Legislator Case Law & Legislation
1132/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding late evidence submission without proof of bad faith.

Case Number 1132/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by multiple parties against a third-instance court decision. The appellants argued that the lower court improperly considered new documents submitted for the first time during the appeal phase, claiming this violated procedural rules. The court ruled that the lower court's silence on the issue constituted a tacit rejection of bad faith or gross negligence, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 529 and 559(11a) of the Code of Civil Procedure; The second instance court may consider new evidence without specific justification if it tacitly rejects the claim of bad faith or gross negligence, thereby rendering an appeal based on such procedural violation inadmissible.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal new evidence in appeal bad faith submission gross negligence tacit rejection Code of Civil Procedure procedural violation

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 529 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11a) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1590/2010
Supreme Court Case 1294/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1132 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1132/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχαήλ Μαυρομιχάλη, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. του Α., 2) Μ. θυγ. Σ. Σ., κατοίκων ..., 3) Σ. χήρας Γ. Φ., το γένος Α. Σ., κατοίκου …, 4) Π. συζύγου Γ. Ν., το γένος Α. Σ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Φαζάκη, που κατέθεσε προτάσεις.

Β. Των αναιρεσείοντων: 1) Π. συζύγου Γ. Ν., το γένος Α. Σ., κατοίκου …, 2) Σ. Σ. του Α., 3) Μ. θυγ. Σ. Σ., κατοίκων ..., 4) Σ. χήρας Γ. Φ., το γένος Α. Σ., κατοίκου …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Φαζάκη, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχαήλ Μαυρομιχάλη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2013 αγωγή της υπό στοιχείο Α. 3ης ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β. 4ης ήδη αναιρεσείουσας, την από 5-12-2014 αγωγή του υπό στοιχείο Α. ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β. ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 6-4-2015 κύρια παρέμβαση-αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1047/2016 μη οριστική, 3373/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 168/2019 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α. αναιρεσείων με την από 30-10-2019 αίτησή του και τους από 25-9-2020 πρόσθετους λόγους του και οι υπό στοιχείο Β. αναιρεσείοντες με την από 6-11-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α. αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β. αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της από 30-10-2019 αιτήσεώς του και των από 25-9-2020 πρόσθετων λόγων του και την απόρριψη της από 6-11-2019 αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Β. αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της από 30-10-2019 αιτήσεώς και των από 25-9-2020 πρόσθετων λόγων και την παραδοχή της από 6-11-2019 αιτήσεως. Καθένας ζήτησε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις α) από 30-10-2019 και τους από 25-9-2020 πρόσθετους λόγους του Κ. Σ. του Α. και β) από 6-11-2019 των Π. συζ. Γ. Ν. το γένος Α. Σ. κλπ, ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 168/2019 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Οι ως άνω αιτήσεις και πρόσθετοι λόγοι, που στρέφονται κατά της αυτής πιο πάνω αποφάσεως, έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 553, 556, 558, 564 αρ. 1, 566, 569, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συναφείς και, επομένως πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, αφού συνεκδικασθούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ως εξής: Με την από 5.12.2014 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Κ. Σ. ζητούσε, με την κύρια βάση της, την αναγνώριση της ακυρότητας των αναφερομένων από 21.7.2005 και 7.7.2004 ιδιόγραφων διαθηκών, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα, του αποβιώσαντος στις 20,11.2012 Α.

Σ. του Κ., πατέρα αυτού και των πρώτου, τρίτης και τέταρτης των εναγόμενων και παππού της τότε εκπροσωπούμενης από τους πρώτο και δεύτερη εξ αυτών ανήλικης Μ. Σ., κατοίκου εν ζωή …, ο οποίος κατά το θάνατό του άφησε πλησιέστερους συγγενείς του τον ενάγοντα και τα υπόλοιπα τρία εναγόμενα τέκνα του. Με τις παραπάνω διαθήκες ο διαθέτης, για τους σε αυτές αναφερόμενους λόγους, περιόριζε τον ενάγοντα στη νόμιμη μοίρα, δια των καταλειπόμενων με αυτές (διαθήκες) αλλά και δια των εν ζωή χορηγηθέντων σε αυτόν περιουσιακών του, στοιχείων, της ακυρότητας δε των διαθηκών οφειλομένης, αφενός στο ότι ο διαθέτης δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, αφετέρου στο ότι βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.

Επικουρικά δε, όπως εκτιμήθηκε το σχετικό του αίτημα στον πρώτο βαθμό, ο ενάγων ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας των εν λόγω διαθηκών, λόγω αντίθεσής τους στα χρηστά ήθη, διότι με το περιεχόμενό τους ο διαθέτης επέδειξε αδικαιολόγητα μίσος, εμπάθεια και περιφρόνηση στο πρόσωπο του, που οφειλόταν καταφανώς σε έλλειψη επαρκούς συνείδησης των πραττομένων και σε διαταραχή της προσωπικότητάς του.

Και ακόμη, επικουρικότερα, ζητούσε να ακυρωθεί η σχετική διάταξη κάθε μίας από τις παραπάνω διαθήκες για τον περιορισμό του στη νόμιμη μοίρα, λόγω πλάνης του διαθέτη ως προς τα παραγωγικά αίτια της βούλησής του, που αναφέρονται στις διαθήκες αυτές, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ενόψει των ανωτέρω, ο ενάγων με το κύριο αίτημα της αγωγής του, ζητούσε να αναγνωρισθεί, κατόπιν της αναγνώρισης, άλλως της κήρυξης της ακυρότητας των παραπάνω διαθηκών, το κληρονομικό του δικαίωμα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του διαθέτη- πατέρα του, και δη σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, επί των περιγραφόμενων στην αγωγή κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, οι οποίοι τα κατακρατούν ως κληρονόμοι, να του τα αποδώσουν κατά το εν λόγω ποσοστό εξ αδιαιρέτου.

Επικουρικά, για την περίπτωση που οι παραπάνω διαθήκες κρίνονταν έγκυρες, ο ενάγων ζητούσε: να αναγνωρισθεί ότι οι διαθήκες κατά το μέρος που θίγουν τη νόμιμη μοίρα του είναι άκυρες, να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα ως νομίμου μεριδούχου του εν λόγω διαθέτη, καθώς και το δικαίωμά του προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του σε ποσοστό 15,79% εξ αδιαιρέτου επί των περιγραφόμενων στην αγωγή κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων, πλην των καταλειπομένων στον ίδιο και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, οι οποίοι κατακρατούν ως κληρονόμοι τα επίδικα στοιχεία της κληρονομιάς, να του τα αποδώσουν αυτούσια κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τη 1047/2016 απόφασή του, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε την αγωγή αυτή κατά το κύριο αίτημα της, με το οποίο ζητούσε την αναγνώριση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος του κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του συνόλου των κληρονομιαίων στοιχείων και κατά το επικουρικό αίτημα, με το οποίο ζητούσε την αναγνώριση του εκ συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας κληρονομικού δικαιώματος του κατά ποσοστό 15,79% εξ αδιαιρέτου επί των κληρονομιαίων στοιχείων και την απόδοση τους σ' αυτόν κατά το ως άνω ποσοστό ως απαράδεκτη για τ' αναφερόμενα ακίνητα, λόγω μη εγγραφής στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων.

Επίσης, απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματα της αγωγής: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των προσβαλλόμενων διαθηκών, λόγω αντίθεσής τους στα χρηστά ήθη και β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 21-7-2005 ιδιόγραφης διαθήκης του διαθέτη λόγω πλάνης ως προς τα παραγωγικά αίτια, για το λόγο ότι και σ' αυτή υπονοούνται οι αναφερόμενες στην από 7-7-2004 ιδιόγραφη διαθήκη ανυπόστατες κατηγορίες.

Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου ως προς τα ανακύπτοντα ιατρικά ζητήματα αναφορικά με το αίτημα της κύριας βάσης της εν λόγω αγωγής, περί αναγνώρισης της ακυρότητας των επίδικων διαθηκών, λόγω έλλειψης της συνείδησης των πραττομένων του διαθέτη και περιορισμού της λειτουργίας της βούλησης του, να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα ιατρό νευρολόγο Ι.

Μ. του Ν., κατά τα ορισθέντα από την ως άνω απόφαση. Ακολούθως, μετά την διενέργεια της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η ένδικη αγωγή του Κ. Σ., επί της οποίας εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία η υπ' αριθ. 3373/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της κύριας βάσης της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας των από 7-7-2004 και από 21-7-2005 ιδιόγραφων διαθηκών, λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και περιορισμού της λειτουργίας της βούλησης του ως άνω διαθέτη, καθώς και ο αγωγικός ισχυρισμός περί πλάνης του διαθέτη ως προς τα παραγωγικά αίτια της βούλησής του, συναφώς δε και το αίτημα αναγνώρισης του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του διαθέτη Α.

Σ., και δη σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, επί των περιγραφόμενων στο αγωγικό δικόγραφο κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων και της αντίστοιχης υποχρέωσης των εναγομένων να του τα αποδώσουν κατά το ως άνω ποσοστό. Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η επικουρική βάση της αγωγής ότι το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος ως νόμιμου μεριδούχου στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα του Α.

Σ. προσβλήθηκε με την από 21.7.2005 ιδιόγραφη διαθήκη του τελευταίου και κατόπιν τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος ως νόμιμου μεριδούχου, το οποίο πρέπει να λάβει αυτός για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του, ανέρχεται σε ποσοστό 8,9% εξ αδιαιρέτου επί του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας, πλην των ακινήτων που εξαιρέθηκαν με την απόφαση και υποχρέωσε τους εναγόμενους να αποδώσουν στον ενάγοντα τη λεπτομερώς στο σκεπτικό της απόφασης κινητή και ακίνητη κληρονομιαία περιουσία, κατά το παραπάνω ποσοστό.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων- αναιρεσίβλητος άσκησε την από 22-2-2018 έφεση και οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 14-5- 2018 έφεση, ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς. Επί των εφέσεων αυτών, τις οποίες συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την 168/2019 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία δέχθηκε τυπικά αυτές και απέρριψε την πρώτη, κατά το μέρος που αφορούσε την ακυρότητα και ακυρωσία των διαθηκών και δέχθηκε, κατά τα λοιπά, τις εφέσεις κατ' ουσίαν.

Εξαφάνισε την 3373/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ως προς τις διατάξεις της, με τις οποίες έγινε εν μέρει δεκτή η επικουρική βάση της από 5.12.2014 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 259/150/9-1-2015) αγωγής και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή αυτή, κατά την επικουρική της βάση, αναγνώρισε ότι το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος ως νόμιμου μεριδούχου, το οποίο πρέπει να λάβει προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του ανέρχεται σε ποσοστό 0,067 ή 6,7% εξ αδιαιρέτου επί του συνόλου της πραγματικής κινητής και ακίνητης κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος στον …, στις 20 Νοεμβρίου του έτους 2012, Α.

Σ. του Κ. και Ε., συνταξιούχου δικηγόρου, γεννηθέντος το έτος 1914 και κατοίκου εν ζωή …, πλην των αναφερομένων στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ακινήτων και υποχρέωσε τους εναγόμενους να αποδώσουν στον ενάγοντα τη λεπτομερώς περιγραφόμενη στο σκεπτικό της, κληρονομιαία περιουσία (κινητή και ακίνητη) κατά το ως άνω αναφερόμενο ποσοστό.

Α) Επί των από 30-10-2019 αίτησης αναίρεσης και από 25-9-2020 πρόσθετων λόγων του Κ. Σ. του Α.

I. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο/αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β του Κ.Πολ.Δικ.).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. (Ολ.ΑΠ 8/2005).

Στη προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του και τον ενδέκατο πρόσθετο λόγο, την από το άρθρο 559 αριθ.1 β Κ.Πολ.Δ, προσάπτει στο Εφετείο ότι την προσβαλλόμενη απόφαση του, με το να καταλήξει στην κρίση του ότι " από την εκτίμηση του όλου προαναφερόμενου αποδεικτικού υλικού, δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά τον χρόνο σύνταξης των επίδικων διαθηκών (2004-2005) ο διαθέτης ήταν αναμφίβολα στο προτελευταίο στάδιο ή άλλως στο ενδιάμεσο στάδιο ανοϊκής συνδρομής με το σκεπτικό ότι στην άνοια ως χρόνιο νόσημα με κλιμακωτή επιδείνωση, από την έναρξη των συμπτωμάτων μέχρι το τελικό στάδιο, αυτής μεσολαβούν έξι έως δέκα χρόνια", δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 131 και 1729 Α.Κ και δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στους κανόνες αυτούς, παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σύμφωνα με τα οποία: 1.

Η αγγειακή άνοια αποτελεί μία χρόνια και προϊούσα νόσο με κλιμακωτή επιδείνωση και σταδιακή έκπτωση των νοητικών λειτουργιών μη αναστρέψιμη, η οποία επιδεινώνεται κλιμακωτά και οδηγεί αναπόφευκτα σε μερική ή ολική απώλεια συνείδησης νοητική και ψυχική διαταραχή, ανάλογα με το στάδιο που βρίσκεται, 2.

τα υπερήλικα άτομα πρέπει να λαμβάνουν μειωμένες δόσεις αντιανοϊκής αγωγής, 3. σύμφωνα με το ιστορικό που λαμβάνει ο θεράπων ιατρός από τους συγγενείς του ασθενούς δεν είναι βέβαιος για την ακρίβεια των όσων του βεβαιώνουν, 4. Οι διαβολές σε άτομα με προχωρημένη ηλικία (90-91 ετών) και με σοβαρά νευρολογικά ευρήματα, από άτομα από τα οποία εξαρτώνται άμεσα, είναι απόλυτα ικανές να επηρεάσουν καταλυτικά τα συναισθήματα και τη βούλησή τους.

Ενώ, με βάση τα ανωτέρω, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, διδάγματα κοινής πείρας, έπρεπε το Εφετείο, να δεχθεί ότι η διανοητική κατάσταση του διαθέτη ήδη από το έτος 1996, ότε εισήχθη στο Τζάνειο Νοσοκομείο, για βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εκκίνησε λήψη αντιανοϊκών φαρμάκων άρχισε να φθίνει, πάσχων ήδη από αγγειακή άνοια, η οποία ως χρόνια και προϊούσα νόσος με κλιμακωτή επιδείνωση κατά τα έτη 2004 και 2005 (χρόνο σύνταξης των επίδικων διαθηκών) ήδη είχε εξελιχθεί, με αποτέλεσμα την έκπτωση των νοητικών του λειτουργιών και την αδυναμία του να διαμορφώσει ελεύθερα τη βούληση του, καθιστώντας αυτόν άτομο εξαρτώμενο και υποβόλιμο από άτομα που είχαν αναλάβει την φροντίδα του, έχοντας απωλέσει την πλήρη συνείδηση των πραττομένων και την ικανότητα ελεύθερης διαμόρφωσης της βούλησής του, πάσχων από σοβαρή διανοητική και ψυχική διαταραχή, με αποτέλεσμα να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις των άρθρων 131 παρ. 1 και 1719 Α.Κ .

Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και, υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως των ίδιων κανόνων ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποιήσεως των φερόμενων ως άνω διδαγμάτων της κοινής πείρας για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

II. Κατά το άρθρο 559 αριθμό 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως (ΑΠ 797/2013).

Ο έλεγχος της βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως πραγματώνεται με την κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επιτρεπτή αναιρετικώς επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΑΠ 1374/2013). Δεν ιδρύεται όμως ο παρών λόγος αναίρεσης αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΑΠ 430/2011).

Δεν αποτελούν "πράγματα" οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης και αναφέρονται όχι σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά σε πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, αντλούμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο (Α.Π 1154/2015). Τέλος, ο λόγος αυτός αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β ΚΠολΔ, δεν μπορεί να θεμελιωθεί αν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση τους ισχυρισμούς αυτούς του διαδίκου για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (Α.Π 347/2007).

Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, δεν έλαβε υπόψη προς θεμελίωση του αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Κ. Σ., ότι ο διαθέτης πατέρας του κατά τον χρόνο σύνταξης των επίδικων διαθηκών ήταν στο τελευταίο ή το ενδιάμεσο στάδιο της ανοϊκής συνδρομής, τους ισχυρισμούς και λόγους έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων: 1ον) ότι η διαταχθείσα με την 1047/2016 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ιατρική πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα Ι.

Μ., ότι ο διαθέτης ήταν δήθεν ικανός για δικαιοπραξία, κατά τον χρόνο σύνταξης των επίδικων διαθηκών, είναι ανεπαρκής, αόριστη και επιστημονικώς ατεκμηρίωτη, προβάλλοντας περαιτέρω τα αποδεικτικά στοιχεία καθώς και τα επιχειρήματα και συμπεράσματα του, από τα οποία, κατά την άποψή του (αναιρεσείοντος) αποδεικνύεται τούτο. 2ον) ότι ο περιορισμός του (αναιρεσείοντος), στη νόμιμη μοίρα και οι αναφερόμενες στις επίδικες διαθήκες προσβλητικές κατηγορίες και χαρακτηρισμοί δεν θα μπορούσαν να αναγραφούν από πατέρα που είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων, καταδεικνύουν δε τη νοητική και ψυχική κατάσταση του διαθέτη, ιδίως μάλιστα, όταν αυτά τα περιστατικά και αυτές οι μομφές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, οφειλόμενες σε διαβολές από όλους όσοι είχαν συμφέρον από τον περιορισμό του στη νόμιμη μοίρα.

και 3ον) ότι οι διατάξεις της διαθήκης του 2005, σε σχέση με την διάθεση της περιουσίας του διαθέτη ήταν νομικά και ουσιαστικά ασυνάρτητες και αδόκιμες και οι εντολές και επιθυμίες του διαθέτη που αναφέρονται στις επίδικες διαθήκες, ήταν αντιφατικές και λογικά απρόσφορες και ατελέσφορες και δεν συνάδουν μ' ένα τόσο έμπειρο, επιμελή και συνετό δικηγόρο - ως ήταν προηγούμενα ο διαθέτης-, προσδιορίζοντας τις, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, πλημμέλειες της πιο πάνω διαθήκης, που καταμαρτυρούν ότι ο διαθέτης δεν είχε συνείδηση των πραττομένων.

Ο αναιρεσείων Κ. Σ. επίσης, εκθέτει στους λόγους αυτούς, την κατά την άποψή του εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, παραθέτοντας τα επιχειρήματα και συμπεράσματα που ο ίδιος αντλεί από αυτά. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι, αφορούν τους λόγους έφεσης, οι οποίοι περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης και δεν αναφέρονται σε αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αλλά σε εκτίμηση των αποδείξεων και σε πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα του ίδιου, αντλούμενα από αυτές και, συνεπώς, είναι απαράδεκτοι.

Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εξετάζοντας την βασιμότητα των σχετικών λόγων εφέσεως, επανεκτίμησε τις αποδείξεις και έλαβε υπόψη τους προβαλλόμενους με αυτούς ισχυρισμούς, τους οποίους και απέρριψε ως αβάσιμους γιατί, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστικά κρίση του, δέχθηκε τα εξής: "Από την εκτίμηση όλου του προαναφερόμενου αποδεικτικού υλικού δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά το χρόνο σύνταξης των επίδικων διαθηκών (2004-2005) ο διαθέτης ήταν αναμφίβολα στο προτελευταίο στάδιο ή άλλως στο ενδιάμεσο στάδιο ανοϊκής συνδρομής, με το σκεπτικό ότι στην άνοια ως χρόνιο νόσημα με κλιμακωτή επιδείνωση, από την έναρξη των συμπτωμάτων μέχρι το τελικό στάδιο αυτής μεσολαβούν έξι έως δέκα χρόνια.

Τη θέση αυτή λαμβάνει ο τεχνικός του σύμβουλος νευροχειρουργός Κ. Κ., επικαλούμενος κάποιο άρθρο από τον ιστότοπο www.dementiacarecentral.com. Ωστόσο, η κρίση του δεν φαίνεται να είναι αντικειμενική, δεδομένου ότι εξαρχής, χωρίς κάποια επιφύλαξη, φαίνεται να λαμβάνει θέση ότι παρότι δεν προσκομίζονται σχετικά στοιχεία ότι ο διαθέτης τύγχανε ιατρικής παρακολούθησης για άνοια την επίμαχη περίοδο 2004-2005, κάτι τέτοιο συνέβαινε, καθώς ο τελευταίος έπασχε από αγγειακή άνοια (βλ.

σελίδα 4, παράγραφος Β1 της εκθέσεώς του). Αντίθετα, ο διορισθείς πραγματογνώμονας, νευρολόγος Ι. Μ. καταλήγει στη δική του θέση ότι ο Α. Σ. δεν έπασχε από τέτοια νόσο κατά τους επίμαχους χρόνους, αναπτύσσοντας πειστικά τα επιχειρήματά του. Στην έκθεσή του διαλαμβάνει ότι "η άνοια αποτελεί ένα σύμπτωμα η διάγνωση του οποίου γίνεται αποκλειστικά με κλινική εξέταση του ασθενή και αφορά έλεγχο συμπτωμάτων που έχουν σχέση με την μνήμη του και τις νοητικές του λειτουργίες και όχι απεικονιστικά" (σελίδα 13 της έκθεσης, τελ.

παράγραφος), ενώ συμπερασματικά αναφέρει για τον διαθέτη ότι "σε ότι αφορά την ύπαρξη των ανωτέρω απεικονιστικών ευρημάτων του 2008 (εγκεφαλοπάθεια και εκσεσημασμένη ατροφία εγκεφάλου, περιορισμένου τύπου υδροκεφαλία) και την περίοδο 2004-5, εκτιμώ ότι όντως υπήρχαν καθώς αποτελούν μία χρόνια διαδικασία, αλλά κατά την συγκεκριμένη περίοδο δεν είχαν επηρεάσει την νοητική ικανότητα του Α.

Σ., δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται ανωτέρω, τα υπάρχοντα αντικειμενικά δεδομένα δεικνύουν επαρκές νοητικό υπόβαθρο για εκτέλεση δικαιοπραξίας". Στηρίζεται δε στο βεβαιούμενο γεγονός από τον θεράποντα ιατρό Μ. της πλήρους ομαλής μετεγχειρητικής πορείας του διαθέτη από τη χειρουργική επέμβαση εκκένωσης χρόνιου επισκληρίδιου αιματώματος στην οποία υπεβλήθη στις 10.9.1996, στο γεγονός ότι δεν προκύπτει από κανένα ιατρικό έγγραφο ότι ο διαθέτης κατά τους επίμαχους χρόνους λάμβανε φαρμακευτική αγωγή για αντιμετώπιση νευρολογικών προβλημάτων, στο ότι ακόμη και κατά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο "METROPOLITAN" στις 27.12.2008, οι δόσεις του φαρμάκου Exelon που λάμβανε ήταν τέτοιες που συνηγορούν ότι η έναρξη χορήγησής του ήταν πρόσφατη και στο ότι ο τρόπος γραφής των επίδικων διαθηκών (σαφήνεια, διαρκής ειρμός, γραφική ευχέρεια, χωρίς ορθογραφικά λάθη, με σωστή χρήση του πολυτονικού συστήματος και της καθαρεύουσας και με μακρές προτάσεις) την περίοδο 2004-2005, δείχνουν ότι ο συντάκτης τους διέθετε ικανοποιητικό επίπεδο των γνωσιακών- νοητικών λειτουργιών, κάτι που υποδηλώνει ότι εκείνος δεν παρουσίαζε τότε ανοϊκή συνδρομή ή άλλη νοητική έκπτωση που να επηρεάζει τη λειτουργικότητά του και τη γενικότερη ικανότητά του, καθιστώντας τον ανίκανο για τη σύνταξη διαθήκης.

Ομοίως, ο γνωματεύσας κατόπιν αιτήματος των εναγόμενων, ψυχίατρος Α. Δ. υποστηρίζει ότι η αγγειακή άνοια προκύπτει από την απότομη διακοπή της κυκλοφορίας του αίματος στον εγκέφαλο και ότι σύμφωνα με τα βιβλία της ψυχιατρικής δύναται να έχει αιφνίδια σχετικά έναρξη όπως συνέβη με τον Α. Σ. και όχι βραδεία και "ύπουλη" έναρξη, η οποία να διαλάθει της προσοχής.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το εάν ο Α. Σ. ήταν ικανός ή μη να συντάξει διαθήκες κατά τους επίμαχους χρόνους πρέπει να αναζητηθεί σε πράξεις του διαθέτη και σε γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον χρόνο σύνταξης αυτών. Ο τεχνικός σύμβουλος του ενάγοντος συσχετίζει την κάκωση κεφαλής για την οποία είχε χειρουργηθεί ο διαθέτης το έτος 1996 με τη μετέπειτα ανάπτυξη σε αυτόν άνοιας, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για κάκωση ιδιαίτερης βαρύτητας, λόγος για τον οποίο ο Α.

Σ. παρέμεινε στο νοσοκομείο αρκετές ημέρες ήτοι από 28.8.1996 έως 10.9.1996 και ότι μετά την έξοδό του δεν υπήρξε πλήρης αποκατάσταση της υγείας του, με αποτέλεσμα σε συνδυασμό με άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες (προχωρημένη ηλικία, υδροκεφαλία, σακχαρώδης διαβήτης - υπέρταση, γενικευμένη μικροαγγειοπάθεια) και λαμβανόμενου υπόψη ότι του χορηγούνταν τα αντιανοϊκά φάρμακα Referan και Nootrop ήδη από το έτος 1996, να μπορεί να συναχθεί ότι αυτός την περίοδο 2004-2005 ήταν ένα άτομο εξασθενημένο ψυχικά και νοητικά, ώστε να περιορίζεται αποφασιστικά η λειτουργία της βούλησής του και να έχει μειωμένη ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, γεγονός που τον καθιστούσε ιδιαίτερα ευάλωτο στη λήψη αποφάσεων με λογικούς υπολογισμούς και από παραστάσεις, συναισθήματα ή επιρροές τρίτων.

Σχετικά με την επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο διαθέτης το έτος 1996, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός στις 17.7.1996 υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, καθώς ενώ προχωρούσε πεζός, τον χτύπησε μηχανάκι. Παρουσίασε εκχύμωση δεξιάς μετωπιαίας χώρας και έμεινε μία ημέρα για παρακολούθηση στον Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας.

Η εικόνα του ήταν καλή μέχρι τις 23.8.1996, όταν άρχισε να σέρνει το δεξιό του πόδι. Εν συνεχεία, η βάδισή του επιδεινώθηκε και παρουσίασε σύγχυση και δυσχέρεια στην ομιλία του. Διακομίσθηκε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά "ΤΖΑΝΕΙΟ" στις 25.8.1996, καθώς εμφάνιζε δεξιά πυραμιδική συνδρομή και έντονη ωχρότητα δέρματος επιπεφυκότων, με αναφερόμενη Κ.Ε.Κ. (κρανιοεγκεφαλική κάκωση) αριστεράς μετωπιαίας χώρας, όπου διαγνώσθηκε ότι έφερε ενδοκράνιο αιμάτωμα και νοσηλεύθηκε έως την 28.8.1996 σύμφωνα με την με ίδια ημερομηνία έκθεση νοσηλείας ασθενούς του ως άνω νοσοκομείου.

Ακολούθως, μεταφέρθηκε στο νευροχειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου "Μεταξά", εμφανίζοντας αδυναμία των δεξιών άκρων (δεξιά ημιπάρεση), δυσχέρεια επικοινωνίας και σύγχυση και υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία, η οποία έδειξε ένα μεγάλο χρόνιο υποσκληρίδιο αιμάτωμα στην επιφάνεια του αριστερού εγκεφαλικού ημισφαιρίου και ένα μικρότερο δεξιά, χωρίς υποκείμενες βλάβες εγκεφάλου.

Στις 29.8.1996, υποβλήθηκε σε άμεση χειρουργική εκκένωση του αιματώματος με δύο κρανιοανατρήσεις αριστερά και δεξιά και, καθώς η μετεγχειρητική πορεία της υγείας του ήταν ομαλή, εξήλθε από το νοσοκομείο στις 10.9.1996. Ιδιαίτερα σημαντική κρίνεται ως προς τη μετεγχειρητική κατάσταση της υγείας του διαθέτη, η υπ' αριθμ.

…./2015 ένορκη βεβαίωση του τότε διευθυντή στο νευροχειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου "Μεταξά", Π. Μ.υ, ο οποίος αναφέρει σχετικά: "Εξήλθε σε άριστη κατάσταση με μόνη αγωγή αντιδιαβητικά και καρδιολογικά φάρμακα χωρίς ιδιαίτερη φαρμακευτική αγωγή από νευρολογικής πλευράς. Η μετεγχειρητική αξονική τομογραφία εγκεφάλου (10/10/1996) έδειξε καλή απορρόφηση του αιματώματος και φυσιολογική απεικόνιση του εγκεφάλου χωρίς εστιακές βλάβες ή μετατραυματικές αλλοιώσεις, ούτε εγκεφαλική ατροφία ή υδροκέφαλο.

Στη συνήθη μετεγχειρητική παρακολούθηση, μετά 6 εβδομάδες και μετά 6 μήνες, δεν παρουσίαζε κανένα νευρολογικό έλλειμμα και οι ανώτερες διανοητικές λειτουργίες ήταν φυσιολογικές, ενώ είχε επιστρέψει στη συνήθη επαγγελματική του δραστηριότητα την οποία συνέχισε για άλλα δύο χρόνια όταν και συνταξιοδοτήθηκε.

Σε τυχαία συνάντησή μας μετά 4 περίπου έτη μου ανέφερε ότι παρά τη συνταξιοδότηση συνέχιζε να πηγαίνει τακτικά στο γραφείο του." Ακολούθως, ο ίδιος μάρτυρας εξηγεί ως ιατρός, τον τρόπο που το χρόνιο υποσκληρίδιο αιμάτωμα επιδρά στον οργανισμό του ασθενούς, αναφέροντας σχετικά: "Το χρόνιο υποσκληρίδιο αιμάτωμα αποτελεί μία όχι εντελώς σπάνια συνέπεια ελαφράς, έως και ασήμαντης, κάκωσης της κεφαλής σε άτομα άνω των 60 ετών.

Οφείλεται στη συλλογή μικρών αιματικών θρόμβων μεταξύ της σκληράς μήνιγγος (του εσωτερικού επενδύματος του κρανίου) και της επιφάνειας του εγκεφάλου τα οποία αρχικά δεν δημιουργούν κανένα πρόβλημα και συνήθως απορροφούνται αφ' εαυτών. Ενίοτε όμως με ωσμωτικούς μηχανισμούς υγροποιούνται, αυξάνονται σε μέγεθος και δημιουργούν νευρολογικά προβλήματα λόγω πιέσεως του υποκειμένου εγκεφάλου.

Ο χρόνος ανάπτυξης ενός χρονίου υποσκληριδίου αιματώματος είναι από ένα έως τρεις μήνες. Τα χρόνια υποσκληρίδια αιματώματα δεν υποδηλούν προϋπάρχουσα εγκεφαλική βλάβη ούτε συνεπάγονται δευτερογενείς βλάβες του εγκεφάλου εφ' όσον εκκενωθούν εγκαίρως και σωστά.". Η ένορκη αυτή βεβαίωση κρίνεται αξιόπιστη και πειστική, καθόσον προέρχεται από τον διευθυντή του νευροχειρουργικού τμήματος του νοσοκομείου "Μεταξά" κατά την περίοδο νοσηλείας σε αυτό του διαθέτη τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1996, που παρακολούθησε εκ του σύνεγγυς την πορεία της υγείας του πριν και μετά την παραπάνω επέμβαση και ως προς τον οποίο δεν προέκυψε συγγενική, επαγγελματική, φιλική ή άλλη σχέση να τον συνδέει με κάποιον από τους διαδίκους, ώστε να δημιουργούνται αμφιβολίες για το εάν πράγματι διαπίστωσε τα όσα καταθέτει.

