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1133/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλε-ξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και διακριτικό τίτλο "TECOR Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετρόγλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, μηχανοτεχνίτη, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλη Σαξώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 952/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2340/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-3-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 30-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως δεύτερου κατά το 2ο σκέλος, τρίτου κατά το 1ο σκέλος, τετάρτου κατά το 2ο σκέλος, πέμπτου, έκτου, εβδόμου, ογδόου, ενάτου κατά το 3ο και το 4ο σκέλος και δεκάτου κατά το 2ο σκέλος και την απόρριψη των λοιπών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρ. 117-118 του ίδιου κώδικα α)σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας μισθωτού, με την οποία ζητούνται διαφορές μεταξύ των αποδοχών τις οποίες ο εργαζόμενος δικαιούται κατ' εφαρμογή ΣΣΕ ή ΔΑ και εκείνων που του καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή πλην άλλων οι αποδοχές που αυτός δικαιούται, μνημονευομένων και των τυχόν επιδομάτων και εκείνες τις οποίες έλαβε, ώστε να προκύπτει υπέρ αυτού διαφορά για το επίδικο χρονικό διάστημα.
Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, ενώ είχε υποχρέωση από τον νόμο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση για πλημμέλεια προερχομένη από παράβαση δικονομικής διατάξεως, δεν κήρυξε αυτά. Τέτοιο απαράδεκτο μπορεί να υπάρχει και από την αοριστία της αγωγής, την οποία το δικαστήριο οφείλει να απορρίψει αυτεπαγγέλτως ή κατ' ένσταση του εναγομένου.
Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, προσλήφθηκε την 22-1-1997 μέχρι τέλος του έτους 1997 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη στην επισκευή και συντήρηση διαφόρων μηχανημάτων στα "Ελληνικά Διυλιστήρια Ασπροπύργου Α.Ε.", που είχε αναλάβει εργολαβικά η εργοδότρια εταιρεία, αντί ημερομισθίου 7.100 δρχ.
για 8ωρης εργασίας από Δευτέρα έως Παρασκευή, κατά τα λοιπά δε σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες της ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών βιοτεχνικών επιχειρήσεων επεξεργασίας μετάλλου όλης της χώρας. Ότι η παραπάνω σύμβαση έληξε την 30-11-1997, που απολύθηκε και την 1-2-1998 συνήψε νέα ομοίου περιεχομένου σύμβαση με την αναιρεσείουσα διαρκείας έως τέλους του έτους 1998, η οποία έληξε την 28-2-1998, που απολύθηκε.
Η αναιρεσείουσα κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα που ίσχυσε η σύμβαση εργασίας του οφείλει για διαφορές αποδοχών, αποζημίωσης υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης, αμοιβής εργασίας για Σάββατα και αποζημίωσης αδείας και επιδομάτων αδείας και εορτών, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Για τον υπολογισμό των πιο πάνω ποσών προσδιορίζει αναλυτικά τις αποδοχές και τις παροχές που εδικαιούτο με την επίκληση και των προσωπικών στοιχείων προσδιορισμού τους, καθώς και συγκεντρωτικά τα χρηματικά ποσά που έλαβε για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο και συγκεκριμένα για ημερομίσθια, υπερωρίες, επιδόματα εορτών και αδείας και αποζημίωση αδείας, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών παροχών που καταβλήθηκαν στα ασφαλιστικά ταμεία.
Ζητούσε δε την επιδίκαση των διαφορών μεταξύ των ποσών που εδικαιούτο και εκείνων που έλαβε. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρ. 216 § 1 του ΚΠολΔ στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσία που την έκρινε νόμιμη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα δεν είναι βάσιμος.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 ν. 1876/1990 που ορίζει ότι οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, σε συνδυασμό και προς το άρθρο 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου που ορίζει ότι με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, προκύπτει ότι η Σ.Σ.Ε.
ισχύει μόνον έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει. Αν η Σ.Σ.Ε. επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας η ισχύς της εκτείνεται και πέρα από τα πρόσωπα αυτά, πάντως όμως μέσα στα όρια της τοπικής της ισχύος, στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (Ολομ.
