Legislator Case Law & Legislation
1132/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the bank's negligence in closing the store did not effectively challenge the lower court's tort liability finding.

Case Number 1132/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the first-instance judgment regarding tort liability for a strike-related incident. The court held that the bank's argument regarding the negligence of its representatives to close the store failed to effectively challenge the lower court's established causal link between that negligence and the resulting damages. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the bank was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 180, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds raised do not effectively challenge the material facts or the causal reasoning of the lower court's decision establishing tort liability.

Keywords

AI generated
tort liability negligence inadmissible appeal causal link failure strike closure duty legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 662 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1132 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1132/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και τελεί υπό ειδική διαχείριση στο πλαίσιο εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης κατά τη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. … και 25. ... κατοίκου Νέας Σμύρνης. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Πεγιάνοβιτς, ο οποίος ανακάλεσε την από 1/3/2022 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Οι 7η έως 25η εκπροσωπήθηκαν και από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Σταυροπούλου, η οποία ανακάλεσε την από 1/3/2022 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Οι 1ος, 2η και 4η εκπροσωπήθηκαν και από τον πληρεξούσιο δικηγόρους τους Βασίλειο Αντωνόπουλο και Δανάη Αντωνοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από α) 6/7/2012 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ου, 4ης, 5ου, 6ης των αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, β)την από 4/2/2013 αγωγή των 8ης, 9ης, 10ης, 11ου, 12ης, 13ης, 14ου, 15ου, 16ου και 17ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, γ)τις από 31/1/2013 και από 17/4/2013 αγωγές του ήδη 7ου των αναιρεσιβλήτων, δ)την από 1/7/2013 αγωγή των ήδη 18ου, 19η, 20ου, 21ου, 22ης, 23ου, 24ης και 25ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, ε)την από 17/4/2013 αγωγή των ήδη 8ης, 9ης, 10ης, 12ης, 13ης, 15ου, 16ου και 17ης των αναιρεσιβλήτων, στ)την από 28/6/2013 αγωγή των ήδη 11ου και 14ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν με προσεπικλήσεις της ήδη αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας και λοιπών φυσικών και νομικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 432/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 5115/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής, ασκήθηκαν αναιρέσεις και εκδόθηκε η 370/2018 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Κατόπιν της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η 3130/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία με την από 27/4/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 27 Απριλίου 2021 και με αριθ. κατάθ. 2627/330/28.4.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3130/8.5.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία της καλούσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας κατά των καθών η κλήση - εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων και κατά της καθής η προσεπίκληση - εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 370/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε κατά ένα μέρος η προηγουμένη υπ' αριθ. 5115/2015 απόφαση του ως άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. i και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης έχει ως εξής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν τα εξής δικόγραφα: 1) η από 6.7.2012 με αριθμ. κατάθ. 121124/3131/2012 αγωγή α) του 1ου ενάγοντα και ήδη 1ου αναιρεσίβλητου Ζ. Π., β) της 2ης ενάγουσας και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης Π. Π., γ) του 3ου ενάγοντα και ήδη 3ου αναιρεσίβλητου Χ.

Κ., δ) της 4ης τέταρτης ενάγουσας και ήδη 4ης αναιρεσίβλητης Α. Π., ε) του 5ου ενάγοντα Ν. Β., ατομικά και ως ασκούντος, από κοινού με την τέταρτη ενάγουσα, τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του Δ.-Ι. και Ι.-Μ., μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη, στ) του 6ου ενάγοντα και ήδη 5ου αναιρεσίβλητου Ι. Κ., ζ) της 7ης ενάγουσας και ήδη 6ης αναιρεσίβλητης Ε.

Κ. και η) της 8ης ενάγουσας Ε. Κ., μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη, κατά της 1ης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPOULAR BANK PUBLIC CO LTD" (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου, με υποκατάστημα στην Ελλάδα με την εμπορική επωνυμία-διακριτικό τίτλο "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ-MARFIN EGNATIA BANK" (ΦΕΚ 3527/2012 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και κατά των εναγομένων και μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη Κ.

Β., Η. Κ., Ε. Μ., Α. Β., Ά. Β., Α. Κ., Α. Κ., Α. Κ. και Β. Τ., με την οποία οι ενάγοντες, εκθέτοντας ότι στις 5 Μαΐου 2010 κατόπιν επίθεσης και εμπρησμού του επί της οδού Σταδίου αριθ. 23 στην Αθήνα τραπεζικού καταστήματος της πρώτης εναγομένης, απεβίωσε η συγγενής τους Α. Π. με το τεσσάρων (4) μηνών κυοφορούμενο τέκνο της, τραπεζική υπάλληλος και ότι για το θάνατό της υπέχουν αδικοπρακτική ευθύνη η πρώτη εναγόμενη τραπεζική εταιρεία και οι λοιποί εναγόμενοι, ως εκτελεστικά μέλη και διευθυντικά στελέχη αυτής, υπό τις αναγραφόμενες σ' αυτή ιδιότητές τους, ζήτησαν να τους επιδικασθεί για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το αιτούμενο για τον καθένα από αυτούς ποσό, 2) η από 4.2.2013 με αριθμ.

καταθ. 17820/467/2013 αγωγή α) της 1ης ενάγουσας και ήδη 8ης αναιρεσίβλητης Π. Β., β) της 2ης ενάγουσας και ήδη 9ης αναιρεσίβλητης Α. Ι., γ) της 3ης ενάγουσας και ήδη 10ης αναιρεσίβλητης Μ. Κ., δ) του 4ου ενάγοντα και ήδη 11ου αναιρεσίβλητου Κ. Κ., ε) της 5ης ενάγουσας και ήδη 12ης αναιρεσίβλητης Χ. Λ., στ) της 6ης ενάγουσας και ήδη 13ης αναιρεσίβλητης Κ.

Μ., ζ) του 7ου ενάγοντα και ήδη 14ου αναιρεσίβλητου Η. Μ., η) του 8ου ενάγοντα και ήδη 15ου αναιρεσίβλητου Α. Ν., θ) του 9ου ενάγοντα και ήδη 16ου αναιρεσίβλητου Γ. Σ., ι) της 10ης ενάγουσας και ήδη 17ης αναιρεσίβλητης Α. Χ. κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, με την οποία οι ενάγοντες, εκθέτοντας ότι εργάζονταν ως τραπεζικοί υπάλληλοι επί της οδού Σταδίου αριθ. 23 στην Αθήνα καταστήματος της εναγόμενης, ότι στις 5 Μαΐου 2010 υπέστησαν σωματικές και ψυχικές βλάβες στην υγεία τους λόγω του εμπρησμού του ως άνω καταστήματος και ότι για αυτές υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη η εναγόμενη, ζήτησαν να τους επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το αιτούμενο για τον καθένα από αυτούς ποσό, 3) η από 1.7.2013 με αριθ.

καταθ. 91423/3117/2013 αγωγή α) του 1ου ενάγοντα και ήδη 18ου αναιρεσίβλητου Γ. Γ., β) της 2ης ενάγουσας και ήδη 19ης αναιρεσίβλητης Α. Ζ., γ) του 3ου ενάγοντα και ήδη 20ου αναιρεσίβλητου Δ. Κ., δ) του 4ου ενάγοντα και ήδη 21ου αναιρεσίβλητου Ε. Λ., ε) της 5ης ενάγουσας και ήδη 22ης αναιρεσίβλητης Μ. Μ., στ) του 6ου ενάγοντα και ήδη 23ου αναιρεσίβλητου Ε.

Μ., ζ) της 7ης ενάγουσας και ήδη 24ης αναιρεσίβλητης Ε. Σ. και η) της 8ης ενάγουσας και ήδη 25ης αναιρεσίβλητης Ε. Φ. κατά της 1ης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και κατά των εναγομένων και μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη Κ. Β., Α. Β., Η. Κ. και Ε. Μ., με την οποία οι ενάγοντες, εκθέτοντας ότι εργαζόταν ως τραπεζικοί υπάλληλοι στο επί της οδού Σταδίου αριθ. 23 στην Αθήνα κατάστημα της εναγόμενης και ότι στις 5 Μαΐου 2010 κατόπιν επίθεσης και εμπρησμού του υπέστησαν σωματικές και ψυχικές βλάβες στην υγεία τους, για τις οποίες υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη τόσο η πρώτη εναγόμενη υπό την ως άνω ιδιότητά της όσο και οι λοιποί εναγόμενοι, υπό τις αναφερόμενες ιδιότητές τους, ζήτησαν να τους επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το αιτούμενο για τον καθένα από αυτούς ποσό, 4) η από 31.1.2013 με αριθ.

καταθ. 17803/466/2013 αγωγή του ενάγοντος και ήδη 7ου αναιρεσίβλητου Σ. Π. κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την οποία ο ενάγων, εκθέτοντας ότι στις 5 Μαΐου 2010, καθό χρόνο εργαζόταν ως τραπεζικός υπάλληλος στο επί της οδού Σταδίου αριθ. 23 στην Αθήνα κατάστημα της εναγόμενης, υπέστη σωματικές και ψυχικές βλάβες στην υγεία του λόγω του εμπρησμού του ως άνω καταστήματος και ότι για αυτές υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη η εναγόμενη, ζήτησε να του επιδικασθεί το αιτούμενο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 5) η από 17.4.2013 με αριθ.

καταθ. 58844/1976/2013 αγωγή του ως άνω ενάγοντος Σ. Π. κατά των εναγομένων και μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη Κ. Β., Α. Β., Η. Κ. και Ε. Μ., 6) η από 17.4.2013 με αριθμ. καταθ. 58862/1977/2013 αγωγή των εναγόντων Π. Β., Α. Ι., Μ. Κ., Χ. Λ., Κ. Μ., Α. Ν., Γ. Σ. και Α. Χ. κατά των εναγομένων και μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη Κ.

Β., Α. Β., Η. Κ. και Ε. Μ., 7) η από 28.6.2013 με αριθμ. καταθ. 91420/3116/2013 αγωγή των εναγόντων Κ. Κ. και Η. Μ. κατά των εναγομένων και μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη Κ. Β., Α. Β., Η. Κ. και Ε. Μ., με τις οποίες (με αριθ. 5, 6, 7 αγωγές) οι ενάγοντες τραπεζικοί υπάλληλοι, αποδίδοντας αδικοπρακτική ευθύνη για τον τραυματισμό τους στις 5.5.2010 στους εναγομένους, μέλη του Δ/Σ και στελέχη της τραπεζικής εταιρείας "MARFIN EGNATIA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", υπό τις εκτιθέμενες σ' αυτή ιδιότητες τους, ζήτησαν να τους επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το αιτούμενο για τον καθένα από αυτούς ποσό, 8) οι α) από 19.11.2012 με αριθμ.

καταθ. 186250/5438/2012, β) από 15.4.2013 με αριθ. καταθ. 57316/1921/2013, γ) από 15.4.2013 με αριθ. καταθ. 57321/1922/2013 και δ) από 4.7.2013 με αριθ. καταθ. 94195/3194/2013 προσεπικλήσεις της προσεπικαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPOULAR BANK PUBLIC CO LTD" κατά της καθής η προσεπίκληση ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ-ΓΕΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη, η οποία με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τις προτάσεις της άσκησε, αντίστοιχα, πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της προσεπικαλούσας, 9) οι α) από 11.6.2013 με αριθμ.