Η ένορκη αυτή βεβαίωση εισφέρει μαρτυρία και ως προς τη διανοητική κατάσταση του διαθέτη τουλάχιστον τέσσερα χρόνια μετά την παραπάνω επέμβαση, δηλαδή κατά το έτος 2000, όταν ο παραπάνω ιατρός συνομίλησε με τον ανωτέρω πρώην ασθενή του, σχετικά με τη συνταξιοδότησή του και έλαβε την πληροφορία ότι συνέχιζε να πηγαίνει στο γραφείο του, χωρίς εκείνος να αποκομίσει την εντύπωση ότι ο πρώην ασθενής του έπασχε από κάποιας μορφής άνοια.

Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος που περιέχεται στην έφεσή του ότι ο πραγματογνώμονας Ι. Μ. και εντέλει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ως ορθή την πραγματογνωμοσύνη του δεν αξιολόγησαν το από 26.8.1996 πιστοποιητικό του Τζάνειου Νοσοκομείου Πειραιά, σύμφωνα με το οποίο κατά την εκεί νοσηλεία του διαθέτη, του χορηγείτο το αντιανοϊκό φάρμακο REFERAN, κατάλληλο για τη βελτίωση των συμπτωμάτων της άνοιας και "για τη βελτίωση των συμπτωμάτων της εγκεφαλικής ατροφίας ηλικιωμένων, σε διανοητική έκπτωση και ανεπάρκεια γνωστικών λειτουργιών", καθώς και το ιατρικό έγγραφο με τίτλο "Θερμομετρικό Διάγραμμα- Τζάνειο Νοσοκομείο- 1996", σύμφωνα με το οποίο ομοίως κατά την εκεί νοσηλεία του διαθέτη του χορηγείτο το φάρμακο NOOTROP κατά της άνοιας, στοιχεία που συνηγορούν ότι ο Α.

Σ. εμφάνιζε από τότε τέτοιο πρόβλημα, πρέπει να σημειωθεί ότι και τα δύο φάρμακα έχουν δοθεί ως θεραπευτική αγωγή και οδηγίες κατά την έξοδό του από το "Τζάνειο", όπου ο διαθέτης εισήχθη με πρόβλημα στο βάδισμα, σύγχυση, δυσχέρεια στην ομιλία και του έγινε διάγνωση για "ενδοκράνιο αιμάτωμα", δηλαδή και τα δύο φάρμακα δόθηκαν ως θεραπευτική αγωγή πριν ο Α.

Σ. χειρουργηθεί στο αιμάτωμα στο νοσοκομείο "Μεταξά" (βλ. την από 28.8.1996 έκθεση νοσηλείας ασθενούς του "Τζάνειου" για τη χορήγηση του Referan και το Θερμομετρικό Διάγραμμα του ίδιου νοσοκομείου για τη χορήγηση του Nootrop). Στα σχετικά έγγραφα δεν αναφέρεται ότι τα εν λόγω φάρμακα του χορηγούνται για κάποια άλλη αιτία, πέραν αυτής που αναφέρεται στη διάγνωση του εν λόγω νοσοκομείου και μάλιστα πουθενά δεν γίνεται λόγος για διάγνωση άνοιας, ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι τα φάρμακα του χορηγήθηκαν προς αντιμετώπιση της ασθένειας αυτής.

Επιπλέον, από κανένα ιατρικό έγγραφο του νοσοκομείου "Μεταξά", δεν προκύπτει ότι συνεστήθη στον διαθέτη μετά την επιτυχή επέμβαση στην οποία υπεβλήθη για το ενδοκράνιο αιμάτωμα, να συνεχίσει να λαμβάνει τα εν λόγω φάρμακα προς αντιμετώπιση συμπτωμάτων άνοιας. Ως εκ τούτου και το συμπέρασμα του τεχνικού συμβούλου του ενάγοντος στην από 25.10.2016 έκθεσή του ότι ήδη από το 1996 συνεστήθη στον ασθενή, αγωγή κατά της άνοιας δεν κρίνεται πειστικό.

Περαιτέρω, είναι γεγονός που επισημαίνει, άλλωστε και ο πραγματογνώμονας Ι. Μ. ότι έκτοτε και μέχρι το έτος 2006 και ειδικότερα για το διάστημα 2004-2005, δεν υπάρχει κανένα ιατρικό έγγραφο εκείνης της περιόδου που αναφέρεται στη νοητική ικανότητα ή την ψυχική κατάσταση του διαθέτη. Το μόνο που υφίσταται ως δεδομένο για εκείνη την περίοδο είναι ότι ο διαθέτης λάμβανε τακτική αγωγή για τον σακχαρώδη διαβήτη και πιθανώς για τα προβλήματα της καρδιακής του λειτουργίας, όπως αναφέρει στην ένορκη βεβαίωσή του ο ιατρός Μ.ς, στοιχεία που αποδεικνύουν ότι βρισκόταν υπό τακτική ιατρική παρακολούθηση.

Κατά τον πραγματογνώμονα, χρήσιμα στοιχεία δίνει η γνωμάτευση της νευρολόγου Μ. Γ., στις 4.1.2009, όταν δηλαδή ο διαθέτης νοσηλεύθηκε με άνοια στο "Metropolitan", οπότε η ως άνω ιατρός σημείωσε το ιστορικό του ασθενούς που έλαβε από οικείους του που τον συνόδευαν. Γράφει λοιπόν σχετικά ο πραγματογνώμων στην έκθεσή του: "Η μόνη αναφορά που βρίσκεται χρονικά πιο κοντά στην περίοδο 2004-5 βρίσκεται στη γνωμάτευση της Νευρολόγου κας Μ.

Γ. στις 4/1/09 κατά τη νοσηλεία του Α. Σ. στο νοσοκομείο "Metropolitan" που αναφέρει τα εξής "...Το 2006 αιφνίδια διαταραχές της συμπεριφοράς μικρής διάρκειας μετά από stress- έκτοτε αναφέρονται διαταραχές μνήμης". Με βάση αυτή τη γνωμάτευση, η οποία βασίζεται στη λήψη ιστορικού από το οικογενειακό περιβάλλον του που ήταν παρόν κατά τη νοσηλεία του, προκύπτει ότι το πρώτο επεισόδιο διαταραχής συμπεριφοράς ήταν το 2006 και έκτοτε αναφέρεται η εμφάνιση διαταραχών μνήμης, οι οποίες θα πρέπει να επισημανθεί ότι επουδενί δεν υποδηλώνουν αυτονοήτως την ύπαρξη ανοϊκής συνδρομής.

Δηλαδή κατά την περίοδο 2004-5 το οικογενειακό περιβάλλον του Α. Σ. κατά τη λήψη ιστορικού στο νοσοκομείο "Metropolitan" το 2008 ΔΕΝ δηλώνει την ύπαρξη διαταραχών μνήμης ή συμπεριφοράς. Σημειώνεται ότι με βάση τη δικογραφία το επεισόδιο σύγχυσης του 2006 δεν αντικρούεται από κανέναν. Επίσης με βάση τις ιατρικές γνωματεύσεις των Νευρολόγων κας Φ.

και κας Γ. στο νοσοκομείο "Metropolitan" προκύπτει ότι προ της εισαγωγής του στο νοσοκομείο ελάμβανε αντιανοϊκή αγωγή με σιρόπι Exelon. Σε ότι αφορά το Exelon, σύμφωνα με το φύλλο οδηγιών του φαρμάκου έχει τις παρακάτω θεραπευτικές ενδείξεις: Συμπτωματική θεραπεία ήπιας έως μέτριας βαρύτητας άνοιας Alzheimer. Συμπτωματική θεραπεία ήπιας έως μέτριας βαρύτητας άνοιας σε ασθενείς με ιδιοπαθή νόσο του Parkinson.

Επίσης η δόση που ελάμβανε δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερη των 6mg δεδομένου ότι κατά την νοσηλεία του στο νοσοκομείο "Metropolitan" μετατράπηκε στην αυτοκόλλητη μορφή του ίδιου φαρμάκου στα 4,6 mg που με βάση το φύλλο οδηγιών του φαρμάκου αντιστοιχεί το μέγιστο σε 6mg με τη μορφή χαπιού ή σιροπιού, οι οποίες σαφέστατα αναφέρουν τα κάτωθι: "Ένας ασθενής ο οποίος είναι σε δοσολογία 3 mg/ημέρα από του στόματος rivastigmine μπορεί να κάνει αλλαγή σε διαδερμικά έμπλαστρα 4,6mg/24h.

Ένας ασθενής ο οποίος είναι σε δοσολογία 6mg/ημέρα από του στόματος rivastigmine μπορεί να κάνει αλλαγή σε διαδερμικά έμπλαστρα 4,6mg/24h." Σημειώνεται ότι η μέγιστη δοσολογία του φαρμάκου Exelon από του στόματος είναι 12 mg. Σε ότι αφορά την δοσολογία του φαρμάκου Excelon και πως αυτή αυξάνεται με το χρόνο μέχρι να φτάσει στην υψηλότερη δόση όπως αναφέρει το φύλλο οδηγιών του φαρμάκου:

Εναρκτήρια δόση 1,5 mg δύο φορές ημερησίως. Προσδιορισμός δόσης: Η εναρκτήρια δόση είναι 1,5mg δύο φορές ημερησίως. Αν η δόση αυτή γίνει καλά ανεκτή ύστερα από τουλάχιστον δύο εβδομάδες θεραπείας, η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί σε 3 mg δύο φορές ημερησίως. Αφού διατηρηθεί σε αυτό το δοσολογικό επίπεδο επί τουλάχιστον 2 εβδομάδες, μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο διαδοχικής αύξησης σε 4,5 mg και ακολούθως σε 6mg δύο φορές ημερησίως, εφ' όσον είναι καλή η ανοχή στην παρούσα δόση.

Δηλαδή ο Α. Σ. βρισκόταν προ της εισαγωγής του στο νοσοκομείο "Metropolitan" (Δεκέμβριος 2008) σε μία μέση δόση στην οποία για να φτάσει από την έναρξη του φαρμάκου ήθελε το πολύ 1-2 μήνες, συνεπώς η έναρξη του συγκεκριμένου αντιανοϊκού φαρμάκου ήταν πρόσφατη, σαφώς δεν μπορεί να ξεπερνά το εξάμηνο (δηλαδή αρχές καλοκαιριού 2008) και επουδενί δεν δύναται να υφίσταται την περίοδο 2004- 5." Παρακάτω και ως προς το κρίσιμο ερώτημα που έθεσε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στον παραπάνω πραγματογνώμονα με την 1047/2016 απόφασή του ήτοι εάν οι παθήσεις του διαθέτη που διαπιστώθηκαν το έτος 2008, δηλαδή εγκεφαλοπάθεια και εκσεσημασμένη ατροφία εγκεφάλου, με διαταραχές μνήμης, συγκέντρωσης και επικοινωνίας, περιορισμένου τύπου υδροκεφαλία μετά από παρακεντηθέν υποσκληρίδιο αιμάτωμα, σε συνδυασμό με τις λοιπές παθήσεις που αυτός εμφάνιζε (αρτηριακή υπέρταση, συγκεντρωτική υπερτροφία αριστεράς κοιλίας, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, γενικευμένη μίκρο και μακροαγγειοπάθεια, υπονατριαιμία), καθώς και η κατά το έτος 2010 διαπιστωθείσα αγγειακή άνοια βαρείας μορφής, με βάση την ιατρική βιβλιογραφία και εμπειρία, παρουσιάσθηκαν για πρώτη φορά κατά τους χρόνους αυτούς ή εάν προϋπήρχαν και, σε καταφατική περίπτωση, εάν υφίσταντο και κατά τους χρόνους σύνταξης των επίδικων διαθηκών, δηλαδή εάν επηρέαζαν τον διαθέτη όσον αφορά στην εκ μέρους του συνείδηση των πραττομένων, αλλά και στη λειτουργία της βούλησής του και σε ποιο βαθμό, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος υπήρξε σαφής απάντηση εκ μέρους του πραγματογνώμονα και μάλιστα τεκμηριωμένη.

Συγκεκριμένα ο πραγματογνώμων-νευρολόγος Ι. Μ. αναφέρει σχετικά: "Σε ότι αφορά το ερώτημα που τίθεται αν οι παθήσεις του Α. Σ. που διαπιστώθηκαν το 2008 ήτοι εγκεφαλοπάθεια και εκσεσημασμένη ατροφία εγκεφάλου με διαταραχές μνήμης, συγκέντρωσης επικοινωνίας, περιορισμένου τύπου υδροκεφαλία μετά από παρακεντηθέν υποσκληρίδιο αιμάτωμα σε συνδυασμό και με τις λοιπές παθήσεις που αυτός εμφάνιζε (αρτηριακή υπέρταση, συγκεντρωτική υπερτροφία αριστεράς κοιλίας, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, γενικευμένη μικρό και μακροαγγειοπάθεια και υπονατριαιμία) καθώς και η κατά το έτος 2010 αγγειακή άνοια βαρείας μορφής παρουσιάσθηκαν κατά πρώτη φορά κατά τους χρόνους αυτούς ή εάν προϋπήρχαν, εάν υφίσταντο και κατά τους χρόνους σύνταξης των διαθηκών αναφέρονται τα εξής:

Αρχικά θα πρέπει να υπενθυμιστεί και να τονιστεί ότι η άνοια αποτελεί ένα σύμπτωμα η διάγνωση του οποίου γίνεται αποκλειστικά με κλινική εξέταση του ασθενή και αφορά έλεγχο συμπτωμάτων που έχουν σχέση με τη μνήμη του και τις νοητικές του λειτουργίες και όχι απεικονιστικά. Δηλαδή μία μαγνητική εγκεφάλου που δεικνύει ύπαρξη ατροφίας ή εγκεφαλοπάθειας ΔΕΝ θέτει τη διάγνωση της άνοιας, αλλά μόνο το αίτιο αυτής σε ασθενή που ήδη έχει διαγνωστεί με κλινική εξέταση να εμφανίζει άνοια.

Για να γίνει κατανοητό αναφέρεται ότι σε μαγνητικές εγκεφάλου 700 υγιών ηλικιωμένων ηλικίας 73 ετών στους 329 (ποσοστό 47%) βρέθηκαν ευρήματα ατροφίας και μέτριας - σοβαρής εγκεφαλοπάθειας. Στην ίδια ηλικιακή ομάδα το ποσοστό ατόμων που εμφανίζουν άνοια είναι περίπου 4-5%. Σε άλλη μελέτη το 55% των υγιών ατόμων ηλικίας 60-70 είχε ευρήματα αγγειακής εγκεφαλοπάθειας ενώ στις ηλικίες 80-90 το 95%.

Τα αντίστοιχα ποσοστά άνοιας ήταν για τις ηλικίες 60- 70 περίπου 3% ενώ για τις ηλικίες 80-90 περίπου 25-30%. Δηλαδή ενώ ΟΛΟΙ οι ασθενείς με άνοια (Alzheimer ή αγγειακή) θα έχουν αντίστοιχα ευρήματα στην μαγνητική εγκεφάλου (ατροφία ή εγκεφαλοπάθεια), μόνο ένα ποσοστό ασθενών με ευρήματα στην μαγνητική εγκεφάλου (ατροφία ή εγκεφαλοπάθεια) θα παρουσιάζουν άνοια κατά την διενέργεια της εξέτασης.

Σημειώνεται επίσης ότι μελέτες έχουν δείξει την έλλειψη συσχέτισης του ρόλου των σιωπηλών ισχαιμικών εμφράκτων του εγκεφάλου με την νοητική έκπτωση, ενώ άλλη συμπέρανε ότι η εγκεφαλική ατροφία έχει μικρή επίπτωση στην νοητική έκπτωση. (11, 15-16, 23, 26).

