Legislator Case Law & Legislation
1132/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against expropriation ruling, upholding state ownership of Ottoman lands.

Case Number 1132/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Athens City Museum against the Second Instance Court's expropriation decision. The museum argued it lacked title at the time of expropriation and claimed the administrative body failed to properly review the revocation of its leasehold right. The court rejected these claims, ruling that the museum never acquired ownership of the specific Ottoman lands in question and that the administrative organ's failure to revoke the lease did not negate the state's superior title. Consequently, the appeal was rejected, and the museum was ordered to pay the state's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; Articles 64 of Law 998/1979 and 202 of the Civil Code: The Supreme Court holds that the State is the sole successor to Ottoman property acquired through war and confiscation, excluding private owners who held title without valid Ottoman documents, and that a court's finding of non-ownership precludes reliance on administrative lease revocation procedures.

Keywords

AI generated
expropriation proceedings Ottoman land ownership State succession rights leasehold revocation civil appeal dismissal legal costs allocation property title verification

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 64 of Law 998/1979
Article 202 of the Civil Code
Article 21 of Law 3208/2003
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1132 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1132/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λ. Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη-Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Μαρτίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία <ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ-ΙΔΡΥΜΑ Β.-Ε.>, νπιδ, νομίμως εκπροσωπουμένου, που εδρεύει στην … και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κεραμέα.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-7-1995 και από 19-4-1996 αγωγές του αναιρεσείοντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου και προσώπου μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ....

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2222/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4215/2004 μη οριστική και 863/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν της Συνθήκης του Λονδίνου της 6 Ιουνίου 1827 και περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6./1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6. /9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του Ν.

της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατείχοντο από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί).

Σημειωτέον ότι, ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6./9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων κατά το οθωμανικό δίκαιο την κυριαρχία εφ' όλης της γης που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους - Οθωμανούς και Έλληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματά τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1./3.2.1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 7/2019).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες.

Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνταν δημόσια δάση.

Με τον τρόπο αυτό θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 52/2014, ΑΠ 34/2019).

II. Ο ορισμός της έννοιας του δάσους κατά το ελληνικό δίκαιο διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο άρθρο 1 του Ν. ΑΧΝ'/1888 "περί διακρίσεως της οριοθεσίας των δασών", κατά το οποίο "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών", ορισμός που επαναλήφθηκε έκτοτε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, όπως στο άρθρο 57 του Ν. 3077/1924, στο άρθρο 45 του Ν. 4173/1929, όπως ισχύει, 1 του ΝΔ 69/1969 και βασικά δεν διαφέρει από τον ορισμό του δάσους με τις διατάξεις του άρθρου 3 §§ 1 και 2 του Ν. 998/1979, όπως ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις του με το Ν. 3208/24.12.2003 και τους μεταγενέστερους (βλ.

ΑΠ 1291/2011, ΑΠ 400/2011). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δάσος είναι κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή σποραδικά από άγρια ξυλώδη φυτά, οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία αποτελούν, με την μεταξύ τους απόσταση και την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους ιδιαίτερη οργανική ενότητα, που μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα ως άνω φυτά και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον.

Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση οποιασδήποτε διάπλασης, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά ή πενιχρή. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης, είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σε αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (βλ.

ΑΕΔ 27/1997). Επίσης από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλυτίες αυτών.

Δεν ασκεί εξάλλου επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (βλ. ΑΠ 1524/2012, ΑΠ 309/2012).

ΙΙI. Σύμφωνα με το ισχύσαν μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23.02.1946) Β. Ρ. Δικαίου, εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ήταν δυνατόν να αποκτηθεί κυριότητα από ιδιώτες ακόμη και σε έκταση χαρακτηριζόμενη ως δημόσια δασική, όπως και σε κάθε άλλο δημόσιο κτήμα. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Β.

Ρ. Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλ' απλώς με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Η ύπαρξη 'ταπί', 'χοτζέτ' ή άλλου οθωμανικού τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή των τίτλων αυτών στη διαδικασία του άρθρου 3 του β.δ. της 17.11/29.11.1836 δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης (ΑΠ 52/2014) αλλά έχει σημασία για την κρίση ότι η νομή ήταν ανεπίληπτη, κατά τη συνείδηση του νομέα (βλ.

ΑΠ 102/2010, ΑΠ 178/2004). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του Ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημόσιων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σ' αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915.

Αν βέβαια δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11-9-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 148/2016, 34/2019, ΑΠ 1840/2017). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κλπ., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός του" (βλ.

ΟλΑΠ 75/...7, ΑΠ 52/2014). Ούτε έχουν εφαρμογή μεταγενέστερες διατάξεις των δασικών κωδίκων που τέθηκαν σε ισχύ αργότερα, ειδικότερα δε, και εκείνες του άρθρου 215 του Ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 του ΑΝ 1539/1938 και του άρθρου 16 του ΑΝ 192/1946 που επαναλήφθηκε με το άρθρο 58 του ΝΔ 86/1969 'περί δασικού κώδικος', με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων γενικά δασών, θεωρείται νομέας το δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι η εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά, βοσκή και λοιπές αγροτικές πράξεις επί των δημοσίων γενικά δασών, δεν θεωρούνται ποτέ ως πράξεις νομής ή οιονεί νομής (βλ.

ΑΠ 815/2013, ΑΠ 1524/2012).

IV. Το άρθρο μόνο του από 17/18.10.1923 ν.δ/τος "Περί παραχωρήσεως κυριότητος δασών ρητινευομένων υπό ιδιωτών" (Α' 297) προέβλεπε ότι: "1. Τα δάση της επαρχίας ..., εφ' ων οι κάτοικοι έκπαλαι ασκούσι το δικαίωμα συλλογής της ρητίνης, παραχωρούνται κατά πλήρη κυριότητα εις τους ασκούντας το δικαίωμα αυτό. 2. Η παραχώρησις γίνεται δι' αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας, επί τη αιτήσει εκάστου δικαιούχου και μετά προηγουμένην εξακρίβωσιν ότι συντρέχουν οι νόμιμοι όροι".

Ακολούθως, ο νομοθέτης επέκτεινε την ισχύ αυτού του ν.δ/τος αρχικώς στα δάση του τέως Δήμου ... με το άρθρο μόνο του από 1/13.12.1923 ν.δ/τος (Α' 360), και στη συνέχεια σε όλες τις περιοχές της χώρας με το άρθρο 50 του ν.δ/τος 2501/1953 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων των περί Δασών Νόμων" (Α' 200) στο οποίο, συγκεκριμένα, ορίσθηκε ότι "η ισχύς του Ν.Δ.

της 17ης Οκτωβρίου 1923 ...... επεκτείνεται εις απάσας τας περιοχάς της Επικρατείας όπου υπάρχουν πευκοδάση εφ' ων ασκείται έκπαλαι υπό τρίτων κλασματικόν δικαίωμα ρητινεύσεως. Η τοιαύτη παραχώρησις πευκοδασών κειμένων εκτός των περιοχών των προβλεπομένων υπό των Ν.Δ. της 17ης Οκτωβρίου 1923 και 1η Δεκεμβρίου 1923 ενεργείται επί καταβολή τιμήματος δραχμών 10.000 κατά στρέμμα.

Το τίμημα τούτο καταβάλλεται κατά τα εν τη περί παραχωρήσεως αποφάσει του Υπουργού καθοριζόμενα είτε εφ' άπαξ είτε εις ίσας ετήσιας δόσεις .... Αι επί των δασών τούτων τυχόν υφιστάμεναι δουλείαι καυσοξυλεύσεως και βοσκής διατηρούνται εν ισχύϊ". Στη συνέχεια, με το άρθρο 317 του ν.δ/τος 86/1969 "Δασικός Κώδιξ" (Α' 7) καταργήθηκαν οι προαναφερόμενες διατάξεις.

Ακολούθησε ο Ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" (Α' 289), στο άρθρο 64 του οποίου ορίζεται ότι: "1. Παραχωρήσεις ρητινευομένων δασών γενόμεναι κατά τας διατάξεις του άρθρου μόνου του Ν.Δ. από 17/18.10.1923... του άρθρου μόνο του Ν.Δ. της 1/13.12.1923 ... και του άρθρου 50 του Ν.Δ. 2501/1953 ...

αναγνωρίζονται ως παραχωρήσεις των δασών τούτων, γενόμεναι κατά πλήρη κυριότητα και άνευ όρου τινός, δι' αποφάσεως του αρμοδίου Νομάρχου, εκδιδομένης εντός τριετίας από της αιτήσεως των υπέρ ων η αρχική παραχώρησις, υποβαλλομένης εντός έτους από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος. Το δικαίωμα τούτο έχουν και οι καθολικοί διάδοχοι, οι προικολήπται και οι ειδικοί διάδοχοι των υπέρ ων η αρχική παραχώρησις, εάν τυγχάνουν σύζυγοι ή κατιόντες ή συγγενείς εκ πλαγίου μέχρι και του τρίτου βαθμού, μετεβιβάσθησαν δε εις αυτούς τα ως άνω δάση μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου.

Το αυτό δικαίωμα έχουν και οι λοιποί ειδικοί διάδοχοι των άνω προσώπων, εφ' όσον συνεφώνησαν την αγοράν των τοιούτων δασών συνάψαντες μέχρι της 15 Οκτωβρίου 1967 οριστικόν συμβόλαιον. Εξαιρετικώς το αυτό δικαίωμα έχουν και οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί ... 2. Η αίτησις, συνοδευόμενη υπό του αρχικού παραχωρητηρίου ή κεκυρωμένου αντιγράφου αυτού και των αποδεικτικών στοιχείων των εν τω μεταξύ γενομένων μεταβιβάσεων, υποβάλλεται εις τον οικείον Δασάρχην.

Μετά την πάροδον της εν τη προηγουμένη παραγράφω προθεσμίας, ενεργείται δι' εκάστην περιοχήν χαρτογράφησις προς καθορισμόν των ορίων εκάστου τεμαχίου και του εμβαδού του αντιστοιχούντος εις την αρχικήν παραχώρησιν ... 3. Αι υποβληθείσαι αιτήσεις, μετά των ανωτέρω στοιχείων και κτηματικών σχεδιαγραμμάτων των αφορώντων εις έκαστον δάσος ή δασοτεμάχιον, υποβάλλονται υπό του Δασάρχου μετά σχετικής προτάσεως εις την Επιτροπήν του άρθρου 10 παρ. 3 του παρόντος, μετά σύμφωνον γνώμην της οποίας εκδίδεται η ως άνω απόφασις του Νομάρχου ήτις μεταγράφεται νομίμως ... 4. ...".

Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν.δ/τος της 17/18.10.1923, του ν.δ/τος της 1/13.12.1923 και του άρθρου 50 ν.δ/τος 2501/1953, οι οποίες προέβλεπαν την παραχώρηση πευκοδασών, ο νομοθέτης απέβλεψε στη διατήρηση, στην προστασία και στη βελτίωση των συνθηκών εκμετάλλευσης των δασών αυτών. Για τον λόγο αυτό ορίσθηκε με αυτές ότι η παραχώρηση, για την οποία μάλιστα το τίμημα, όπου αυτό προβλέπεται (άρθρο 50 ν.δ/τος 2501/1953), προσδιορίσθηκε στο ευτελές, κατά κοινή πείρα και εν όψει των τότε δεδομένων, ποσόν των δέκα δραχμών ανά στρέμμα, επιτρέπεται να γίνει μόνον σε εκείνους, οι οποίοι ασκούν "έκπαλαι" το δικαίωμα συλλογής της ρητίνης και οι οποίοι, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, παρέχουν περισσότερες εγγυήσεις για την επίτευξη του ως άνω σκοπού λόγω της μακροχρόνιας εκμετάλλευσης του δάσους.

Κατά την έννοια, επομένως, των διατάξεων αυτών, η παραχώρηση τελεί υπό τον όρο ότι θα διατηρηθεί η μορφή του δάσους και θα συνεχιστεί η ρητινική καλλιέργειά του καθ' όλη την διάρκεια της παραχώρησης. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 50 ν.δ/τος 2501/1953, που προέβλεπε να διατηρούνται και μετά την παραχώρηση οι υφιστάμενες δουλείες ξυλεύσεως, αφού η διατήρησή τους προϋποθέτει και την διατήρηση της μορφής του δάσους, χωρίς την οποία το δικαίωμα ξύλευσης δεν θα είχε αντικείμενο.

Ο όρος δε αυτός διατηρείται και μετά την κατάργηση των ανωτέρω διατάξεων με το άρθρο 317 του ν.δ/τος 86/1969. Εξ άλλου, με τις μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 64 του Ν. 998/1979 χορηγήθηκε μεν η δυνατότητα να αναγνωρισθούν, κατά την θεσπιζόμενη με το άρθρο αυτό διοικητική διαδικασία, οι παραχωρήσεις ρητινευόμενου δάσους, που έγιναν με βάση τα προαναφερόμενα νομοθετήματα, ως παραχωρήσεις κατά πλήρη κυριότητα και άνευ όρου τινός, δηλαδή αποδεσμευόμενες από τον όρο της συνέχισης της ρητινικής καλλιέργειας, αν όμως δεν υποβληθεί στην τασσόμενη από το άρθρο αυτό προθεσμία σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου, με την οποία κινείται η διοικητική αυτή διαδικασία, η παραχώρηση εξακολουθεί, κατά την έννοια των νεότερων αυτών διατάξεων του άρθρου 64, να τελεί υπό τον ίδιο ως άνω όρο (βλ.

ΟλΑΠ 10/1989, ΟλΣτΕ 537/1990, ΑΠ 452/1992, ΣτΕ 1399/2013, ΣτΕ 2146/2016). Επομένως, ο ιδιώτης στον οποίο, υπό την ισχύ των εν λόγω ν.δ/των, παραχωρήθηκε με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, πευκοδάσος προς το σκοπό της ρητινικής εκμετάλλευσης αυτού, δεν δικαιούται να ενεργήσει επί του δάσους αυτού υλικές ή νομικές πράξεις, οι οποίες προδίδουν την πρόθεση αυτού να εγκαταλείψει την εκμετάλλευση αυτή και να αλλοιώσει τη μορφή του παραχωρηθέντος δάσους.

Συνεπώς, αν αυτός μεταβιβάσει το δάσος σε τρίτο μη ρητινοκαλλιεργητή, για να το εκμεταλλευτεί ο τελευταίος κατά τρόπο ξένο προς το σκοπό για τον οποίο έγινε η παραχώρηση αυτού, η μεταβίβαση αυτή δεν είναι επιτρεπτή και δεν έχει νόμιμο αποτέλεσμα (βλ. ΑΠ 452/1992, ΣτΕ 1399/2013, ΣτΕ 2146/2016). Περαιτέρω, ακολούθησε ο Ν. 3208/2003, με τον τίτλο "ρητινευόμενα δάση", με το άρθρο 10 § 1, II, δ του οποίου ορίζεται κατ' αρχάς ότι: "το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση και δασικές εκτάσεις που, μεταξύ άλλων, παραχωρήθηκαν με το ν.δ/γμα από 17/18-10-1923 "περί παραχωρήσεως της κυριότητας δασών ρητινευόμενων υπό ιδιωτών", και με το άρθρο 14 ότι "παραχωρήσεις ρητινευόμενων δασών που έγιναν με τις διατάξεις του ίδιου Ν.Δ., εφόσον δεν ανακλήθηκαν μεταγενέστερα τα παραχωρητήρια, θεωρείται ότι έγιναν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας.

Η διαχείριση των εν λόγω δασών γίνεται κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, όπως και στα λοιπά δάση", ορίζοντας επίσης στην § 3 του ίδιου άρθρου "Σε περίπτωση παραβίασης των όρων του παραχωρητηρίου και μεταβολής της χρήσης του παραχωρηθέντος δάσους, με ολική ή ουσιώδη μερική αποψίλωσή του, το παραχωρητήριο ανακαλείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, προς το σκοπό της αποκατάστασης του δασικού χαρακτήρα από τη δασική υπηρεσία.

Στις περιπτώσεις αυτές δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 4 του άρθρου 21 του παρόντος". Ο τελευταίος αυτός νόμος, ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 24 αυτού από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (24-12-2003) και δεν έχει αναδρομική ισχύ (ΣτΕ 1399/2013, ΣτΕ 2146/2016). V.Από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (Ολ ΑΠ 30/1998).

Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης "κατ' ουσίαν", υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη (Ολ ΑΠ 654/...4), είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (Ολ ΑΠ 7/2011 και 8/2011, ΑΠ 837/2015, ΑΠ 1366/2017).

VI.Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει: "Με την 1081987/5582/10.10.1991 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων), που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 811/Δ/11.11.1991) και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας (τομ. 197 α.α. 163), κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διαπλάτυνση της Νέας Εθνικής Οδού ...-Κορίνθου (Ν.Ε.Ο.Α.Κ.), συνολική έκταση 293.794,43 τ.μ., που βρίσκεται στα διοικητικά όρια του Δήμου Ελευσίνας.

Επίδικα είναι τα εδαφικά τμήματα με αριθμούς ..., ..., ... και 200 του κτηματολογικού πίνακα, επιφάνειας 1.226,30 τ.μ., 611,32 τ.μ., 657,19 τ.μ., 2.778,86 τ.μ., 14.919,75 τμ. και 2.759,28 τμ. αντίστοιχα, τα οποία βρίσκονται μεταξύ των χιλιομετρικών θέσεων 27+500 ως 30+000 της απαλλοτριούμενης έκτασης. Ως προς τα ανωτέρω ακίνητα, στη δίκη για την αναγνώριση δικαιούχων, πρόβαλαν δικαιώματα κυριότητας στα υπ' αριθμ. ...

το Ελληνικό Δημόσιο και το Κοινωφελές Ίδρυμα με την επωνυμία "Μουσείο Β.-Ε.", στα υπ' αριθμ. ... άπαντες οι διάδικοι και στα υπ' αριθμ. ... το Ίδρυμα και ο Π. Σ.. Οι δύο τελευταίοι, έλκουν το δικαίωμα κυριότητας των μεγαλύτερων ιδιοκτησιών τους, τμήματα των οποίων ισχυρίζεται καθένας ότι είναι τα επίδικα, απευθείας από το Ελληνικό Δημόσιο, με βάση παραχωρητήρια που εκδόθηκαν τα έτη 1923 και 1924 αντίστοιχα, δυνάμει του μόνου άρθρου του ν.δ/τος από 17/18.10.1923 "περί παραχωρήσεως κυριότητας δασών ρητινευομένων υπό ιδιωτών".

Ειδικότερα, το έτος 1923, σε συνέχεια της από 26.11.1923 αίτησης του Π. Κ., άμεσου δικαιοπαρόχου (πάππου) του Π. Σ., εκδόθηκε το ...31.12.1923 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μεγάρων (τομ. 197, αα 46), με το οποίο παραχωρήθηκε σε αυτόν, "κατά πλήρη κυριότητα", το περιγραφόμενο πευκοδάσος στη Θέση ...

της περιφέρειας Μεγάρων, "επί του οποίου υμείς και οι δικαιοπάροχοι σας ασκείτε έκπαλαι το δικαίωμα της συλλογής ρητίνης". Αντίστοιχα, το έτος 1924, και σε συνέχεια της από 29.8.1924 αίτησης του Ι. Ε., απώτερου δικαιοπαρόχου του Ιδρύματος, εκδόθηκε το .../2.9.1924 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας (τομ. ...), με το οποίο παραχωρήθηκε σε αυτόν, κατά πλήρη κυριότητα, το περιγραφόμενο πευκοδάσος στη Θέση "..." της περιφέρειας Μάνδρας, επί του οποίου αυτός και οι δικαιοπάροχοί του ασκούσαν "έκπαλαι" το δικαίωμα της ρητινοσυλλογής.

Από τα ανωτέρω παραχωρητήρια προκύπτει ότι τα παραχωρηθέντα ακίνητα ήταν πευκοδάση, των οποίων την κυριότητα είχε το Ελληνικό Δημόσιο κατά τους χρόνους των παραχωρήσεων και ότι οι προς ους η παραχώρηση ασκούσαν επ' αυτών "έκπαλαι" το δικαίωμα της ρητινοσυλλογής. Επομένως, τον ίδιο χαρακτήρα είχαν όλα τα επίδικα εδαφικά τμήματα, τα οποία εμπίπτουν στα εν λόγω παραχωρητήρια κατά τους ισχυρισμούς απάντων των διαδίκων, εκ των οποίων ο Π.

Σ. ομολογεί ρητώς την δασική μορφή του ακινήτου που παραχωρήθηκε στο δικαιοπάροχό του. Ο δασικός χαρακτήρας όλων των επιδίκων ενισχύεται, άλλωστε, και από τα παρακάτω έγγραφα: α) το Δ12/0/36682/20.12.1995 έγγραφο του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., β) Το 1090/9.4.1996 έγγραφο του Δασαρχείου ... και γ) τον προσωρινό κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης, από τα οποία προκύπτει ότι τα επίδικα με αριθμούς ...

εμπίπτουν στο ακίνητο με αριθμό κτήματος (... και το με αριθμό ... εμπίπτει στο ακίνητο με αριθμό κτήματος (... του από 12.2.1991 προσωρινού κτηματικού χάρτη του Υπουργείου Γεωργίας και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα του ίδιου Υπουργείου, ως δάση. Με αυτή τη μορφή, ως δάση πεύκης, εμφαίνονται τα επίδικα αυτά στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945, όπως προκύπτει από τον ίδιο πίνακα, αλλά και τις αντίστοιχες των ετών 1960 και 1975, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Β.