καταθ. 81750/2757/2013, β) από 11.6.2013 με αριθμ. καταθ. 81761/2759/2013 και γ) από 11.6.2013 με αριθμ. καταθ. 81774/2761/2013 προσεπικλήσεις του προσεπικαλούντος Η. Κ. κατά της καθής η προσεπίκληση ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΛΤΔ-LAIKI INSURANCE COMPANY LTD", μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη και 10) οι από α) 10.6.2013 με αριθ.

καταθ. 81780/2672/2013, β) από 10.6.2013 με αριθ. καταθ. 81771/2760/2013 και γ) από 10.6.2013 με αριθ. καταθ. 81760/2758/2013 προσεπικλήσεις του προσεπικαλούντος Κ. Β. κατά της καθής η προσεπίκληση ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΛΤΔ - LAIKI INSURANCE COMPANY LTD", μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη.

Επί των ως άνω δικογράφων, που συνεκδικάσθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η με αριθμ. 432/2014 οριστική απόφαση, με την οποία το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο α) θεώρησε ότι δεν ασκήθηκε η από 6.7.2012 αγωγή (των εναγόντων Ζ. Π. κλπ) ως προς τον πέμπτο ενάγοντα Ν.

Β., καθό μέρος ενήγαγε τους εναγόμενους ατομικά, ως προς την όγδοη ενάγουσα Ελένη Καραπαναγιώτη και ως προς την έβδομη εναγόμενη Α. Κ., β) απέρριψε ως απαράδεκτη για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης την ως άνω από 6.7.2012 αγωγή ως προς τα ως άνω ανήλικα τέκνα της τέταρτης ενάγουσας και του πέμπτου ενάγοντα, όπως εκπροσωπούνταν νόμιμα από αυτούς, γ) απέρριψε ως απαράδεκτες, λόγω αοριστίας, όλες τις ως άνω προσεπικλήσεις, δ) απέρριψε ως απαράδεκτες ελλείψει εννόμου συμφέροντος τις ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις της καθής η προσεπίκληση ανώνυμης εταιρείας υπέρ της προσεπικαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και ε) δέχθηκε, κατά τα λοιπά, εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμες τις ως άνω επτά (7) σε αριθμό κύριες αγωγές των εναγόντων και επιδίκασε αα) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες της από 6.7.2012 αγωγής, Ζ.

Π. και Π. Π., ήδη 1ο και 2η των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, το ποσό των 250.000 ευρώ στον καθένα, Χ. Κ., ήδη 3ο αναιρεσίβλητο, το ποσό των 350.000 ευρώ, Α. Π., ήδη 4η αναιρεσίβλητη, το ποσό των 150.000 ευρώ και Ι. Κ. και Ε. Κ., ήδη 5ο και 6η των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, το ποσό των 80.000 ευρώ στον καθένα και β) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στους ενάγοντες (τραπεζικούς υπαλλήλους) των λοιπών συνεκδικασθεισών αγωγών και ήδη αναιρεσίβλητους (από 7ο έως και 25η αναιρεσίβλητους) το ποσό των 100.000 ευρώ στον καθένα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν οι εξής εφέσεις: 1) η από 3.4.2014 με αριθ. καταθ. 2307/2014 έφεση των εκκαλούντων α) Ζ. Π., β) Π. Π., γ) Χ. Κ., δ) Α. Π., ε) Ν. Β. ως ασκούντος από κοινού με την τέταρτη εκκαλούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Δ.-Ι. και Ι. – Μ., στ) Ι. Κ., και ζ) Ε. Κ., 2) η από 3.4.2014 με αριθ.

καταθ. 2309/2014 έφεση των εκκαλούντων α) Π. Β., β) Α. Ι., γ) Μ. Κ., δ) Κ. Κ., ε) Χ. Λ., στ) Κ. Μ., ζ) Η. Μ., η) Α. Ν., θ) Γ. Σ., ι) Α. Χ., ια) Σ. Π., ιβ) Γ. Γ., ιγ) Α. Ζ., ιδ) Δ. Κ., ιε) Ε. Λ., ιστ) Μ. Μ., ιζ) Ε. Μ., ιη) Ε. Σ., και ιθ) Ε. Φ., 3) η από 3.4.2014 με αριθ. καταθ. 2286/2014 έφεση του εκκαλούντος Κ. Β., 4) η από 4.4.2014 με αριθ. καταθ. 2325/2014 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPOULAR BANK PUBLIC CO LTD" (κατά των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων), 5) η από 28.3.2014 με αριθ.

καταθ. 2156/2014 έφεση του εκκαλούντος Β. Τ., 6) η από 17.3.2014 με αριθ. καταθ.2336/2014 έφεση του εκκαλούντος Ε. Μ., 7) η από 2.4.2014 με αριθ. καταθ. 2195/2014 έφεση του εκκαλούντος Η. Κ., 8) η από 17.3.2014 με αριθ. καταθ. 2335/2014 έφεση του εκκαλούντος Α. Β., 9) η από 9.4.2014 με αριθ. καταθ. 2414/2014 έφεση του εκκαλούντος Α. Κ., 10) η από 4.4.2014 με αριθ. καταθ. 2348/2014 έφεση της εκκαλούσας Ά.

Β., 11) η από 7.4.2014 με αριθ. καταθ. 2319/2014 έφεση του εκκαλούντος Α. Κ., και 12) η από 7.4.2014 με αριθμ καταθ. 2326/2014 έφεση της εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPOULAR BANK PUBLIC CO LTD" (κατά της εφεσίβλητης και μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη ανώνυμης εταιρείας "ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ-ΓΕΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ").

Επί των ως άνω εφέσεων, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθ. 5115/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγιναν τυπικά δεκτές οι ως άνω εφέσεις α) απορρίφθηκαν κατ'ουσία αα) η από 3.4.2014 με αριθμ. καταθ. 2307/2014 έφεση των εκκαλούντων Ζ. Π. κλπ, ββ) η από 3.4.2014 με αριθμ.

καταθ. 2309/2014 έφεση των εκκαλούντων Π. Β. κλπ και γγ) η από 7.4.2014 με αριθμ. καταθ. 2326/2014 έφεση της εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας (κατά της εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας) και β) έγιναν δεκτές κατ' ουσία οι λοιπές συνεκδικασθείσες εφέσεις των εναγομένων στις πιο πάνω κύριες αγωγές, εξαφανίσθηκε εν μέρει η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφού διακρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκαν κατ' ουσία οι προαναφερθείσες επτά (7) κύριες αγωγές, απορρίφθηκε η από 6.7.2012 αγωγή των εναγόντων Ζ.

Π. κλπ ως προς τους εναγόμενους Ά. Β., Α. Κ. και Β. Τ., και έγιναν δεκτές εν μέρει οι υπόλοιπες έξι (6) κύριες αγωγές ως κατ' ουσία βάσιμες και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες των ως άνω αγωγών ως χρηματική ικανοποίηση τα αναγραφόμενα σ' αυτή ποσά με το νόμιμο τόκο. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι τα επιδικασθέντα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στους ενάγοντες και ήδη πρώτους έξι (6) αναιρεσίβλητους Ζ.

Π., Π. Π., Χ. Κ., Α. Π., Ι. Κ. και Ε. Κ. ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ήταν εύλογα απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους έφεσης τόσο των ως άνω εναγόντων όσων και των εναγομένων ως προς το κονδύλιο αυτό (προφανώς εκ παραδρομής το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσία τις εφέσεις των εναγομένων της ως άνω από 6-7-2012 αγωγής και ειδικότερα τις εφέσεις της 1ης εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, του 2ου εναγομένου Κ.

Β., του 3ου εναγομένου Η. Κ., του 4ου εναγομένου Ε. Μ., του 5ου εναγομένου Α. Β. και του 8ου εναγομένου Α. Κ. ως προς τους ενάγοντες και ήδη έξι (6) πρώτους αναιρεσίβλητους, ενώ ως προς αυτούς έπρεπε να απορρίψει τις εφέσεις των ως άνω εναγομένων κατ' ουσία, αφού ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς απορρίφθηκαν οι λόγοι έφεσης των ως άνω εναγομένων και για το λόγο αυτό, άλλωστε, δεν εξαφανίσθηκε, ούτε μεταρρυθμίσθηκε, η πρωτοβάθμια απόφαση κατά το μέρος που επιδίκασε στους ως άνω αναιρεσίβλητους τα προεκτεθέντα ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης) ενώ ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους (7ο έως και 25η) έκρινε ότι το επιδικασθέν πρωτοδίκως ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αυτών ύψους 100.000 ευρώ δεν ήταν εύλογο και κάνοντας δεκτούς σχετικούς λόγους έφεσης των εναγομένων και απορρίπτοντας σχετικούς λόγους έφεσης των ως άνω εναγόντων ως προς το κονδύλιο αυτό, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς αυτούς, δέχθηκε εν μέρει το καταψηφιστικό ή και αναγνωριστικό αγωγικό αίτημα αυτών και τους επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση:

α) στο Σ. Π., ήδη 7ο αναιρεσίβλητο, το ποσό των 59.960 ευρώ (49.960 ευρώ + 10.000 ευρώ), β) στους Π. Β., ήδη 8η αναιρεσίβλητη, Α. Ι., ήδη 9η αναιρεσίβλητη, Μ. Κ., ήδη 10η αναιρεσίβλητη, Κ. Κ., ήδη 11ο αναιρεσίβλητο, Χ. Λ., ήδη 12η αναιρεσίβλητη και Κ. Μ., ήδη 13η αναιρεσίβλητη, το ποσό των 29.960 ευρώ στον καθένα, γ) στον Η. Μ., ήδη 14ο αναιρεσίβλητο, το ποσό των 54.960 ευρώ (30.960 + 24.000), δ) στους Α.

Ν., ήδη 15ο αναιρεσίβλητο και Γ. Σ., ήδη 16ο αναιρεσίβλητο, το ποσό των 24.960 ευρώ στον καθένα, ε) στην Α. Χ., ήδη 17η αναιρεσίβλητη, το ποσό των 49.960 ευρώ (30.960 + 19.000), στ) στον Γ. Γ., ήδη 18ο αναιρεσίβλητο, το ποσό των 55.000 ευρώ (31.000 + 24.000), ζ) στους Α. Ζ., ήδη 19η αναιρεσίβλητη, Δ. Κ., ήδη 20ο αναιρεσίβλητο, Μ. Μ., ήδη 22η αναιρεσίβλητη, Ε.

Μ., ήδη 23ο αναιρεσίβλητο, Ε. Σ., ήδη 24η αναιρεσίβλητη, και Ε. Φ., ήδη 25η αναιρεσίβλητη, το ποσό των 30.000 ευρώ στον καθένα και η) στον Ε. Λ., ήδη 21ο αναιρεσίβλητο, το ποσό των 35.000 ευρώ (31.000 + 4.000), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της ως άνω με αριθμ. 5115/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν οι εξής αναιρέσεις:

α) η από 10.5.2016 με αριθ. καταθ. 279/16.5.2016 αίτηση του αναιρεσείοντος Κ. Β., β) η από 24.5.2016 με αριθμ. κατάθ.346/25.5.2016 αίτηση με τους από 28.11.2016 πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος Η. Κ., γ) η από 23.5.2016 με αριθ. καταθ. 344/24.5.2016 αίτηση του αναιρεσείοντος Ε. Μ., δ) η από 19.5.2016 με αριθμ. κατάθ. 326/23.5.2016 αίτηση με τους από 5.1.2017 πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος Α.