Συνεπώς σε ότι αφορά την ύπαρξη των ανωτέρω απεικονιστικών ευρημάτων του 2008 (εγκεφαλοπάθεια και εκσεσημασμένη ατροφία εγκεφάλου, περιορισμένου τύπου υδροκεφαλία) και την περίοδο 2004-5, εκτιμώ ότι όντως υπήρχαν καθώς αποτελούν μία χρόνια διαδικασία, αλλά κατά την συγκεκριμένη περίοδο δεν είχαν επηρεάσει την νοητική ικανότητα του Α.

Σ., δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται ανωτέρω, τα υπάρχοντα αντικειμενικά δεδομένα δεικνύουν επαρκές νοητικό υπόβαθρο για εκτέλεση δικαιοπραξίας." Παρακάτω, η αιτίαση του ενάγοντος στην έφεσή του ότι ο πραγματογνώμονας παρέλειψε να αναφέρει στο ιστορικό της πραγματογνωμοσύνης του και δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο ατομικό αναμνηστικό του διαθέτη κατά τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο "ΜΕΤΑΞΑ" ότι "είχε χρόνια αναιμία" και ότι "είχε υποστεί εγκεφαλικό" πριν από πολλά χρόνια δεν επηρεάζουν την αξιοπιστία της πραγματογνωμοσύνης, καθώς αφενός ο ενάγων δεν διευκρινίζει πώς συσχετίζει τη χρόνια αναιμία με την αγγειακή άνοια που διαγνώσθηκε στον διαθέτη από τα τέλη του 2008, αφετέρου σχετικά με το ιστορικό εγκεφαλικού, ο ίδιος ο ιατρός που έλαβε το ιστορικό του ασθενούς στο "ΜΕΤΑΞΑ" δεν είναι σίγουρος αν υπήρξε εγκεφαλικό προ 35ετίας, δεδομένου ότι έχει θέσει δύο ερωτηματικά δίπλα στη λέξη "εγκεφαλικό" ("Αναφέρεται εγκεφαλικό;;

επεισόδιο προ 35 ετών"). Ακόμη, σχετικά με την αιτίαση που διαλαμβάνεται στον πρώτο λόγο έφεσης ότι ο διορισθείς πραγματογνώμων παρέλειψε να αναφερθεί στην ιατρική γνωμάτευση του καρδιολόγου Μ. που εξέτασε τον διαθέτη στο νοσοκομείο "Metropolitan" κατά την εισαγωγή του εκεί στις 27.12.2008 και διαλαμβάνει σε αυτή (τη γνωμάτευση) "...ασθενής 95 ετών με ιστορικό άνοιας", απ' όπου κατά τον ενάγοντα συνάγεται ότι ο Α.

Σ. είχε άνοια προτού εισαχθεί στο Νοσοκομείο, που ήταν πλέον στο τελευταίο στάδιο της, πρέπει να σημειωθεί ότι από τα ιατρικά έγγραφα που ο ίδιος ο ενάγων προσκομίζει από το παραπάνω νοσοκομείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι ιατροί έλαβαν γνώση ότι ο ασθενής έπασχε από άνοια ήδη επί μακρό χρονικό διάστημα.

Στην προσκομιζόμενη από 4.1.2009 πρόσκληση και πιστοποίηση επίσκεψης ιατρού ειδικότητας της Αναπληρώτριας Διευθύντριας Νευρολόγου Μ. Γ. που εξέτασε τον Α. Σ. στο "Metropolitan" δίνεται το πλήρες ιστορικό του ασθενούς που της παρουσίασε το συγγενικό του περιβάλλον: "Το 1995 περίπου αναφέρεται τροχαίο με ΚΕΚ κ' ακολούθως ΔΕ αδυναμία- διαγνώσθηκαν 3 ενδοεγκεφαλικά αιματώματα που αντιμετωπίστηκαν χειρουργικά.

Το 2006 αιφνίδια διαταραχές συμπεριφοράς μικρής διάρκειας μετά από stress - έκτοτε αναφέρονται διατ/χες μνήμης. Από το καλοκαίρι του 2008 αναφέρεται αστάθεια βάδισης, δυσχρησία ΔΕ α. άκρου, επίταση των διατ/χων μνήμης κ' διατ/χες συμπεριφοράς, ψευδαισθήσεις οπτικές κ' ακουστικές. Πρόσφατη αγωγή: syr. Exelon 2mgx 2, Hozyprexa 5 mg έως 0-0-1...".

Δηλαδή σε ανύποπτο χρόνο, πριν το θάνατο του Α. Σ. μετά τον οποίο βέβαια δημοσιεύθηκαν οι επίμαχες διαθήκες, έγινε γνωστό το περιεχόμενο τους και τέθηκε ζήτημα απόδειξης για το πότε ακριβώς εμφανίσθηκε διανοητική ή ψυχική διαταραχή στον διαθέτη, συγγενείς αυτού έδωσαν στη σύμβουλο ιατρό νευρολόγο, πληροφορίες για την πορεία της υγείας του διαθέτη και δη σε σχέση με τα νευρολογικά του προβλήματα και τους χρόνους κατά τους οποίους παρουσιάσθηκαν.

Εκεί, λοιπόν, φαίνεται ραγδαία επιδείνωση της υγείας του το καλοκαίρι του 2008, ενώ και η φαρμακευτική αγωγή που του χορηγήθηκε για την άνοια αναφέρεται ως "πρόσφατη"

Περαιτέρω, ως προς τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι η ανικανότητα του διαθέτη να συντάξει διαθήκες κατά τους επίδικους χρόνους προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια από το περιεχόμενο των διαθηκών, λεκτέα τα εξής: Σε ό,τι αφορά τη φράση που περιέχεται στην από 7.7.2004 διαθήκη "...ως διαπιστώσαμε προ διετίας ο υιός μου Κ.

κατακτήσας το δικαίωμα υψούν του αδελφού του...", αυτή αναφέρεται στο πραγματικό γεγονός της μείωσης του συντελεστή δόμησης στο ακίνητο της …, όπου διατηρούσαν δικαιώματα δόμησης οι δύο αδελφοί Κ. και Σ. Σ., όπως η μείωση αυτή έλαβε χώρα εκ του νόμου το έτος 1978, χωρίς υπαιτιότητα του ενάγοντος, ο οποίος είχε προλάβει να κτίσει τους δικούς του ορόφους και να έχει καλύψει έτσι, χωρίς να φταίει, το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας δόμησης όταν άλλαξε ο συντελεστής δόμησης το έτος 1978, απομένοντος εκ των υστέρων ενός ελάχιστου υπολοίπου επιφάνειας περίπου 30 τετρ.

μέτρων για να μπορέσει να κτίσει ο αδελφός του. Η μομφή που αποδίδει στον ενάγοντα ο διαθέτης είναι μεν άδικη, πλην όμως δεν δείχνει αδυναμία αντίληψης της πραγματικότητας ή ακρισίας, αλλά ενδεχομένως προκατάληψη σε βάρος του παραπάνω υιού του-ενάγοντος, αφού αποτελεί συνέχεια όσων άλλων αυτός του προσάπτει στην ίδια διαθήκη για να καταδείξει δυσαρέσκειά του για τον χαρακτήρα του και προς ενίσχυση της απόφασης του να μην αφήσει στον ενάγοντα ίσης αξίας μερίδιο από την κληρονομιαία περιουσία με τα αδέλφια του, αλλά να τον περιορίσει στη νόμιμη μοίρα.

Επίσης, τα όσα παράπονα διατυπώνονται στην από 7.7.2004 ιδιόγραφη διαθήκη του Α. Σ. από τον ίδιο ότι η νύφη του και ο υιός του Κ. δεν δέχθηκαν να μείνει μαζί τους μετά τον θάνατο της πρώτης συζύγου του το έτος 1980, αποτελούν αντικείμενο μεταξύ τους εμπιστευτικών συζητήσεων, το ακριβές περιεχόμενο των οποίων δεν μπορεί να διακριβωθεί ύστερα από τόσα χρόνια, εφόσον δεν κατέστησαν αντικείμενο ευρύτερων συζητήσεων στο οικογενειακό περιβάλλον του διαθέτη.

Επίσης, δεν αποδεικνύεται το υποστηριζόμενο από τον ενάγοντα ως ενδεικτικό της κακής διανοητικής κατάστασης του πατέρα του ότι ο τελευταίος κατά τη σύνταξη της διαθήκης του έτους 2004 άφηνε στη σύζυγο του ένα οικόπεδο επιφάνειας 445 τ.μ. που βρίσκεται στα …. και ήταν δικό της από κληρονομιά του πατέρα της.

Αυτό το οποίο προκύπτει από την ανάγνωση των δύο επίδικων διαθηκών είναι ότι ο Α. Σ. αφήνει μεταξύ άλλων ως κληρονομιά στη δεύτερη σύζυγο του ένα οικόπεδο κυριότητάς του στη θέση "…" του Δήμου …, το οποίο περιγράφει διαφορετικά στις δύο διαθήκες μόνο ως προς την έκτασή του. Και συγκεκριμένα, στην από 7.7.2004 διαθήκη αναφέρει ότι η επιφάνειά του είναι 440 τ.μ.

ή όση επιπλέον έκταση είναι, ενώ στην από 21, 22.7.2005 διαθήκη του αναφέρει ότι είναι 264 τ.μ. ή όση έκταση είναι. Ο ενάγων δεν αμφισβητεί κατά την περιγραφή του οικοπέδου στη δεύτερη διαθήκη ότι ο πατέρας του είχε στην κυριότητά του ένα τέτοιο οικόπεδο στη θέση "…." του Δήμου …, η δε ανακρίβεια στην πρώτη διαθήκη ως προς την επιφάνειά του, για την οποία άλλωστε ο ίδιος ο διαθέτης, όπως φαίνεται, δεν ήταν σίγουρος δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι εκείνος εννοούσε κάποιο άλλο ακίνητο που ήδη ανήκε κατά κυριότητα στην τότε σύζυγο του από κληρονομιά του πατέρα της και ότι από διανοητική σύγχυση της το άφησε και αυτός με τη διαθήκη του ως μέρος της δικής του κληρονομιαίας περιουσίας.

Ακόμη, το λάθος στην από 21.7.2005 διαθήκη του Α. Σ., ο οποίος καταλείπει στη θυγατέρα του Σ., κατά πλήρη κυριότητα, το διαμέρισμα Β-1 επιφάνειας 100 τετρ. μέτρων του δεύτερου ορόφου επί της πολυκατοικίας στην οδό ..., στα ... και το ίδιο διαμέρισμα καταλείπει κατ' επικαρπία στη μετέπειτα αποβιώσασα σύζυγο του και κατά ψιλή κυριότητα στην εγγονή του Μ., κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου, πρέπει να αποδοθεί σε παραδρομή και όχι σε νοσηρή ψυχοπαθολογική και νοητική κατάσταση, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, δεδομένου ότι συγχρόνως αφήνει αδιάθετο το διαμέρισμα πρώτου ορόφου στην ίδια πολυκατοικία επιφάνειας 83 τετρ.

μέτρων. Ιδίως για την εν λόγω διαθήκη της 21.7.2005 πρέπει να επισημανθεί ότι έχει γραφεί σε δύο χρόνους, αφού η σύνταξή της ξεκινά στις 21.7.2005 και ολοκληρώνεται στις 22.7.2005, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπήρχε συνεχόμενη ροή σκέψης του συντάκτη της, αλλά ένα μέρος αυτής γράφηκε κατόπιν διακοπής, την επόμενη ημέρα, κάτι που δικαιολογεί την παρείσφρυση ανακολουθιών και λαθών.

Επιπλέον, το νομικό λάθος του διαθέτη συνταξιούχου δικηγόρου να αφήσει το εν δεύτερον "εξ αδιαιρέτου" των καταθέσεών του στις τράπεζες στη δεύτερη σύζυγο του δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο αυτό σε κρίση περί περιορισμένης ικανότητας του διαθέτη να συντάξει την από 21.7.2005 διαθήκη του, καθώς και πάλι είναι σαφές ότι αυτός αφήνει το εν δεύτερον των καταθέσεών του στη σύζυγο του, έστω και αν αυτές αποτελούν διαιρετή παροχή.

Κατά τα λοιπά, οι επίδικες διαθήκες δείχνουν συγκροτημένη σκέψη του διαθέτη, ενώ και ο τρόπος γραφής τους είναι σταθερός, με σωστή σύνταξη και ορθογραφία, στοιχεία που συνηγορούν υπέρ του ότι ο Α. Σ. κατά τους χρόνους σύνταξης των διαθηκών αυτών δεν παρουσίαζε κάποιο πρόβλημα στη διανοητική και ψυχική του κατάσταση που να τον καθιστά ανίκανο ή περιορισμένα ικανό προς σύνταξη διαθήκης.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ενάγοντος στον πρώτο λόγο έφεσής του ότι όταν επιχειρήθηκε συμβιβασμός με τους αντιδίκους του, στο από 25.6.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό "συμβιβασμού" με τους εφεσίβλητους που απέστειλε με e-mail το δικηγορικό γραφείο Φαζάκη, στην κόρη του δικηγόρο Δ. Σ. περιέχεται μη ληφθείσα υπόψιν πρωτοδίκως ομολογία των εφεσίβλητων για την ύπαρξη νοητικής και ψυχικής διαταραχής του διαθέτη Α.

Σ., με την εκεί αναφορά τους ότι οι κατηγορίες σε βάρος του υιού του, Κ., στις επίμαχες διαθήκες ανεγράφησαν "...πιθανώς συνεπεία εκνευρισμού του διαθέτη" απορριπτέος τυγχάνει ως αβάσιμος στην ουσία του, καθώς η τυχόν παραδοχή των εναγόμενων για εκνευρισμό του διαθέτη κατά τη σύνταξη των διαθηκών δεν σημαίνει ότι αυτοί αποδέχονται τη θέση του ενάγοντος ότι ο πατέρας τους ήταν ανίκανος να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη.

Εν κατακλείδι, από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των παραπάνω αποδεικτικών μέσων δεν αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης κατά τους χρόνους σύνταξης των επίδικων διαθηκών ήταν ανίκανος για τη σύνταξή τους εξαιτίας έλλειψης συνείδησης των πράξεών του ή εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.

Αυτό το οποίο προκύπτει μετά βεβαιότητας βάσει της ιατρικής γνωμάτευσης της Γ. σύμφωνα με το ιστορικό που αυτή έλαβε από τους οικείους του διαθέτη (όχι όμως από τον ενάγοντα Κ. Σ.) κατά τη νοσηλεία του Α. Σ. στο νοσοκομείο "Metropolitan" τον Δεκέμβριο του 2008 είναι ότι ο τελευταίος είχε παρουσιάσει κάποιας μορφής διαταραχή μνήμης και αντιδραστική συμπεριφορά σε στρεσογόνες καταστάσεις κατά το έτος 2006, ήτοι μετά τη σύνταξη των επίδικων διαθηκών, χωρίς όμως και πάλι να προκύπτει ότι είχε καταστεί ανίκανος για σύνταξη διαθήκης.

Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται πειστικό το συμπέρασμα του πραγματογνώμονα νευρολόγου Ι. Μ. στην πραγματογνωμοσύνη του, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την υπ' αριθμ. 335/5.9.2016 έκθεση κατάθεσης και σύμφωνα με την οποία "σύμφωνα με τα στοιχεία, που προκύπτουν από τα έγγραφα της δικογραφίας (ιατρικές γνωματεύσεις, ένορκες βεβαιώσεις, αγωγή, προτάσεις κ.λ.π.), πουθενά δεν προκύπτει αποδεδειγμένα ότι ο Α.

Σ. την περίοδο 2004-5 έπασχε από διαταραχές μνήμης και συμπεριφοράς σε τέτοιο βαθμό που θα τον καθιστούσαν ανίκανο για δικαιοπραξία. Αντιθέτως, η μόνη χρονική περίοδος που ΟΛΕΣ οι αναφορές συμφωνούν (ιατρική γνωμάτευσης κας Γ., ένορκες βεβαιώσεις, αγωγή, προτάσεις), για την ΕΝΑΡΞΗ εμφάνισης νοητικών διαταραχών είναι το 2006, οι οποίες επουδενί δεν υποδηλώνουν αυτονοήτως την ύπαρξη ανοϊκής συνδρομής.

