Legislator Case Law & Legislation
1133/2006 AI generated

Supreme Court quashes lower court ruling denying severance pay due to missing written acceptance of resignation.

Case Number 1133/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the High Court of Athens' decision denying severance pay to five former employees of the Agricultural Bank of Greece. The lower court had ruled that the employees' resignations were automatically accepted under the bank's internal regulations after one month. The Supreme Court found this reasoning flawed because the specific statutory provision for severance pay requires explicit written acceptance of the resignation by the bank's administrator, which was not proven. Consequently, the case was remanded for retrial to determine if such formal acceptance occurred.

Legislator headnote

AI generated

Article 8, paragraph 1, letter a) of Law 3198/1955; Article 5 of the Bank's Organization: Employees with indefinite-term contracts and fifteen years of service are entitled to half severance pay only upon resignation with the employer's explicit written consent; automatic acceptance of resignation under internal regulations does not satisfy the statutory requirement for consent.

Keywords

AI generated
severance pay entitlement indefinite term employment contract written acceptance of resignation automatic acceptance invalidity fifteen years service requirement remand for retrial statutory consent condition

Cited Legislation

AI generated
Article 8, paragraph 1, letter a) of Law 3198/1955
Article 5 of the Organization of the Agricultural Bank of Greece
Article 560, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1406/2005 of the Supreme Court of Greece

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1133 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1133/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Ψ1, κατοίκου ..., 2)Ψ2, κατοίκου ..., 3)Ψ3, κατοίκου ..., 4)Ψ4 , κατοίκου ... και 5)Ψ5, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ

.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 477/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1628/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 18-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 8 εδαφ. α' του Ν. 3198/1955 "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσία παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεος της υπό του Ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή του Β.Δ.

της 16/18-7-1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζομένης βάσει των παραγρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Κατά τη διάταξη αυτή, την ως άνω μειωμένη αποζημίωση δικαιούνται, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, οι μισθωτοί που συνδέονται με τον εργοδότη τους με σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου.

Εξάλλου, η σύμβαση εργασίας που καταρτίζεται με την προσχώρηση του εργαζομένου σε κανονισμό που προβλέπει την αυτοδίκαιη αποχώρηση αυτού με τη συμπλήρωση του καθοριζόμενου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Αν όμως στον κανονισμό προβλέπονται παράλληλα και περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, είτε εκ μέρους του εργοδότη, είτε εκ μέρους του εργαζομένου, τότε υπάρχει στη σύμβαση διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας (την επέλευση δηλαδή της λύσεως πριν από τη λήξη του ορισμένου χρόνου), η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλAΠ 1110/1986).

Περίπτωση πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, με την παραπάνω έννοια, μπορεί να αποτελεί και το προβλεπόμενο στον κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως, με μονομερή δήλωση του μισθωτού, που διαφέρει από την καταγγελία για σπουδαίο λόγο (ΟλΑΠ 6/1989). Επομένως αν ο μισθωτός παραιτήθηκε μετά δεκαπενταετή συνεχή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, δικαιούται την αποζημίωση που ορίζει η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 8 εδ.

α' του Ν. 3198/1955, εφόσον υπάρχει και η απαιτούμενη από την ίδια διάταξη συγκατάθεση του εργοδότη. Η συγκατάθεση αυτή μπορεί να έχει δοθεί και εκ των προτέρων με τη συνομολόγηση, σε κανονισμό συμβατικής ισχύος, του δικαιώματος του εργαζομένου να παραιτηθεί σε οποιοδήποτε χρόνο (ΑΠ 1094/2001). Αν όμως ο κανονισμός έχει ισχύ νόμου και προβλέπει ως λόγο λύσεως της συμβάσεως εργασίας και την αποδοχή της παραιτήσεως του εργαζομένου, διαστέλλοντας την περίπτωση που η αποδοχή αυτή γίνεται με απόφαση του εργοδότη από την περίπτωση που θεωρείται ότι έγινε αυτοδικαίως μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, τότε, για να υπάρχει συγκατάθεση του εργοδότη, η αποδοχή της παραιτήσεως πρέπει να γίνει με απόφασή του, αφού η εξομοιούμενη με αποδοχή άπρακτη παρέλευση ορισμένου χρόνου αποτελεί συνέπεια του νόμου (του κανονισμού που έχει ισχύ νόμου) και όχι τον συμφωνημένο με τον κανονισμό τρόπο εκδηλώσεως της συγκαταθέσεως του εργοδότη στην αποχώρηση με παραίτηση του εργαζομένου.

Μια τέτοια περίπτωση ρυθμίζεται και στο άρθρο 126 του Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει εγκριθεί με τη 226698/1980/6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ 389Β'/2-4-1973), έχει κυρωθεί με το Ν.Δ. 213/1973 και έχει γιαυτό ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 851/1981). Το άρθρο αυτό προβλέπει στην παρ. 1 ότι ο υπάλληλος της τράπεζας δικαιούται να παραιτηθεί, ότι η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως και ότι η λύση της υπαλληλικής σχέσεως επέρχεται δια της αποδοχής της παραιτήσεως από τον διοικητή αυτής ή τον υπό τούτου εξουσιοδοτημένο, που εκδίδει πράξη για την αποδοχή της μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της παραιτήσεως, ενώ στην παρ. 4 προβλέπει ότι η παραίτηση λογίζεται ότι έχει γίνει αυτοδικαίως δεκτή μετά την πάροδο μηνός από την υποβολή της.

Στην παραπάνω περίπτωση, άρα, μόνον όταν η αποδοχή της παραιτήσεως του εργαζομένου γίνει με πράξη του διοικητή της ΑΤΕ, σύμφωνα με την παρ. 1 του άνω άρθρου και Οργανισμού της, μπορεί να γίνει λόγος για συγκατάθεση αυτής στην αποχώρηση του παραιτούμενου υπαλλήλου της (ΑΠ 1406/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας ως εφετείο, δέχθηκε ότι οι εκ των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητες, μετά από υπερδεκαπενταετή υπαλληλική υπηρεσία στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, αποχώρησαν από αυτή στις 16-2-2001 η πρώτη και η τέταρτη, στις 20-4-2001 η δεύτερη και η τρίτη και στις 28-3-2001 η πέμπτη, και υπέβαλαν την παραίτησή τους.

Η αποχώρησή τους αυτή έγινε με την συγκατάθεση της αναιρεσείουσας, η οποία παρασχέθηκε με την αυτοδέσμευσή της στον καταρτισθέντα κανονισμό, αφού διαλαμβάνεται σ' αυτόν ότι λογίζεται αυτοδικαίως γενομένη δεκτή η παραίτηση, οποτεδήποτε υποβληθεί, μετά την πάροδο μηνός από την υποβολή της. Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι συνέτρεχαν οι όροι του άρθρου 8 εδ.

α' του Ν. 3198/1955 και απέρριψε, ως προς τις αναιρεσίβλητες, την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 477/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε επιδικαστεί σ' αυτές η προβλεπόμενη από την άνω διάταξη αποζημίωση, που δεν υπερέβαινε το ποσό των 1.500.000 δρχ. (άρθρο 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 και 33 Ν. 1876/1990). Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 8 εδ.

α' του Ν. 3198/1955 και 126 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας, γιατί δεν ανέφερε αν εχώρησε έγγραφη και σαφή αποδοχή των παραιτήσεων αυτών από το διοικητή της αναιρεσείουσας ή από τον εξουσιοδοτημένο απ' αυτόν. Επομένως πρέπει, κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως προς τις αναιρεσίβλητες και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 1628/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2006.