Legislator Case Law & Legislation
1133/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds of absent party and evidentiary review of lower court.

Case Number 1133/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by five appellants against final judgments from the Aegean Court of Appeal in Samos. The court ruled that the fifth appellant's absence at the hearing rendered the proceedings invalid due to lack of explicit power of attorney, while rejecting the remaining appellants' claim that the lower court failed to consider specific evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 104 of the Code of Civil Procedure; Articles 335 and 338-341 of the Code of Obligations: The absence of a party at the hearing invalidates proceedings if explicit power of attorney is missing; the appellate court must consider all evidence presented but is not required to list every document in its reasoning.

Keywords

AI generated
procedural invalidity power of attorney absence of party evidentiary review appellate jurisdiction legal costs civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Articles 335 and 338 to 341 of the Code of Obligations
Article 559, paragraph 11, item 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 111/1981
Supreme Court 848/1981
Supreme Court 42/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1133 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1133/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπος Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθ' ων η κλήση: 1.χ1 , 2. χ2, 3. χ3, 4. χ4 και 5.χ5. Από αυτούς η 5η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, οι 1ος, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χατζηκωνσταντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, ο οποίος επί πλέον ως δεύτερος αναιρεσείων παραστάθηκε και για τον εαυτόν του.

Της αναιρεσίβλητης-καλούσας:......., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Τιτίκα Νικέα-Μουράτογλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου.

Εκδόθηκε η απόφαση: 75/470/64ΤΠ/1993 του ίδιου Δικαστηρίου και κατ' αυτής ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας και εκδόθηκε η 32/913/106ΤΠ/1994 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά των ανωτέρω αποφάσεων ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκαν οι 28/1996 εν μέρει οριστική 113/2001 οριστική αποφάσεις του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου. Την αναίρεση των αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28-6-2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 608/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα-αναιρεσίβλητη με την από 2-1-2007 κλήση της. Οι αναιρεσείοντες-καθών η κλήση κατέθεσαν τους από 4-1-2008 πρόσθετους λόγους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλίου, ανέγνωσε την από 24-2-2004 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αντωνιάδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδική αίτηση αναίρεσης της 28/1996 εν μέρει οριστικής και 113/2001 οριστικής αποφάσεως του μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο, και την από 4-2-2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος της καλούσας-αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 Κ.Πολ.Δ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτησης στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Στην προκείμενη περίπτωση η εκ των αναιρεσειόντων χ5 ήταν απούσα κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, αν και είχε κλητευθεί να εμφανισθεί προς τούτο νομίμως και εμπροθέσμως από την αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την ....

έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Σάμου ....... Η ίδια διάδικος ήταν απούσα και κατά τη δικάσιμο της 17-3-2004, κατά την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς όλους, σύμφωνα με την 608/2004 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επισκόπησης αυτής. Την αίτηση αναιρέσεως ως προς όλους τους αναιρεσείοντες υπέγραψαν και κατέθεσαν οι δικηγόροι Θάνος Θραψιάδης και Αριστείδης Χιωτέλλης, χωρίς να γίνεται επίκλησης και να προσκομίζεται συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προς αυτούς, με το οποίο να παρέχεται το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως και ως προς την απολειπόμενη αναιρεσείουσα, ενώ κατά την παρούσα συζήτησης της υποθέσεως η ως άνω αναιρεσείουσα δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Επομένως η αίτηση αναιρέσεως είναι άκυρη ως προς αυτήν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) Κατά το άρθρο 569 § 2 οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με αυτές των άρθρων 568 § 3 και 571 του ίδιου κώδικα, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και προπαρασκευή της υποθέσεως και σύνταξη μαζί και επί των προσθέτων λόγων εκθέσεως από τον ορισθέντα εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζητήσεως για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και κοινοποιήσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται η κατά την § 2 του ως άνω άρθρου 568 ΚΠολΔ από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος ορισθείσα, όχι δε και η μεταγενέστερη μετά από αναβολή ή ματαίωση προσδιορισθείσα δικάσιμος (Ολ. 143/1984, Ολ. 654/1984).

Το ίδιο ισχύει και όταν έγινε συζήτηση της υπόθεσης, πλην όμως με την εκδοθείσα απόφαση κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης για οποιοδήποτε λόγο και επαναφέρεται αυτή με κλήση προς νέα συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η από 28-6-2002 αίτηση αναίρεσης κατά των 113/2001 οριστικής και 28/1996 εν μέρει οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Αιγαίου, προσδιορίστηκε από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου να συζητηθεί στις 17-3-2004.

Συζητήσεως γενομένης κατά τη δικάσιμο αυτή, εκδόθηκε η 608/2004 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, διότι δεν είχαν κλητευθεί ορισμένοι από τους διαδίκους. Με κλήση των αναιρεσειόντων προσδιορίστηκε νέα δικάσιμος για τις 18-10-2006, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση της υποθέσεως λόγω δημοτικών εκλογών.