Με βάση τη μελέτη του τρόπου γραφής της διαθήκης κατά την εκτίμησή μου προκύπτει ότι ο συγγραφέας τους κατά το χρόνο της συγγραφής τους διέθετε ένα τέτοιο επίπεδο των γνωσιακών-νοητικών λειτουργιών, που σαφέστατα υποδηλώνει ότι ΔΕΝ υφίσταται εκείνη τη χρονική περίοδο ανοϊκή συνδρομή ή άλλη νοητική έκπτωση, που να επηρεάζει τη λειτουργικότητά του και την γενικότερη ικανότητά του για ελεύθερη βούληση και συνεπώς τον καθιστά ικανό για δικαιοπραξία.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι ακόμη και να υπήρχε υπαγόρευση του γραπτού κειμένου από άλλο άτομο, εφόσον υπήρχε ανοϊκή συνδρομή ο Α. Σ. θα εμφάνιζε τις ίδιες σημαντικές διαταραχές στην γραφή του, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα κατάσταση. Σε ό,τι αφορά την ύπαρξη των ανωτέρω απεικονιστικών ευρημάτων του 2008 (εγκεφαλοπάθεια και εκσεσημασμένη ατροφία εγκεφάλου, περιορισμένου τύπου υδροκεφαλία) και την περίοδο 2004-5, εκτιμώ ότι όντως υπήρχαν καθώς αποτελούν μία χρόνια διαδικασία, αλλά, κατά την συγκεκριμένη περίοδο, δεν είχαν επηρεάσει την νοητική ικανότητα του Α.

Σ., δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται παραπάνω, τα υπάρχοντα αντικειμενικά δεδομένα δεικνύουν επαρκώς νοητικό υπόβαθρο για εκτέλεση δικαιοπραξίας".

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

III. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα (Α.Π 112/2020) ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π 1367/2014).

Προκειμένου περί δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εφ' όσον ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας με τις προτάσεις του τόσο το αποδεικτικό αυτό μέσο, όσο και το έγγραφο στο οποίο περιεχόταν, για την επίκληση δε αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (ΑΠ 1014/2010).

Επίσης, για να ληφθεί η ομολογία υπόψη από το δικαστήριο, πρέπει να είναι ρητή, σαφής και συγκεκριμένη. Διαφορετικά, δεν είναι ομολογία με την παραπάνω έννοια και, επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη επικαλούμενη ασαφή και αόριστη εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1538/2001).

Με το τρίτο λόγο αναίρεσης, και με τους τρίτο, έκτο, ένατο δωδέκατο και δέκατο τέταρτο, πρόσθετους λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ Κ.Πολ.Δ, ότι το Εφετείο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ν'απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή περί ακυρότητας και ακυρωσίας των αναφερομένων διαθηκών δεν έλαβε υπόψη του: 1) τις προσκομισθείσες φωτογραφίες, 2) προτάσεις και δικόγραφα που συνέταξε ο αναιρεσείων και παρέστη στις αντίστοιχες υποθέσεις αντί του πατρός του 3) έγγραφα ανάθεσης δικαστικών και εξωδίκων υποθέσεων των εναγομένων αδελφών του 4) την από 25-10-2016 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του Κ.

Κ. νευροχειρουργού και την από 21-11-2015 όμοια του ιδίου 5) την υπ' αριθ. …/2015 ένορκη βεβαίωση της Α. συζ. Κ. Σ. 6) την ανωμοτί κατάθεση ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου -αναιρεσείοντος Σ. Σ. 7) το φυλλάδιο ενδείξεων για τη χορήγηση των φαρμάκων Nootpop και Referan 8) την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Ε.

Κ. 9) τις δηλώσεις φόρου κληρονομιάς των διαδίκων 10) την ενώπιον του Ειρηνοδικείου ένορκη βεβαίωση του Α. Φ. 11) τα συμβόλαια αγοραπωλησίας πελατών του διαθέτη και των αδελφών της δεύτερης συζύγου του 12) τα προσκομιζόμενα ιατρικά συγγράμματα και ιατρικές διατριβές 13) την ένορκη βεβαίωση του διευθυντή του νευροχειρουργικού Τμήματος του Νοσοκομείου "ΜΕΤΑΞΑ", Π.

Μ.υ, 14) συμβόλαια αγοραπωλησίας πελατών του διαθέτη και αδελφών της συζύγου του, από τα οποία αποδεικτικά μέσα προέκυπτε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από αυτό που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι καθόσον οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο δεν συνήγαγε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, το κατά την άποψη του αναιρεσείοντος αποδεικτικό πόρισμα πλήττει την, κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, η πλημμέλεια που αποδίδει ο αναιρεσείων με το τελευταίο σκέλος του δέκατου τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ως μειωμένης αξιοπιστίας την ως άνω ένορκη βεβαίωση της Α. Β. και λαμβάνει υπόψη την ανωμοτί στο ακροατήριο κατάθεση του πρώτου των εναγομένων- αναιρεσιβλήτων, με επιλεκτική αναφορά, είναι απαράδεκτη, διότι σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.

Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων και την ανωμοτί κατάθεση του εναγόμενου Σ. Σ., ως διαδίκου, όπως οι εν λόγω καταθέσεις περιέχονται στα υπ' αριθμ. 1047/2016 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον ενάγοντα υπ' …/….-10-2015 και …/…-10-2015 ένορκες βεβαιώσεις του συναδέλφου του Κ.

Σ. και της συζύγου του Α. συζ. Κ. Σ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά και από την υπ' αριθμ. …/…-10- 2015 ένορκη βεβαίωση του οικογενειακού φίλου του Ι. Τ. ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Ευθυμίας Μεντζέλου, οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγομένων (βλ. τις υπ' αριθμ. 6732β, 6734β και 6736β/16-10-2015 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ε.

Π. και υπ' αριθμ. 543Β716-10-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Άρτας, Ά. Μ.), μη λαμβανομένης όμως υπόψη της προσκομιζόμενης με επίκληση από τον ενάγοντα υπ' αριθμ. …./….-11- 2015 ένορκης βεβαίωσης του Θ. Π. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Γκρατσία, καθώς αυτή ελήφθη χωρίς κλήτευση των εναγόμενων, όπως τούτο βεβαιώνεται στην ίδια την ένορκη βεβαίωση από την παραπάνω συμβολαιογράφο (βλ.

τελευταία σελίδα της ένορκης βεβαίωσης, έκτη σειρά "Η παρούσα ένορκη βεβαίωση συντάχθηκε, χωρίς κλήτευση των διαδίκων..."), από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους εναγόμενους ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά υπ' αριθμ. …, …. και …/…..10.2015 ένορκες βεβαιώσεις του συνταξιούχου αρτοποιού Λ. Δ., του εγγονού του διαθέτη Α.

Φ. και του διευθυντή του Νευροχειρουργικού Τμήματος του Νοσοκομείου "Μεταξά" την περίοδο νοσηλείας του διαθέτη τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 1996, Π. Μ.υ αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του ενάγοντος (βλ. την υπ' αριθμ. 6057Γ721-10-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ.

Γ.), από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ. ιγ, 448 παρ.2 και 457 παρ.4 ΚΠολΔ), καθώς και απ' όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και του, περιληφθέντος στην αλληλογραφία του ενάγοντα με τον πραγματογνώμονα, stick usb που προσκόμισε ο ενάγων, συμπεριλαμβανομένης της πρωτοδίκως εκπροθέσμως με την προσθήκη- αντίκρουση των προτάσεων προσκομισθείσας και μη ληφθείσας υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο από 2-11-2015 "ιατρικής πραγματογνωμοσύνης" του νευροχειρουργού Κ.

Κ., η οποία δεν συνιστά πραγματογνωμοσύνη, αλλά ιατρική γνωμοδότηση του άρθρου 390 του ΚΠολΔ και ως τέτοια εκτιμάται και λαμβάνεται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο κατ' άρθρο 529 παρ.1 ΚΠολΔ το οποίο κρίνει ότι η προσκομιδή της έγινε παραδεκτώς στον δεύτερο βαθμό και δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαριά αμέλεια του ενάγοντος (βλ.

προεκτεθείσα νομική σκέψη), όπως άλλωστε ως ιατρική γνωμοδότηση του άρθρου 390 του ΚΠολΔ εκτιμάται και η από 3.9.2015 ψυχιατρική έκθεση-γνωμάτευση του ψυχίατρου Α. Δ. που νόμιμα μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι εναγόμενοι, από την από 5.9.2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού-νευρολόγου Ι. Μ., που διατάχθηκε με την 1047/2016 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και κατατέθηκε στη γραμματεία του με την υπ' αριθμ. 335/5.9.2016 έκθεση κατάθεσης, από την από 25.10.2016 "ιατρική πραγματογνωμοσύνη" του ανωτέρω νευροχειρουργού Κ.

Κ. που νόμιμα διορίσθηκε από τον ενάγοντα τεχνικός σύμβουλος κατ' άρθρο 392 παρ. 1 ΚΠολΔ ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …/….7.2016 έκθεση δήλωσης ορισμού τεχνικού συμβούλου, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εναγόμενους και όπως αυτή εκτιμάται ως έγγραφο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό, τέλος, με τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας κατ' άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ" σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, προβαίνοντας, μάλιστα, σε αναλυτική αξιολόγηση και στάθμιση αυτών.

Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι ουδόλως έλαβε υπόψη την ομολογία των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων ότι τελούσαν σε πλήρη γνώση ότι ο πατέρας τους (διαθέτης), κατά το χρόνο συντάξεως των επίδικων διαθηκών (2004-2005), δεν ήταν ικανός να συντάξει διαθήκη, η οποία συνάγεται από το περιεχόμενο των προτάσεων τους, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με δε τον δέκατο τρίτο πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη της την ομολογία των εναγομένων Π.

Ν. και Σ. Φ., η οποία συνάγεται από την υπ' αριθ. …./2015 ένορκη βεβαίωση της συζύγου του αναιρεσείοντα Α. Β.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα δεν αποτελούν ομολογία δικαστική ή εξώδικη, των αντιδίκων του, αλλά συμπέρασμα, το οποίο ο ίδιος κατά την κρίση του συνήγαγε από το περιεχόμενο των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων και της αναφερόμενης ένορκης βεβαίωσης.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή, για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή, να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).

Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και, κατά τούτο, συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 27/1998).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και με τους πρώτο δεύτερο, έβδομο, δέκατο και δέκατο πέμπτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο με ελλιπείς ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 22-2-2018 έφεση του, με την οποία παραπονείτο κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, για την απόρριψη, ως ουσιαστικά αβάσιμης, της κυρίας βάσεως της αγωγής του περί αναγνώρισης της ακυρότητας των επίδικων από 7.7.2004 και από 21.7.2005 ιδιόγραφων διαθηκών, λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και περιορισμού της λειτουργίας της βούλησης του διαθέτη πατρός του, και της βάσεως της αγωγής περί πλάνης του πιο πάνω διαθέτη ως προς τα παραγωγικά αίτια της βούλησής του, χωρίς καθόλου αιτιολογίες.

Ειδικότερα, αναφέροντας αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τους λόγους αυτούς προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης των επίδικων διαθηκών είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων, παρά τα όσα αντίθετα) κατά την κρίση του, προέκυπταν από τις αναφερόμενες αποδείξεις, προβάλλοντας επιχειρήματα και συμπεράσματα που συνήγαγε κατά την δική του εκτίμηση από αυτές.

Οι λόγοι αυτοί, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την παραδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, στους λόγους αυτούς δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης, κατά το χρόνο σύνταξης των επίδικων διαθηκών, ήταν ανίκανος για την σύνταξη τους, εξαιτίας έλλειψης συνείδησης των πράξεων του, ή εξαιτίας ψυχικής ή διανοϊτικής διαταραχής που περιόριζε

αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του, παρά μόνο γίνεται μνεία αποσπασματικών παραδοχών της απόφασης κατ'επιλογή του αναιρεσείοντος. Επίσης, δεν διαλαμβάνονται, οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν και το περιεχόμενο τους. Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προαναφέρονται οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.

V. Από το άρθρο 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης, που προσβλήθηκαν με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής (ΑΠ 1415/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". (Α.Π 1033/2018).

Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή, κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, ιδίως δε η αγωγή, κύρια ή παρεμπίπτουσα (και η αναγνωριστική), καθώς και κάθε βάση αγωγής, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή (ΟλΑΠ 25/2003).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το συναφές αίτημα ήταν (δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή) μη νόμιμο (ΑΠ 850/2009), καθώς και όταν η πρωτόδικη απόφαση δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο (με την έφεση, πρόσθετους λόγους ή τις προτάσεις, κατά περίπτωση) και ως προς το φερόμενο ως μη δικασθέν από το Εφετείο αίτημα (άρθ.522 ΚΠολΔ, Α.Π 670/2016).

Στη προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν αποφάνθηκε επί του επικουρικού αιτήματος της αγωγής του, με το οποίο ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας των επίδικων διαθηκών, λόγω αντίθεσής τους στα χρηστά ήθη, καίτοι το αίτημα αυτό το επανέφερε με την έφεση του κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου αυτής.

Από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ της από 22-2-2018 (ΓΑΚ 2219/2018) εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 3373/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και της 1047/2016 μη οριστική απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, καθώς και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το πιο πάνω επικουρικό αίτημα της αγωγής του αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης της ακυρότητας των επίδικων διαθηκών, λόγω αντίθεσής τους στα χρηστά ήθη, απορρίφθηκε ως μη νόμιμο με την υπ' αριθ. 1047/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (πρωτόδικη απόφαση) και δεν μεταβιβάσθηκε με αντίστοιχο λόγο έφεσης στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Συνεπώς, το τελευταίο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από την διάταξη του αριθ .9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, που αποδίδει ο αναιρεσείων με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι αβάσιμος.

Β. Επί της από 6-11-2019 αίτησης αναίρεσης των Π. Γ. Ν. κλπ

I. Από τις διατάξεις των άρθρων 1825,1827,1831, και 1834 του Α. Κ. συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο ήμισυ της εξ' αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή,- όλα τα υπάρχοντα στην κληρονομιά, κατά τον χρόνο αυτόν, περιουσιακά στοιχεία (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομιάς, οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου, ως και οι δαπάνες απογραφής, προστίθενται, δε, ακολούθως σε αυτά και θεωρούνται, ως υπάρχουσες στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα) κατά την αξία του χρόνου της πραγματοποιήσεώς τους, οι παροχές των άρθρων 1831 παρ. 2 και 1833 του Α.Κ., που έγιναν από τον κληρονομούμενο, όσο ζούσε, προς τους μεριδούχους ή τρίτους, επί της δε προσδιοριζομένης κατά τον τρόπο αυτόν αυξημένης (πλασματικής) κληρονομικής ομάδας, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του κληρονόμου.

Ειδικότερα για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου: α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς τα χρέη της και οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομιάς, γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προσθέτονται με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση την αυξημένη (πλασματική ) κληρονομική ομάδα, που προσδιορίζεται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας) αφαιρείται η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν είχε λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά και στ) σχηματίζεται ένα κλάσμα με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία, χωρίς αφαίρεση χρεών και δαπανών, θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για τη νόμιμη μοίρα του.

Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει έτσι τη νόμιμη μοίρα του (Α.Π 1081/2017). Αν στον μεριδούχο έχει καταλειφθεί συγκεκριμένο (δήλο) πράγμα, που δεν συμπληρώνει τη νόμιμη μοίρα του, πρέπει η αξία του να αφαιρεθεί και από τον παρονομαστή του παραπάνω κλάσματος, διότι, για την ανεύρεση του συμπληρώματος της νόμιμης μοίρας του έχει αφαιρεθεί η αξία του πράγματος τούτου από την αξία της νόμιμης μοίρας, διαφορετικά θα υπολογιζόταν δύο φορές η αξία του (Α.Π 1231/2009).

