Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to properly frame indirect violation arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance organization's appeal against a labor court decision regarding an employee's dismissal. The appellant argued that the lower court violated substantive laws by failing to award back pay for the period the employee was deemed to have worked, citing administrative decisions that invalidated the dismissal. The court rejected this claim as inadmissible because the appellant failed to formally propose the indirect violation argument before the second-instance court as required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument alleging a direct or indirect violation of substantive law is inadmissible if not formally proposed before the second-instance court in accordance with the procedural rules governing labor disputes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1132 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1132/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρο του Αναστασία Κουτσαύτη και Δροσιάς Μπάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ.Τ. του Θ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσουμάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/ΕΡ-ΔΙ/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 874/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 20-7-2022 αίτησή του και τους από 4-1-2023 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 20.7.2022 και με αριθμό κατάθεσης 2152/235/21.7.2022 αίτηση του εναγομένου ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.)", για αναίρεση της 874/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε κατ` ουσία την από 4.2.2022 έφεσή του (εναγομένου) κατά της 26/ΕΡ-ΔΙ/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία δέχτηκε κατ' ουσία την από 7.10.2019 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Γ. Τ., ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, το αναιρεσείον άσκησε τους από 4.1.2023 παραδεκτούς και εμπρόθεσμους πρόσθετους λόγους αναίρεσης (ΚΠολΔ 569), δεδομένου ότι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ. την 4/4.1.2023 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων της Γραμματείας του Αρείου Πάγου) και επιδόθηκαν στον καθ' ου οι πρόσθετοι λόγοι πριν από την ίδια ανωτέρω προθεσμία (βλ. την … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Βέροιας Κ.Δ.). Πρέπει επομένως, κατ' άρθρ. 246 ΚΠολΔ, να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 7.10.2019 αγωγή του εξέθετε ότι τυγχάνει γεωπόνος απόφοιτος του Α.Π.Θ. και έγγαμος, πατέρας δύο τέκνων, ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο και ήδη αναιρεσείον με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, από το έτος 2000 έως το έτος 2003 και ότι με την 2225/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την έκδοση της 422/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, αναγνωρίστηκε ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι κατά τη διάρκεια της ανωτέρω αντιδικίας του με το εναγόμενο ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για την αναγνώριση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, εκδόθηκε η .../27.6.2006 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π, με την οποία κρίθηκε ότι υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ.164/2004 και στη συνέχεια δυνάμει της … απόφασης του Προέδρου του εναγομένου κατετάγη σε κενή οργανική θέση του κλάδου ΠΕ1 Γεωπόνων και τοποθετήθηκε με την …/20.7.2009 απόφαση στο υποκατάστημα της … έως τις 23.1.2013, οπότε εκδόθηκε διαπιστωτική πράξη λύσης της υπαλληλικής του σχέσης, κατόπιν έκδοσης της 982/2011 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, μετά από αίτηση ακύρωσης της ανωτέρω απόφασης του Α.Σ.Ε.Π.
Ότι παρά τη αναγνώριση από τα πολιτικά δικαστήρια της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που τον συνέδεε με το εναγόμενο, το τελευταίο έπαυσε παρανόμως από 2.9.2013 να αποδέχεται τις υπηρεσίες του έως τις 3.2.2015, οπότε τον επαναπροσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που διήρκεσε έως τις 2.7.2015.
Ότι τελικά το εναγόμενο μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης του Αρείου Πάγου, με την … απόφαση του Προέδρου του, τον κατέταξε σε κενή οργανική θέση τακτικού προσωπικού της κατηγορίας ΠΕ1 γεωπόνων, ως υπαγόμενο στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 του π.δ.164/2004, τοποθετήθηκε δε αρχικά στο υποκατάστημα ΕΛ.Γ.Α της … και στη συνέχεια αποσπάστηκε στο υποκατάστημα …, όπου υπηρετεί έως σήμερα.