Μ., Δασοπόνος στο Δασαρχείο ... (φύλλο ... της εισηγητικής έκθεσης), ενώ σύμφωνα με την από 30.9.2014 τεχνική έκθεση του Χ. Γ., Δασολόγου, υπαλλήλου της Δ/νσης Δασών Δυτικής Αττικής, τα αυτά ως άνω επίδικα είχαν δασικό χαρακτήρα μέχρι την απαλλοτρίωσή τους. δ) Την από Δεκεμβρίου 2012 τεχνική έκθεση του Δασολόγου περιβ/λόγου Β.

Τ., με την οποία εξετάζεται η διαχρονική μορφή της χρήσης μιας έκτασης, επιφάνειας 226 στρεμμάτων, όπως αυτή αποτυπώνεται με κόκκινο περίγραμμα στα συνοδεύοντα την έκθεση αποσπάσματα ΦΧ. της Γ.Υ.Σ. κλίμακας 1:5000 και 1:50000, εντός της οποίας βρίσκονται τα επίδικα με αριθμούς .... Σύμφωνα με αυτήν, η εξεταζόμενη έκταση αποτελεί δάσος κατά τον ανωτέρω χρόνο σύνταξης της έκθεσης, καθόσον το δυτικό τμήμα της καλύπτεται από διφυές δάσος με πυκνότητα 80-90%, στον ανώροφο του οποίου συμμετέχει η χαλέπιος πεύκη και στον υπόροφο τα αείφυλλα πλατύφυλλα (πρίνος-σχίνος κλπ.), στο βόρειο τμήμα συναντούμε αραιά, δασική βλάστηση (πεύκη, αγριελιές, πρίνο, σχίνα) μικρής ανάπτυξης και πυκνότητας (30-40%), στο κεντρικό τμήμα εντοπίζονται αραιά άτομα χαλεπίου πεύκης και στην υπόλοιπη επιφάνεια εντοπίζονται φρύγανα, μεμονωμένα άτομα αγριελιάς και διάσπαρτοι ακανθώδεις θάμνοι-ημίθαμνοι.

Κατά τις αεροφωτογραφίες του 1945 στο ανατολικό τμήμα της ίδιας έκτασης εντοπίζεται η ύπαρξη άγριας αραιάς δασικής βλάστησης μάλλον θαμνώδους μορφής σε ποσοστό 30-40 % και βραχώδεις επιφάνειες, το δυτικό τμήμα καλυπτόταν από άγρια δασική βλάστηση προφανώς από χαλέπιο πεύκη (κρίνοντας από την ηλικία της υφιστάμενης σήμερα στο ίδιο τμήμα βλάστησης) με πυκνότητα περίπου 50-60%, χωρίς να αποκλείεται η παρουσία και αείφυλλων- πλατύφυλλων (πρίνος, σχίνος κλπ), στο βόρειο τμήμα αραιά, διάσπαρτη στο χώρο πενιχρή δασική βλάστηση (πεύκη, αγριελιές) μικρής ανάπτυξης και πυκνότητας (20-30%).

Αναφέρεται, επιπλέον, στην ως άνω έκθεση, ότι η περιοχή βορείως της Νέας Εθνικής Οδού ... Κορίνθου, όπου βρίσκονται τα επίδικα με αριθμούς ... και …, καλύπτεται και σήμερα ακόμα και εμφανώς καλυπτόταν και στο παρελθόν από δάσος πεύκης. Άλλωστε, και ο μάρτυρας Σ. Σ., που εξετάστηκε με επιμέλεια του εφεσίβλητου Ιδρύματος, το οποίο μόνο αμφισβητεί τον δασικό χαρακτήρα του ακινήτου που παραχωρήθηκε στον δικαιοπάροχό του I.

Ε., κατέθεσε ότι μέχρι το έτος 1950 γινόταν συλλογή ρητίνης στο κτήμα, πράξη η οποία προσιδιάζει σε πευκοδάσος. Με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας την ίδια μορφή, που προσήκει σε δάσος, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη υπό στοιχείο II., είχαν με βεβαιότητα τα παραχωρηθέντα ακίνητα και κατά το έτος 1833, γεγονός που δεν αμφισβητείται από το Ίδρυμα για τον εν λόγω κρίσιμο χρόνο.

Επομένως, αυτά ανήκαν κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Κράτος, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο I. νομική σκέψη. Οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των διαδίκων θα μπορούσαν να είχαν αποκτήσει μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης επ' αυτών, με ταπί, την ύπαρξη του οποίου δεν επικαλούνται για κανένα από αυτούς.

Συνεπώς, τα ως άνω ακίνητα περιήλθαν, κατά κυριαρχικό δικαίωμα στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως δημόσια γαία (δάσος), δυνάμει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως. Μετά την έκδοση του β.δ. της 17.11/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", για τα ακίνητα αυτά κανένας ιδιοκτήτης δεν τήρησε την επιβαλλόμενη από το άρθρο 3 αυτού υποχρέωση υποβολής τίτλων στη Γραμματεία των Οικονομικών, εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή του, δοθέντος ότι δεν υπήρχαν τέτοιοι οθωμανικοί τίτλοι, έστω και άκυροι, οπότε αναγνωρίστηκαν ως αδιαφιλονίκητα εθνικά (δημόσια) κτήματα, που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Συνακόλουθα, με τα προγενέστερα των παραχωρητηρίων συμβόλαια, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (όπως αναλυτικά μνημονεύονται κατωτέρω), με τα οποία διάφοροι τρίτοι φέρονται να μεταβιβάζουν στους δικαιοπαρόχους τους, Π. Κ. (κατά τα έτη 1885 και 1908) και Ι. Ε. (κατά τα έτη 1883 και 1902), τα ακίνητα που στη συνέχεια οι τελευταίοι ζήτησαν από το Ελληνικό Δημόσιο να τους παραχωρήσει κατά κυριότητα, δεν μετέστη στους Π.

Κ. και I. Ε. η κυριότητα των αναφερόμενων σε αυτά ακινήτων, καθότι αυτή εξέλιπε στο πρόσωπο των εν λόγω τρίτων, με δεδομένο ότι κύριο ήταν κατά το χρόνο εκείνο το Ελληνικό Δημόσιο. Ο ισχυρισμός των διαδίκων, εκκαλούντος Π. Σ. και εφεσίβλητου Ιδρύματος, ότι επί των ακινήτων που παραχωρήθηκαν στους δικαιοπαρόχους τους τα έτη 1923 και 1924, οι τελευταίοι ασκούσαν από τα έτη 1875 και 1883 αντίστοιχα πράξεις φυσικής εξουσίασης, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι κύριοι και ότι δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα άλλων με τη συμπεριφορά τους, δεν αποδείχτηκε βάσιμος ως προς το δεύτερο σκέλος του.

Αυτό επειδή οι αποδειχθείσες πράξεις των δικαιοπαρόχων αμφοτέρων των πλευρών, οι οποίες αφορούσαν στη συλλογή ρητίνης, και είναι αυτές χάρη στις οποίες ζήτησαν και επέτυχαν μεταγενέστερα την έκδοση, των παραχωρητηρίων, δεν ενεργούνταν με ειλικρινή πεποίθηση ότι αυτοί είναι κύριοι των ακινήτων και ότι δεν παραβιάζουν δικαιώματα άλλων με τη συμπεριφορά τους, καθόσον γνώριζαν ότι οι δικαιοπάροχοί τους δεν διέθεταν οθωμανικούς τίτλους για τα συγκεκριμένα πευκοδάση και ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 3 του από 17 (29) Νοεμβρίου /1 Δεκεμβρίου 1836 β.δ. "Περί ιδιωτικών δασών", με συνέπεια αυτά να έχουν περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Η γνώση τους άλλωστε αυτή επιβεβαιώνεται, χωρίς αμφιβολία, από το γεγονός ότι οι ίδιοι, τα έτη 1923 και 1924, αξιοποιώντας το γεγονός της "έκπαλαι" ρητίνευσης των ακινήτων αυτών, ζήτησαν από το αληθές κύριο Ελληνικό Δημόσιο, όπως προαναφέρθηκε, την παραχώρηση των εν λόγω πευκοδασών. Επομένως, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη υπό στοιχείο III., δεν καταλύθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στα επίδικα εδαφικά τμήματα από τους δικαιοπαρόχους των αντιδίκων του, με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ.δ., που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11.9.1915, δεδομένου ότι αυτοί δεν είχαν διάνοια κυρίου, ούτε καλή πίστη.

Στη συνέχεια, ωστόσο, όπως προαναφέρεται, το Ελληνικό Δημόσιο, με τα προαναφερόμενα παραχωρητήρια, παραχώρησε στους εν λόγω δικαιοπαρόχους των αντιδίκων, κατά πλήρη κυριότητα, τα ακίνητα επί των οποίων αυτοί ασκούσαν μέχρι τότε τη συλλογή της ρητίνης. Με τα παραχωρητήρια αυτό οι τελευταίοι απέκτησαν για πρώτη φορά, κατά τον ανωτέρω χρόνο, από αληθή κύριο, την κυριότητα των εν λόγω πευκοδασών.

Οι ως άνω παραχωρήσεις έγιναν από το Ελληνικό Δημόσιο χωρίς τίμημα στην προκείμενη περίπτωση, ή με ευτελές τίμημα στις άλλες περιοχές, όπου επεκτάθηκε η ισχύς του ν.δ/τος της 17/18.10.1923, ακριβώς για να διατηρηθούν, προστατευτούν και βελτιωθούν σι συνθήκες εκμετάλλευσης των δασών αυτών, από τους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, οι οποίοι, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, παρείχαν περισσότερες εγγυήσεις για την επίτευξη του ως άνω σκοπού, λόγω της μακροχρόνιας εκμετάλλευσης των επίμαχων δασών.

Επομένως, οι παραχωρήσεις αυτές έγιναν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη υπό στοιχείο IV. και σύμφωνα με το διαχρονικά σταθερό πνεύμα της δασικής νομοθεσίας ως προς το αμετάβλητο του χαρακτήρα των δασών, υπό τον όρο συνέχισης της ρητινοσυλλογής και διατήρησης της δασικής μορφής τους, όρος που τηρήθηκε από τους παραχωρησιούχους.

Συνεπώς, αυτοί απέκτησαν, κατ' αρχάς, την κυριότητα των εν λόγω πευκοδασών, τηρώντας τον ανωτέρω όρο. Τα επίδικα εδαφικά τμήματα προσδιορίζονται και από τις εκθέσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων, οι οποίοι έλαβαν υπόψη τους για τη σύνταξη του πορίσματός τους τα συμβόλαια που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία αφορούν τόσο στο χρονικό διάστημα πριν τις παραχωρήσεις όσο και σ' εκείνο μετά από αυτές και κατά χρονολογική σειρά είναι τα ακόλουθα: 1) Για το πευκοδάσος που παραχωρήθηκε στον Π.Κ., δικαιοπάροχο του εκκαλούντα Π.

Σ., το έτος 1923: Α) Το ....5.1885 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Μεγάρων Ι. Π., με το οποίο ο Β. Σ. φέρεται να μεταβιβάζει, λόγω πώλησης, στο τέκνο του Ι. Σ., μεταξύ άλλων, στη Θέση "..." στον ... "όσα πευκόδενδρα υπάρχουν καλλιεργημένα και ακαλλιέργητα με την γην των συνορευόμενα δυτικώς με του Χ. Π., νοτεινώς με δρόμον ..., βορεινώς με ράχην, όσο γέρνουν τα νερά, νοτεινά, και ανατολικώς με Γ.