Κατά δε το άρθρο 1832 παρ.1 ΑΚ, η αξία της κληρονομιάς, εφόσον είναι αναγκαία, βρίσκεται "με εκτίμηση". Εξεύρεση της αξίας της κληρονομιάς "με εκτίμηση" σημαίνει ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, ως αξία της κληρονομιάς δεν νοείται η αγοραία αξία, αλλά η πραγματική αξία αυτής, η οποία εξευρίσκεται με εκτίμηση, η οποία, σε ομαλές οικονομικές συνθήκες συμπίπτει κατά κανόνα με την αγοραία αξία. (Α.Π 1233/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 24/1992, Α.Π 5/2019).

Με το πρώτο και τρίτο σκέλος, του πρώτου λόγου αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, προσδιόρισε την πραγματική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων του διαθέτη Α.

Σ., κατά τον χρόνο του θανάτου του, καθώς και την αξία των παροχών εν ζωή αυτού, προς τους πρώτη, δεύτερο και τέταρτη των αναιρεσειόντων και δεν αιτιολογεί εάν η οικονομική κρίση που έπληξε την χώρα από το τέλος του έτους 2009, επηρέασε την προσφορά και ζήτηση των ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας του διαθέτη, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 1832 παρ. 1 Α.Κ.

Ειδικότερα, δε, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι υπολόγισε αυθαίρετα την αξία ενός εκάστου ακινήτου της κληρονομιαίας περιουσίας, καθώς και των παροχών του αποβιώσαντος προς τους πρώτη, δεύτερο και τέταρτη των αναιρεσειόντων, χωρίς ν'αναφέρει την αντικειμενική και εμπορική αξία των ακινήτων και την χωροταξική θέση - απόσταση ενός εκάστου από τους κεντρικούς δρόμους και τις συγκοινωνίες, καθώς και εάν η οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα στο τέλος του έτους 2009 επηρέασε την προσφορά και ζήτηση των ακινήτων αυτών.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε, μετά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα: "Ακολούθως, ως προς την εκτίμηση της πραγματικής αξίας των ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας του Α.

Σ. πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Ο ως άνω Α. Σ. είχε στην κυριότητά του, κατά τον χρόνο του θανάτου του, τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία: 1)την υπό στοιχεία Α-3 οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του πρώτου (Α') πάνω από την πυλωτή ορόφου, επιφάνειας 83 τ.μ. σε πολυκατοικία στη διασταύρωση των οδών ... στα ..., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 56/1000 εξ αδιαιρέτου, αποτελούμενη από δύο κύρια δωμάτια, σαλόνι, τζάκι, κουζίνα, χωλλ, λουτρό και w.c., με εξώστες προς την οδό ...

και το ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου. Η αξία του εν λόγω ακινήτου, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από την εκτίμηση όλων των προσκομισθεισών αποδείξεων, ανερχόταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού στο ποσό των 120.000 ευρώ και όχι των 98.828,08 ευρώ που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Στο παραπάνω διαμέρισμα ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση, η υπό στοιχεία Θ-1 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής, επιφάνειας 25 τ.μ. Η πραγματική αξία του ακινήτου αυτού, κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, κατά την εκτίμηση όλων των προσκομισθεισών αποδείξεων, ανερχόταν κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, στο ποσό των 6.074,96 ευρώ, όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. 2) Η υπό στοιχεία Υ-1 οριζόντια ιδιοκτησία- αποθήκη του υπογείου, επιφάνειας 8 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 2/1000 εξ αδιαιρέτου.

Η πραγματική αξία του ακινήτου αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από τη συγκριτική αξιολόγηση όλων των προσκομισθεισών αποδείξεων ανερχόταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των 6.400 ευρώ, ως ορθά κρίθηκε και πρωτοδίκως, παρέμεινε όμως αυτό εκτός των αναγραφόμενων κληρονομιαίων στοιχείων στην από 21.7.2005 ιδιόγραφη διαθήκη. 3) Η υπό στοιχεία Β-1 οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του δεύτερου (Β') πάνω από την πυλωτή ορόφου στην ίδια πολυκατοικία, επιφάνειας 100 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 65/1000 εξ αδιαιρέτου, αποτελούμενη από δύο κύρια δωμάτια, σαλόνι, χωλ, κουζίνα, λουτρό και w.c., με εξώστες προς την οδό ...

και το ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου. Η αξία του ακινήτου αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από τη συγκριτική αξιολόγηση όλων των προσκομισθεισών αποδείξεων, ανερχόταν κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου, στο ποσό των 160.000 ευρώ και όχι των 138.915 ευρώ που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Στο υπό στοιχείο Β-1 διαμέρισμα ανήκει, κατ' αποκλειστική χρήση, η υπό στοιχεία Θ-2 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του ισογείου, επιφάνειας 25 τ.μ. Η αξία του εν λόγω ακινήτου, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από τη συγκριτική αξιολόγηση όλων των προσκομισθεισών αποδείξεων ανερχόταν, κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου, στο ποσό των 6.750 ευρώ, εκτίμηση στην οποία κατέληξε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. 4) Η υπό στοιχεία Υ-12 οριζόντια ιδιοκτησία- αποθήκη του υπογείου, επιφάνειας 9 τ.μ. , με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 2/1000 εξ αδιαιρέτου.

Η αξία του ακινήτου αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, κατά τη συγκριτική αξιολόγηση όλων των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων ανερχόταν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου στο ποσό των 12.960 ευρώ, όπως ορθά εκτιμήθηκε και πρωτοδίκως. 5) Η υπό στοιχεία Β-2 οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του Β' πάνω από την πυλωτή ορόφου, επιφάνειας 120 τ.μ.

στην ίδια πολυκατοικία, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 81/1000 εξ αδιαιρέτου, αποτελούμενη από τρία κύρια δωμάτια, σαλόνι, χωλ, κουζίνα, λουτρό και w.c., με εξώστες γύρωθεν επί της οδού ... και .... Η αξία του παραπάνω ακινήτου, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, κατά τη συγκριτική αξιολόγηση όλων των αποδείξεων, ανερχόταν κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου στο ποσό των 200.000 ευρώ και όχι των 175.032,90 ευρώ, που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Στο ως άνω διαμέρισμα ανήκει, κατ' αποκλειστική χρήση, η υπό στοιχεία Θ-6 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής, επιφάνειας 25,20 τ.μ. Η αξία του ακινήτου αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από τη συγκριτική αξιολόγηση όλων των αποδείξεων, ανερχόταν, όπως ορθά κρίθηκε πρωτοδίκως στο ποσό των 6.804 ευρώ. 6) Η υπό στοιχεία Υ-2 οριζόντια ιδιοκτησία-αποθήκη του υπογείου, επιφάνειας 10 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 2/1000 εξ αδιαιρέτου.

Η αξία του ακινήτου αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από τη συγκριτική αξιολόγηση όλων των αποδείξεων ανερχόταν, κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου, στο ποσό των 8.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 2.160, όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. 7) Η υπό στοιχεία Δ-3 οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του Δ' υπέρ την πυλωτή ορόφου, επιφάνειας 83 τ.μ.

στην ίδια πολυκατοικία, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 56/1000 εξ αδιαιρέτου, αποτελούμενο από δύο κύρια δωμάτια, σαλόνι, χωλ, κουζίνα, λουτρό και w.c. και εξώστες προς την οδό ... και το ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου. Η αξία του ακινήτου αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από την αξιολόγηση όλων των αποδείξεων, ανερχόταν, κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου, στο ποσό των 140.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 126.280,35 ευρώ, όπως κρίθηκε πρωτοδίκως.

Στο διαμέρισμα αυτό ανήκει, κατ' αποκλειστική χρήση, η υπό στοιχεία Θ-5 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στην πυλωτή, επιφάνειας 25,20 τ.μ. Η αξία του ακινήτου αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από την εκτίμηση όλων των αποδείξεων ανερχόταν κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου στο ποσό των 6.804 ευρώ, ως ορθά κρίθηκε και στον πρώτο βαθμό. 8)Η υπό στοιχεία Υ-1 οριζόντια ιδιοκτησία (αποθήκη) του υπογείου, επιφάνειας 8 τ.μ.

και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 2/1000 εξ αδιαιρέτου. Η αξία του ακινήτου αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από την εκτίμηση όλων των αποδείξεων, ανερχόταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού στο ποσό των 6.000 ευρώ και όχι των 1.728 ευρώ, όπως εσφαλμένα κρίθηκε με την εκκαλουμένη.

Οι πιο πάνω αναφερόμενες τέσσερις οριζόντιες ιδιοκτησίες- διαμερίσματα και οι αντίστοιχοι χώροι στάθμευσης και αποθήκες βρίσκονται κατά τα προαναφερόμενα στα ... νομού … και δη στη διασταύρωση των οδών ..., ... και ... αριθμ. … (όπου και έχει πρόσοψη η πολυκατοικία), επί οικοπέδου συνολικής έκτασης 1.493,63 τ.μ. 9) Ένα οικόπεδο, επιφάνειας 390 τ.μ., κείμενο στην ..., επί της οδού ..., που συνορεύει βορείως, επί πλευράς 25,08 μ.

νοτίως επί πλευράς 25,11 μ., ανατολικώς με οδό ..., επί της οποίας φέρει τον αριθμό … και δυτικώς επί πλευράς 16 μ. Η αξία του παραπάνω ακινήτου, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, όπως προκύπτει από την αξιολογική εκτίμηση όλων των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων, ανερχόταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού στο ποσό των 220.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 190.703,08 ευρώ που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. 10)Ένα οικόπεδο, επιφάνειας 876 τ.μ., κείμενο στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου Ο.Τ.

…. της Δημοτικής Κοινότητας ... του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας …, επί της οδού ..., εμφαίνεται δε στο από 1.4.1998 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ. Π. με κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Γ.Δ.Ε.Ζ.Η.Α.Β.Γ. Η αξία του ακινήτου αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από την εκτίμηση όλων των αποδείξεων, ανερχόταν κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου στο ποσό των 173.310,20 ευρώ, όπως κρίθηκε και πρωτοδίκως. 11) Ποσοστό 56,25% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου, επιφάνειας 204,74 τ.μ., μετά της επ' αυτού ισόγειας οικοδομής, συγκείμενης εξ ισογείου καταστήματος (αρτοποιείου) 203 τ.μ., μετά παταριού επιφάνειας 17,90 τ.μ., δώματος επιφάνειας 18,95 τ.μ.

και υπογείου 59,50 τ.μ. και του δικαιώματος υψούν απεριορίστως, που βρίσκεται στον … και επί της διασταύρωσης των οδών .... Η αξία του ποσοστού αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από την εκτίμηση όλων των αποδείξεων ανερχόταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, στο ποσό των 86.927,33 ευρώ, ως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ ποσοστό 6,25% εξ αδιαιρέτου εξ αυτού παραμένει εκτός των αναγραφόμενων κληρονομιαίων στοιχείων στην από 21-7-2005 ιδιόγραφη διαθήκη. 12) Το με αριθμό … του υπ' αριθμ.

…. ΟΤ οικόπεδο, επιφάνειας 482,34 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" του Δήμου … ν. …., εμφαίνεται δε στο από Μαρτίου του έτους 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου- τοπογράφου Δ. Π.. Η αξία του ακινήτου αυτού κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου ανερχόταν στο ποσό των 37.477,82 ευρώ, όπως δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση. 13)Ένα οικόπεδο επιφάνειας 237 τ.μ., κείμενο στη θέση "….." εντός της τοπικής κοινότητας ...

της Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου …. Η αξία του ακινήτου αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου ανερχόταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, στο ποσό των 30.000 ευρώ και όχι των 40.313,70 ευρώ, όπως κρίθηκε πρωτοδίκως, παρέμεινε δε αυτό εκτός των αναγραφόμενων κληρονομιαίων στοιχείων της από 21-7-2005 ιδιόγραφης διαθήκης. 14) ποσοστό 81,25% εξ αδιαιρέτου οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) επιφάνειας 93,2 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 100/1000 που βρίσκεται στον 6ο υπέρ το ισόγειο όροφο/ρετιρέ πολυκατοικίας κείμενης στον ...) επί της οδού ..., αποτελούμενο από δύο κύρια δωμάτια, χωλ, κουζίνα, λουτρό και w.c.

με εξώστες προς τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και την Ακτή ..., όπου και έχει πρόσοψη. Η αξία του ποσοστού αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από την εκτίμηση όλων των προσκομιζόμενων αποδείξεων, ανερχόταν κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου στο ποσό των 50.000 ευρώ και όχι των 21.000 ευρώ, όπως εσφαλμένα κρίθηκε με την εκκαλούμενη, παρέμεινε δε αυτό εκτός των αναγραφόμενων κληρονομιαίων στοιχείων της από 21.7.2005 ιδιόγραφης διαθήκης. 15) Ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί 31 στρεμμάτων που βρίσκονται σε κτηματική περιφέρεια της τοπικής κοινότητας ...

της Δημοτικής Κοινότητας ... του ομώνυμου Δήμου, νομού .... Η αξία του ποσοστού αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από την εκτίμηση όλων των προσκομισθεισών αποδείξεων, ανερχόταν κατά την εκτίμηση του παρόντος Δικαστηρίου στο ποσό των 2.283,75 ευρώ, ως κρίθηκε και πρωτοδίκως. 16) Ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί μιας έκτασης πέντε στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στην άκρη του χωριού, στη θέση "…", όπου, άλλοτε, υπήρχε η πατρική οικία του Α.

Σ. στην αυτή ως άνω κτηματική περιφέρεια της τοπικής κοινότητας ... της Δημοτικής Ενότητας ... του ομώνυμου Δήμου του νομού .... Η αξία του ποσοστού αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από την εκτίμηση των αποδείξεων, ήταν κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, όπως και του πρωτοβαθμίου, μηδενική. 17) Ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ.

… γωνιαίου οικοπέδου του 6ου οικοδομικού τετραγώνου, επιφάνειας 412,92 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" της περιοχής "Κ. Σ." του Δήμου ..., εμφαίνεται δε στο από Μαρτίου του έτους 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού Δ. Π.. Η αξία το ποσοστού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από την εκτίμηση όλων των αποδείξεων, ανερχόταν κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου στο ποσό των 6.821,83 ευρώ και όχι στο ποσό των 31.185,53 ευρώ, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το ακίνητο δε αυτό παρέμεινε εκτός των αναγραφόμενων κληρονομιαίων στοιχείων της από 21.7.2005 ιδιόγραφης διαθήκης. 18) Ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί της υπό στοιχεία Γ-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας, επιφάνειας 123 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 79/1000, που βρίσκεται στον τρίτο υπέρ το ισόγειο όροφο της ως άνω πολυκατοικίας στα ... , επί της διασταύρωσης των οδών ..., ...

και ..., αποτελούμενο από τρία κύρια δωμάτια, μεγάλο σαλόνι, χωλ, κουζίνα, λουτρό και w.c. με εξώστες γύρωθεν, στο οποίο ανήκει, κατ' αποκλειστική χρήση και η υπό στοιχεία Θ-4 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής, επιφάνειας 25,60 τ.μ. Η αξία των ακινήτων αυτών, κατά το ως άνω ποσοστό, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από τη συγκριτική αξιολόγηση όλων των προσκομισθεισών αποδείξεων, ανερχόταν κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, στο ποσό των 42.289,20 ευρώ και 1.555,20 ευρώ αντίστοιχα, όπως ορθά κρίθηκε στον πρώτο βαθμό, παρά τα αντίθετα προβαλλόμενα από τους εκκαλούντες σε κάθε μία από τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις. 19) Γ!οσοστό 25% επί της υπό στοιχεία Υ-9 αποθήκης του υπογείου, επιφάνειας 9 τ.μ.