ΑΠ 540/1981). Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή μισθωτού που έχει αντικείμενο την επιδίκαση διαφορών μεταξύ καταβαλλόμενων αποδοχών κλπ. και οφειλομένων βάσει των οριζομένων από κλαδική Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., που έχει την ίδια ισχύ, η οποία έχει επεκταθεί και έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, εκτός των άλλων στοιχείων, για τα οποία δεν πρόκειται στην προκείμενη υπόθεση, αρκεί vα αναφέρεται στην αγωγή το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως ώστε να είναι δυνατό να κριθεί από το δικαστήριο αν πρόκειται για ομοειδή ή συναφή εκμετάλλευση με τις επιχειρήσεις του κλάδου που αφορά η Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α., ώστε να μπορούσε ο εργοδότης και ο ενάγων μισθωτός να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη της, οπότε η ισχύς της επεκτείνεται και σε αυτούς. Το στοιχείο αυτό δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο αγωγικό δικόγραφο αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, όπως συμβαίνει όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική Σ.Σ.Ε.
θεωρώντας αυτή δεσμευτική για τον εργοδότη του, διότι θα μπορούσε να είναι μέλος της συνδικαλιστικής οργάνωσης που μετείχε στη σύναψή της. Στην περίπτωση που ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητεί ειδικά την ιδιότητά του ως μέλους της συνδικαλιστικής οργάνωσης που κατάρτισε τη Σ.Σ.Ε., ο εργαζόμενος υποχρεούται να επικαλεσθεί κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις, κατ' άρθρ. 224 εδ.
β' του ΚΠολΔ, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχείρησης, ώστε να κριθεί εάν πρόκειται για ομοιειδή ή συναφή εκμετάλλευση με τις επιχειρήσεις του κλάδου που αφορά η Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, ενώ είχε υποχρέωση από τον νόμο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση για πλημμέλεια προερχομένη από παράβαση δικονομικής διατάξεως, δεν κήρυξε αυτά.
Τέτοιο απαράδεκτο μπορεί να υπάρχει και από την αοριστία της αγωγής, την οποία το δικαστήριο οφείλει να απορρίψει αυτεπαγγέλτως ή κατ' ένσταση του εναγομένου. Στην προκείμενη υπόθεση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και συγκεκριμένα της αγωγής και των προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο τελευταίος εξέθετε ότι την 22-1-1997 συνήψε με την αναιρεσείουσα, η οποία είχε αναλάβει εργολαβικά την επισκευή και συντήρηση διαφόρων μηχανημάτων στα "Ελληνικά Διυλιστήρια Ασπροπύργου Α.Ε.", σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (όμοια δε σύμβαση ορισμένου χρόνου συνήψε εκ νέου την 1-2-1998) και προσλήφθηκε για να εργασθεί με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη με ημερομίσθιο 7.100 δρχ.
για οκτάωρη εργασία από Δευτέρα έως Παρασκευή, κατά τα λοιπά δε σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες των Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας εργατοτεχνιτών βιοτεχνικών επιχειρήσεων επεξεργασίας μετάλλου όλης της χώρας, οι οποίες άλλωστε ήταν εκ του νόμου εφαρμοστέες, διότι κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ο ίδιος ήταν μέλος του Συνδικάτου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου Πειραιά, Αττικής και Νήσων, η δε εργοδότρια εταιρεία θα μπορούσε να ήταν μέλος της Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε., που τις προσυπέγραψε.
Ειδικότερα με τις προτάσεις του ο αναιρεσίβλητος, συμπληρώνοντας παραδεκτώς την αγωγή στο σημείο αυτό, ανέφερε ότι η αναιρεσείουσα είναι μεταλλουργική βιοτεχνική επιχείρηση, διότι κατά κύριο λόγο αναλαμβάνει την εκτέλεση μηχανουργικών επισκευαστικών εργασιών, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση εργολαβικά τις εργασίες επισκευής και συντήρησης μηχανημάτων και μηχανολογικών εξαρτημάτων των "Ελληνικών Διυλιστηρίων Ασπροπύργου".
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού εκτίθενται όλα τα αναγκαία περιστατικά βάσει των οποίων μπορεί να κριθεί αν η εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία συνιστά ομοειδή ή συναφή εκμετάλλευση με τις επιχειρήσεις του κλάδου που αφορά η Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. και συνακόλουθα αν θα μπορούσε να είναι μέλος αυτών, με συνέπεια να καταλαμβάνεται από την ισχύ της εν λόγω κλαδικής ρύθμισης.