Κ., (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη), στρεφόμενες κατά των εναγόντων-αναιρεσίβλητων και ε) η από 26.5.2016 με αριθ. καταθ. 364/26.5.2016 αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPOULAR BANK PUBLIC CO LTD" (ήδη αναιρεσείουσας στην παρούσα αναιρετική δίκη) στρεφόμενη κατά των εναγόντων - αναιρεσίβλητων (ήδη αναιρεσίβλητων στην παρούσα αναιρετική δίκη) και επιπρόσθετα και κατά της καθών οι προσεπικλήσεις-αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ - ΓΕΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη).

Επί των ως άνω αιτήσεων αναιρέσεων, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η με αριθμ. 370/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία έγιναν δεκτοί λόγοι αναίρεσης των ως άνω αναιρεσειόντων και μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη (Κ. Β., του Η. Κ. του Ε. Μ. και του Α. Κ.) καθώς και της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και ήδη εκ νέου αναιρεσείουσας για αναιρετικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ως προς την αναιρεσείουσα στην παρούσα αναιρετική δίκη έγιναν δεκτοί λόγοι αναίρεσης (όπως και αντίστοιχοι αναιρετικοί λόγοι και των λοιπών αναιρεσειόντων) κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (5115/2015) δέχθηκε ότι πρέπει να καταλογισθούν στην αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ως (παράνομες) παραλείψεις των εκτελεστικών της οργάνων και των προστηθέντων υπαλλήλων της, στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος α) ότι στο κατάστημα της οδού Σταδίου 23 δεν υπήρχε δεύτερη έξοδος κινδύνου, β) ότι δεν υπήρχε έξοδος κινδύνου στο τραπεζικό κέντρο που στεγαζόταν στους πάνω ορόφους του κτιρίου, γ) ότι δεν υπήρχε υδροδοτικό πυροσβεστικό δίκτυο, ούτε εναλλακτικά εύκαμπτος σωλήνας συνδεόμενος μόνιμα με παροχή ύδατος και δ) ότι δεν είχαν τοποθετηθεί άθραυστοι υαλοπίνακες ή ρολά ασφαλείας αλλά μόνο δίδυμοι υαλοπίνακες, και ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερόμενες σ' αυτή διατάξεις (σκέψη με αριθ. 15), ενώ αν τις εφάρμοζε σωστά όφειλε να κρίνει ότι οι ως άνω ελλείψεις δεν συνιστούσαν παραλείψεις στη συγκεκριμένη περίπτωση και ότι έπρεπε η προσβαλλόμενη απόφαση να έχει περιορίσει τις πραγματικές (παράνομες) παραλείψεις στις υπόλοιπες που σημειώνονται στη σκέψη με αριθμό 7 αυτής (απόφασης) που συνίστανται στις παραλείψεις αα) ότι η τράπεζα ως μέσος συνετός εργοδότης όφειλε "δια των οργάνων της και των προστηθέντων της" να έχει κλείσει το ανωτέρω κατάστημα είτε από την αρχή του ωραρίου λειτουργίας εκείνης της ημέρας, είτε πριν από την έναρξη της πορείας, ββ) ότι η υφιστάμενη πρόσθετη θύρα του ισογείου (πέραν της κυρίας εισόδου - εξόδου) που χαρακτηριζόταν ως "έξοδος κινδύνου" δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις διότι για το άνοιγμά της δεν αρκούσε απλή ώθηση από μέσα προς τα έξω αλλά χρειαζόταν ταυτόχρονη ηλεκτρονική εντολή από τηλεχειριστήριο, γγ) ότι δεν είχε τηρηθεί η υποχρέωση της τράπεζας να οργανώνει και να εκπαιδεύει το προσωπικό της, συνεχώς, σε θέματα πυροπροστασίας, κατάσβεσης πυρκαγιών, εκκένωσης των χώρων εργασίας κλπ., δδ) ότι η Τράπεζα δεν είχε καταρτίσει σχέδιο διαφυγής και διάσωσης από τους χώρους εργασίας και εε) ότι δεν υπήρχε μελέτη που να καθορίζει το σύστημα πυροπροστασίας και τις λοιπές εγκαταστάσεις ασφαλείας, συνταγμένη από διπλωματούχο ή τεχνολόγο μηχανικό και θεωρημένη από την αρμόδια πυροσβεστική αρχή.

Επίσης ως προς την ως άνω αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία έγινε δεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης αυτής (όπως και αντίστοιχος αναιρετικός λόγος και των άλλων αναιρεσειόντων μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη) εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την κατάφαση της αιτιώδους συνάφειας όσον αφορά τις προαναφερθείσες (παράνομες) παραλείψεις και ειδικότερα ότι α) η υφιστάμενη πρόσθετη θύρα του ισογείου (πέραν της κυρίας εισόδου - εξόδου) που χαρακτηριζόταν ως έξοδος κινδύνου δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις διότι για το άνοιγμά της δεν αρκούσε απλή ώθηση από μέσα προς τα έξω αλλά χρειαζόταν ταυτόχρονη ηλεκτρονική εντολή από το τηλεχειριστήριο, β) δεν δόθηκε εγκαίρως εντολή αποχώρησης του προσωπικού, εν όψει της πληροφορίας που υπήρχε για "άγρια πορεία", των επιθέσεων που είχαν προηγηθεί στο συγκεκριμένο κατάστημα και της ανησυχίας που είχε εκφράσει προς τους ανωτέρους της η υποδιευθύντρια αυτού, εν όψει της συγκεκριμένης διαδήλωσης, γ) δεν είχε διαμορφωθεί συγκεκριμένο πλαίσιο αντίδρασης ("σχέδιο ασφάλειας" και "σχέδιο διαφυγής") του προσωπικού σε περίπτωση επανάληψης των βιαιοτήτων, ενδεχομένως με μεγαλύτερη ένταση, σε χρόνο λειτουργίας του καταστήματος και με κίνδυνο όχι μόνο για πράγματα (όπως στις προηγούμενες φορές), αλλά και για πρόσωπα, και δ) δεν είχε προηγηθεί οργάνωση και εκπαίδευση του προσωπικού, ώστε να μη δημιουργηθεί πανικός, καθότι δεν διευκρινιζόταν επαρκώς στην προσβαλλομένη απόφαση αα) εάν, ενόψει της σφοδρότητας και του είδους της επιθέσεως, θα ήταν δυνατή η αποφυγή του πανικού και η ευχερής διάσωση του προσωπικού, σε περίπτωση που αυτό θα ήταν καλώς οργανωμένο και εκπαιδευμένο στην εφαρμογή συγκεκριμένου πρωτοκόλλου ενεργειών, ββ) εάν, ακόμη και στην περίπτωση που η υφιστάμενη έξοδος κινδύνου στο ισόγειο μπορούσε να ανοίξει με απλή ώθηση χωρίς την ανάγκη ταυτόχρονου τηλεχειρισμού, η χρησιμοποίησή της θα ήταν εφικτή και δεν θα παρεμποδιζόταν από τη φωτιά που μαινόταν στον ίδιο χώρο, γγ) εάν η καλή οργάνωση και εκπαίδευση του προσωπικού μπορούσε να εξασφαλίσει την έγκαιρη απασφάλιση της πόρτας της ταράτσας του κτιρίου, από την οποία οι εργαζόμενοι, που σε κατάσταση πανικού κατέφυγαν στο πατάρι του δευτέρου ορόφου, θα μπορούσαν να βγουν στον καθαρό αέρα, έστω κι αν η πόρτα αυτή δεν χαρακτηριζόταν επισήμως ως έξοδος κινδύνου, δδ) ποια πρόσωπα είχαν την ευθύνη του σχεδιασμού των αντιδράσεων σε περίπτωση κινδύνου, όπως αυτός που επισυνέβη (με την προϋπόθεση ότι θα μπορούσε να προβλεφθεί), εε) ποια πρόσωπα είχαν την ευθύνη της οργάνωσης και εκπαίδευσης του προσωπικού για τη σωστή εφαρμογή ενός πρωτοκόλλου ασφαλείας και διάσωσης, στστ) ποιο πρόσωπο είχε την αρμοδιότητα να διατάξει, εκτάκτως, την πρόωρη αποχώρηση των υπαλλήλων κατά την ημέρα του συμβάντος, ζζ) ποια ήταν η λειτουργική σχέση του εναγομένου ως προστηθέντος υπαλλήλου, Α.

Κ., με τις παραπάνω υποχρεώσεις ή τα αντιστοίχως υπεύθυνα πρόσωπα και ηη) ποια ήταν η λειτουργική σχέση των λοιπών εναγομένων ως εκτελεστικών μελών του ΔΣ, με τις παραπάνω υποχρεώσεις ή τα αντιστοίχως υπεύθυνα πρόσωπα και με την επιλογή ή εποπτεία αυτών και ότι οι ως άνω ελλείψεις στην αιτιολογία καθιστούσαν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την από άποψη αιτιώδους συνάφειας κατάφαση της ευθύνης είτε της Τράπεζας είτε των εναγομένων φυσικών προσώπων για τις αντιστοίχως αναφερόμενες ως άνω παραλείψεις (σκέψη με αριθ. 17).

Τέλος ως προς την ως άνω αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία έγινε δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης καθό μέρος το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει ως αόριστες τις προαναφερθείσες προσεπικλήσεις αυτής κατά της καθής η προσεπίκληση ανώνυμης εταιρείας και είχε απορρίψει το σχετικό λόγο έφεσής της (σκέψη με αριθ. 26 - 27).

Κατόπιν της από 7.5.2018 με αριθμ. καταθ. 4519/3694/2018 κλήσης της καλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας α) κατά των είκοσι πέντε (25) σε αριθμό καθών η κλήση και ήδη αναιρεσίβλητων και β) κατά της η κλήση ανώνυμης εταιρείας, μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη, με την οποία έφερε προς εκ νέου εκδίκαση από το δικαστήριο της παραπομπής αα) την από 4.4.2014 με αριθμ.

καταθ. 2325/2014 έφεσή της κατά των είκοσι πέντε (25) σε αριθμό εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων και β) την από 7.4.2014 με αριθμ. καταθ. 2326/2014 έφεσή της κατά της καθής οι προσεπικλήσεις - εφεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθ. 3130/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία, το δικαστήριο της παραπομπής, αφού συνεκδίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, τις ως άνω εφέσεις κατά της με αριθμ. 432/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, α) δέχθηκε τυπικά την από 4.4.2014 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων και την απέρριψε κατ' ουσία, β) δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την από 7.4.2014 έφεση της εκκαλούσας (προσεπικαλούσας) κατά της εφεσίβλητης (καθής η προσεπίκληση) εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως αόριστες τις από 19.11.2012, 15.4.2013, 15.4.2013 και 4.7.2013 προσεπικλήσεις της προσεπικαλούσας και δικάζοντας κατ'ουσία αυτές και τις πρόσθετες, υπέρ της προσεπικαλούσας, παρεμβάσεις της καθής η προσεπίκληση ανώνυμης εταιρείας, δέχθηκε τις προσεπικλήσεις, ως παραδεκτώς ασκηθείσες και απέρριψε ως αβάσιμες τις πρόσθετες παρεμβάσεις.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 3130/2020 απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "....Στις 3/5/2010 είχε εξαγγελθεί μέσω των ΜΜΕ, του ημερησίου και ηλεκτρονικού τύπου για την Τετάρτη 5/5/2010, 24ωρη πανελλαδική απεργία των συνδικάτων ΓΕΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ενόψει της συζητήσεως στη Βουλή, του πρώτου "μνημονίου" και είχε προγραμματιστεί για την ίδια ημέρα (5-5-2010) και ώρα 11.00, πορεία - συλλαλητήριο στο κέντρο της Αθήνας, η οποία θα διήρχετο, εν ώρα λειτουργίας και από την οδό Σταδίου και το προαναφερόμενο υπο/μα της εκκαλουμένης με σκοπό τη διαμαρτυρία, κατά των δυσμενών οικονομικών μέτρων που είχαν αποφασίσει το ΔΝΤ, η Ε.Ε.