και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 2/1000 εξ αδιαιρέτου. Η αξία του ανωτέρω ποσοστού επί του ακινήτου αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει από την προσήκουσα εκτίμηση όλων των αποδείξεων, ανερχόταν κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, στο ποσό των 1.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 1.749,6 ευρώ που εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. 20) Ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της υπ' αριθμ.

…. οριζόντιας ιδιοκτησίας/γραφείου του τέταρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 25,69 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 5/1000 εξ αδιαιρέτου, που βρίσκεται επί πολυώροφης οικοδομής στον …, επί της οδού .... Η αξία του ποσοστού αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προκύπτει απ' όλες τις προσκομισθείσες αποδείξεις, ανέρχεται στο ποσό των 9.340,59 ευρώ, όπως ορθά την εκτίμησε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. 21) Ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου, επιφάνειας 418,73 τ.μ., κείμενου στο Δήμο ...

στη θέση "…". Η αξία του ποσοστού αυτού κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, ανερχόταν στο ποσό των 17.806,49 ευρώ, όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. 22) Ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου επιφάνειας 543,83 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο ... επί της οδού .... Η αξία του ποσοστού αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου ανερχόταν στο ποσό των 25.126,37 ευρώ, όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. 23)Ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου, επιφάνειας 725,14 τ.μ., κείμενου στο Δήμο ...

επί της οδού ..., μετά των επ' αυτού κτισμάτων, ήτοι υπογείου επιφάνειας 18,45 τ.μ., υπογείου επιφάνειας 2,52 τ.μ. και διώροφης οικοδομής αποτελούμενης από υπόγειο επιφάνειας 78,80 τ.μ. και πρώτο όροφο επιφάνειας 78,80 τ.μ. Η αξία του ποσοστού αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, ανερχόταν στο ποσό των 29.403,41 ευρώ, όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. 24)Ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου επιφάνειας 981,06 τ.μ., κείμενου στο Δήμο ...

επί της διασταύρωσης των οδών .... Η αξία του ποσοστού αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, ανερχόταν στο ποσό των 19.179,17 ευρώ, όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. 25) Ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου, επιφάνειας 170,48 τ.μ., κείμενου στο Δήμο ..., επί της διασταύρωσης των οδών .... Η αξία του ποσοστού αυτού, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, ανερχόταν στο ποσό των 2.899,86 ευρώ, όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Τέλος, ο ως άνω διαθέτης κατέλειπε, κατά το χρόνο του θανάτου του, και μετοχές, η συνολική αξία των οποίων ανερχόταν, στον ίδιο ως άνω χρόνο, στο ποσό των 11.841,93 ευρώ. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η συνολική αξία της πραγματικής κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος Α. Σ., κατά το χρόνο του θανάτου του, ανερχόταν στο συνολικό ποσό του 1.447.055,51 ευρώ (=120.000 + 6.074,96 + 6.400 + 160.000 + 6.750 + 12.960 + 200.000 + 6.804 + 8.000 + 140.000 + 6.804 + 6.000 + 220.000 + 173.310,20 + 86.927,33 + 37.477,22 + 30.000 + 50.000 + 2.283,75 + 6.821,83 + 42.289,20 + 1.555,20 + 1.000 + 9.340,59 + 17.806,49 + 25.126,37 + 29.403,41 + 19.179,17 + 2.899,86 + 11.841,93).

Συνεπώς, έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εκτίμησε τη συνολική αξία της πραγματικής κληρονομιαίας περιουσίας του διαθέτη στο μικρότερο ποσό του 1.234.302,44 ευρώ. Στην κρίση του αυτή το παρόν Δικαστήριο οδηγήθηκε σταθμίζοντας όλα τα προσκομιζόμενα στοιχεία, μεταξύ των οποίων τα προσκομιζόμενα με επίκληση φύλλα υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων, φύλλα της εφημερίδας "Χρυσή Ευκαιρία" κατά την επομένη της ημερομηνίας θανάτου του κληρονομούμενου, με προσφερόμενες εμπορικές τιμές πωλούμενων ακινήτων σε περιοχές, όπως τα ..., η ...

και το ..., φωτογραφίες κάποιων από τα κληρονομιαία ακίνητα από την εφαρμογή του Google και χάρτες όπου φαίνεται η απόσταση των ακινήτων από κεντρικούς δρόμους και συγκοινωνίες, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη ως πασίδηλο κατ' άρθρο 336 παρ.1 ΚΠολΔ το γεγονός ότι κατά το χρόνο θανάτου του Α. Σ. στις 20.11.2012 υπήρχε, λόγω της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε στην Ελλάδα από τα τέλη του έτους 2009 και μετά, γενική πτώση της αγοράς ακινήτων και άρα είχε επέλθει μείωση της εμπορικής αξίας τους, σε σχέση με τις τιμές που είχαν διαμορφωθεί στα τέλη της δεκαετίας του 2000.

Επίσης επισημαίνεται ότι ο ενάγων δεν επικαλέσθηκε στην αγωγή του τυχόν χρέη της κληρονομιάς, ούτε δαπάνες της κηδείας του κληρονομούμενου και απογραφής της κληρονομιάς, τα οποία θα έπρεπε να αφαιρεθούν από την πραγματική κληρονομιά κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη. Παρακάτω, αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος, κατά τη διάρκεια της ζωής του, προέβη σε άνευ ανταλλάγματος περιουσιακές παροχές προς όλα τα τέκνα του (δηλαδή τόσο προς τον ενάγοντα, όσο και προς τους τρεις εναγόμενους), με τον όρο να καταλογισθούν αυτές στη νόμιμη μοίρα τους και ειδικότερα (με εξαίρεση τις αναφερόμενες στο ιστορικό της ένδικης αγωγής υπό στοιχεία α', β' και γ' παροχές προς την τέταρτη εναγόμενη και τις υπό στοιχεία α', β' και δ' παροχές προς τον πρώτο εναγόμενο, ενόψει του ότι ο αγωγικός ισχυρισμός περί καταλογισμού στη νόμιμη μοίρα των εναγόμενων αδελφών του όλων των παροχών, που κατά τα αγωγικώς εκτιθέμενα, έγιναν προς αυτούς προ του έτους 1983, κρίθηκε πρωτοδίκως απορριπτέος ως αόριστος, χωρίς να προσβάλλεται η απόρριψη αυτή με σχετικό λόγο έφεσης): 1 )στον ενάγοντα - εκκαλούντα μεταβίβασε, δυνάμει των υπ' αριθμ.

…/1990 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας Σπυριδαντωνάκη και υπ' αριθμ. …./1993 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Πειραιά Παναγιώτη Γκέγκιου, νόμιμα μεταγεγραμμένων, τμήμα ημιυπογείου χώρου- διαμερίσματος, εμβαδού 117 τ.μ., την υπό στοιχεία Ι-2 οριζόντια ιδιοκτησία και αυθαίρετο-στεγασμένο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του ίδιου ημιυπόγειου χώρου, εμβαδού 17,43 τ.μ.

και 39,04 τ.μ. αντίστοιχα, που βρίσκονται επί της οδού ... στη ..., η αξία των οποίων, κατά το χρόνο της παροχής, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 7.902.968 δρχ., η οποία, λόγω της σοβαρής υποτίμησης του εθνικού νομίσματος από το χρόνο σύνταξης των ως άνω συμβολαίων μέχρι το χρόνο θανάτου του διαθέτη και με βάση το μέσο ετήσιο Δείκτη Δελτίου Τιμών Καταναλωτή, σε συνάρτηση και με την τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά τα δύο ως άνω χρονικά σημεία, ανέρχεται, με αναγωγή στο χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης κατ' άρθρο 288 ΑΚ, στο συνολικό ποσό των 84.939,88 ευρώ, όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο ίδιος ο ενάγων είχε υπολογίσει στην αγωγή του και όχι στο ποσό των 42.469,94 ευρώ, όπως υπολογίζει αυτός στην έφεσή του την αξία του παραπάνω ακινήτου με αναγωγή στο χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, επικαλούμενος την έλλειψη ανεμπόδιστης θέας του ακινήτου του στη θάλασσα, μη λαμβάνοντας όμως υπόψη την άμεση πρόσβαση του οροφοδιαμερίσματός του στον περιποιημένο κήπο που περιβάλλει την οικοδομή με πλούσια βλάστηση, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους φωτογραφίες. 2)Στην τρίτη εναγόμενη, Σ.

Φ., μεταβίβασε δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1993 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Νικόλαου Γκέγκιου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, λόγω γονικής παροχής, κατόπιν μεταφοράς συντελεστή από άλλο ακίνητο, το δικαίωμα υψούν επί του Β' ορόφου πάνω από το υπερυψωμένο ισόγειο διαμέρισμα οικοδομής, κείμενης επί της οδού ...

στη ... (όπου εκείνη ανήγειρε οροφοδιαμέρισμα, εμβαδού 118,60 τ.μ. με στεγασμένη βεράντα επιφάνειας 60 τ.μ.), η αντικειμενική αξία του οποίου (δικαιώματος υψούν) υπολογίστηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στο ποσό των 8.893.718 δρχ. που, λόγω της σοβαρής υποτίμησης του εθνικού νομίσματος από το χρόνο της εν λόγω μεταβίβασης μέχρι το χρόνο θανάτου του διαθέτη, ανέρχεται, με αναγωγή στο χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης κατ' άρθρο 288 ΑΚ, στο συνολικό ποσό των 65.143,99 ευρώ, όπως ορθά δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. 3)Στην τέταρτη εναγόμενη, Π.

Ν. μεταβίβασε με το υπ' αριθμ. …/1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Νικόλαου Γκέγκιου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, λόγω γονικής παροχής, κατόπιν μεταφοράς συντελεστή από άλλο ακίνητο, το δικαίωμα υψούν επί του Α' ορόφου πάνω από το υπερυψωμένο ισόγειο διαμέρισμα οικοδομής κείμενης επί της οδού ... στη ... (όπου αυτή ανήγειρε οροφοδιαμέρισμα εμβαδού 118,60 τ.μ.

με στεγασμένη βεράντα 60 τ.μ.), η αντικειμενική αξία του οποίου (δικαιώματος υψούν) υπολογίστηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στο ποσό των 8.893.718 δρχ. που, λόγω της σοβαρής υποτίμησης του εθνικού νομίσματος από το χρόνο της εν λόγω μεταβίβασης μέχρι το χρόνο θανάτου του Α. Σ., με αναγωγή στο χρόνο θανάτου του, ανέρχεται σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης (άρθρο 288 ΑΚ), στο συνολικό ποσό των 65.143,99 ευρώ, όπως ορθά έγινε δεκτό στην εκκαλούμενη απόφαση. 4)Στον πρώτο εναγόμενο, Σ.

Σ., μεταβίβασε με το υπ' αριθμ. …./1990 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας Σπυριδαντωνάκη- Γρηγοριάδου, σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. …/1995 συμβόλαιο παραίτησης από την επικαρπία του συμβολαιογράφου Πειραιά Παναγιώτη Γκέγκιου, νόμιμα μεταγεγραμμένων, αρχικά κατά την ψιλή κυριότητα και στη συνέχεια και κατά την επικαρπία, ένα οροφοδιαμέρισμα, που βρίσκεται στον υπερυψωμένο ισόγειο όροφο της οικοδομής επί της οδού ...

στη ..., πραγματικής επιφάνειας 180 τ.μ., η αξία της μεν ψιλής κυριότητας του οποίου καθορίστηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στο ποσό των 9.392.242 δρχ., της δε επικαρπίας στο ποσό του 1.400.000 δρχ., που, λόγω της σοβαρής υποτίμησης του εθνικού νομίσματος από το χρόνο των εν λόγω μεταβιβάσεων μέχρι το χρόνο θανάτου του διαθέτη, ανέρχονται, με αναγωγή στο χρόνο θανάτου του τελευταίου, σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης (άρθρο 288 ΑΚ), στα ποσά των 108.564,22 ευρώ και 8.509,45 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι στο συνολικό ποσό των 117.073,67 ευρώ.

Επομένως, η συνολική αξία των εν ζωή παροχών του διαθέτη προς τα τέσσερα τέκνα του ανέρχεται στο ποσό των 332.301,53 ευρώ (= 84.939,88 + 65.143,99 + 65.143,99 + 117.073,67). Τα όσα λοιπόν, αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες σε κάθε μία συνεκδικαζόμενη έφεση για εσφαλμένη εκτίμηση της αξίας των εν ζωή παροχών του Α. Σ. προς τα τέκνα του με αναγωγή της αξίας αυτής στο χρόνο θανάτου του και δη ότι η αξία του παρασχεθέντος στον ενάγοντα ημιυπογείου διαμερίσματος στην οικοδομή στη ...

έπρεπε να υπολογισθεί στο ποσό των 42.469,94 ευρώ και το ήμισυ αυτής στο ποσό των 21.234,97 ευρώ, ότι η αξία του παρασχεθέντος στην εναγόμενη Σ. χήρα Γ. Φ. δικαιώματος υψούν στον δεύτερο υπέρ το ισόγειο όροφο της ίδιας οικοδομής έπρεπε να υπολογισθεί στο ποσό των 30.000 ευρώ, ότι η αξία του παρασχεθέντος στην εναγόμενη Π.

συζ. Γ. Ν. δικαιώματος υψούν στον πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο της εν λόγω οικοδομής έπρεπε να υπολογισθεί στο ίδιο ποσό των 30.000 ευρώ και ότι η αξία του παρασχεθέντος στον εναγόμενο Σ. Σ. διαμερίσματος στο υπερυψωμένο ισόγειο στην ίδια πάντα οικοδομή έπρεπε να υπολογισθεί στο ποσό των 80.000 ευρώ δεν ευσταθούν και απορριπτέα κρίνονται στην ουσία τους.

Ενόψει των όσων αναπτύχθηκαν παραπάνω, η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος υπολογίζεται ως εξής: όπως προεκτέθηκε η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου ήταν 1.447.055,51 ευρώ. Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθούν οι παραπάνω προς τον ενάγοντα και τους τρεις εναγόμενους, τέκνα του διαθέτη, χαριστικές παροχές εν ζωή, ήτοι το συνολικό ποσό των 332.301,53 ευρώ, οπότε η αξία της πλασματικής κληρονομικής ομάδας ανέρχεται στο ποσό των 1.779.357,04 (=1.447.055,51 ευρώ + 332.301,53) ευρώ.

Το ποσό αυτό διαιρείται δια του αριθμού των τέκνων του κληρονομούμενου, δηλαδή με τον αριθμό τέσσερα που δίνει ως αποτέλεσμα-πηλίκο την αξία της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας κάθε τέκνου, ήτοι το ποσό των 444.839,26 ευρώ. Ακολούθως, το ποσό αυτό διαιρείται δια του δύο, καθώς η νόμιμη μοίρα ισούται με το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας κατ' άρθρο 1825 παρ.1 εδ.β' του ΑΚ, οπότε το προκύπτον πηλίκο των 222.419,63 ευρώ (=444.839,26: 2) αποτελεί τη νόμιμη μοίρα κάθε τέκνου του Α.

Σ., συμπεριλαμβανομένου του ενάγοντος. Έναντι αυτής της νόμιμης μοίρας, στον ενάγοντα διατέθηκε από τον πατέρα του με την πιο πάνω από 21.7.2005 ιδιόγραφη διαθήκη το ποσό των 43.074,45 ευρώ (αξία ακινήτων και μετοχών), όπως το ποσό αυτό δεν αμφισβητείται από τον ίδιο στην έφεσή του, το οποίο θα πρέπει να αφαιρεθεί από το παραπάνω ποσό της νόμιμης μοίρας.