Ότι εξαιτίας της άρνησης του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, αυτό περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη και για το λόγο αυτό άσκησε σε βάρος του τη με αριθμό κατάθεσης 4950/2013 αγωγή, για μισθούς υπερημερίας για τα διαστήματα από 17.5.2013 έως 25.9.2013 και από 25.10.2013 έως 17.6.2014, που έγινε δεκτή με την 1111/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με βάση τα ανωτέρω, και μετά από νόμιμο εν μέρει περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 19.324,39 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από Ιανουάριο 2016 έως Φεβρουάριο 2017, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία, που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση τη αγωγής και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 19.678 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από τον Ιούλιο 2014 έως Ιανουάριο 2015 με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 26/ΕΡ-ΔΙ/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία δέχτηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την εκ του άρθρου 90 παρ.3 του ν.2382/1995 ένσταση παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων που αφορούν τα χρονικά διαστήματα από 18.6.2014 έως 2.2.2015 και από 3.7.2015 έως 6.3.2017.
Κατά της ανωτέρω απόφασης, το αναιρεσείον άσκησε την από 4.2.2022 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 874/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση κατ' ουσία. Η διάταξη του άρθρ. 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Πρέπει όμως η εν λόγω παροχή να είναι νόμιμη δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο.
Διαφορετικά δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας διότι ισότητα στην παρανομία δε νοείται. (ΑΠ 38/2011). Περαιτέρω, στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 90 Ν.2362/1995 "Δημόσιο Λογιστικό", που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και είναι όμοιες με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 140 Ν.4270/2014, ορίζεται ότι η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.
Επίσης στις διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 48 του ΝΔ 496/1997 "περί λογιστικού του ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών.
Εξάλλου, με το Ν.1790/1988 "Οργάνωση και Λειτουργία του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α' 134), όπως τα άρθρα 2 έως και 5Α αυτού ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 25 του Ν.3877/2010, ορίζεται στο άρθρο 1 ότι: "1. Ιδρύεται Οργανισμός κοινής ωφέλειας με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.), ο οποίος είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο. 2.
Ο ΕΛ.Γ.Α. έχει έδρα την Αθήνα και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.", στο άρθρο 2 ότι: "Ο ΕΛ.Γ.Α. έχει τους ακόλουθους σκοπούς: α) Την ασφάλιση της φυτικής και ζωικής παραγωγής και του φυτικού και ζωικού κεφαλαίου των αγροτικών εκμεταλλεύσεων κατά ζημιών που προκαλούνται από καταστροφικούς φυσικούς κινδύνους, β) την ενεργητική προστασία της αγροτικής παραγωγής, του φυτικού, ζωικού, αλιευτικού και εγγείου κεφαλαίου των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2342/1995, γ) τη διεξαγωγή ερευνών για τους φυσικούς κινδύνους που απειλούν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις, δ) την επεξεργασία, αξιολόγηση και αξιοποίηση των αποτελεσμάτων των ερευνών της προηγούμενης περίπτωσης, ε) την υποβολή προτάσεων στο Υπουργείο Γεωργίας για την αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής και την προσαρμογή των καλλιεργειών στο φυσικό περιβάλλον, με σκοπό την κατά το δυνατόν αποφυγή των καταστροφών, καθώς και την εφαρμογή τεχνικών για την ελαχιστοποίηση του αποτελέσματος των ζημιών, στ) την παροχή τεχνικών συμβουλών στους αγρότες και στις οργανώσεις των αγροτών σε θέματα πρόληψης, προστασίας και ασφάλισης κατά της επέλευσης καταστροφών φυσικών κινδύνων, καθώς και την παροχή στον "ΟΑΣΙΣ" τεχνικών και στατιστικών στοιχείων που ζητά ο Οργανισμός αυτός, ζ) την οικονομική ενίσχυση με σκοπό την καταβολή υποτροφιών σε τέκνα κατά κύριο επάγγελμα γεωργών, κτηνοτρόφων, μελισσοκόμων και αλιέων χαμηλού εισοδήματος, τα οποία φοιτούν κατά προτεραιότητα σε σχολές που έχουν γνωστικό αντικείμενο σχετικά με το Γεωργικό Τομέα (ΑΕΙ- ΤΕΙ", στο άρθρο 3 ότι: "1.