και η ΕΚΤ. Ήταν προφανές ότι η εν λόγω πορεία θα ήταν πολυπληθής, ενώ το υπο/μα της εκκαλούσης (Σταδίου 23), είχε στο παρελθόν (άμεσο και απώτερο) αποτελέσει στόχο και είχε δεχθεί επιθέσεις, βανδαλισμούς και εμπρησμούς σε ώρες λειτουργίας του, λόγω της θέσεώς του (πλησίον της πλατείας Συντάγματος), και κατά την διάρκεια διαδηλώσεων στο κέντρο της Αθήνας.

Για τους λόγους αυτούς ήδη από την προηγουμένη ημέρα (4/5/2010), η τότε Υποδιευθύντρια του ανωτέρου τραπεζικού καταστήματος, Α. Κ., η οποία αναπλήρωνε την τελούσα σε άδεια Διευθύντρια Ά. Β., έθεσε ζήτημα, αιτούμενη τη λήψη επαρκών μέτρων για την ασφάλεια των εργαζομένων υπαλλήλων του εν λόγω υποκαταστήματος, για το αν θα τηρηθεί το πλήρες ωράριο λειτουργίας του ή και ενδεχομένως για τη μη λειτουργία του, εν όψει και της γενικής πανελλαδικής απεργίας για τις 5/5/2010, καθόσον η διαδήλωση και η πορεία, αναμενόταν ιδιαιτέρως πολυπληθής και υπήρχε κίνδυνος, να πληγεί εκ νέου το κατάστημα με επιθέσεις, βανδαλισμούς και εμπρησμούς και να κινδυνεύσουν οι εντός αυτού υπάλληλοι.(....) Την επομένη ημέρα (5/5/2010) το πρωί στο ανωτέρω τραπεζικό κατάστημα και στο τραπεζικό κέντρο, προσήλθαν να εργασθούν 27 υπάλληλοι της εκκαλούσης (10 υπάλληλοι του καταστήματος και 17 υπάλληλοι του τραπεζικού κέντρου), οι οποίοι ξεκίνησαν κανονικά να παρέχουν τις υπηρεσίες τους.

Περί τις 09.30 π.μ. της 5/5/2010 η Α. Κ. (Υποδιευθύντρια του καταστήματος), τηλεφώνησε εκ νέου αρχικώς στον Περιφερειακό Διευθυντή Β. Τ., φοβούμενη για τον κίνδυνο επιθέσεων λόγω της ανωτέρω πορείας και θέτοντας και πάλι το ζήτημα του εύρους του ωραρίου λειτουργίας του καταστήματος, αλλά εκείνος επέμενε στην εκφρασθείσα ήδη εντολή του να εργασθούν κανονικά οι υπάλληλοι καθ' όλο το ωράριο λειτουργίας. (.....) Στη συνέχεια και περί τις 14.00 μ.μ.

ομάδα νεαρών (3 έως 6 ατόμων) έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους με μαντήλια, επιτέθηκαν κατά του καταστήματος της εκκαλούσας τράπεζας και ενώ οι προαναφερόμενοι 27 υπάλληλοι αυτής ευρίσκοντο εντός τούτου, εργαζόμενοι κανονικά. Ειδικότερα, τα ανωτέρω άτομα, αφού έθραυσαν με τρία - τέσσερα κτυπήματα με μεταλλικό αντικείμενο (βαριοπούλα ή λοστό) και κομμάτια από πλάκες μαρμάρων, τμήμα του υαλοπίνακα της προσόψεως επί της Σταδίου του Καταστήματος (αριστερά της κυρίας και μοναδικής ξύλινης εισόδου τούτου), έριξαν εντός του καταστήματος, ενεργοποιημένους αυτοσχέδιους εμπρηστικούς - εκρηκτικούς μηχανισμούς (βόμβες μολότοφ) με αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαγιά και καπνός (....).

Αποδείχτηκε περαιτέρω, ότι, οι ανωτέρω εργαζόμενοι υπάλληλοι, που βρίσκονταν εντός του υποκ/ματος της εκκαλούσης, δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν την φωτιά και τον καπνό, αλλά εγκλωβίστηκαν εντός αυτού, εξ' αιτίας της παντελούς ελλείψεως σχεδίου διαφυγής και πυροπροστασίας, της παντελούς ελλείψεως ενημερώσεως και εκπαιδεύσεως αυτών, ακόμα και ως προς την χρήση των πυροσβεστήρων καθώς και της παντελούς ελλείψεως μέτρων ασφαλείας και προστασίας τα οποία θα επέτρεπαν την ασφαλή και επιτυχή διαφυγή τους από τους κινδύνους που δημιουργήθηκαν από την πυρκαγιά στο ισόγειο και τον ημιώροφο του κτιρίου, καθώς και τον διαχεόμενο από την πυρκαγιά τοξικό καπνό σε όλο το κτίριο, καθόσον αφενός μεν δεν υπήρχαν δίοδοι διαφυγής ούτε έξοδοι κινδύνου, η δε μοναδική θύρα που βρισκόταν δίπλα από την κεντρική μοναδική θύρα εισόδου (θύρα ασφαλείας προς αποτροπή ληστειών), δεν μπορούσε, όπως θα εκτεθεί τη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί, ως εναλλακτική έξοδος κινδύνου, επιπλέον όλοι οι εξώστες που βρίσκονταν στους ορόφους του καταστήματος ήταν κλειδωμένοι, όπως δε προαναφέρθηκε, όλοι οι ως άνω υπάλληλοι δεν είχαν εκπαιδευθεί σε θέματα ασφαλείας, πυροπροστασίας και εκκένωσης - κτιρίου με συνέπεια να χάσουν πολύτιμο χρόνο μη γνωρίζοντας τι πρέπει να κάνουν, και προς ποια κατεύθυνση να κινηθούν προκειμένου να διαφύγουν τον κίνδυνο.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, από το σύνολο των εργαζομένων που βρίσκονται την ώρα του ενδίκου ατυχήματος στο τραπεζικό κατάστημα τρεις βρήκαν τραγικό θάνατο, ήτοι, α) η Α. Π., 32 ετών, που διένυε τον 4° μήνα της κυήσεως και βρέθηκε νεκρή στο πατάρι του 2ου ορόφου, στο οποίο υπήρχε μεταλλική πόρτα που οδηγούσε στην ταράτσα του κτιρίου που όμως ήταν κλειδωμένη, β) ο Ε.

Τ. 36 ετών και γ) η Π. Τ. 35 ετών, που βρέθηκε νεκρή σε μπαλκόνι προσόψεως του 2ου ορόφου και 21 υπάλληλοι, υπέστησαν σημαντικές βλάβες, λόγω της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων αλλά και της απεγνωσμένης υπερπροσπάθειας τους να εκκενώσουν το κτίριο και να διαφύγουν τον σοβαρό κίνδυνο απώλειας της ζωής τους. (.....) Στο σημείο τούτο πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 370/2018 αποφάσεως του Α.Π. που αναίρεσε την 5115/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η ως άνω απόφαση έχει εξαφανισθεί και έχει πάψει να παράγει τα αποτελέσματά της εντός των όρων που διαγράφονται από την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου. Όμως, η 370/2018 απόφαση του Α.Π. απέρριψε το δεύτερο σκέλος του 1ου λόγου της με αρ. 364/2016 αιτήσεως αναιρέσεως της εκκαλούσης τράπεζας σύμφωνα με τον οποίο εσφαλμένα η 5115/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απέρριψε τον 1° λόγο - δεύτερο μέρος της υπ' αριθμόν εκθ.

καταθ. 2325/2014 κρινόμενης έφεσης της εναγομένης τράπεζας ήδη εκκαλούσης. Έτσι, η 432/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει καταστεί αμετάκλητα δεκτή, ως προς το κεφάλαιο με το οποίο δέχθηκε, ότι η παράλειψη της εκκαλούσας τράπεζας να κλείσει το επίμαχο κατάστημα για ολόκληρη την ημέρα της 5ης Μαΐου 2010, ή πριν την έναρξη της πορείας, (η εκκίνηση της οποίας είχε προγραμματισθεί για τις 11.00) αποτελεί παραβίαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, κατ' άρθρον 662 Α.Κ., με αποτέλεσμα να ευθύνεται από τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 και 932 Α.Κ.

Συγκεκριμένα, η 370/2018 απόφαση του Α.Π. έκρινε ότι η παράλειψη της τράπεζας να δώσει εγκαίρως εντολή αποχώρησης του προσωπικού, εν όψει και της πληροφορίας που υπήρχε για "άγρια πορεία", των επιθέσεων που είχαν προηγηθεί στο συγκεκριμένο κατάστημα και της έντονης ανησυχίας που είχε εκφράσει προς τους ανωτέρους της η Υποδιευθύντρια τούτου, εν όψει της συγκεκριμένης διαδήλωσης, συνιστά παράλειψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 662, 914 και 932 A.K.

και έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκανε δεκτό κάτι τέτοιο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, η 370/2018 απόφαση του Α.Π. απέρριψε (σιωπηρώς) τον ισχυρισμό της εκκαλούσης, ότι η εφετειακή απόφαση (5115/2015) στερείται επαρκούς αιτιολογίας ως προς την διαπίστωση της παραλείψεως αυτής.

Και τούτο, διότι, μετά την παραδοχή του Α.Π., ότι η παράλειψη (της εκκαλούσης) να κλείσει το επίμαχο κατάστημα για ολόκληρη την ημέρα της 5ης Μαΐου 2010 ή πριν την έναρξη της πορείας, αποτελεί παραβίαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 662 Α.Κ. καθίσταται αλυσιτελής ο ισχυρισμός της εκκαλούσης, περί αναγκαιότητας αναγραφής στην απόφαση της υπάρξεως σχετικής αστυνομικής εντολής ή του χρόνου ενάρξεως της πορείας.....

Σε κάθε περίπτωση δε, σε κανένα σημείο της 370/2018 αποφάσεως του Α.Π. αναφέρεται ότι ο ως άνω 1ος λόγος - δεύτερο μέρος της με αρ. 364/2016 αναίρεσης της εκκαλούσης, εγένετο δεκτός.

Συνεπώς, η μη αναιρεθείσα, κατά τα ανωτέρω, διάταξη της 5115/2015 αποφάσεως, διατηρεί την ισχύ της δεσμεύουσα το παρόν Δικαστήριο της παραπομπής με το δεδικασμένο (....). Κατά συνέπεια, μετά την έκδοση της 370/2018 αποφάσεως του Α.Π., η οποία απέρριψε τον 1° λόγο - δεύτερο σκέλος της αίτησης αναιρέσεως της εκκαλούσης, επικυρώθηκε το κεφάλαιο της 5115/2015 αποφάσεως του Μον.

Εφ. Αθ. με το οποίο απορρίπτεται (με συμπλήρωση των αιτιολογιών της 432/2014 αποφάσεως του Μον. Πρ. Αθ) ο 3ος λόγος της κρινόμενης υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 2325/2014 εφέσεως της Τράπεζας. Ούτω κατέστη πλέον αμετάκλητο το κεφάλαιο της 432/2014 αποφάσεως με το οποίο η εκκαλούσα τράπεζα υποχρεώθηκε να καταβάλλει σε έκαστο των εφεσίβλητων τα αναφερόμενα στο διατακτικό χρηματικά ποσά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 662, 914 και 932 Α.Κ.