Επίσης, από τη νόμιμη μοίρα σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη αφαιρείται το σύνολο της συνεισενεκτέας παροχής και όχι το ήμισυ αυτής, όπως κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 1834 ΑΚ δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη 3373/2017 απόφασή του, οπότε βασίμως παραπονούνται οι εκκαλούντες-εναγόμενοι με την έφεσή τους ως προς τη μη αφαίρεση ολόκληρης της αξίας της παροχής που έλαβε ο εφεσίβλητος- ενάγων από τον πατέρα του εν ζωή.

Συνακόλουθα, απομένει υπόλοιπο προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος το ποσό των 94.405,3 ευρώ (=222.419,63-43.074,45-84.939,88). Κατόπιν αυτού, σχηματίζεται κλάσμα με αριθμητή τον ως άνω αριθμό 94.405,3 και παρονομαστή τον αριθμό 1.403.981,06 (1.447.055,51-43.074,45 ευρώ που είναι η αξία των πραγμάτων τα οποία καταλείφθηκαν στον ενάγοντα με την από 21.7.2005 διαθήκη του Α.

Σ. και ήδη η αξία τους αφαιρέθηκε από τη νόμιμη μοίρα του ανωτέρω ενάγοντος Κ. Σ.), ο οποίος αντιστοιχεί στην αξία της πραγματικής ομάδας κληρονομιάς, οπότε το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς (πέραν βέβαια όσων του καταλείφθηκαν με τη διαθήκη), εκτός από τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία κρίθηκε απαράδεκτη η αγωγή κατά τα ανωτέρω, ώστε να λάβει έτσι τη νόμιμη μοίρα του.

Ούτως, το ποσοστό συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος στην πραγματική κληρονομιά ανέρχεται σε 94.405,3/1.403.981,06, ήτοι 0,067 ή 6,7%. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος, παρερμηνεύοντας και μη εφαρμόζοντας ορθά τη διάταξη του άρθρου 1834 παρ. 2 ΑΚ. Καταρχήν επισημαίνεται ότι η διατήρηση του άρθρου 1834 στον Αστικό Κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 1833 του ίδιου Κώδικα που ρυθμίζουν ουσιαστικά τα ίδια θέματα καταλογισμού των εν ζωή χαριστικών παροχών από τον διαθέτη στον μεριδούχο κατιόντα, στη νόμιμη μοίρα του, προκαλεί συχνά παρερμηνείες, ως προς τον ορθό τρόπο υπολογισμού της νόμιμης μοίρας.

Ειδικότερα, το άρθρο 1833 παρ.1 ΑΚ ορίζει ότι: "Στη νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές σε μεριδούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προσθέτονται στην κληρονομιά σύμφωνα με το άρθρο 1831, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή", το δε άρθρο 1834 ΑΚ ορίζει ότι: "Αν, εφόσον υπάρχουν περισσότεροι κατιόντες, συντρέχει στην εξ αδιαθέτου διαδοχή περίπτωση συνεισφοράς, η νόμιμη μοίρα για τον κάθε κατιόντα προσδιορίζεται με βάση την εξ αδιαθέτου μερίδα, που θα περιερχόταν σ' αυτόν, με συνυπολογισμό και της συνεισφοράς.

Ο διαθέτης δεν μπορεί να αποκλείσει τον τρόπο αυτόν υπολογισμού για οποιαδήποτε παροχή του άρθρου 1895, ώστε να ζημιωθεί ο μεριδούχος. Η παροχή που λαμβάνεται υπόψη κατά την προηγούμενη παράγραφο, όταν πρέπει και να καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα σύμφωνα με το άρθρο 1833, καταλογίζεται σ' αυτήν για τη μισή της μόνο αξία".

Η προσθήκη της διάταξης του άρθρου 1834 παρ. 2 ΑΚ (ότι ο καταλογισμός γίνεται με τη μισή μόνο αξία της συνεισενεκτέας παροχής) δεν μεταβάλλει τη λύση που θα προέκυπτε από τις διατάξεις του άρθρου 1833 ΑΚ, αλλά την αποκαθιστά με ακρίβεια, ακολουθώντας απλώς την τεθλασμένη οδό που χαράσσει η παράγραφος 1 του άρθρου 1834 ΑΚ (έτσι Μιχάλης Σταθόπουλος σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, κατ' άρθρο ερμηνεία, IX, Κληρονομικό Δίκαιο, έκδοση 1996, σελ. 501 τελ.

παρ.). Έτσι, εν προκειμένω, αν εφαρμοσθεί κατά γράμμα το άρθρο 1834 ΑΚ, η αξία της κληρονομικής ομάδας του διαθέτη Α. Σ., όπως αυτή συντίθεται στη διαδικασία της συνεισφοράς (άρθρα 1895-1900 ΑΚ) ανέρχεται στο ποσό των 1.779.357,04 ευρώ και η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 444.839,26 ευρώ.

Από αυτό αφαιρείται η αξία της γονικής παροχής του ημιυπόγειου διαμερίσματος στη … που ο ενάγων έλαβε από τον πατέρα του και απομένει υπόλοιπο 359.899,38 (=444.839,26- 84.939,88) ευρώ, που αντιστοιχεί στην εξ αδιαθέτου μερίδα του ενάγοντος. Το ποσό αυτό διαιρείται δια του δύο κατ' άρθρο 1825 παρ.1 ΑΚ και αφαιρείται το μισό της συνεσεινεκτέας παροχής κατ' άρθρο 1834 παρ. 2 ΑΚ, ήτοι 137.479,75 [(359.899.38/2)- (84.939,88/2)] ευρώ, εκ του οποίου (ποσού) αφαιρείται η αξία της ακίνητης και κινητής περιουσίας που καταλείφθηκε στον ενάγοντα με τη διαθήκη, οπότε το υπόλοιπο αποτελεί το δικαίωμα για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας κατ' άρθρο 1827 ΑΚ, ήτοι 94.405,3 (=137.479,75-43.074,45) ευρώ, που είναι το ίδιο ποσό που εξήχθη και με τον πρώτο τρόπο υπολογισμού και τέθηκε ως αριθμητής στο κλάσμα 94.405,3/1.403.981,06, κατά τα ανωτέρω.

Επομένως, έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που αναγνώρισε το μεγαλύτερο ποσοστό του 8,9% και υποχρέωσε τους εναγόμενους να αποδώσουν στον ενάγοντα ως προς το ποσοστό αυτό την πραγματική κληρονομιαία περιουσία. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή στην ουσία της η από 22.2.2018 (κατατεθείσα στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά με Γ.Α.Κ. 2219/2018 και Ε.Α.Κ. 164/2018) έφεση του ενάγοντος στην από 5.12.2014 (με Γ.Α.Κ. 259/2015 και αριθμό κατάθεσης 150/2015) αγωγή (ως προς τον υπολογισμό της αξίας της πραγματικής κληρονομιάς του Α.

Σ., η οποία είναι υψηλότερη σε σχέση με την αξία που κρίθηκε πρωτοδίκως), να γίνει εν μέρει δεκτή στην ουσία της η από 14.5.2018 (κατατεθείσα στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά με Γ.Α.Κ. 6336/2018 και Ε.Α.Κ. 444/2018) έφεση των εναγόμενων στην ίδια αγωγή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη 3373/2017 κατά το μέρος που δέχθηκε την επικουρική βάση της πιο πάνω αγωγής, να κρατηθεί η αγωγή κατά την επικουρική της βάση και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο και να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα.

Ειδικότερα, αφενός πρέπει να αναγνωριστεί ότι το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του ανέρχεται σε 0.067 ή 6,7% εξ αδιαιρέτου επί του συνόλου της πραγματικής κινητής και ακίνητης κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος διαθέτη, όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω με εξαίρεση τα ακίνητα που καταλείπονται στον ίδιο τον ενάγοντα και τα κάτωθι περιγραφόμενα ακίνητα:

α)ένα οικόπεδο, επιφάνειας 237 τ.μ., κείμενο στη θέση "…" της τοπικής Κοινότητας ... της Δημοτικής Ενότητας ... Δήμου …, β)το περιελθόν στο διαθέτη, εκ κληρονομιάς του αδελφού του, Ι Σ., ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. … γωνιαίου οικοπέδου του … Ο.Τ., επιφάνειας 412,92 τ.μ., κείμενου στη θέση "…" της περιοχής Κ.

Σ. Δήμου .... και γ)τα περιελθόντα στο διαθέτη εκ κληρονομιάς της συζύγου του, Ξ. Χ., ακίνητα, που βρίσκονται στο Δήμο ..., ήτοι ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου, επιφάνειας 418,73 τ.μ., κείμενου στη θέση "…" Δήμου ..., ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου, επιφάνειας 543,83 τ.μ., κείμενου στον ίδιο Δήμο επί της οδού ..., ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου, επιφάνειας 725,14 τ.μ., κείμενου στον ίδιο Δήμο επί της οδού ..., μετά των περιγραφόμενων στην αγωγή επ' αυτού κτισμάτων, ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου, επιφάνειας 981,06 τ.μ., κείμενου στον ίδιο Δήμο, επί της διασταύρωσης των οδών ...

και ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου επιφάνειας 170,48 τ.μ., κείμενου στον ίδιο Δήμο, επί της διασταύρωσης των οδών ... και αφετέρου να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν στον ενάγοντα την παραπάνω κληρονομιαία περιουσία (κινητή, ακίνητη) κατά το ως άνω αναφερόμενο ποσοστό, απορριπτομένης της εκ μέρους των τελευταίων προβαλλόμενης ένστασης περί παραίτησης του ενάγοντος από τη νόμιμη μοίρα του, αφού οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι δεν προσδιορίζουν επακριβώς τις πράξεις, από τις οποίες προκύπτει η σιωπηρή παραίτηση του ενάγοντος (χρόνος, τόπος παραίτησης) όπως συνάγεται από τη δήλωση των κληρονομιαίων στοιχείων στην Εφορία, πολλώ δε μάλλον που αυτός δεν αποποιήθηκε την περιουσία που περιήλθε σε αυτόν από την από 21.7.2005 διαθήκη του πατέρα του, αλλά με την αγωγή του, κατά την επικουρική της βάση, ζήτησε τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του επί των κληρονομικών μερίδων των εναγόμενων.".

Σύμφωνα, λοιπόν, με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε την από 22-2-2018 έφεση του αναιρεσείοντος Κ. Σ. κατά το μέρος που αφορούσε την απόρριψη της αγωγής του, ως προς την ακυρότητα και ακυρωσία των επίδικων διαθηκών και δέχθηκε κατά τα λοιπά αυτές (εφέσεις) κατ' ουσίαν, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση ως προς τις διατάξεις της εν μέρει παραδοχής της επικουρικής βάσης της από 5-12-2014 αγωγής του και αφού κράτησε και δίκασε την πιο πάνω αγωγή, προσδιόρισε την συνολική αξία της πραγματικής κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος Α.

Σ., κατά το χρόνο του θανάτου του ότι ανέρχεται σε 1.447.055,51 ευρώ, την συνολική αξία των εν ζωή παροχών του διαθέτη προς τα τέσσερα τέκνα του (διαδίκους) ότι ανέρχεται σε 332.301,53 ευρώ, την αξία της εξ αδιαθέτου μερίδας εκάστου τέκνου του διαθέτη ότι ανέχεται σε 444.839,26 ευρώ και ότι διατέθηκε στον ενάγοντα Κ. Σ. από τον διαθέτη πατέρα του, με την από 21-7-2005 ιδιόγραφη διαθήκη του, το ποσό των 43.074,45 ευρώ, (αξία ακινήτων και μετοχών) και αναγνώρισε ότι το κληρονομικό δικαίωμα του παραπάνω ενάγοντος προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του ανέρχεται σε 0,067 ή 6,7% εξ αδιαιρέτου επί του συνόλου της πραγματικής κινητής και ακίνητης κληρονομιαίας περιουσίας, πλην των αναφερομένων ακινήτων και υποχρέωσε τους εναγόμενους να του αποδώσουν την κληρονομιαία περιουσία, όπως περιγράφεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το παραπάνω ποσοστό, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της υπ' αριθ. 2219/164/2018 έφεσής του.

Το Εφετείο με την ως άνω κρίση του, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αξίας της κληρονομιαίας περιουσίας κατά τον χρόνο θανάτου, του διαθέτη, και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Σε κάθε όμως περίπτωση, με τον λόγο αυτό δεν πλήττεται ο αυτοτελής θεμελιώδης ισχυρισμός της αγωγής περί αναγνωρίσεως του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος ως νομίμου μεριδούχου, αλλά αποδίδονται ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή, πλήττεται απαραδέκτως η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 502/2014).

II. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β του Κ.Πολ.Δικ.).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 2084/2017).

Με το δεύτερο και τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 1832 Α.Κ, με την μη υπαγωγή σ' αυτόν των διδαγμάτων κοινής πείρας και λογικής ότι η πραγματική αξία των ακινήτων υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας και ότι συνεπεία της οικονομικής κρίσης από το τέλος του έτους 2009 οι εμπορικές τιμές των ακινήτων "είχαν πέσει".

Υπό το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος, κατ' ορθή εκτίμηση, θεμελιώνεται επί του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος, διότι τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία του ως άνω εφαρμοσθέντος κανόνος δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, δεδομένου ότι η διαμόρφωση των εμπορικών αξιών των ακινήτων είναι θέμα αποδείξεων.

Περαιτέρω, με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου, κατ'ορθή εκτίμηση αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη την ανωμοτί κατάθεση του Σ. Σ., ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς την εκτίμηση της πραγματικής αξίας των ακινήτων της περιουσίας του διαθέτη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος , καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης υπάρχει ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τις αξίες των ακινήτων που αναφέρονται στην απόφαση, έλαβε υπόψη και την παραπάνω κατάθεση, καθώς και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως και παραδεκτώς επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σύμφωνα με την λεπτομερή αναφορά που γίνεται στο υπό στοιχ.

Α. ΙΙΙ μέρος της παρούσας.

III. Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται οι διάδικοι να επικαλεσθούν και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, διότι κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Για το παραδεκτό του αποδεικτικού αυτού μέσου το Εφετείο δεν απαιτείται να διαλάβει ειδική αιτιολογία, αν όμως το έλαβε υπόψη, σημαίνει ότι απέκρουσε σιωπηρά την περίπτωση πρόθεσης στρεψοδικίας (ΑΠ 1590/2010, ΑΠ 1294/2010). Επομένως, ο δεύτερος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11α Κ.Πολ.Δ, καταλογίζεται στο Εφετείο ότι απαραδέκτως έλαβε υπόψη φύλλα της Εφημερίδας "Χρυσή Ευκαιρία" που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ενάγων αναιρεσίβλητος για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, αν και είχε τη δυνατότητα να τα προσκομίσει και στη πρωτοβάθμια δίκη και δεν το έπραξε από λόγους στρεψοδικίας ή βαρεία αμέλεια είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο έλαβε αυτά υπόψη, αποκρούοντας σιωπηρά πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρεία αμέλεια του αναιρεσιβλήτου.

Κατ' ακολουθία, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθούν οι από 30-10-2019 και 6-11-2019 αιτήσεις και από 25-9-2020 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ' αριθ. 168/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠοΛΔ, όπως ισχύει, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν, αντίστοιχα, από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση των ανωτέρω αιτήσεων αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στις σχετικές από 30-10-2019 και 6-11-2019 εκθέσεις κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς, αντίστοιχα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω του βαθμού συγγένειας τους (άρθρα 179, 183 ΚΠολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 30-10-2019 αίτηση και τους από 25-9-2020 προσθέτους λόγους του Κ. Σ. του Α. και β) την από 6-11- 2019 αίτηση των Π. συζ. Γ. Ν., το γένος Α. Σ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθ. 168/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ α) την από 30-10-2019 αίτηση και τους από 25-9-2020 πρόσθετους λογούς του Κ. Σ. του Α. και β)/από 6-11-2019 αίτηση των Π. συζ. Γ. Ν., το γένος Α. Σ. κλπ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 168/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ, την εισαγωγή των παραβόλων που έχουν κατατεθεί για την άσκηση των παραπάνω αιτήσεων αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