Κ.". Β) Το .../14.2.1908 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Μεγάρων Ι. Μ., με το οποίο ο Ι. Σ. φέρεται να μεταβιβάζει περαιτέρω στον Π. Κ., λόγω πώλησης, το παραπάνω ακίνητο που είχε αγοράσει από τον πατέρα του, το οποίο περιγράφεται ως "πευκοδάσος συνιστάμενον εκ τριάκοντα και πλέον καροκίων πευκοδένδρων καλλιεργημένων και πλήθους άλλων ακαλλιεργήτων και διαφόρων άλλων δένδρων και θάμνων, οίον πρίνων, σχοίνων αγριελαιών κομάρων κ.λ.π.

μετά της χορτονομής και της γης αυτού μεγάλης και αγνώστου εκτάσεως, κείμενον εις θέσιν ... της περιφερείας του Δήμου Μεγαρέων, και συννορευόμενον ανατολικώς με ελαιόδενδρα Ι. Φ., δυτικώς με πευκόδενδρα πρότερον Χ. Π. και ήδη Δήμου Μεγαρέων, αρκτικώς με τα όρια τα διαχωρίζοντα τους Δήμους Ελευσίνος και Μεγαρέων και μεσημβρινώς με Δημοσίαν οδόν".

Γ) Το ...31.12.1923 προαναφερόμενο παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα κατά τα ανωτέρω, με το οποίο, σε συνέχεια της από 26.11.1923 αίτησης του Π. Κ., παραχωρήθηκε κατά πλήρη κυριότητα σε αυτόν από το Ελληνικό Δημόσιο, ως μόνο αληθή κύριο, το ανωτέρω πευκοδάσος στη θέση ... της περιφέρειας Μεγάρων, επί του οποίου ασκούσε την ρητίνευση, για την περιγραφή του οποίου έχει αντιγραφεί το προηγούμενο συμβόλαιο, εφόσον αναφέρεται αυτό ως "συνορευόμενον Ανατολικώς με ελαιόδενδρα Ι.

Φ. και κτήμα Ε., Δυτικώς με πευκόδενδρα Χ.Π. ήδη Δήμου Μεγαρέων, Αρκτικώς με όρια διαχωρίζοντα Δήμους Μεγαρέων και Ελευσίνος και μεσημβριώς με δημοσίαν οδόν" και επί του οποίου υμείς και οι δικαιοπάροχοί σας ασκείτε έκπαλαι το δικαίωμα της συλλογής ρητίνης". Δ) Η από 30.3.1949 ιδιόγραφη διαθήκη του Π. Κ., η οποία δημοσιεύθηκε με το 6417/1953 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχτηκε κύρια με την 12502/1953 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία ο εν λόγω διαθέτης εγκαθιστά κληρονόμο σε όλη την περιουσία του την κόρη του Κ.

συζ. Γ. Σ. και κληροδοτεί στον εγγονό του (Π. Σ.) ένα ιδιόκτητο δάσος στη θέση "...", χωρίς άλλη περιγραφή. Ε) Η υπ' αριθμόν .../14-3-1954 πράξη αποδοχή κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Μεγάρων Π. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μεγάρων, στον τόμο …, με αριθμό …, με την οποία ο Γ. Σ., ενεργώντας για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου του Π.

Σ., αποδέχεται την κληρονομία του Π. Κ., σύμφωνα με την από 30.3.1949 ιδιόγραφη διαθήκη του τελευταίου, η οποία συνίσταται σε ένα πευκοδάσος μετά των 30 και πλέον καροκίων πευκόδεντρων καθώς και πλήρους άλλων ακαλλιέργητων δέντρων (θάμνων, σχίνων, αγριελιών κ.τ.λ) μετά της γης αυτής, μεγάλης έκτασης και της χορτονομής, κείμενο στη θέση ...

της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μεγάρων, που συνορεύει ανατολικά με ελαιόδενδρα Ι. Φ. και κτήμα Ε., δυτικά με δήμο Μεγάρων (πρώην Χ. Π.), νότια με δημόσια οδό ... και βόρεια με τα όρια όπου διαχωρίζεται ο Δήμος Μεγάρων με τον δήμο Ελευσίνας. ΣΤ) Η .../1970 συμπληρωματική πράξη αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Π.

Π., που μεταγράφηκε νόμιμα τα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μεγάρων, στον τόμο …, με αριθμό …, με την οποία συμπληρώνεται η έκταση του πευκοδάσους και προσδιορίζεται αυτή σε 2.500 στρέμματα (πλέον ή έλαττον), με τα ίδια όρια, δηλαδή "ανατολικώς με ελαιόδενδρα Ι. Φ. και κτήμα Ε.", με την προσθήκη "ήτοι παρά το χιλιόμετρον 29+500 της νέας Εθνικής οδού ...-Κορίνθου, δυτικώς με πευκόδεντρα Χ.

Π. ήδη Δήμου Μεγάρων" με την προσθήκη "ήτοι παρά το τριακοστόν δεύτερον (32) χιλιόμετρον της νέας Εθνικής οδού ...-Κορίνθου", νότια με δημόσια οδό, δηλαδή την παλαιά Δημόσια οδό ...-Κορίνθου και βόρεια με τα όρια όπου διαχωρίζεται ο Δήμος Μεγάρων με τον δήμο Ελευσίνας. Ζ) Η ...14.4.1974 τρίτη κατά σειρά αποδοχή κληρονομίας, του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Π.

Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μεγάρων στον τόμο …, με αριθμό …, με την οποία ο Π. Σ. αποδέχεται εκ νέου την κληρονομία του παππού του Π. Κ., σύμφωνα με την από 30.3.1949 ιδιόγραφη διαθήκη του. Συγκεκριμένα, αποδέχεται το ίδιο κτήμα (πευκοδάσος) στη θέση "..." ή "..." ήδη δε "...", της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μεγάρων και της Κοινότητας Νέας Περάμου, εμβαδού 2.500 στρεμμάτων περίπου, ή όσης επιπλέον έκτασης είναι, που συνορεύει "ανατολικώς με τα όρια τα διαχωρίζοντα τους Δήμους Μεγάρων και Ελευσίνος και πέραν των ορίων αυτών με ιδιοκτησίαν Ε.

και ελαιόδενδρα Ι. Φ.", δυτικά με ιδιοκτησία Χ. Π. και ήδη Δήμου Μεγαρέων, νότια με δημόσια οδό, δηλαδή παλαιό Δημόσια οδό ... Κορίνθου και βόρεια με τα όρια τα διαχωρίζοντα τους Δήμους Μεγάρων και Ελευσίνος πρώην και ήδη Δήμων Μεγάρων και Μάνδρας. Η) Η .../8.4.1976 τέταρτη δήλωση αποδοχής κληρονομίας, του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Π.

Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα αυτά ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο …., με αριθμό …, με την οποία ο Π. Σ. αποδέχεται και πάλι την κληρονομία του παππού του Π. Κ., η οποία συνίσταται, μεταξύ άλλων, στο ίδιο κτήμα (πευκοδάσος) μετά των τριάντα και πλέον καροκίων πευκοδένδρων και πλήθους άλλων ακαλλιέργητων δένδρων (θάμνων, σχίνων, αγριελιών κ.τ.λ), μετά της γης, εκτάσεως 2.500 στρεμμάτων πλέον ή έλαττον, κείμενο στη θέση "..." ή "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του πρώην Δήμου Μεγαρέων και ήδη της Κοινότητας Νέας Περάμου, που συνορεύει "ανατολικώς με ελαιόδενδρα Ι.

Φ. περιελθόντα εις Ε. και κτήμα Ε., ήτοι παρά το χιλιόμετρον 29+500 της Νέας Εθνικής Οδού ... Κορίνθου" δυτικά με πευκόδεντρα πρώην Χ. Π., πρώην Δήμου Μεγάρων και πλέον ... "ήτοι παρά το τριακοστόν δεύτερο (32ον χιλιόμετρον της Νέας Εθνικής οδού ...-Κορίνθου", νότια με Δημόσια οδό, δηλαδή την παλαιά δημόσια οδό ...- Κορίνθου και βόρεια με τα όρια τα διαχωρίζοντα τους Δήμους Μεγαρέων και Ελευσίνος και ήδη του των Κοινοτήτων Μάνδρας και Νέας Περάμου.

Από τα ανωτέρω συμβόλαια του εκκαλούντος προκύπτει αφενός ότι το ανατολικό όριο του πευκοδάσους στο Δήμο Μεγαρέων, που παραχωρήθηκε στον Π. Κ., ταυτίζεται διαχρονικά με ελαιόδενδρα Ι. Φ. περιελθόντα στον Ε. και κτήμα Ε., τα οποία, όπως επισημαίνεται στην τρίτη δήλωση αποδοχής, βρίσκονται πέραν του ορίου των δήμων Μεγάρων-Ελευσίνας.

Επομένως, το σταθερό ανατολικό όριο του ακινήτου που παραχωρήθηκε προς τον δικαιοπάροχο του Π. Σ., δηλαδή η ιδιοκτησία Ι. Φ. που περιήλθε στον Ε. και το κτήμα Ε., ταυτίζονται, σύμφωνα με τη δήλωση αυτή, με το όριο των δύο Δήμων. 2) Για το πευκοδάσος που παραχωρήθηκε στον Ι. Ε., δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου Ιδρύματος το έτος 1924:

α) Το .../4.4.1883 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ... Α. Γ., νομίμως μεταγεγραμμένο, το οποίο είναι χειρόγραφο και δυσανάγνωστο στα σημεία που τίθενται παρακάτω τελείες, με το οποίο οι Γ. και Σ. Β. φέρεται να μεταβιβάζουν στον απώτατο δικαιοπάροχο του Ιδρύματος Ι. Ε., λόγω πώλησης, ένα κτήμα στην περιφέρεια της τότε Κωμόπολης Ελευσίνας ονομαζόμενο "..." ή "...", έκτασης 10.000 στρεμμάτων περίπου, που συνορεύει βόρεια με κτήμα Κ., ανατολικά με αγρούς Κ., Α.

Ν. και Α. Ρ., "μεσημβρινώς με θάλασσαν μέχρι της ζώνης της διαφιλονικούμενης μετά των Π., περιλαμβανόμενης και ταύτης, έπειτα η γραμμή του ορίου ανέρχεται το ρεύμα μέχρι της δημοσίας οδού της άγουσας εις Μέγαρα, ...ο λόφος μετά των υπορείων αυτού μέχρι της θαλάσσης... εις το κτήμα, έπειτα παρακολουθεί την αμαξωτήν οδόν την άγουσα εις Μέγαρα,...