Στον ΕΛ.Γ.Α. ασφαλίζεται αυτοδικαίως και υποχρεωτικώς, το σύνολο της φυτικής και ζωικής παραγωγής και του φυτικού και ζωικού κεφαλαίου των αγροτικών εκμεταλλεύσεων από τους κινδύνους του άρθρου 3α.", στο άρθρο 3Α ότι: "1. Στην ασφάλιση του ΕΛ.Γ.Α. υπάγονται οι ακόλουθοι καταστροφικοί φυσικοί κίνδυνοι, που μπορεί να προκαλέσουν φυσικές σε έκταση και ένταση καταστροφές:
α) Η πλημμύρα. β) Η ανεμοθύελλα. γ) Ο παγετός και το υπερβολικό ψύχος. δ) Το χιόνι. ε) Το χαλάζι ...", στο άρθρο 5 "Πόροι του ΕΛ.Γ.Α είναι α) τα έσοδα από την ειδική ασφαλιστική εισφορά που προβλέπεται στο άρθρου 5α του νόμου αυτού.. β) η ετήσια κρατική επιχορήγηση για την κάλυψη δαπανών που αφορούν αα) κινδύνους που δεν ασφαλίζονται από την ελεύθερη ασφαλιστική αγορά (μη ασφαλίσιμους κινδύνους), ββ) ενεργητική προστασία και εκτέλεση ερευνητικού έργου για την εκπλήρωση των σκοπών του ΕΛ.Γ.Α, γγ) λειτουργικά έξοδα, καθώς και άλλη δαπάνη αναγκαία για την εκπλήρωση των σκοπών του ΕΛ.Γ.Α, γ) ειδική κρατική επιχορήγηση για την εκτέλεση κάθε σχετικής δραστηριότητας που ανατίθεται στον ΕΛ.Γ.Α, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 2, δ) επιχορηγήσεις από ειδικά ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε) και διεθνών οργανισμών, ε) τέλη εκτίμησης ζημιών, οι αμοιβές και τα έσοδα από τις υπηρεσίες που παρέχει ο ΕΛ.Γ.Α προς τρίτους, στ) οι αποδόσεις των κεφαλαίων του, οι δωρεές, τα κληροδοτήματα και οι κάθε είδους εισφορές φυσικών ή νομικών προσώπων, ζ) οι αποδόσεις από την επένδυση των αποθεματικών...", στο άρθρο 14 "1.
Το προσωπικό του ΕΛ.Γ.Α διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο και προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σύμφωνα με τις εκάστοτε κείμενες διατάξεις και τα οριζόμενα από τους κανονισμούς του ΕΛ.Γ.Α..." και στο άρθρο 15 "2. Οι κάθε φύσης αιτήσεις των ασφαλισμένων προς τον ΕΛ.Γ.Α και η κινούμενη από αυτές διαδικασία, η έκδοση εγγράφων από οποιαδήποτε αρχή προς απόδειξη της ιδιότητας του ασφαλισμένου, η διαδικασία κατάταξης του υπόχρεου σε εισφορά, αμφισβήτησης και βεβαίωσης υποχρέωσης προς εισφορά, η ενώπιον του ΕΛ.Γ.Α διαδικασία αναγνώρισης παροχών, καθώς και η διαδικασία κάθε αμφισβήτησης που αφορά αυτές, η εξόφληση των παροχών σε χρήμα, η ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου διαδικασία επί διαφορών μεταξύ ΕΛ.Γ.Α και ασφαλισμένων, καθώς και η ενώπιον των δικαστηρίων διαδικασία προς απόδειξη δικαιώματος ή της κατάστασης των ασφαλισμένων απαλλάσσονται από κάθε φόρο ή τέλος χαρτοσήμου.