δεδομένου ότι η παράνομη παράλειψή της να κλείσει το επίμαχο κατάστημα στις 5/5/2010 ή να διακόψει τη λειτουργία του πριν την έναρξη της πορείας και σε κάθε περίπτωση εγκαίρως, οδήγησε αιτιωδώς (όπως θα αποδειχθεί και στη συνέχεια) στους θανάτους των τριών υπαλλήλων και στον τραυματισμό και τις σωματικές βλάβες των λοιπών, και στην εντεύθεν θεμελίωση αξιώσεων για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης, αντιστοίχως.

Περαιτέρω, η εκκαλούσα τράπεζα δεν προβάλλει λόγο εφέσεως, ούτε προέβαλε λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος (για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας), όσον αφορά το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, αποδεχθείσα έτσι το βάσιμο και εύλογο αυτής.

Κατά συνέπεια η 432/2014 απόφαση του Μον. Πρ. Αθ., ως προς την εκκαλούσα έχει καταστεί αμετάκλητη όσον αφορά και τούτο το κεφάλαιο (...). Περαιτέρω, το ως άνω κατάστημα της εκκαλούσας τράπεζας είχε αποτελέσει κατά το παρελθόν, σε ώρες λειτουργίας του και κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων στόχο επιθέσεων με βόμβες μολότοφ, θραύση των υαλοπινάκων του, εμπρησμό κλπ (...).

Συνεπώς το παρόν Δικαστήριο, υιοθετεί εν προκειμένω, την ιδίαν κρίσιν, αν και εκ περισσού αφού τούτο κρίθηκε αμετακλήτως ως προαναφέρθηκε, λόγω της μεγάλης επικινδυνότητας που παρουσίαζε το εν λόγω κατάστημα της εκκαλούσης, αφενός μεν λόγω της χωροταξικής του θέσης (διήρχοντο όλες σχεδόν οι πορείες και οι διαδηλώσεις προς το Σύνταγμα) και αφετέρου, λόγω των παραλείψεων που διαπιστώθηκαν και θα αναλυθούν με λεπτομέρειες στη συνέχεια, σε συνδυασμό και με το ιδιαιτέρως βεβαρυμμένο ιστορικό των πολλαπλών και επικινδύνων επιθέσεων που είχε δεχθεί κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, ενόψει δε και της προγραμματισμένης πορείας στις 5/5/2010 που αναμενόταν ότι θα ήταν ιδιαιτέρως μεγάλη και θα διήρχετο έξωθεν του καταστήματος σε συνδυασμό και με την ανησυχία που εξέφρασε και την ιδιαίτερη επιμονή με την οποία ζητούσε την λήψη μέτρων η Υποδιευθύντρια του επιμάχου καταστήματος, Α.

Κ., από την προηγουμένη της πορείας στις 4/4/2010, και από το πρωί στις 5/5/2010, θέτοντας, ακριβώς, τους κινδύνους, για την ίδια και τους λοιπούς εργαζόμενους στη γνώση των στελεχών και προστηθέντων στις αρμόδιες, από την εκκαλούσα, θέσεις (Περιφερειακός Διευθυντής, Β. Τ., προϊστάμενος ασφαλείας, Αθ. Κ. κλπ) οι οποίοι, δυστυχώς παρέλειψαν, από σοβαρή αμέλεια τούτων, να λάβουν μέτρα την ημέρα της πορείας με συνέπεια την επαλήθευση των κινδύνων, σε βάρος της ζωής και της σημαντικής ακεραιότητας των εργαζομένων με τον χειρότερο τρόπο.

Επομένως, η εκκαλούσα ως εργοδότρια και δια των νομίμων εκπροσώπων της (ήτοι, του διευθύνοντος Συμβούλου της Κ. Β. και των αρμοδίων προστηθέντων υπ' αυτής προσώπων (του περιφερειακού Διευθυντή Β. Τρίτση, Προϊστάμενο ασφαλείας, Αθ. Κ., Διευθύντριας Κατ/τος Σταδίου, Αν. Β.), παρέβη την εκ του άρθρου 662 Α.Κ. υποχρέωση πρόνοιας για την προστασία της ζωής και της υγείας των εργαζομένων υπαλλήλων της αφού, έπρεπε να μην λειτουργήσει καθόλου το επίμαχο κατάστημα στις 5/5/2010 ή σε κάθε περίπτωση να σταματήσει την λειτουργία του και να φροντίσει για την ασφαλή αποχώρηση των εργαζομένων εγκαίρως, ήτοι, πριν την έναρξη της πορείας στις 11.00 π.μ.

καθώς έχοντας όλα αυτά τα δεδομένα, που προαναφέρθηκαν, ήταν προφανέστατη η πρόβλεψη των κινδύνων που δυστυχώς επαληθεύτηκαν, ακόμη και από τον μέσο συνετό άνθρωπο και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων μετά μεγάλης πιθανότητας, εγγίζουσας την βεβαιότητα. Ήταν δε ικανή η λήψη και μόνον αυτού του μέτρου, δηλαδή, της μη λειτουργίας του ενδίκου κατ/τος ή η διακοπή της λειτουργίας αυτού και η αποχώρηση των εργαζομένων για να αποτρέψει σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας με απόλυτη βεβαιότητα τον θάνατο των τριών εργαζομένων και τις σωματικές βλάβες των λοιπών, αφού είναι προφανές, ότι και χωρίς τη λήψη κανενός άλλου μέτρου, ο εμπρησμός και εκδήλωση της πυρκαγιάς από τους άγνωστους εμπρηστές στο κατάστημα της εκκαλούσης στην οδό Σταδίου κατά την πορεία στις 5/5/2010, δεν θα επέφερε τον θάνατο και σωματικές βλάβες σε κανένα εργαζόμενο, αφού δεν θα ήταν κανείς μέσα στο κατάστημα αλλά θα προκαλούσε μόνον υλικές ζημιές.

Αντιθέτως, η αμέλεια και η εξ' αυτής παράλειψη της εκκαλούσης να λάβει το ως άνω, ενδεδειγμένο μέτρο το οποίο επιβάλετο από τη διάταξη του άρθρου 662 Α.Κ., αποτέλεσε από μόνη της την ενεργό αιτία θεμελιώνοντας πλήρως την αιτιώδη συνάφεια, μεταξύ της παραλείψεως της εκκαλούσης και του ζημιογόνου αποτελέσματος, που προκάλεσε τον θάνατο των τριών υπαλλήλων της και τις σωματικές βλάβες των λοιπών υπαλλήλων κατά παράβαση και των άρθρων 914 και 932 Α.Κ.

αυτής. Περαιτέρω, με την 370/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου εγένετο δεκτός ο 1ος λόγος - σκέλος (γ) της υπ' αριθ. 364/2016 αιτήσεως αναιρέσεως της εκκαλούσης τράπεζας αφού κρίθηκε ότι η 5115/2015 απόφαση του Μον. Εφ.Αθ. έχει ελλιπή αιτιολογία, ως προς την κατάφαση αιτιώδους συνάφειας σε ότι αφορά στις υπόλοιπες παραλείψεις της εκκαλούσης και έτσι αναιρέθηκαν τα κεφάλαια της ως άνω αποφάσεως του Εφ.

Αθ. με τα οποία απορρίφθηκαν ο 2ος λόγος - σκέλη (α), (γ) και (δ) της υπ' αριθ. 2325/2014 κρινόμενης εφέσεως της εκκαλούσης τράπεζας (Μελέτη πυροπροστασίας, σχέδιο διαφυγής - έξοδος κινδύνου, ενημέρωση - εκπαίδευση του προσωπικού). Με τους λόγους αυτούς όμως, πλήττονται πλέον οι επάλληλες αιτιολογίες της υπ' αριθ. 432/2014 Πρωτοβάθμιου Αποφάσεως με τις οποίες κρίθηκε η ύπαρξη αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αντιδίκου, λόγω των ανωτέρω αναφερομένων παραλείψεών της.

Ωστόσο οι λόγοι αυτοί έχουν καταστεί πλέον αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι όπως ήδη αναφέρθηκε η 432/2014 απόφαση έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη ως προς την επάλληλη αιτιολογία της εκείνη, σύμφωνα με την οποία η εκκαλούσα τράπεζα ευθύνεται βάσει των διατάξεων των άρθρων 914, 932 Α.Κ., λόγω της παραλείψεώς της να κλείσει το επίμαχο κατάστημα στις 5/5/2010, ή έστω εγκαίρως πριν την έναρξη της επίμαχης πορείας.

Αυτή δε η επάλληλη αιτιολογία, στηρίζει όπως, προαναφέρθηκε, αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως, έτσι ώστε και αν ακόμα ο ως άνω 2ος λόγος (σκέλη α, γ, δ) της εφέσεως της Τράπεζας γινόταν δεκτός, δεν θα επήρχετο διαφορετικό αποτέλεσμα ως προς την ευθύνη της τελευταίας για τον θάνατο των 3 υπαλλήλων της και τις σωματικές βλάβες των υπολοίπων.

Επομένως, ανεξαρτήτως της βασιμότητος των ως άνω λόγων εφέσεως, αυτοί πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, καθόσον είναι αλυσιτελείς (...). Τέλος, λόγω της επικινδυνότητας που παρουσίαζε το ανωτέρω κατάστημα αφενός μεν, λόγω της χωροταξικής του θέσεως και αφετέρου λόγω των παραλείψεων που προεκτέθηκαν, σε συνδυασμό με τις πολλαπλές επιθέσεις που είχε δεχθεί κατά την διάρκεια διαδηλώσεων, ενόψει της προγραμματισμένης πορείας της 5-5-2010, που αναμενόταν ότι θα ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και θα διήρχετο έξωθεν τούτου σε ώρα λειτουργίας του, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση η εκκαλούσα δια των νομίμων εκπροσώπων της ως εργοδότρια λόγω της εγγυητικής της θέσης, και έχοντας, αυξημένο εκ της ιδιότητας της το καθήκον πρόνοιας και επιμέλειας (....), να εξασφαλίσει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και να θέσει σε επαγρύπνηση τη Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας, ώστε στα συνεχή αιτήματα της Υποδιευθύντριας Α.

Κ., όπως ανωτέρω εκτέθηκαν, για την λήψη κατά την 5-5-2010 επαρκών μέτρων ασφαλείας στο κατάστημα, καθώς και του αιτήματος αυτής για την μη λειτουργία του καταστήματος την ανωτέρω ημερομηνία, ή την αποχώρηση των υπαλλήλων πριν την λήξη του κανονικού ωραρίου, να γίνουν δεκτά. Έτσι παρέλειψε να λάβει το μέτρο της μη λειτουργίας του καταστήματος ή να δώσει εντολή για την αποχώρησή των υπαλλήλων από την εργασία αμέσως μετά την έναρξη της πορείας, ώστε να αποτρέψει τον κίνδυνο να αποτελέσει εκ νέου το εν λόγω κατάστημα στόχο βανδαλισμών και εμπρηστικών επιδέσεων, μέτρο το οποίο έλαβαν άλλες Τράπεζες στην ίδια περιοχή, (αρθ. 19, παρ. 1, 32 παρ. 1, Ν. 1568/1985, 7 ΠΔ 17/96) (......).