Το Εφετείο, επομένως, που έκρινε ορισμένη την αγωγή και κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την ένσταση αοριστίας της εναγομένης και είχε απορρίψει την αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος, με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραπάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρ. 648 και 669 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρ. 9 § 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Εξάλλου, λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, ενώ είχε υποχρέωση από τον νόμο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση για πλημμέλεια προερχόμενη από παραβίαση δικονομικής διατάξεως, δεν κήρυξε αυτά. Τέτοιο απαράδεκτο μπορεί να υπάρχει και από την αοριστία της αγωγής, την οποία το δικαστήριο οφείλει να απορρίψει αυτεπαγγέλτως ή κατ' ένσταση του εναγομένου.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος εξέθετε στην αγωγή του ότι την 22-1-1997 με την αναιρεσείουσα, η οποία με σύμβαση έργου είχε αναλάβει την επισκευή και συντήρηση του μηχανολογικού εξοπλισμού των "Ελληνικών Διυλιστηρίων Ασπροπύργου", κατάρτισε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και έργου μέχρι τέλους του έτους 1997 για να εργασθεί με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη στο παραπάνω έργο.
Επίσης, την 1-2-1998 συνήψε εκ νέου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και έργου μέχρι τέλους του έτους 1998 με τους ίδιους όρους. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ήταν ορισμένη, διότι από τα εκτιθέμενα σε αυτήν προέκυπτε με σαφήνεια και χωρίς αμφιβολία το χρονικό σημείο κατά το οποίο συμφωνήθηκε η λήξη της σύμβασης και του έργου για το οποίο προσλήφθηκε και που ήταν το τέλος του 1997 και 1998 αντίστοιχα.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο του μέρος από το άρθρ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, δεν είναι βάσιμος.
Επειδή με το άρθρο 6 της από 14.2.84 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20.2.84 (ΦΕΚ Β', 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/83.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργάσιμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν. 435/76, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέρα των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.75 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/75), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επί πλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.
Η υπερωριακή αυτή εργασία αμείβεται ανάλογα με τον χαρακτηρισμό της ως νόμιμης ή παράνομης. Ειδικώς, επί πενθημέρου, η πέρα των 45 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών τρίωρη κάθε εβδομάδα (48-45=3 ώρες) εργασία θεωρείται ως επιτρεπτή νόμιμη υπερωριακή εργασία (κατ' άρθρο 6 παρ. 2 εδ. β' της από 26.2.75 ΕΓΣΣΕ Ν. 133/75) που δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης και αμείβεται σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 435/76, δηλαδή με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά 25%.
Η δε παράνομη εργασία, δηλαδή χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ΝΔ 515/70, αμείβεται σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 435/76 (δηλαδή με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, άρθρο 904 επ. ΑΚ) και την προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή και το Σάββατο δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία, αν δεν υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο όριο ημερήσιας απασχολήσεως.
Εξάλλου, για να έχει νομική πληρότητα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο αγωγής του εργαζομένου που έχει ως αίτημα την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, λόγω υπερβάσεως του χρόνου της συνολικής απασχολήσεως, θα πρέπει να αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ'εκάστη ημέρα απασχολήσεως.
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, ελέγχεται η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, αρκεί ο σχετικός ισχυρισμός για την αοριστία της αγωγής να είχε προταθεί παραδεκτά και ορισμένα στο ουσιαστικό δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε για τη θεμελίωση του αιτήματός του για πληρωμή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα ως μηχανοτεχνίτης με ημερομίσθιο 7.100 δρχ.
για οκτάωρη απασχόληση και πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία. Ότι εργαζόταν κατά κανόνα από Δευτέρα έως Σάββατο και εξαιρετικά της Κυριακές επί 12 ώρες ημερησίως από 07:00 έως 19.00. Ότι εργάσθηκε πέραν του συμβατικού του εβδομαδιαίου ωραρίου κατά το χρονικό διάστημα από 22-1-1997 έως 16-3-1997 επί 139 ώρες, κατά το χρονικό διάστημα από 17-3-1997 έως 30-6-1997 επί 230 ώρες, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1997 έως 30-11-1997 επί 316 ώρες και κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-1998 έως 28-2-1998 επί 76 ώρες και ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει αμοιβή για την υπερεργασία και την υπερωριακή απασχόληση σύμφωνα με τα λεπτομερώς εκτιθέμενα για κάθε είδους απασχόληση.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ήταν ορισμένη, αφού αναφερόταν η διάρκεια της απασχολήσεώς του για κάθε εργάσιμη ημέρα πέραν του νόμιμου ωραρίου του και μπορούσε ευχερώς να διαπιστωθεί αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμου για τον χαρακτηρισμό των παραπάνω ωρών απασχόλησης του ως υπερεργασίας και νόμιμης ή παράνομης υπερωρίας.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ορισμένη την αγωγή δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου ένατος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτου του μέρος δεν είναι βάσιμος.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2 εδ. γ' της 19040/1981 Υ.Α., 3 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του Ν. 4506/1966, στις τακτικές αποδοχές με τις οποίες υπολογίζονται τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και οι αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας περιλαμβάνεται και η αμοιβή για υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή εργασία, εφόσον καταβάλλονται σταθερά και μόνιμα ως νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Εξάλλου, ο από το άρθρ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, ενώ είχε υποχρέωση από τον νόμο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση για πλημμέλεια προερχομένη από παραβίαση δικονομικής διατάξεως, δεν το έπραξε. Τέτοιο απαράδεκτο μπορεί να προέρχεται και από την αοριστία της αγωγής, την οποία το δικαστήριο οφείλει να απορρίψει αυτεπαγγέλτως ή κατ' ένσταση του εναγομένου.