Επίσης, ο ΕΛ.Γ.Α απαλλάσσεται από δικαστικά τέλη για όλες τις δίκες του και απολαμβάνει όλες τις ατέλειες και τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια που έχει το Δημόσιο". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείον οργανισμός συνιστά αυτοτελή επιχείρηση, που λειτουργεί με τη μορφή Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, για την επίτευξη ορισμένων, αναφερόμενων στις ανωτέρω διατάξεις, σκοπών, η διαχείρισή του γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, η δε ευθύνη του Δημοσίου, που συνιστά ή συμμετέχει στον εν λόγω οργανισμό, περιορίζεται στη συμμετοχή του στο κεφάλαιο του οργανισμού δια κρατικών επιχορηγήσεων προς επίτευξη των σκοπών του οργανισμού και η εργασιακή σχέση του προσωπικού του διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Συνεπώς, εργοδότης των μισθωτών που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στον οργανισμό είναι ο τελευταίος και εφαρμοστέες ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων των εργαζομένων που γεννώνται σε βάρος του για την πληρωμή των καθυστερούμενων μισθών κλπ. είναι οι διατάξεις του άρθρου 250 αρ.6 και 17 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή.
Η τυχόν επέκταση της διετούς παραγραφής που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν.2362/1995, με ανάλογη εφαρμογή και στις αξιώσεις των υπαλλήλων του ανωτέρω οργανισμού, θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ.β` του Συντάγματος, διότι δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, εφόσον ο κοινωφελής οργανισμός, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, είναι νομικά ισότιμο με κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δεν είναι λογικό να ισχύει υπέρ αυτού το προνόμιο του Δημοσίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης για διετή παραγραφή των κατ` αυτού μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων του, εφόσον το απλό ταμειακό συμφέρον του εν λόγω κοινωφελούς οργανισμού δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή γενικό συμφέρον, ούτε συνιστά τέτοιο συμφέρον το γεγονός ότι το Δημόσιο που τον συνιστά μπορεί να είναι ο μόνος μέτοχος αυτής και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των μισθωτών αυτού στην περιουσία τους με την παραγραφή των αξιώσεών τους από οφειλόμενους μισθούς και εν γένει αποδοχές με βάση το άρθρο 90 παρ.3 του ν.2362/1995 και ήδη 140 παρ.3 Ν.4270/2014 περί διετούς βραχυχρόνιας παραγραφής, αντί των εφαρμοστέων διατάξεων του άρθρου 250 αρ.6 και 17 του ΑΚ (ΑΠ 862/2019, 859/2019, σχετ.
ΑΠ 1013/2022, 2628/2015, ΑΠ 1161/2015, ΟλΑΠ 7/2014, ΟλΑΠ 11/2008). Άλλωστε από την γραμματική διατύπωση του άρθρου 15 παρ.2 του ν.1790/1988, προκύπτει σαφώς ότι ο ανωτέρω οργανισμός, απολαμβάνει των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών (δικονομικών) προνομίων (ατελειών), που έχουν χορηγηθεί στο Δημόσιο, αλλά όχι και των ουσιαστικών προνομίων, όπως είναι και αυτό της διετούς παραγραφής και της καταβολής μειωμένου τόκου υπερημερίας, που ισχύει για το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κ.Δ/τος της 26/10-7-1944, "περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου" (ΑΠ 1013/2022, ΑΠ 1161/2015, ΑΠ 628/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "... Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν- εναγόμενο επανέφερε την υποβληθείσα και απορριφθείσα πρωτοδίκως ένσταση παραγραφής, με την οποία ισχυρίζεται ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 του ν.2362/1995, που ισχύει, για τις αξιώσεις κατά του δημοσίου, καθόσον το ίδιο απολαμβάνει όλες τις ατέλειες και τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια που έχει το Δημόσιο.
Η σχετική ένσταση είναι, σύμφωνα με την παραπάνω μείζονα σκέψη, απορριπτέα, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 250 και 253 ΑΚ και συνεπώς, οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος δεν έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή των εν λόγω διατάξεων, εφόσον η παραγραφή των αξιώσεων άρχισε την 1.1.2015 και η αγωγή ασκήθηκε με επίδοσή της στο εναγόμενο την 14.10.2019.
Τα ίδια δεχόμενο και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απορρίπτοντας την ένσταση παραγραφής ως νομικά αβάσιμη, έστω με ελλιπείς αιτιολογίες, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την πενταετή παραγραφή, για την άσκηση της αξιώσεως του ενάγοντα, διότι για το εναγόμενο ισχύει η διετής παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν.2362/1995, είναι αβάσιμος...".