Η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά της εκκαλούσης η οποία συνίσταται στις ως άνω πράξεις και παραλείψεις, είχε ως αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος των τριών υπαλλήλων και οι σωματικές βλάβες των ανωτέρω (21) υπαλλήλων. Και τούτο διότι: 1) εάν το ανωτέρω κατάστημα διέθετε εγκεκριμένη από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία, μελέτη πυροπροστασίας, θα αναφερόταν όλα τα απαιτούμενα μέτρα πυρασφάλειας που εξασφάλιζαν το κατάστημα σε περίπτωση πυρκαγιάς (...).

Ειδικότερα, εάν υπήρχε πιστοποιητικό πυρασφάλειας, θα είχαν επισημανθεί η θέση και ο αριθμός των εξόδων κινδύνου, η θέση του πυροσβεστικού ερμαρίου, η θέση και ο αριθμός των πυροσβεστήρων, οι οδεύσεις διαφυγής και τέλος εάν θα έπρεπε να λειτουργεί το κατάστημα με τα μέσα πυρασφάλειας που διέθετε κατά τον παραπάνω χρόνο. 2) Αν το κατάστημα διέθετε κατάλληλες εξόδους κινδύνου οι υπάλληλοι θα μπορούσαν να εξέλθουν με ασφάλεια από το κατάστημα και θα είχαν αποφευχθεί σύμφωνα με την κανονική πορεία των πραγμάτων και με μεγάλη πιθανότητα τα ανωτέρω αποτελέσματα, καθώς η φωτιά εξαπλώθηκε στο κτίριο μετά την πάροδο τουλάχιστον δεκαπέντε λεπτών της ώρας (βλ.

καταθέσεις παθόντων ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων). 3) Αν το εν λόγω κατάστημα διέθετε άθραυστους υαλοπίνακες ή ρολά ασφάλειας ή ακόμη και το ημίμετρο των πάνελ ασφαλείας ήταν βέβαιο ότι δεν θα υπήρχε θραύση των υαλοπινάκων του καταστήματος και δεν θα εκτοξευόταν εντός αυτού οι εμπρηστικοί μηχανισμοί, ούτε θα είχε προκληθεί πυρκαγιά, με τα ανωτέρω αποτελέσματα. 4) Αν οι υπάλληλοι είχαν λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση σε θέματα ασφαλείας, πυροπροστασίας και εκκένωσής χώρων, θα ήταν ενήμεροι σε ποιες ενέργειες να προβούν, για το πώς να κινηθούν γρήγορα και αποτελεσματικά, ώστε να εξέλθουν με ασφάλεια από το κτίριο και όχι όπως στην προκειμένη περίπτωση που αυτοσχέδιαζαν επιχειρώντας να ανεύρουν τρόπους διαφυγής, μη γνωρίζοντας προς ποια κατεύθυνση να κινηθούν, με συνέπεια να χάσουν πολύτιμό χρόνο, με τα ως άνω τραγικά αποτελέσματα. 5) Τέλος αν λόγω της ιδιαίτερης επικινδυνότητας του καταστήματος, υπό την έννοια της χωροταξικής του θέσεως, αλλά και του γεγονότος ότι στο παρελθόν είχε δεχθεί επιθέσεις και βανδαλισμούς κατά την διάρκεια διαδηλώσεων, δεν είχε λειτουργήσει κατά την ανωτέρω ημέρα το κατάστημα ή εάν οι υπάλληλοι είχαν αποχωρήσει από την εργασία τους, μόλις άρχισε η πορεία πριν την λήξη του ωραρίου τους, τα ανωτέρω αποτελέσματα θα είχαν αποφευχθεί.

Επομένως, όλες, οι ανωτέρω παραλείψεις της εκκαλούσης τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα των (3) θανάτων και του τραυματισμού των λοιπών υπαλλήλων, υπό την έννοια ότι εάν προέβαινε ακόμα και αυτοτελώς σε καθεμία στις ανωτέρω επιβεβλημένες ενέργειες, τις οποίες παρέλειψε, μετά πιθανότητας που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας για τις 1, 2, 3, 4 περιπτώσεις και μετά βεβαιότητας για την περ. 5, το ανωτέρω αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει, διότι είτε θα είχε αποφευχθεί εξαρχής ο εμπρησμός, που επέφερε τα πιο πάνω αποτελέσματα είτε θα είχαν αποφευχθεί οι θάνατοι και οι σωματικές βλάβες. (...).

Περαιτέρω, υπό τις ανωτέρω παραδοχές η δόλια ενέργεια των ατόμων που έριξαν τους εμπρηστικούς μηχανισμούς στο κατάστημα δεν διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο της αμελούς συμπεριφοράς της εκκαλούσης και του νομίμου εκπροσώπου της Κ. Β. καθώς και υπό των υπ' αυτήν προστηθέντων αφού τα αποτέλεσμα των θανάτων και των σωματικών βλαβών προκλήθηκαν από τις αμελείς πράξεις και παραλείψεις της εκκαλούσης.

Αλυσιτελώς δε προβάλλεται αυτός ο ισχυρισμός (.....). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση των αναφερομένων στην αρχή της αποφάσεως τεσσάρων αγωγών [από 6/7/2013 (ενν. από 6.7.2012), από 31/1/2013, από 15/4/2013 (ενν. από 4.2.2013) και από 1/7/2013] δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, εκδίδοντας ορθή κατά το διατακτικό της απόφαση της οποίας το αιτιολογικό συμπληρώνεται κατ' άρθρον 534 Κ.Πολ.Δ.

με τις παραδοχές που αναπτύσσονται στο σκεπτικό και την απόδειξη της παρούσης αποφάσεως και πρέπει οι λόγοι της από 4/4/2014 εφέσεως να απορριφτούν ως αβάσιμοι, όπως και η ως άνω έφεση στο σύνολό της...".

Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως οι αποφάσεις αυτές είναι δεσμευτικές τόσο για το δικαστήριο της παραπομπής όσο και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναίρεσης.

Κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με νομικό ζήτημα που ανάγεται στο ουσιαστικό ή δικονομικό δίκαιο και κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 86/2021, ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 542/2017). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναίρεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 845/2010, ΑΠ 129/2004).

Ακόμη, η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα, τα οποία συναιρούνται.

Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής (ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 1216/2020). Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται, αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται και αυτά.

Συνακόλουθα τούτων, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους έφεσης, που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση (ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 387/2018), διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 332 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 6/2020).

Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι έφεσης και ως αναιρετικοί λόγοι, κατ' αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Και στην περίπτωση αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι, είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012), κατά την απορρέουσα από την αναιρετική παραπεμπτική απόφαση ενδοδιαδικαστική δέσμευση (ΑΠ 1216/2020).

Όμως, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας και να εκτιμήσει διαφορετικά, από την αναιρεθείσα, τις αποδείξεις, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 1200/2020, ΑΠ 1150/2017). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ.

προκύπτει ότι για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντα απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά παράνομη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη σε πράξη ή παράλειψή του, που, με την εξαίρεση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης, πρέπει να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλειά του, και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς, πράξης ή παράλειψης, και της ζημίας που επήλθε, περιουσιακής ή μη (ΑΠ 322/2020).

Ως παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη νοείται και η παραβίαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας υπέρ της ζωής και της υγείας (άρθρο 622 ΑΚ), την οποία αυτός υπέχει έναντι του εργαζομένου και την οποία οφείλει να εκπληρώνει με την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με την κοινή αντίληψη για καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων (ΑΠ 220/2021, ΑΠ 64/2020, ΑΠ 370/2018).

Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση προϋποθέτει ότι στο εργατικό ατύχημα συνετέλεσε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού, ήτοι οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι απαραίτητα η ειδική αμέλεια που περιγράφεται στο άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 220/2021, ΑΠ 370/2018, ΑΠ 614/2017). Και, επί πλέον, η αξίωση αυτή προϋποθέτει ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) ανάμεσα στο πταίσμα και στην επέλευση της ζημίας, με την έννοια ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το δυσμενές αποτέλεσμα δεν θα ήταν δυνατό να επέλθει χωρίς την παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη (ΑΠ 370/2018, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 145/ 2014).

Περαιτέρω, αν αναιρεθεί απόφαση, που εκδόθηκε επί αγωγής για αποζημίωση περιουσιακής ζημίας και για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη ο ενάγων, ή λόγω ψυχικής οδύνης εξαιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, για το κεφάλαιο της υπαιτιότητας αναιρείται η απόφαση και ως προς το άρρηκτα με το λόγο αυτό συνδεόμενο κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης (ΟλΑΠ 10/2015), διότι για τον καθορισμό του ύψους αυτής λαμβάνεται υπόψη και η συνδρομή του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου, αλλά και ως προς εκείνο της αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία που επιδικάστηκε (ΑΠ 154/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο της παραπομπής, δεχθεί, αντίθετα από την αναιρεθείσα απόφαση του εφετείου, ότι δεν συντρέχει συνυπαιτιότητα του ενάγοντος ή ότι συντρέχει συνυπαιτιότητά του ή διαφορετικό ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού σε σχέση με αυτό που κρίθηκε από το εφετείο (ή ανάλογα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης κατά της απόφασης αυτού), θα θέσει ως βάση του υπολογισμού της αποζημίωσης, κατά τον επανακαθορισμό της, το ύψος αυτής, όπως προσδιορίστηκε από το εφετείο (ΑΠ 154/2020.

ΑΠ 1595/2018, ΑΠ 1788/2017, ΑΠ 1307/2007) και ακολούθως να προβεί στον υπολογισμό της με βάση την κρίση του ως προς την υπαιτιότητα και τη συνυπαιτιότητα. Αντίθετα αν το δικαστήριο της παραπομπής δεχθεί όπως και η αναιρεθείσα απόφαση του εφετείου (ή ανάλογα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) ότι συντρέχει αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου ή δεχθεί το ίδιο ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, (ή ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην παράνομη πράξη ή παράλειψη) και στην επέλευση της ζημίας, τα ποσά της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης και αποζημίωσης δεν επανακαθορίζονται (ΑΠ 1788/2017).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.Α.Π. 25/2003). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.

ΑΠ 12/2000 ΑΠ 516/2018). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 617/2020, ΑΠ 383/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με τον πρώτο εκ του αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής (3130/2020) την πλημμέλεια ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη της τους λόγους της έφεσής της με τους οποίους ζητούσε την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τα επιδικασθέντα στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης.

Ότι ειδικότερα με την με αριθμ. 432/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχαν επιδικασθεί στους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους το ποσό των 250.000 ευρώ στον καθένα, στον τρίτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 350.000 ευρώ, στον τέταρτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 150.000 ευρώ, στους πέμπτο και έκτη αναιρεσίβλητους το ποσό των 80.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και στους υπόλοιπους αναιρεσίβλητους (από 7ο έως και 25ο αναιρεσίβλητους) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 100.000 ευρώ στον καθένα, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμ. 5115/2015 απόφασή του επιδίκασε στους πρώτους έξι (6) αναιρεσίβλητους τα ίδια ως άνω ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και επιδίκασε στον 7ο αναιρεσίβλητο, το ποσό των 60.000 ευρώ, στους 8η, 9η, 10η, 11ο, 12η και 13η αναιρεσίβλητους το ποσό των 29.960 ευρώ στον καθένα, στο 14ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 54.960 ευρώ, στους 15ο και 16ο αναιρεσίβλητους το ποσό των 24.960 ευρώ στον καθένα, στη 17η αναιρεσίβλητη το ποσό των 49.960 ευρώ, στο 18ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 55.000 ευρώ, στους 19η, 20ο, 22η, 23η, 24η και 25η αναιρεσίβλητους το ποσό των 30.000 ευρώ, και στον 21ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 35.000 ευρώ, ότι τα ποσά αυτά που επιδικάσθηκαν σε βάρος της δεν είναι τα ευλόγως επιδικαζόμενα από τα δικαστήρια σε περιπτώσεις θανάτωσης προσώπου ή ελαφρού τραυματισμού του από αμέλεια και ότι με το να δεχθεί η προσβαλλομένη απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής ότι εξακολουθούν και ισχύουν τα ποσά που επιδίκασε η πρωτόδικη απόφαση παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας που απορρέει από την διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος την οποία δεν εφάρμοσε ενώ ήταν εφαρμοστέα και ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της υπ' αριθμ. 370/2018 αναιρετικής απόφασης του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι η με αριθμ. 5115/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της μέρη και ειδικότερα αναιρέθηκε ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης των εναγόντων-αναιρεσίβλητων κατά παραδοχή σχετικών λόγων αναίρεσης των εναγομένων - αναιρεσειόντων Κ.