Με νέα κλήση από μέρους της αναιρεσίβλητης προσδιορίστηκε προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως η δικάσιμος της 5-3-2008. Ήδη οι αναιρεσείοντες (πλην της πέμπτης) με δικόγραφο προσθέτων λόγων κατά των ως άνω προσβαλλόμενων αποφάσεων, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 9-1-2008, ζητούν να γίνουν δεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι κατά των αποφάσεων αυτών.

Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς τους (άρθρ. 577 § 2 ΚΠολΔ), διότι έπρεπε να κατατεθούν και επιδοθούν τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αρχικώς ορισθείσας δικασίμου στις 17-3-2004, προκειμένου να συνταχθεί και επ' αυτών έκθεση από τον εισηγητή αρεοπαγίτη μαζί με τους λόγους αναίρεσης του κύριου δικογράφου της αναίρεσης.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παραδεκτώς προσβάλλεται, κατά το άρθρο 553 && 1 και 2 του ΚΠολΔ., με την 113/2001 οριστική και η εν μέρει οριστική 28/1996 απόφαση του Εφετείου, κατά το μέρος που δέχθηκε την έφεση της αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 75/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου που εκδόθηκε ερήμην αυτής και διέταξε αποδείξεις για τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 501,,502 & 1,503 & 1,516 & 1 και 518 & 1 του ΚΠολΔ., όπως το άρθρο 501 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 & 1 του ν.2145/1993, προκύπτει ότι η ερήμην απόφαση προσβάλλεται με αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας από το διάδικο που ερημοδικάσθηκε, συγχρόνως όμως αν είναι πρωτόδικη και οριστική υπόκειται και σε έφεση εξαρχής, δηλαδή ευθύς από τη δημοσίευση της, γιατί η προθεσμία για την άσκηση της αιτιολογημένης ανακοπής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Συνεπώς οι προθεσμίες για την άσκηση των δύο αυτών ενδίκων μέσων αρχίζουν ταυτόχρονα από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως και συντρέχουν. Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 144,310 & 1 και 518 & 1 του ΚΠολΔ. η επίδοση της οριστικής αποφάσεως γίνεται με επιμέλεια των διαδίκων, από της επομένης δε ημέρας αρχίζει η προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση εφέσεως κατ' αυτής, εφόσον ο διάδικος που την ασκεί διαμένει στην Ελλάδα.

Περαιτέρω, κατά με το άρθρο 449 & 1 του ιδίου Κώδικα, αντίγραφα των οποίων η ακρίβεια βεβαιώνεται από τον αρμόδιο υπάλληλο έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, κατά δε το άρθρο 52 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κωδικός των Δικηγόρων", ο δικηγόρος έχει δικαίωμα να εκδίδει επικυρωμένα αντίγραφα όλων των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή του, είναι δε υπεύθυνος για την ακρίβεια αυτών.

Εκ τούτων έπεται ότι η επίδοση αντιγράφου οριστικής αποφάσεως του οποίου δεν βεβαιώνεται η ακρίβεια σε σχέση με το πρωτότυπο από τον υπάλληλο που το εξέδωσε, ισοδυναμεί με παράλειψη επιδόσεως και δεν κινεί την προθεσμία ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, ούτε υποχρεώνει το διάδικο να διαπιστώσει κατ' άλλο τρόπο την ακρίβεια αυτού.

Και ναι μεν ο δικηγόρος έχει δικαίωμα να εκδίδει επικυρωμένα αντίγραφα όλων των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή του, τα οποία έχουν ισχύ αντιπεφωνημενού αντιγράφου, πλην όμως το απλό αντίγραφο της αποφάσεως, έστω και σε φωτοτυπία, δεν είναι από τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του. Η απόφαση του δικαστηρίου, ως διαδικαστικό έγγραφο, υπάρχει σε πρωτότυπο στη γραμματεία και όχι στα χέρια του δικηγόρου.

Με το πιο πάνω άρθρο 52 του Κώδικα περί δικηγόρων αναγνωρίζεται στον δικηγόρο το δικαίωμα να εκδίδει αντίγραφα των πρωτοτύπων ή αντιγράφων που βρίσκονται στα χέρια του και για το λόγο αυτό στην επικύρωση πρέπει να αναφέρεται αν το αντίγραφο που εκδίδει ο δικηγόρος προέρχεται από το "πρωτότυπο" ή από "επικυρωμένο αντίγραφο", για να μην διαφεύγει το χαρτόσημο που καταβάλλεται για την έκδοση επικυρωμένου αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο, η έλλειψη καταβολής του οποίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27 και 62 του Π.Δ.