Εν προκειμένω, με τους ενδέκατο και δωδέκατο λόγους αναιρέσεως κατά το πρώτο τους μέρος η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του νομίμως προταθέντα ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγής ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης επιδομάτων εορτών και αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας, καθώς δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή κατά τούτο και ειδικότερα ότι συνυπολογίζει την αναλογία της αμοιβής για υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή απασχόληση προς εξεύρεση των οφειλόμενων επιδομάτων Πάσχα και Χριστουγέννων και αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα με βάση πόσες ώρες και με ποια αμοιβή προέβη στον υπολογισμό αυτό.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος εκθέτει εκτός άλλων ότι απασχολείτο όλες τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας από 07:00 έως 19:00 ώρα, πραγματοποιώντας τις αναγραφόμενες αναλυτικά ώρες υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης, ότι η αμοιβή του για την πιο πάνω παροχή εργασίας ανέρχεται στα αναγραφόμενα επίσης αναλυτικά χρηματικά ποσά και υπολογίζει το επίδομα Πάσχα και Χριστουγέννων με βάση τα ημερομίσθια που αναλογούν στο αντίστοιχο κατά νόμο χρονικό διάστημα που εργάσθηκε, συνυπολογίζοντας και την αναλογία υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας στα ποσά των 4.920 δρχ.
για το επίδομα Πάσχα 1997, των 5.093 δρχ. για το επίδομα Χριστουγέννων 1997 και των 5.221 δρχ. για το επίδομα Πάσχα 1998, τη δε αποζημίωση αδείας και το επίδομα αδείας με βάση τα ημερομίσθια που αναλογούν στο κατά νόμο χρονικό διάστημα που εργάσθηκε, συνυπολογίζοντας και την αναλογία υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας στο ποσό των 5.093 δρχ.
και 5.221 δρχ. αντίστοιχα. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κατά τα ερευνώμενα κονδύλια των επιδομάτων εορτών και αποζημίωσης αδείας και επιδόματος αδείας είναι επαρκώς ορισμένη, διότι περιέχει τα στοιχεία εκείνα που τα θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο χωρίς να είναι αναγκαία η ειδικότερη αναφορά στις ώρες και στην αμοιβή με βάση τις οποίες έγινε ο συνυπολογισμός της υπερεργασίας και της υπερωριακής εργασίας από τον εργαζόμενο, αφού τα περιστατικά αυτά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητα των κονδυλίων.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ και οι κρινόμενοι λόγοι αναιρέσεως δεν είναι βάσιμοι.
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 3 § 1, 4, 6 § 2 και 11 § 2 του Ν. 1876/1990, οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αφορούν τους εργαζομένους σε περισσότερες ομοειδείς ή συναφείς εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις, ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, συνάπτονται δε μεταξύ πρωτοβάθμιων ή δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, που καλύπτουν εργαζομένους, ανεξάρτητα από επάγγελμα ή ειδικότητα, σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις και εργοδοτικών οργανώσεων που εκπροσωπούν τον αντίστοιχο κλάδο στην τοπική έκταση ισχύος της κλαδικής Σ.Σ.Ε.
Οι κλαδικές Σ.Σ.Ε. δεσμεύουν κατ' αρχήν τα μέλη των συμβαλλόμενων εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αλλά αν η κλαδική Σ.Σ.Ε. κηρυχθεί, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, γενικώς υποχρεωτική, η ισχύς της επεκτείνεται σε όλους τους εργοδότες και τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της.
Κατά την έννοια δε της ως άνω διατάξεως του άρθρ. 3 § 1 περ. β' του Ν. 1976/1990, ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές περίπου συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών, συναφείς δε είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες, εις τρόπον ώστε να δικαιολογείται η ομοιόμορφη ρύθμιση των όρων εργασίας του προσωπικού που απασχολείται σε αυτές.