Β., Η. Κ., Ε. Μ. και Α. Κ. (μη διαδίκων στο Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής), κρίνοντας ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των έξι (6) πρώτων αναιρεσίβλητων και ηθικής βλάβης των λοιπών αναιρεσίβλητων παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας (βλ.

σκέψη με αριθ. 24), ενώ ως προς το κεφάλαιο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου (5115/2015) δεν αναιρέθηκε ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που συνδέεται με τους λοιπούς ως άνω αναιρεσείοντες με σχέση απλής ομοδικίας, ως ενεχόμενη με αυτούς από αδικοπραξία (ΑΠ 838/2020, ΑΠ 458/2020, ΑΠ 328/2018, ΑΠ 1163/2017), δεδομένου ότι αυτή δεν είχε προβάλλει με την από 26.5.2016 αίτηση σχετικό λόγο αναίρεσης, ως προς το ως άνω κεφάλαιο.

Και είναι μεν αληθές ότι, εφόσον αναιρέθηκε η με αριθμ. 5115/2015 απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ως προς την αναιρεσείουσα για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κατάφαση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των αναφερομένων σ' αυτή (παρανόμων) παραλείψεων των οργάνων της ή των προστηθέντων υπ' αυτής (αναιρεσείουσας τράπεζας) προσώπων και του επελθόντος αποτελέσματος, αναιρείται η ως άνω απόφαση και ως προς το άρρηκτα με το λόγο αυτό συνδεόμενο κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, πλην, όμως, εφόσον στην υπό κρίση υπόθεση το δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (3130/2020), έκρινε ότι συντρέχει αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας υπό την έννοια της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς (παράλειψης), εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων της και των αρμοδίων προστηθέντων υπ' αυτής προσώπων, και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρανόμων παραλείψεων και του ως άνω επελθόντος αποτελέσματος, δηλαδή του θανάτου της συγγενούς των έξι (6) πρώτων αναιρεσίβλητων και των σωματικών και ψυχικών βλαβών των λοιπών αναιρεσίβλητων (7ου έως και 25ης των αναιρεσίβλητων) στο ένδικο εργατικό ατύχημα, δεν μπορούσε να επανεκτιμήσει, ως προς την αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία το ύψος α) της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που επιδικάσθηκε για τους έξι (6) πρώτους αναιρεσίβλητους με την υπ' αριθμ. 432/2014 τελεσίδικη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (που επικυρώθηκε ως προς αυτούς με την με αριθμ 5115/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) και β) της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάσθηκε για τους λοιπούς (7ο έως 25η) αναιρεσίβλητους με την με αριθμ. 5115/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (που εξαφάνισε ως προς αυτούς την υπ' αριθμ. 432/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε τους επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ύψους 100.000 ευρώ στον καθένα και επιδίκασε τα προαναφερθέντα για τον καθένα από αυτούς μικρότερα ποσά), αφού αυτό (δικαστήριο παραπομπής) με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του (3130/2020) έκρινε ομοίως, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας τράπεζας για το ένδικο εργατικό ατύχημα, με την αναιρεθείσα με αριθμ. 5115/2015 απόφαση του ιδίου ως άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (πρβλ.

ΑΠ 154/2020, ΑΠ 1788/2017). Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον, το δικαστήριο της παραπομπής αποφάνθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι συντρέχει αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας για το θανάσιμο τραυματισμό της συγγενούς των έξι (6) πρώτων αναιρεσίβλητων και για τις σωματικές και ψυχικές βλάβες των λοιπών αναιρεσίβλητων, όπως είχε κρίνει, ομοίως, και το ίδιο ως άνω δικαστήριο με την αναιρεθείσα απόφασή του (5115/2015), ορθά δεν ερεύνησε την από 4.4.2014 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των πρώτων έξι εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων και λόγω ηθικής βλάβης των λοιπών εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων και δεδομένου ότι ως προς αυτήν (αναιρεσείουσα), όπως προεκτέθηκε, δεν είχε αναιρεθεί ως προς το κεφάλαιο αυτό η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (5115/2015) και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην εκ των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Ακολούθως με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής τις πλημμέλειες α) κατά το, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, ότι με την κρίση της ότι αυτή (αναιρεσείουσα) από αμέλειά της παρέλειψε να κλείσει το κατάστημα για ολόκληρη την ημέρα στις 5.5.2010 ή πριν από την έναρξη της πορείας, έσφαλε καθότι δεν είχε σχετική προς τούτο υποχρέωση, αφού οι πορείες διαμαρτυρίας δεν συνοδεύονται από τέτοιας σφοδρότητας επιθέσεις και ότι δεν υπήρχε σχετική, προς τούτο, εντολή ή υπόδειξη από τις αστυνομικές αρχές και ως εκ τούτου παρέβη ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 330, 662, 914 και 932 του ΑΚ και β) κατά το, εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού ότι, εσφαλμένα έκρινε, με επάλληλη αιτιολογία, ότι η προηγούμενη εφετειακή απόφαση (5115/2015) δεν αναιρέθηκε ως προς την ως άνω βάση ευθύνης αυτής (αναιρεσείουσας), παραβιάζοντας τις περί δεδικασμένου διατάξεις, καθότι με την αναιρετική απόφαση (370/2018) είχε αναιρεθεί η ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ως προς την ως άνω βάση ευθύνης της και ότι ως εκ τούτου δεν υπήρχε δεδικασμένο ως προς το ζήτημα αυτό.

Από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της με αριθμ. 370/2018 αναιρετικής απόφασης του Αρείου Πάγου προκύπτει, όπως προεκτέθηκε, ότι με αυτή έγιναν δεκτοί ως βάσιμοι α) ο πρώτος, εκ του αριθμού 1 (και κατά περίπτωση εκ του αριθμού 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας τράπεζας (όπως και αντίστοιχοι λόγοι των λοιπών αναιρεσειόντων) κατά των αναιρεσίβλητων, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του και αναιρέθηκε η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (5115/2015) για το λόγο ότι εσφαλμένα με αυτή καταλογίσθηκαν ως παραλείψεις της αναιρεσείουσας τράπεζας ή των οργάνων και προστηθέντων αυτής προσώπων οι ελλείψεις που αφορούσαν τη μη ύπαρξη αα) δεύτερης εξόδου κινδύνου, ββ) εξόδου κινδύνου στο τραπεζικό κέντρο που στεγαζόταν στους πάνω ορόφους τους κτιρίου, γγ) υδροδοτικού πυροσβεστικού δικτύου, ούτε εναλλακτικά εύκαμπτου σωλήνα συνδεόμενου μόνιμα με παροχή ύδατος και δδ) άθραυστων υαλοπινάκων ή ρολών ασφαλείας, και β) ο πρώτος, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας (όπως και αντίστοιχοι λόγοι των λοιπών αναιρεσειόντων) κατά των αναιρεσίβλητων και αναιρέθηκε η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για ελλιπή αιτιολογία (αριθμ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) ως προς την κατάφαση της αιτιώδους συνάφειας ως προς τις υπόλοιπες παραλείψεις της αναιρεσείουσας και των οργάνων και των υπ'αυτής προστηθέντων προσώπων που αφορούσαν αα) την πρόσθετη θύρα του ισογείου (πέραν της κυρίας εισόδου - εξόδου) που χαρακτηριζόταν ως "έξοδος κινδύνου" και για της οποίας το άνοιγμα δεν αρκούσε απλή ώθηση από μέσα προς τα έξω, αλλά ηλεκτρονική εντολή από τηλεχειριστήριο, ββ) τη μη έγκαιρη εντολή αποχώρησης του προσωπικού ενόψει της πληροφορίας που υπήρχε για "άγρια πορεία" των επιθέσεων που είχαν προηγηθεί στο συγκεκριμένο κατάστημα και της ανησυχίας που είχε εκφράσει προς τους ανωτέρους της η υποδιευθύντρια αυτού, ενόψει της συγκεκριμένης διαδήλωσης, γγ) τη μη διαμόρφωση συγκεκριμένου πλαισίου αντίδρασης ("σχέδιο ασφάλειας" και "σχέδιο διαφυγής") του προσωπικού και δδ) τη μη οργάνωση και εκπαίδευση του προσωπικού, ώστε να μη δημιουργηθεί πανικός.

Ως προς, δε, το δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή προσήψε στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (5115/2015) την εκ των αριθμών 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ως προς την κρίση της ότι υπήρξε αδικοπρακτική ευθύνη της τράπεζας από την παράλειψη των οργάνων και των υπ' αυτής προστηθέντων προσώπων να κλείσει το κατάστημα της ολόκληρη την ημέρα στις 5.5.2010 ή πριν την έναρξη της πορείας (ισχυριζόμενη ότι η ως άνω συμπεριφορά της δεν συνιστούσε παραβίαση της γενικής υποχρέωσης προνοίας της ως εργοδότη), από την επισκόπηση της ως άνω αναιρετικής απόφασης (370/2018) προκύπτει ότι απορρίφθηκε ο λόγος αυτός ως προς το σκέλος του που αφορούσε την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 330, 662, 914, 932 του ΑΚ (όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι των λοιπών αναιρεσειόντων), αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σκέψη με αριθμ. 15 σε συνδυασμό με τα εκτιθέμενα στις σκέψεις με αριθμ. 7 και 17 της αναιρετικής απόφασης (370/2018) ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε ότι συνιστούσε παράνομη συμπεριφορά και η παράλειψη της τράπεζας να κλείσει το κατάστημα την ημέρα της διαδήλωσης (5.5.2010) ή πριν την έναρξη της πορείας.