την παραλία στους Π., ακολουθεί την αμαξωτήν οδόν μέχρι το προσκυνητάριο του Αγ. Νικολάου, έπειτα ακολουθεί την ολίγων άνωθεν του προσκυνηταρίου παρούσα παλαιά λιθόστρωτην οδόν την άγουσα το πάλαι εις Μέγαρα, αφήνοντας κάτωθι το Τμήμα Φ., προχωρεί μέχρι της ράχεως της κατερχομένης από του ... και ακολουθούσα την ράχη ανέρχεται κατ' ευθείαν γραμμήν μέχρι του ...

στρέφεται προς δυσμάς και καταλαμβάνουσα μέρος εκ των προς δυσμάς...του ....... μέχρι της κορυφής του όρους, ένθα συναντάται μετά του αρχικού ορίου προς τον Κ., αφήνουσα ούτω προς δυσμάς το σύνορα των Μεγάρων", β) Το ....8.1883 συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ελευσίνας Η. Λ., με το οποίο οι Γ. Π., Κ. Π., Δ.

Ν., Δ. Ν. και Π. Π. φέρεται να μεταβιβάζουν στον Ι. Ε., λόγω πώλησης, "κτήμα εν τη περιφερεία Ελευσίνος", χωρίς προσδιορισμό της θέσης, της έκτασης και των ορίων του. γ) Το ....4.1902 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Β. Π., νομίμως μεταγραφέν, με το οποίο μεταβιβάζεται στον Ι. Ε., λόγω πώλησης, ένα κτήμα στην περιφέρεια του Δήμου Ελευσίνας στη θέση ...

εκτάσεως 500 στρεμμάτων περίπου, με τα περιεχόμενα σ' αυτό δένδρα, αγριελιές, ελιές, πεύκα και λοιπά δένδρα, που συνορεύει ανατολικά και βόρεια με κτήμα Ι. Ε., νότια με θάλασσα και δυτικά με όρια της Κοινότητας Μεγάρων. Ως αντισυμβαλλόμενοι στο συμβόλαιο αυτό αναγράφονται ο Ι. Φ. σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και ο ίδιος μαζί με τους Κ.

Μ., Κ. Σ., Χ. Π. και Π. Ρ. στο έτερο 1/2 αδιαιρέτου. Το εν λόγω τρίτο ακίνητο είναι αυτό στο οποίο παραπέμπουν οι τίτλοι του εκκαλούντος Π. Σ. ως το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας του, δηλαδή "ελαιόδενδρα Φ. περιελθόντα εις Ε.ν", εφόσον άλλη μεταβίβαση ακινήτου με συμβαλλομένους τους Φ. και Ε. δεν αποδείχτηκε, και είναι αυτό με το οποίο η ιδιοκτησία I.

Ε. συνορεύει δυτικά με το όριο του Δήμου Μεγάρων, εφόσον αυτό αναφέρεται ως δυτικό όριο του εν λόγω ακινήτου, δ) Το .../2.9.1924 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας, στον τόμο …, με αριθμό …, με το οποίο, σε συνέχεια της από 29.8.1924 αίτησης του I.

Ε., παραχωρείται σε αυτόν, κατά πλήρη κυριότητα, από το Ελληνικό Δημόσιο ως μόνο αληθή κύριο, το σύνολο της ιδιοκτησίας που περιγράφεται στα προηγούμενα συμβόλαια, περιγραφόμενης ως πευκοδάσος στη θέση "... της περιφέρειας Μάνδρας, που συνορεύει "ανατολικώς με αγρούς διαφόρων και πευκοδάσος κληρονόμων Γ.

Κ., δυτικώς με όρια κοινότητας Μεγάρων, αρκτικώς με πευκοδάσος κληρονόμων Κ. και μεσημβρινώς με παραλίαν κόλπου Ελευσίνος, επί του οποίου αυτός και οι δικαιοπάροχοί του ασκούσαν έκπαλαι το δικαίωμα της ρητινοσυλλογής". Σημειώνεται ότι, μετά την ανωτέρω παραχώρηση, συντάχθηκε με επιμέλεια του I. Ε. η από 24.5.1926 έκθεση του Καθηγητή-Γεωλόγου Γ.

Κ. Γ., "Περί των υδρογεωλογικών συνθηκών της περιοχής του κτήματος του κ. Ιω. Ε.". Σε αυτήν αναφέρεται, ως προς τα όρια, ότι το κτήμα "περιορίζεται από Νότου υπό της θαλάσσης και εκτείνεται προς Α. μεν μέχρι του φυλακείου του ΣΠΑΠ, του ευρισκομένου κατά το 40 χμ. 500, προς Δ. δε σχεδόν μέχρι του ετέρου νεοκτίστου φυλακείου του ΣΠΑΠ, του ευρισκομένου κατά το 42χμ.300".

Τα φυλάκια Σιδηροδρόμων Πειραιώς-Αθηνών- Πελοποννήσου (ΣΠΑΠ) που υπάρχουν στην περιοχή είναι τρία. Το ανατολικό, το οποίο αποτυπώνεται στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την ανωτέρω έκθεση, ως ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας Ε., το δυτικό, το οποίο αποτυπώνεται στο από Μαρτίου 1938 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Ν.

Σ. και ένα τρίτο, ανάμεσα στα άλλα δύο, προς νότον, κοντά στη θάλασσα. Στην παραπάνω έκθεση ως δυτικό φυλάκιο εννοείται με βεβαιότητα το δεύτερο, καθότι στο τοπογραφικό διάγραμμα που την συνοδεύει η ιδιοκτησία Ε. εκτείνεται προς τα δυτικά κοντά στη Θέση που βρίσκεται το φυλάκιο αυτό. Και τα δύο ανωτέρω σχεδιαγράμματα, που συντάχθηκαν με επιμέλεια των δικαιοπαρόχων του εφεσιβλήτου πολύ κοντά στους χρόνους της παραχώρησης, αποτυπώνουν την πεποίθηση αυτών για την ακριβή θέση του δασοκτήματος που είχε παραχωρηθεί στον I.

Ε., η οποία παρέμεινε αμετάβλητη και σε όλα τα επόμενα, που συντάχθηκαν με βάση το δεύτερο από αυτά, μέχρι την άσκηση των αγωγών. Αντίστοιχα διαγράμματα δεν διαθέτει ο εκκαλών Π. Σ., ο οποίος επιμελήθηκε την τοπογράφηση του δασοκτήματος που του παραχωρήθηκε για πρώτη φορά το έτος ...3, με τη σύνταξη του από Δεκεμβρίου ...3 τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου Θ.

Σ., στο οποίο αποτυπώνεται το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας του ανατολικότερα από τη θέση που βρίσκεται στα σχεδιαγράμματα των δικαιοπαρόχων του Ιδρύματος, ε) Το .../1.3.1929 διανεμητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ... Ι. Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο …, με αριθμό …, με το οποίο οι κληρονόμοι του Ι.

Ε., Λ., Ζ. και Κ. Ε. διανέμουν την περιουσία του αποβιώσαντος στις 3.9.1927 Ι. Ε.. Ο Λ. Ε., λαμβάνει, πέραν των άλλων, το ως άνω παραχωρηθέν ακίνητο, αναφερόμενης έκτασης 1.700 στρεμμάτων, πλέον ή έλαττον, περιγραφόμενο ως μια άγονη, ακαλλιέργητη και πετρώδη έκταση γης στη θέση ..., της περιφέρειας της Κοινότητας Ελευσίνας, η οποία συνορεύει γύρωθεν "με κτήματα αγνώστων σιδηροδρομικήν γραμμήν θάλασσαν και φυλάκιον σιδηροδρόμου Πελοποννήσου" και όχι με "σιδηροδρομική γραμμή και θάλασσα εις φυλάκιον ΣΠΑΠ" όπως προφανώς από παραδρομή αναφέρεται στην πραγματογνωμοσύνη Κ..

Η επισήμανση αυτή είναι σημαντική, δοθέντος ότι υπό την πρώτη αυθεντική διατύπωση δίνονται τέσσερα διακριτά όρια: κτήματα αγνώστων, σιδηροδρομική γραμμή, θάλασσα και φυλάκιο σιδηροδρόμου Πελοποννήσου. Το τελευταίο όριο (φυλάκιο) είναι προφανώς διαφορετικό από το προηγούμενο (θάλασσα), όπως καταδεικνύεται από τον συμπλεκτικό σύνδεσμο "και" που τα διαχωρίζει, ενώ υπό την δεύτερη διατύπωση, όπως έχει αντιγραφεί εσφαλμένα από τον πραγματογνώμονα, τα όρια γίνονται τρία:

κτήματα αγνώστων, σιδηροδρομική γραμμή και θάλασσα εις φυλάκιο ΣΠΑΠ, όπου το φυλάκιο ταυτίζεται με τη θάλασσα που είναι το νότιο όριο, παραπέμποντας ευθέως στο μεσαίο, τρίτο ως άνω φυλάκιο, το οποίο βρίσκεται νοτίως, κοντά στη θάλασσα, πλησίον του οποίου ο πραγματογνώμονας Γ. Κ. και ο εκκαλών Π.Σ. τοποθετούν το κοινό όριο των δύο ιδιοκτησιών.

Δεδομένου, όμως, ότι στην περιγραφή του συμβολαίου τα όρια είναι τέσσερα και διακριτά, με νότιο όριο τη θάλασσα και ανατολικό την σιδηροδρομική γραμμή, τότε, εφόσον φυλάκιο στο βόρειο τμήμα δεν υπήρχε, προφανώς ως τέτοιο εννοείται εκείνο που βρίσκεται στα δυτικά της ιδιοκτησίας Ε., μέχρι του οποίου αυτή εκτείνεται κατά το ανωτέρω διανεμητήριο.

στ) Το .../5.2.1975 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ... Α. Α. - Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ανωτέρω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο …, με αριθμό …, με το οποίο ο Λ. Ε. μεταβιβάζει στο εφεσίβλητο, λόγω δωρεάς, εκτός άλλων, τμήμα του ανωτέρω κτήματος, εμβαδού 750 στρεμμάτων, περιγραφόμενο ως μια βραχώδη και άγονη έκταση στην περιφέρεια Ελευσίνας Αττικής και στη θέση "...", που διαχωρίζεται από τη Ν.Ε.Ο.Α.Κ.

σε δύο τμήματα, βόρειο και νότιο, όπως αυτή εμφαίνεται στο συνημμένο στο εν λόγω συμβόλαιο από μηνός Ιανουαρίου 1875 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Ν. Β. (το οποίο είναι στην ουσία το προαναφερόμενο του Ν. Σ., με επεξηγηματικό υπόμνημα του Ν. Β.), έκτασης 460 στρεμμάτων το πρώτο, το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Π.

Κ., δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστων, βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστων και νότια με Ν.Ε.Ο.Α.Κ. και 293 στρεμμάτων το δεύτερο, το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. και ιδιοκτησία Ναυπηγείων …., δυτικά με ιδιοκτησία Κ. Σ. (πρώην Λ. Ε.) βόρεια με ιδιοκτησία Κ. Σ. (πρώην Λ. Ε.), Ν.Ε.Ο.Α.Κ. και ιδιοκτησία ... και νότια με θάλασσα με Π.Ε.Ο.Α.Κ και ιδιοκτησία Λ.