της 28-7-1931 " περί Κωδικός των νόμων περί τελών χαρτοσήμου", όπως το άρθρο 27 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ.199/1969,επιφέρει την ακυρότητα της επίδοσης του επικυρωμένου αντιγράφου της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη 28/1996 εν μέρει οριστική απόφαση του δέχθηκε ως εμπρόθεσμη την 13/15-3-1994 έφεση της αναιρεσιβλήτου κατά της 75/24-6-1993 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου που εκδόθηκε ερήμην των εναγομένων με την εξής αιτιολογία:

Από την επιδοθεΐσα ερήμην απόφαση προκύπτει ότι πρόκειται περί ενός φωτοτυπικού αντιγράφου αυτής απ' αρχής μέχρι και των υπογραφών της δημοσίευσής της, στο τέλος της οποίας ο πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών εφεσίβλητων και πρώτος τούτων, αφού αναγράφει τις φράσεις "Ακριβές αντίγραφο, Σάμος 4-8-1993, ο Γραμματέας" και "θεωρήθηκε, Για την νόμιμη σήμανση και την έκδοση του κατά τη σειρά της παραγγελίας, Σάμος 4-8-1993, ο Προϊστάμενος της Γραμματείας", βεβαιώνει στη συνέχεια ότι τούτο είναι ακριβές φωτοαντίγραφο εκ του εις χείρας του κεκυρωμένου αντιγράφου και παραγγέλλει την επίδοση του προς την εκκαλούσα.

Στο φωτοαντίγραφο όμως αυτό δεν υπάρχει η βεβαίωση της ακριβείας από τον αρμόδιο Γραμματέα, ούτε οι σφραγίδες και τα επικολληθέντα χαρτόσημα και σχετικά ένσημα, γιαυτό και η εκκαλούσα αμφισβητεί και ευλόγως εάν τούτο ταυτίζεται με το κεκυρωμένο αντίγραφο εκ του οποίου φέρεται ότι εξήχθη. Δέχεται δε περαιτέρω το Εφετείο, μετά από εκτίμηση και του περιεχομένου του νέου αντιγράφου της αποφάσεως με ημερομηνία εκδόσεως 28-3-1995 που προσκόμισαν οι εφεσίβλητοι για να αποδείξουν ότι το επιδοθέν αντίγραφο είχε εκδοθεί από το πρωτότυπο που τηρείται στο αρχείο του δικαστηρίου, ότι είναι προφανές ότι το επιδοθέν δεν έχει εξαχθεί από το προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο και ότι ο εκδούς δικηγόρος δεν εδικαιούτο να βεβαιώσει, ούτε ότι η απλή φωτοτυπία της αποφάσεως αποτελούσε φωτοαντίγραφο εκ του εις χείρας του ευρισκομένου κεκυρωμένου αντιγράφου, ούτε πολύ περισσότερο ότι αυτή ήταν κεκυρωμένο αντίγραφο του πρωτοτύπου και κατ' ακολουθίαν η επίδοση της ερήμην αποφάσεως δεν ήταν έγκυρη, γι' αυτό και δεν επέφερε την έναρξη της τριακονθημέρου προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση και επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παράβασης των αριθμών 12 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου η πλεοναστικώς και χωρίς ανάγκη παράθεση στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως αυτής της ερμηνείας των άρθρων 438 και 455 του ΚΠολΔ. δεν ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών (αρθρ.43 8 και 455), γιατί το παραδεκτό της εφέσεως διατακτικό της στηρίζεται στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 144,310 & 1,449 & 1, 518 & 1 του ΚΠολΔ.

και 52 του ν.δ.3026/1954, σύμφωνα με τις οποίες η επίδοση αντιγράφου της οριστικής αποφάσεως του οποίου δεν βεβαιώνεται η ακρίβεια σε σχέση με το πρωτότυπο από τον υπάλληλο που το εξέδωσε ισοδυναμεί με παράλειψη επιδόσεως και δεν κινεί την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως και επομένως τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Α.Κ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ.

ΑΠ 111/1981 και 848/1981). Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ., υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ.42/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 113/2001 οριστική απόφαση, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Από τη γενική αυτή διαβεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του το Εφετείο και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την 13/1992 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Σάμου που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες προς έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία του εγγράφου αυτού.

Επομένως ο από τον αριθμό 11 εδάφ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε το έγγραφο αυτό, αφού δεν αναφέρεται ούτε σχολιάζεται στην απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-6-2002 αίτηση των 1) χ1, 2) χ2 3)χ3 4) χ4 και 5) χ5, ως και το από 4-1-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων των τεσσάρων πρώτων για αναίρεση της 28/1996 εν μέρει οριστικής και 113/2001 οριστικής αποφάσεως του Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες πλην της πέμπτης, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