Εξάλλου, στην από 29-5-1996 ΣΣΕ και τη 44/1997 Δ.Α., που συνήφθησαν και επέλυσαν συλλογική διαφορά αντιστοίχως μεταξύ αφενός της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (Π.Ο.Ε.Μ.) και αφετέρου α) της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.), β) Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Βιοτεχνών Μετάλλου (Π.Ο.Β.Μ.) και γ) της Πανελληνίας Ομοσπονδίας Βιοτεχνών Επισκευαστών Αυτοκινήτων και Μηχανημάτων (Π.Ο.Β.Ε.Α.Μ.), για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων μετάλλου των μεταλλουργικών βιοτεχνικών επιχειρήσεων όλης της χώρας, οι οποίες κηρύχθηκαν υποχρεωτικές η μεν πρώτη με τη 12454/21-8-1996 (ΦΕΚ Β' 820/4-9-1996) από 26-7-1996 και η δεύτερη με τη 1268/24-7-1997 (ΦΕΚ Β' 663/4-8-1997) από 10-7-1997, υπάγονται οι εργατοτεχνίτες και υπάλληλοι μετάλλου των πάσης φύσεως μεταλλουργικών επιχειρήσεων, καθώς και των τμημάτων παραγωγής, επεξεργασίας, συναρμολόγησης, συσκευασίας, επισκευής κλπ μετάλλων όλης της χώρας.
Ακόμη, κατά το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρ. 561 § 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία με σύμβαση έργου είχε αναλάβει να διαθέτει στην εταιρεία "Ελληνικά Διυλιστήρια Ασπροπύργου Α.Ε." μηχανοτεχνίτες, ηλεκτροτεχνίτες και βοηθούς τεχνίτες για την εκτέλεση από την "ΕΛΔΑ Α.Ε." με αυτεπιστασία εργασιών συντήρησης στις εγκαταστάσεις της στον ... .
Σε εκτέλεση της παραπάνω συμβάσεως διέθεσε τον αναιρεσίβλητο, με τη μορφή του δανεισμού εργαζομένου, τον οποίο είχε προσλάβει την 22-1-1997 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη, αντί ημερομισθίου 7.100 δρχ., πλέον ποσού 2.100 δρχ. για κάθε ώρα πρόσθετης απασχόλησης που θα πραγματοποιούσε.
Ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε μέχρι 30-11-1997, οπότε λύθηκε η σύμβαση εργασίας με καταγγελία της εργοδότριας εταιρείας. Η τελευταία τον προσέλαβε εκ νέου την 2-2-1998 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου με την ίδια ειδικότητα και ημερομίσθιο 7.350 δρχ. και απασχολήθηκε μέχρι 28-2-1998, όπως και προηγουμένως.
Ο αναιρεσίβλητος, που ήταν μέλος του Συνδικάτου εργατοϋπαλλήλων Πειραιά, Αττικής και Νήσων, έπρεπε να αμείβεται σύμφωνα με την από 29-5-1996 ΣΣΕ και την 44/1997 ΔΑ περί των όρων αμοιβής των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων μετάλλου την κάθε είδους μεταλλουργικών βιοτεχνικών επιχειρήσεων όλης της χώρας, καθώς και την οικεία Σ.Σ.Ε.
του 1998, διότι αυτές κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και η αναιρεσείουσα θα μπορούσε να είναι μέλος της Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε. που τις έχει προσυπογράψει. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της δεσμευτικότητας των πιο πάνω Σ.Σ.Ε και Δ.Α.
επί της ένδικης διαφοράς, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, αφού πέραν του περιστατικού ότι αυτές κηρύχθηκαν υποχρεωτικές ουδόλως διαλαμβάνεται ποια ήταν η φύση και το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας, ώστε να κριθεί ότι, παρότι δεν ήταν μέλος των εργοδοτικών οργανώσεων που συμβλήθηκαν στην υπογραφή των Σ.Σ.Ε., καταλαμβάνεται από την ισχύ αυτών ως ομοειδής ή συναφής επιχείρηση, που υπάγεται στον ίδιο επιχειρηματικό κλάδο με τις συμβληθείσες συνδικαλιστικές οργανώσεις και συνακόλουθα να εφαρμόζονται στους μισθωτούς της εργατοτεχνίτες, όπως ο αναιρεσίβλητος, οι συλλογικές ρυθμίσεις για τους εργατοτεχνίτες εκείνων των επιχειρήσεων.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, εκτιμώμενος από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρ. 178 και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την 2340/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