Ε., Π.Ε.Ο.Α.Κ. και ιδιοκτησία Σ., εντός του οποίου το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι εμπίπτουν τα επίδικα με αριθμούς ..., ..., ζ) Το .../18.12....1 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ... Α. Α. - Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο …, με αριθμό …, με το οποίο ο Λ. Ε.ς μεταβιβάζει στο εφεσίβλητο, λόγω δωρεάς, την ψιλή κυριότητα μιας έκτασης επιφάνειας 123 στρεμμάτων στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ελευσίνας και στη θέση ..., η οποία κατά κοινή ομολογία απάντων των διαδίκων δεν έχει σχέση με τα επίδικα και η) το .../23.11....4 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ...

Α. Α. - Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα αυτά ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο …, με αριθμό …, με το οποίο ο Λ. Ε. παραιτείται από το δικαίωμα της επικαρπίας, υπέρ του εφεσίβλητου Ιδρύματος, από το ανωτέρω ακίνητο. Από τα παραπάνω συμβόλαια προκύπτει ότι, αφενός η ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων του Ιδρύματος, τμήμα της οποίας μεταβιβάστηκε στο ίδιο, είναι το παραχωρηθέν πευκοδάσος που βρίσκεται στο Δήμο Ελευσίνας, αφετέρου το δυτικό όριο αυτού ταυτίζεται διαχρονικά με τα όρια Ελευσίνας-Μεγάρων, με τα οποίο ταυτίζεται, κατά τα προαναφερόμενα, και το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας του εκκαλούντος Π.

Σ., σύμφωνα με τους τίτλους του. Η οριογραμμή των δύο Δήμων είχε καθοριστεί, στη θέση που ανέκαθεν βρισκόταν, με το από 5.10.1920 πρωτόκολλο Επιτροπής, συγκροτηθείσας από τον Ειρηνοδικούντα Γραμματέα, μη υπάρχοντος Ειρηνοδίκη, ως Πρόεδρο, τους Προέδρους των δύο κοινοτήτων και τους διευθυντές των δύο δημοτικών σχολείων Μεγάρων και Ελευσίνας αντίστοιχα, η οποία πραγματοποίησε επιτόπια μετάβαση και επιστάμενη εξέταση.

Ειδικότερα, κατά το έγγραφο αυτό, τα όρια των δύο δήμων ορίζονται "συμφώνως προς τα υπάρχοντα παλαιά" και "άρχονται από της θαλάσσης και εκ της θέσεως "Λ. Δ." και προχωρούν δια της κορυφογραμμής προς την θέσιν ... και όπως τρέχουν τα νερά, το μεν Δ ' μέρος εις την περιφέρειαν Μεγάρων, το δε ανατολικόν μέρος εις την περιφέρειαν Ελευσίνος".

Από το από 11.7.1946 έγγραφο του Δήμου Ελευσίνας, που αναφέρεται στα όρια της τότε Κοινότητας Ελευσίνας με τις πέριξ Κοινότητες, στην παράγραφο που αφορά τα Μέγαρα, επαναλαμβάνεται η αυτή ως άνω περιγραφή της οριογραμμής τους, ενώ με το ...26.8.1999 έγγραφο του Δήμου αυτού προς τον Πραγματογνώμονα Κ., βεβαιώνεται ότι τα διοικητικά όριά του δεν έχουν υποστεί καμία αλλαγή από το 1890 μέχρι το χρόνο σύνταξης του εγγράφου αυτού.

Στο από Ιουλίου 1985 έγγραφο του Δήμου Μεγαρέων, το οποίο επιγράφεται "ΟΡΙΑ ΔΗΜΟΥ ΜΕΓΑΡΕΩΝ - Εκ των πρακτικών καθορισμού ορίων μετά των ομόρων Ο.Τ.Α.", το οποίο μνημονεύεται και στην έκθεση του πραγματογνώμονα Σπ. Κ., αναφέρεται ότι το όριο του Δήμου αυτού από το 32° χιλιόμετρο περίπου της Ν.Ε.OA.Κ. ακολουθεί προς ανατολάς τον άξονα της οδού μέχρι το χιλιόμετρο 27,500.

Όμως το έγγραφο αυτό, πέραν του γεγονότος ότι δεν αναγράφονται οι συντάκτες του και δεν φέρει υπογραφές, δεν αναφέρει ούτε το χρόνο στον οποίο ο καθορισμός αυτός αφορά, ώστε να εξεταστεί αν είναι προγενέστερος, σύγχρονος ή μεταγενέστερος των χρόνων κατά τους οποίους συντάχθηκαν τα συμβόλαια των διαδίκων που μνημονεύουν τη συγκεκριμένη οριογραμμή των δύο Δήμων ως κοινό όριο των ιδιοκτησιών τους.

Σημαντικό στοιχείο για τον εντοπισμό της θέσης στην οποία βρίσκεται η οριογραμμή των δύο δήμων κατά τους χρόνους αυτούς (δηλαδή 1902 έως 1975), είναι ο εντοπισμός της θέσης "Λ. Δ.", η οποία αναφέρεται ως το νοτιότερο σημείο της οριογραμμής στο ανωτέρω πρωτόκολλο. Ο πραγματογνώμονας Σ. Κ., για τον εντοπισμό της θέσης αυτής, έλαβε υπόψη του, εκτός από τις γενικώς αναφερόμενες στην έκθεσή του "μαρτυρίες ευϋπόλυπτων εντοπίων", τους οποίους όμως δεν κατονομάζει και επομένως το ασφαλές ή μη της γνώσης τους δεν μπορεί να εκτιμηθεί, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών, κυρίως τα συμβόλαια που αναφέρονται κατωτέρω.

Με αυτά οι κληρονόμοι Α. Λ., αποδέχονται την κληρονομία αυτού ως προς δύο ακίνητα που βρίσκονται στο νότιο τμήμα της θέσης όπου το Ίδρυμα τοποθετεί το δυτικό όριό του, ενώ τρίτοι αγοράζουν στην ίδια περιοχή δύο ακίνητα που συνορεύουν με "ελαιόδενδρα Λ.". Ειδικότερα, οι τίτλοι αυτοί είναι οι εξής: 1) οι ...1.10.1999 δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Μεγάρων Π.

Σ., με τις οποίες οι Α. Λ. συζ. Β. Π. στην πρώτη και Ε. Λ. συζ. Ι. Π. στη δεύτερη αποδέχονται την κληρονομία του Α. Λ. του Ι., που απεβίωσε κατά το έτος 1965, στην οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και δύο ακίνητα στη θέση ..., εντός της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μεγάρων, τα οποία έχουν εντοπιστεί και τοποθετηθεί από αμφότερους τους πραγματογνώμονες στην ίδια θέση στην οποία αποτυπώνεται στα προαναφερόμενα σχεδιαγράμματα του Ιδρύματος το νότιο άκρο του δυτικού ορίου του ακινήτου του. 2) Το .../15.3.1941 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ...

Γ. Κ., με το οποίο οι Δ. Μ. του Χ., Χ. Γ. του Σ. και Α. Β. του Μ., ενεργώντας ως πληρεξούσιοι της Γ. Β., μεταβιβάζουν προς την Μ. θυγατέρα Κ. Μ., λόγω πώλησης, την κυριότητα ενός αγρού έκτασης 1.200 τ.μ. περίπου στη θέση "... (...)" της περιφέρειας του Δήμου Μεγάρων, το οποίο έχει εντοπιστεί από τον πραγματογνώμονα Γ. Κ. και έχει αποτυπωθεί από αυτόν στα σχεδιαγράμματά του στην ίδια θέση με τα προαναφερόμενα δύο ακίνητα των κληρονόμων Αν.

Λ. και βορειοανατολικά αυτών, και συνορεύει, κατά τον τίτλο, βορειοανατολικά με αγρό Ε. (και όχι Σ.), δυτικά (όπου βρίσκονται τα προηγούμενα ακίνητα κληρονόμων Λ.) με "ελαιόδενδρα Ι. Λ.", βόρεια με σιδηροδρομική γραμμή ΣΠΑΠ και νότια με δημόσιο δρόμο ... - Κορίνθου. Με βάση τα ανωτέρω συμβόλαια ο πραγματογνώμονας Σ.

Κ. τοποθετεί την θέση "Λ. Δ." στο σημείο που βρίσκονται τα ακίνητα κληρονόμων Α. Λ., δηλαδή ανατολικά του δεύτερου (δυτικού) φυλακίου της περιοχής, εκεί που κατά τα σχεδιαγράμματα των δικαιοπαρόχων του Ιδρύματος εκτείνονταν το δυτικό όριο της ιδιοκτησίας τους. Αντιθέτως, ο πραγματογνώμονας Γ. Κ., παρότι έχει αποτυπώσει στα σχεδιαγράμματά του τις ιδιοκτησίες αυτές και ο ίδιος δεν εντοπίζει σε κάποιο άλλο σημείο την θέση "Λ.

Δ.", δεν θεωρεί πιθανή την ταύτιση αυτής με τη θέση των εν λόγω ακινήτων των κληρονόμων I. Λ.. Την άποψή του αυτή θεμελιώνει αφενός στο γεγονός ότι η θέση "Λ. Δ.", πέραν του ανωτέρω πρωτοκόλλου καθορισμού της οριογραμμής των δύο δήμων, δεν συναντάται σε κανένα άλλο δημόσιο έγγραφο, διάγραμμα ή τίτλο του Ιδρύματος ή των δικαιοπαρόχων του ως δυτικό όριο της ιδιοκτησίας τους, αφετέρου στο ότι είναι διαφορετικό πράγμα η τοποθεσία "Λ.

Δ." από την "ιδιοκτησία Λ." (σελ 47 της έκθεσής του). Η εκτίμησή του αυτή δεν είναι πειστική, διότι: στο συγκεκριμένο πρωτόκολλο καθορισμού της οριογραμμής η ειδική μνεία της θέσης "Λ. Δ." ήταν επιβεβλημένη, επειδή χρησιμοποιούνταν ως εναρκτήριο σημείο της προς βορράν εξελισσόμενης οριογραμμής των Δήμων. Αντιθέτως, στα συμβόλαια, λοιπά δημόσια έγγραφα και διαγράμματα των διαδίκων, εφόσον γίνεται μνεία της οριογραμμής των δύο Δήμων ως όριό τους, ή αντίστοιχα λαμβάνει χώρα αποτύπωσή της, δεν συνέτρεχε λόγος να αναφερθεί ονομαστικά κανένα μεμονωμένο σημείο της διαδρομής της, όπως η ανωτέρω θέση, επειδή τα σημεία αυτά καταλαμβάνονται από την αναφορά και αποτύπωση αντίστοιχα της οριογραμμής στην οποία εντάσσονται.

Περαιτέρω, η θέση "Λ. Δ." πράγματι δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την "ιδιοκτησία Λ.", είναι όμως ταυτόσημη εννοιολογικά με τη θέση "ελαιόδενδρα Λ.", ειδικώς αφού ληφθεί υπόψη ότι στη θέση "ελαιόδενδρα Λ.", όπου βρίσκονται τα ακίνητα του ανωτέρω δεύτερου συμβολαίου, εντοπίζεται από τον ίδιο πραγματογνώμονα (Γ.