Κατόπιν τούτου ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφούμενο με την αναιρετική απόφαση ως προς το ως άνω νομικό ζήτημα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που προσέβαλε την παραδοχή της πρωτοβάθμιας απόφασης ότι συνιστούσε παράνομη συμπεριφορά η ως άνω παράλειψη της αναιρεσείουσας, δια των νομίμων εκπροσώπων της και των προστηθέντων υπ' αυτής προσώπων, να κλείσει το τραπεζικό κατάστημα (αδιαφόρως της έλλειψης σχετικής υπόδειξης ή εντολής από τις αστυνομικές αρχές), και ως εκ τούτου ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το ως άνω πρώτο σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής αναιρετική πλημμέλεια μόνο εκ του αριθμού 1 και όχι και εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω και κατά το μέρος που με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής την εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή με επάλληλη αιτιολογία το δικαστήριο της παραπομπής δέχθηκε ότι η προηγούμενη απόφαση του Εφετείου (1515/2015) δεν αναιρέθηκε ως προς την ως άνω αδικοπρακτική βάση ευθύνης της αναιρεσείουσας, είναι μεν αληθές ότι είναι εσφαλμένη η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από την τελεσίδικη κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας από την παράλειψη των νομίμων εκπροσώπων της και των προστηθέντων υπ' αυτής προσώπων να κλείσει το τραπεζικό κατάστημα την ημέρα της διαδήλωσης ή πριν την έναρξη της πορείας, γιατί από την επισκόπηση της με αριθμ. 370/2018 αναιρετικής απόφασης του Αρείου Πάγου προκύπτει μεν, όπως προεκτέθηκε, ότι απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας (και οι αντίστοιχοι λόγοι των λοιπών αναιρεσειόντων) για ευθεία εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ παραβίαση των άρθρων 330, 662, 914 και 932 ΑΚ (ως προς την παραδοχή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι συνιστούσε παράνομη συμπεριφορά η ως άνω παράλειψη να κλείσει το τραπεζικό κατάστημα), πλην, όμως, με την ως άνω αναιρετική απόφαση και για όλες υπόλοιπες παραλείψεις (πλην, δηλαδή, των προαναφερθεισών ελλείψεων που εσφαλμένα καταλογίσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως παραλείψεις της τράπεζας ή των οργάνων της) που καταλογίσθηκαν ως παράνομες παραλείψεις της αναιρεσείουσας τράπεζας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και, συνεπώς, και για την παράνομη παράλειψη της αναιρεσείουσας, δια των νομίμων εκπροσώπων της και των προστηθέντων υπ' αυτής προσώπων, να κλείσει το κατάστημα την ημέρα της πορείας ή πριν από την έναρξη αυτής, έγινε δεκτός ως βάσιμος ο, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας (και οι αντίστοιχοι λόγοι των λοιπών αναιρεσειόντων) και αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου (5115/2015) λόγω ελλιπούς αιτιολογίας ως προς την κατάφαση της αιτιώδους συνάφειας, αφού ρητά, άλλωστε, αναφέρεται σ' αυτή (αναιρετική απόφαση) ότι υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία για το ότι δεν δόθηκε εγκαίρως εντολή αποχώρησης του προσωπικού ενόψει της πληροφορίας που υπήρχε για "άγρια πορεία" και για το πρόσωπο που είχε την αρμοδιότητα να διατάξει, εκτάκτως, την πρόωρη αποχώρηση των υπαλλήλων την ημέρα του συμβάντος (σκέψη 17 της αναιρετικής απόφασης).

Πλην, όμως, ανεξαρτήτως της ως άνω εσφαλμένης κρίσης του δικαστηρίου της παραπομπής περί ύπαρξης δεδικασμένου από την ως άνω παράνομη παράλειψη της αναιρεσείουσας να κλείσει το κατάστημα την ημέρα της πορείας, εφόσον δεν πλήττεται επιτυχώς, με το πρώτο σκέλος του ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης του ως άνω δικαστηρίου (3130/2020), ότι, δηλαδή, υπάρχει αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας για το θάνατο της συγγενούς των έξι (6) πρώτων αναιρεσίβλητων και για τον τραυματισμό των λοιπών αναιρεσίβλητων (7ου έως και 25ης των αναιρεσίβλητων) στο εργατικό ατύχημα που έλαβε χώρα στο ως άνω τραπεζικό κατάστημά της οδού Σταδίου αριθμ. 23, στην Αθήνα στις 5.5.2010, λόγω της παράλειψης αυτής, δια των νομίμων εκπροσώπων της και των προστηθέντων υπ' αυτής προσώπων, να κλείσει αυτό της ημέρα της διαδήλωσης ή πριν την έναρξη της πορείας και ότι από μόνη της η ως άνω παράλειψη και ανεξάρτητα από τις λοιπές αναγραφόμενες σ' αυτή παραλείψεις, συνετέλεσε με βεβαιότητα στην επέλευση του ως άνω αποτελέσματος, συντρεχούσης επομένως αιτιώδους συνάφειας, ο ως άνω τρίτος και κατά το δεύτερο εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του λόγος αναίρεσης, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 617/2020, ΑΠ 383/2017).

Τέλος, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου τις παραπομπής τις πλημμέλειες α) με το, εκ των αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτο σκέλος αυτού, ότι κατά το μέρος που έκρινε ότι αυτή ως ανώνυμη τραπεζική εταιρεία βαρύνεται με αμέλεια για το θάνατο της συγγενούς των έξι (6) πρώτων αναιρεσίβλητων και των τραυματισμό των υπολοίπων αναιρεσίβλητων που θεμελιώνεται στις παραλείψεις αα) ότι το κατάστημα της οδού Σταδίου αριθμ. 23 της αναιρεσείουσας δεν διέθετε μελέτη πυρασφαλείας από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, ββ) ότι αυτό δεν διέθετε δύο εξόδους κινδύνου, αλλά μία έξοδο κινδύνου που δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις, αφού δεν άνοιγε με απλή ώθηση, αλλά με τηλεχειριστήριο, γγ) ότι δεν υπήρχε σ' αυτό πυροσβεστικό ερμάριο ή αντ'αυτού εύκαμπτος σωλήνας πυρόσβεσης με ακροφύσιο, δδ) ότι δεν είχε εκπονηθεί σχέδιο διαφυγής και διάσωσης από το κατάστημα, και εε) ότι οι υπάλληλοι δεν είχαν εκπαιδευθεί σε θέματα πυροπροστασίας και κατάσβεσης πυρκαγιών και ότι η ζημιά επήλθε εξ αιτίας πταίσματος προσώπων που ανήκουν στη δική της σφαίρα ευθύνης, έσφαλε, παραβιάζοντας ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 662, 914, 919, 922 και 932 του ΑΚ και ότι παράλληλα παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις, καθότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, καθόσον με ενδοιαστική αιτιολογία που καταλείπει αμφιβολίες για την ορθότητα του αποδεικτικού της πορίσματος έκρινε ότι αν δεν είχαν λάβει χώρα οι προεκτεθείσες παραλείψεις, τότε "μετά πιθανότητος που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας το ανωτέρω αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει, διότι είτε θα είχε αποφευχθεί ο εμπρησμός που επέφερε τα πιο πάνω αποτελέσματα είτε θα είχαν αποφευχθεί οι θάνατοι και οι σωματικές βλάβες", ενώ όφειλε να κρίνει ότι η επελθούσα ζημιά οφείλεται στην εγκληματική επίθεση αγνώστων κατά των υπαλλήλων του τραπεζικού καταστήματος και ότι συνακόλουθα δεν οφείλεται στη δική της συμπεριφορά αλλά σε γεγονότα κείμενα έξω από τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ότι ακόμα και η μη τυχόν απόλυτη συμμόρφωσή της ως προς τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας δεν συνιστούσε πρόσφορη αιτία αποτροπής της επίμαχης τρομοκρατικής επίθεσης, β) με το, εκ του αριθμού 1 του ως άνω άρθρου (559 ΚΠολΔ), δεύτερο σκέλος αυτού, ότι κατά το μέρος που έκρινε ως Δικαστήριο της παραπομπής αντίθετα με την κρίση της αναιρετικής απόφασης (370/2018) ως προς τις παραλείψεις αα) ότι το κατάστημα της οδού Σταδίου αριθμ. 23 δεν διέθετε δύο εξόδους κινδύνου και ότι δεν υπήρχε έξοδος κινδύνου στο τραπεζικό κέντρο που στεγαζόταν στους πάνω ορόφους, ββ) ότι δεν υπήρχε σ'αυτό πυροσβεστικό ερμάριο ή αντ' αυτού εύκαμπτος σωλήνας πυρόσβεσης με ακροφύσιο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 662, 914, 919, 922 και 932 του ΑΚ, γ)με το, εκ των αριθμών 1 και 19 του ως άνω άρθρου (559 ΚΠολΔ), τρίτο σκέλος αυτού, ότι κατά το μέρος που έκρινε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν είχε τοποθετήσει στο τραπεζικό της κατάστημα "ανδιβανδαλικούς υαλοπίνακες" αν και δέχθηκε ότι δεν είχε προηγηθεί απόφαση των αστυνομικών αρχών, κατ' αντίθεση με την αναιρετική απόφαση (370/2018) που είχε κάνει δεκτό σχετικό λόγο αναίρεσής της κρίνοντας ότι "η υποχρέωση τοποθέτησης ρολών ασφαλείας ή άθραυστων υαλοπινάκων, εφόσον δεν επιβληθεί από τη αρμόδια αρχή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στα μέτρα προνοίας, τα οποία οίκοθεν οφείλει να τηρεί ο εργοδότης...", παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 330, 662, 992, 914 και 932 ΑΚ.

Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, ως προς όλα τα ως άνω σκέλη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αφού δεν πλήττεται επιτυχώς (με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης) η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής ότι υπήρχε αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας τράπεζας λόγω της παράνομης και υπαίτιας παράλειψης των νομίμων εκπροσώπων της και των προστηθέντων υπ' αυτής προσώπων να κλείσει το κατάστημα της οδού Σταδίου την ως άνω ημέρα της πορείας (5.5.2010) ή πριν την έναρξη αυτής (πορείας) παραβαίνοντας την εκ του άρθρου 662 του ΑΚ υποχρέωση προνοίας για την προστασία της ζωής και της υγείας των εργαζομένων υπαλλήλων της και ότι η ως άνω παράλειψη ακόμα και αυτοτελώς από μόνη της τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα (42ο, 43ο, 64ο, 65ο φύλλα), αλυσιτελώς προσάπτονται με τον ως άνω δεύτερο λόγο οι ως άνω αιτιάσεις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κατά αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης) ως προς τις λοιπές παραδοχές της περί της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας που θεμελιώνονται στις αναγραφόμενες στο ως άνω λόγο αναίρεσης παραλείψεις αυτής που στηρίζουν, καθεμία από αυτές (παραλείψεις), αυτοτελώς τη σχετική καταφατική περί της αδικοπρακτικής της ευθύνης διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης (2η σελίδα 64ου φύλλου), ενόψει του ότι, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, δεν πλήττεται αποτελεσματικά (επιτυχώς) η προαναφερθείσα επάλληλη αιτιολογία αυτής περί αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας τράπεζας από την παράλειψη των νομίμων εκπροσώπων της και των αρμοδίων προστηθέντων υπ' αυτής προσώπων να κλείσει το κατάστημα τη ημέρα της πορείας ή πριν την έναρξή της, που, όπως προεκτέθηκε, στηρίζει αυτοτελώς την καταφατική περί της αδικοπρακτικής ευθύνης της διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτων έξι (6) αναιρεσίβλητων που παραστάθηκαν με πληρεξούσιους δικηγόρους και κατέθεσαν, χωριστά, σε σχέση με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, προτάσεις ως ομάδα και των έβδομου (7ου) έως και εικοστής πέμπτης (25ης) αναιρεσίβλητης που παραστάθηκαν, με πληρεξούσιους δικηγόρους και κατέθεσαν χωριστά, σε σχέση με τους πρώτους έξι (6) αναιρεσίβλητους, προτάσεις, επίσης, ως ομάδα (άρθρα 176, 180, 183 του ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου επιδικάζονται ξεχωριστές δικαστικές δαπάνες (ΑΠ 328/2019, ΑΠ 1269/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Απριλίου 2021 και με αριθ. κατάθ. 2627/330/28.4.2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 3130/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου παραπομπής.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτων έξι (6) αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και των εβδόμου (7ου) έως και εικοστής πέμπτης (25ης) των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει, επίσης, στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