Με την κρίση ότι οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος- αναιρεσίβλητου υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και όχι σε διετή παραγραφή που ισχύει για τις αξιώσεις του Δημοσίου, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 90 παρ.3 Ν.2362/1995 και αυτές των άρθρων 1 παρ.1 και 15 παρ.2 του ν.1790/1988, μη εφαρμόζοντας την πρώτη και ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις λοιπές, διότι επί των εν λόγω αξιώσεων του ενάγοντος από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έχουν εφαρμογή, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, οι διατάξεις των άρθρων 250 και 253 ΑΚ περί πενταετούς παραγραφής, η οποία δεν συμπληρώθηκε καθόσον αυτή άρχισε την 1.1.2015 και η αγωγή ασκήθηκε με επίδοσή της στο αναιρεσείον στις 14.10.2019.
Εξάλλου, θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β` του Συντάγματος, διότι δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, εφόσον το αναιρεσείον, ως πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, είναι νομικά ισότιμο με κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δεν είναι λογικό να ισχύει υπέρ αυτού το προνόμιο για διετή παραγραφή των κατ` αυτού μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων του, εφόσον το απλό ταμειακό συμφέρον του δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων του εργαζόμενου- αναιρεσίβλητου στην περιουσία του με την παραγραφή των αξιώσεών του από οφειλόμενους μισθούς και εν γένει αποδοχές με βάση το άρθρο 90 παρ.3 του ν.2362/1995 περί διετούς βραχυχρόνιας παραγραφής, αντί των εφαρμοστέων διατάξεων του άρθρου 250 αρ.17 και 253 ΑΚ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 90 παρ.3 Ν.2362/1995 και 15 παρ.2 του ν.1790/1988, είναι αβάσιμος. Η περαιτέρω αιτίαση, με την οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι απαράδεκτη, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο έκρινε ως νομικά αβάσιμη την ένσταση παραγραφής και δεν εισήλθε στην ουσία της αναφυόμενης εκ της ενστάσεως διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ήτο δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 403/2019, 209/2019, 1059/2017, 841/2017, 386/2017).
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (ΑΠ 290/2022, ΑΠ 241/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι αυτό κατέστη υπερήμερο κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, ήτοι από τον Ιούλιο 2014 έως τον Ιανουάριο 2015 και από Ιούλιο 2015 έως τον Φεβρουάριο 2017, ως προς την αποδοχή της εργασίας του αναιρεσίβλητου και οφείλει σ' αυτόν μισθούς υπερημερίας, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 656 ΑΚ, 1 του ν.3068/2002 και 50 του π.δ.18/1989.
Και τούτο διότι αυτό (αναιρεσείον), προέβη στη λύση της υπαλληλικής του σχέσης με τον αναιρεσίβλητο, εκδίδοντας την … διαπιστωτική πράξη λύσης της υπαλληλικής σχέσης, σε συμμόρφωση με αποφάσεις διοικητικού οργάνου και δικαστηρίου και συγκεκριμένα σε εκτέλεση α) της 981/2011 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και β) της … απόφασης του ΑΣΕΠ, με την οποία κρίθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ.164/2004 και ακυρώθηκε η … απόφαση του ΑΣΔΕΠ (που είχε κρίνει ότι ο αναιρεσίβλητος πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ.164/2004).
Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις τους, περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των αναφερόμενων σ' αυτόν ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται στον οικείο αναιρετικό λόγο και στον πρόσθετο λόγο, προβολή του εν λόγω ισχυρισμού του με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή με λόγο εφέσεως ως εκκαλούν, ούτε επικαλείται το πρώτον προβολή αυτού ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, αναφέροντας τον τρόπο και τον χρόνο πρότασης αυτού, ούτως ώστε να ιδρύεται παραδεκτά ο από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός αναιρετικός λόγος, αλλά αναφέρει αορίστως με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης ότι τον ως άνω ισχυρισμό προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, όπως ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.7.2022 αίτηση και από 4.1.3023 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της 874/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης
Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος
της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