Κ.) έκταση με ελαιόδενδρα, στο σημείο όπου βρίσκονται τα δύο ακίνητα του πρώτου ως άνω συμβολαίου, ιδιοκτησίας κληρονόμων Λ.. Τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για τον καθορισμό της θέσης "Λ. Δ." στο ανωτέρω σημείο που το τοποθετεί ο πραγματογνώμονας Σπ. Κ.ς, σε συσχέτιση βέβαια και με τα λοιπά στοιχεία. Το δεύτερο σταθερό σημείο που αναφέρεται στα ανωτέρω συμβόλαια, ως ενδεικτικό του κοινού ορίου των ακινήτων που παραχωρήθηκαν στους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, είναι η χ/θ 29+500 της Ν.Ε.Ο.Α.Κ., στην οποία, κατά τα αναφερόμενα στους ανωτέρω υπό στοιχεία (στ) και (η) τίτλους του εκκαλούντος βρισκόταν το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας του.

Η θέση αυτή είναι συγκεκριμένη, προκύπτει από το τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:5000 (απόσπασμα) του ΥΠ.Ε.ΧΩ.Δ.Ε. και ο πραγματογνώμονας Σ. Κ. την αποτυπώνει πλησίον και δυτικά του σημείου μέχρι του οποίου στα σχεδιαγράμματα του εφεσιβλήτου Ιδρύματος εκτείνεται το δυτικό όριο της ιδιοκτησίας του. Και ενώ οι δύο πραγματογνώμονες συμφωνούν, αναγκαία, στο σημείο που βρίσκεται η χιλιομετρική αυτή θέση, ο πραγματογνώμονας Γ.

Κ. θεωρεί ότι αυτή δεν αποτελεί ασφαλές στοιχείο για τον εντοπισμό του δυτικού ορίου της ιδιοκτησίας του εκκαλούντος, καθόσον εκτιμά ότι η σχετική αναφορά στους ανωτέρω τίτλους του εννοεί την παλαιά χιλιομέτρηση της Ν.Ε.Ο.Α.Κ. Το συμπέρασμά του αυτό δεν έχει έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό, εφόσον από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η χιλιομέτρηση της Ν.Ε.Ο.Α.Κ.

έχει μεταβληθεί και πότε, με δεδομένο ότι η αρχή της παραμένει σταθερή και πρακτικά δεν μπορεί να έγινε βραχύτερη κατά δύο χιλιόμετρα ή να συντμήθηκε με άλλο τρόπο. Προς ενίσχυση του ανωτέρω συμπεράσματός του, στηρίζεται ο πραγματογνώμονας αποκλειστικά στη χειρόγραφη παραπομπή που βρίσκεται στην οπίσθια σελίδα του δεύτερου φύλλου, που φέρεται ως συνημμένο στην .../12.5.2008 απάντηση του Δήμου Μεγάρων προς τον ίδιο, σχετικά με τα όρια των δύο δήμων.

Το περιεχόμενο αυτής είναι ίδιο με εκείνο του προαναφερόμενου από Ιουλίου ...5 πρακτικού καθορισμού ορίων Δήμου Μεγαρέων μετά των ομόρων ΟΤΑ και επομένως για την μειωμένη αποδεικτική αξία αυτού ισχύουν όσα προαναφέρονται στην οικεία θέση.

Συνεπώς, η εκτίμηση του πραγματογνώμονα Γ. Κ. ότι το ανατολικό όριο του ακινήτου που παραχωρήθηκε στον δικαιοπάροχο του εκκαλούντος Π. Σ. δεν σταματά στην χ/θ 29+500 που αναφέρεται στους δύο τίτλους του, αλλά συνεχίζει ανατολικότερα, με βάση μόνο το ανωτέρω έγγραφο, κρίνεται ως μη ορθή. Προς υποστήριξή της αναφέρει ότι "αν τοποθετήσουμε τη χ/θ 27+899, η οποία αναφέρεται στο ΦΕΚ 92/6-7-1960 περί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης κτημάτων προς την διάνοιξη της Ε.Ο.Α.Κ.

κατά το τμήμα Ελευσίνα ως Λουτρόπυργο Νεράκι από χ/θ 22+094 ως 27+899, στην αρχή του Λουτρόπυργου (γιατί η απαλλοτρίωση αυτή αφορά το τμήμα μεταξύ Ελευσίνας και Λουτρόπυργου) "τότε κινούμενοι 400 μέτρα ανατολικότερα φτάνουμε στη χ/θ 27+500, η οποία βρίσκεται πολύ κοντά στα διαχρονικά και αμετάβλητα διοικητικά όρια των δήμων Μεγάρων-Ελευσίνας όπως αναφέρει και το έγγραφο του Δήμου Μεγάρων που προαναφέραμε", χωρίς όμως να διευκρινίζει αν αναφέρεται στη Ν.Ε.Ο.Α.Κ.

ή στην Παλαιά Εθνική Οδό ... Κορίνθου (Π.Ε.Ο.Α.Κ.), όπως ισχυρίζεται το Ίδρυμα ότι συνάγεται από την αναφορά της θέσης "Νεράκι". Εκτός αυτού, ο ίδιος ο πραγματογνώμονας σημειώνει παρακάτω στην έκθεσή του ότι η ερμηνεία αυτή (περί παλαιάς χιλιομέτρησης) δεν μπορεί να αποδειχτεί με απόλυτη βεβαιότητα παρά μόνο σαν ένδειξη, καθώς το προαναφερόμενο ΦΕΚ δεν συνοδεύεται από το αντίστοιχο κτηματολογικό διάγραμμα όπου πιθανότατα θα αποτυπώνονταν οι παλιές χιλιομετρικές θέσεις του άξονα της Ν.Ε.Ο.Α.Κ.

Καταλήγει, ωστόσο, εντελώς αναιτιολόγητα, ότι αποδεικνύεται πέρα από κάθε αμφιβολία ότι κατά τη δεκαετία του 1960 η χιλιομετρική θέση της Ν.Ε.Ο.Α.Κ. στο ύψος του Λουτρόπυργου ήταν της μορφής 27+ΧΧΧ και όχι 29+ΧΧΧ, συμπέρασμα, ωστόσο, που δεν μπορεί να θεμελιωθεί στις προηγούμενες παραδοχές του περί έλλειψης στοιχείων για παλαιά χιλιομέτρηση της Ν.Ε.Ο.Α.Κ.

και περί αβεβαιότητας των ως άνω επικαλούμενων από τον ίδιο ενδείξεων. Η άποψη που διατυπώνει ο Ν. Α., τεχνικός σύμβουλος του Π. Σ. για το ίδιο θέμα, ότι δηλαδή η αναφορά στους τίτλους του τελευταίου της χ/θ 29+500 της Ν.Ε.Ο.Α.Κ. ως ανατολικού ορίου της ιδιοκτησίας του, "μάλλον" αφορά στην Παλαιά Εθνική Οδό, δεν υιοθετείται από τον πραγματογνώμονα και είναι ομοίως αυθαίρετη και μη πειστική, δεδομένου ότι η Νέα Εθνική Οδός ...

Κορίνθου και η Παλαιά Εθνική οδός ...-Κορίνθου είναι δύο απολύτως διακριτές οδοί, σε ικανή απόσταση μεταξύ τους, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η αναφορά της μιας αντί της άλλης και μάλιστα σε δύο συμβολαιογραφικά έγγραφα, από τα οποία το δεύτερο δεν αποτελεί αντιγραφή του πρώτου, καθόσον εισάγει, όπως προαναφέρθηκε, και νέα διαφορετικά στοιχεία ειδικώς όσον αφορά στις χιλιομετρικές θέσεις.

Ένα στοιχείο, το οποίο αξιοποίησε ο πραγματογνώμονας Γ. Κ. για τον εντοπισμό του κοινού ορίου των ακινήτων που παραχωρήθηκαν στους διαδίκους, είναι το πρώτο από τα ανωτέρω συμβόλαια του εφεσίβλητου Ιδρύματος (.../4.4.1883). Ειδικότερα, εκτιμά ότι ανεξάρτητα από την ακρίβεια ή μη της επιφάνειας του περιγραφόμενου σε αυτά ακινήτου, διαλαμβάνεται σε αυτό λεπτομερέστατη περιγραφή του δυτικού ορίου του και σταθερά σημεία για τον καθορισμό του, όπως θάλασσα, ρεύμα, δημόσια αμαξιτή οδός προς Μέγαρα, λόφος, προσκυνητάρι Αγίου Νικολάου, παλιά λιθόστρωτη οδός προς Μέγαρα (σημερινή Παλιά Εθνική Οδό ...

Κορίνθου), κτήμα Φ., ράχη από ... τα οποία είναι ευχερές να εντοπιστούν διαχρονικά και τα οποία εντοπίζει στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε. Με βάση αυτά τοποθετεί το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας του εκκαλούντος, αλλά και την οριογραμμή των δύο δήμων στη θέση που υποστηρίζει ο εκκαλών Π. Σ. ότι βρίσκεται, δηλαδή πολύ ανατολικότερα εκείνης όπου εντοπίστηκαν κατά τα ανωτέρω η θέση Λ.

Δ.", η χ/θ 29,500 και το δυτικό φυλάκιο της περιοχής. Το συμπέρασμά του αυτό είναι εσφαλμένο, καθότι παραβλέπει ο πραγματογνώμονας το σημαντικό γεγονός ότι το ακίνητο που περιγράφεται στον ανωτέρω τίτλο, το δυτικό όριο του οποίου χρησιμοποιεί ως πυξίδα για τον εντοπισμό του κοινού ορίου των δύο παραχωρηθέντων ακινήτων, δεν αντιστοιχεί στο σύνολο του ακινήτου που παραχωρήθηκε στον I.

Ε.. Αυτό είχε πριν την παραχώρηση σχηματιστεί σταδιακά, με βάση τα τρία προαναφερόμενα, υπό στοιχεία α, β και γ συμβόλαια, με το τρίτο από τα οποία (...-3-1902), επεκτάθηκε προς τα δυτικά ως το όριο του Δήμου Μεγάρων, λόγω αγοράς από τον I. Φ. του ακινήτου που περιγράφεται στην οικεία ως άνω θέση, το οποίο είχε ως δυτικό όριο εκείνο του δήμου Μεγάρων.

Επομένως, το προγενέστερο χρονικά συμβόλαιο, που χρησιμοποιεί ο πραγματογνώμονας αφορά σε ακίνητο που βρίσκεται ανατολικότερα του δυτικού ορίου της ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου, όπως αυτό διαμορφώθηκε μεταγενέστερα και είναι εντελώς απρόσφορο για τον καθορισμό του ορίου αυτού. Ο πραγματογνώμονας αυτός αποτυπώνει στο σχεδιάγραμμά του το εν λόγω ακίνητο να εκτείνεται μέχρι τη θέση που αυτός θεωρεί ότι βρίσκεται το κοινό όριο των δύο ιδιοκτησιών, αποτύπωση, όμως, η οποία είναι καταφανώς εσφαλμένη, καθόσον τοιουτοτρόπως η επιφάνεια του ακινήτου αυτού περιορίζεται από 500 στρέμματα, που αναφέρεται στον σχετικό τίτλο, σε 95,72 στρέμματα.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το κοινό όριο των ιδιοκτησιών των διαδίκων, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη θέση "Λ. Δ.", πλησίον (δυτικά) της οποίας βρίσκεται το δυτικό φυλάκιο, τη χιλιομετρική θέση 29,500 της Ν.Ε.Ο.Α.Κ. και την οριογραμμή των δήμων Μεγάρων-Ελευσίνας, βρίσκεται στη θέση όπου αποτυπώνεται διαχρονικά από το έτος 1926 στα σχεδιαγράμματα του εφεσιβλήτου Ιδρύματος το δυτικό όριο της ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων του.

Η θέση αυτή αποτυπώθηκε από τον Πραγματογνώμονα Σπ. Κ. στο τοπογραφικό διάγραμμα που αυτός συνέταξε, με τα αλφαβητικά στοιχεία ΙΠ', IP', ΙΣ', ΙΤ', ΙΥ', ικ ΙΦ', IX', ΙΨ', ΙΩ', Χ, Φ, Υ, Τ. Η. και συμφωνεί με τη θέση στην οποία αποτυπώνονται στα κτηματογραφικά διαγράμματα της περιοχής τα όρια των δήμων Ελευσίνας-Μεγάρων.

Τα όρια αυτά δεν συμπίπτουν με τα όρια των αντίστοιχων δασαρχείων, καθόσον, όπως προκύπτει από το 479/22.8.1983 ΦΕΚ το Δασονομείο Ελευσίνας βρίσκεται στην περιφέρεια δικαιοδοσίας του Δασαρχείου ... και περιλαμβάνει τα δασοφυλακεία Βιλλίων, Ερυθρών, Μάνδρας, Αιγοσθένης, Ασπροπύργου και Ελευσίνας, στο οποίο υπάγονται οι περιφέρειες του Δήμου Ελευσίνας και της Κοινότητας Μαγούλας, ενώ στο Δασαρχείο Μεγάρων υπάγεται η περιφέρεια του δασονομείου Μεγάρων, η δικαιοδοσία της οποίας εκτείνεται στις περιφέρειες δασονομείων Μεγάρων, Κινέττας, Ν.

Περάμου, Αλεποχωρίου, στις οποίες υπάγονται τα δασοφυλακεία Μεγάρων, Κινέττας, Ν.Περάμου και Αλεποχωρίου, το δε ανατολικό όριο αυτού ακολουθεί το δρόμο της Πάχης, εν συνεχεία το δρόμο Χανίου, δρόμο προς Μάτι, ακολουθεί στη συνέχεια το δρόμο προς Άγιο Ι. Μακρυνό μέχρι τη θάλασσα. Επομένως, τα από 11° του ...4 και 07.10....8 διαγράμματα που συνοδεύουν τις 1628/26.11....4 και 1672/05.12....8 αποφάσεις του Νομάρχη Δυτικής Αττικής, περί κήρυξης αναδασωτέων εκτάσεων στην περιοχή, δεν παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες για το θέμα αυτό, όπως αβάσιμα ο εκκαλών ισχυρίζεται.

Ανάμεσα στην ανωτέρω αποδειχθείσα θέση του κοινού ορίου των δύο ιδιοκτησιών και στη θέση όπου ο Πραγματογνώμονας Γ. Κ. το τοποθετεί, δηλαδή πέραν των ανατολικών ορίων του κτήματός του εκκαλούντος Π.Σ., εντός του κτήματος που είχε παραχωρηθεί στον I. Ε., βρίσκεται μια εδαφική έκταση, επιφάνειας 245.287 τ.μ., η οποία αποτυπώνεται στο ίδιο ως άνω σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα Σπ.

Κ. με τα αλφαβητικά στοιχεία ΙΑ-ΙΒ-ΙΓ-ΙΔ-ΙΕ-ΙΖ-ΙΗ-ΙΘ-

ΙΙ-ΙΚ-ΙΛ-ΙΡ-ΙΣ-ΙΤ-Ιγ'-ΙΓ'-ΙΦ'-IX' -Χ-Ψ-Ω-ΙΑ., όπου βρίσκονται τα επίδικα με κτηματολογικούς αριθμούς ..., ... και … (το ανατολικό και το Ε2 τμήμα του δυτικού). Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι αν η επιφάνεια της έκτασης αυτής προστεθεί στην επιφάνεια που διαπιστώθηκε από τον πραγματογνώμονα Σπ. Κ. ότι ανέρχεται το κτήμα Π.

Σ. (3.625.791 τ.μ.) τότε το συνολικό εμβαδόν αυτού (3.871.078 τ.μ) είναι κατά 64,5% περίπου μεγαλύτερο από το επικαλούμενο στην αγωγή του (2.500.000 τ.μ.). Η απόκλιση αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί από την επίκληση της φράσης "πλέον ή έλαττον" που αναφέρεται στον τίτλο του, αφού αυτή παραπέμπει μόνο σε μικρές αποκλίσεις, οι οποίες ήταν πολύ πιθανές λόγω της έλλειψης οργάνων ακριβούς καταμέτρησης κατά τους χρόνους σύνταξης των συμβολαίων του.

Περαιτέρω, με βάση την έκθεση Σ. Κ., το πόρισμα της οποίας ορθώς δέχτηκε η εκκαλουμένη, τα επίδικα εδαφικά τμήματα, με αριθμούς ..., ... και ..., στον από Ιανουαρίου 1991 κτηματολογικό πίνακα του Α. Λ., εμπίπτουν εξ ολοκλήρου στα συμβόλαια των δικαιοπαρόχων του Ιδρύματος, δηλαδή εντός του παραχωρηθέντος στον I. Ε.

πευκοδάσους, ενώ το επίδικο τμήμα με αριθμό … (δύο τεμάχια, ανατολικό και δυτικό) εμπίπτει το μεν ανατολικό εξ ολοκλήρου στο ίδιο παραχωρητήριο, το δε δυτικό διαχωρίζεται από το κοινό όριο των δύο κτημάτων σε τμήμα Ε1 επιφάνειας 59,80 τ.μ., το οποίο εμπίπτει στο παραχωρητήριο προ του Π. Κ. και σε Ε2, επιφάνειας 1.543,67 τ.μ., το οποίο περιλαμβάνεται στο παραχωρητήριο προς τον I.

Ε.. Το γεγονός ότι τα ως άνω επίδικα εμπίπτουν στο παραχωρητήριο του I. Ε. υποστήριξε εξ αρχής το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο βάσει εγγράφων έχει ασφαλέστερη γνώση των παραχωρηθέντων από αυτό ακινήτων. Επομένως, το αίτημά του, που υποβλήθηκε με τις από 7.10.2014 προτάσεις του προς το Δικαστήριο αυτό για διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να απορριφθεί, διότι, ενόψει των ανωτέρω, δεν καταλείπεται αδιευκρίνιστο κάποιο ζήτημα για την αντίληψη του οποίου να απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ώστε να συντρέχει ανάγκη διενέργειας τρίτης πραγματογνωμοσύνης.

Αποδείχτηκε όμως, περαιτέρω, ότι ο Λ. Ε. δεν τήρησε τον όρο της ρητινοσυλλογής, καθόσον δεν προσκομίζονται σχετικά μισθωτήρια, ενώ και ο μάρτυρας Σ. Σ. που εξετάστηκε με επιμέλειά του κατέθεσε αορίστως ότι οι Ι. και Λ. Ε. παραχωρούσαν σε κάποια άτομα (γενικώς) το δικαίωμα να συλλέγουν τη ρητίνη σε περιοχές πάνω από την Ν.Ε.Ο.Α.Κ.

και οπωσδήποτε όχι μετά το έτος 1950. Ενώ, επιπλέον, αναφέρει με βεβαιότητα ότι "το Ίδρυμα δεν είχε ποτέ τέτοια δραστηριότητα" (φύλλο 61 της εισηγητικής έκθεσης). Αντιθέτως, ο Λ. Ε. μεταβίβασε το μεγαλύτερο τμήμα του ακινήτου αυτού σε τρίτους για σκοπούς άσχετους, όπως 304 στρέμματα στον Γ. Α. (...), 29 στρέμματα στον Δ.

Σ., 96 στρέμματα στον Κ. Σ., 9 στρέμματα στους αδελφούς Σ. και την υπόλοιπη έκταση επιφάνειας 882 στρεμμάτων περίπου στο εφεσίβλητο Ίδρυμα. Επιπλέοv, στα προαναφερόμενα συμβόλαια που συντάχθηκαν μετά την παραχώρηση (διανεμητήριο και μεταβιβαστικοί προς το Ίδρυμα τίτλοι) δεν αναφέρεται το παραχωρητήριο ως τίτλος κυριότητας του Λ.

Ε., γεγονός ενδεικτικό της διάθεσης αποσύνδεσης του παραχωρηθέντος ακινήτου από τον προορισμό του. Μάλιστα, το παραχωρητήριο αυτό δεν μνημονεύεται καν στην πρώτη από τις κρινόμενες αγωγές (1995), αλλά για πρώτη φορά στη δεύτερη από αυτές (1996) ως ένας εκ των τίτλων των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος. Επομένως, με δεδομένο ότι δεν τηρήθηκε από τον Λ.

Ε. ο όρος (της ρητινοσυλλογής), με τον οποίο παραχωρήθηκε στον δικαιοπάροχό του το πευκοδάσος, τμήματα του οποίου είναι τα προαναφερόμενα επίδικα, με αριθμούς ..., ..., ... και … (το ανατολικό και το Ε2 τμήμα του δυτικού), ενώ περαιτέρω μεταβίβασε αυτά, ως τμήματα του προαναφερόμενου μείζονος ακινήτου, στο εφεσίβλητο Ίδρυμα, μη ρητινοσυλλέκτη, προκειμένου να τα εκμεταλλευτεί για σκοπό ξένο προς εκείνον της παραχώρησης, το οποίο ('Ιδρυμα) αρνείται τον δασικό χαρακτήρα τους και επίσης δεν τήρησε τον όρο αυτό, η εν λόγω μεταβίβαση δεν επέφερε τα νόμιμα αποτελέσματά της, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο IV.

νομική σκέψη και το εφεσίβλητο Ίδρυμα δεν απέκτησε την κυριότητα των ανωτέρω επιδίκων, που εμπίπτουν εντός των ορίων του μεταβιβασθέντος ακινήτου με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε το εκκαλούν ως εναγόμενο με τις από 17.04.1994 (4° φύλλο) και από 12.11.2001 (σελ 5§3) προτάσεις του προς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ήδη με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσής του, που αναπτύσσονται στις από 24.10.2013 και από 17.10.2014 προτάσεις του.

Επιπρόσθετα, το εφεσίβλητο δεν θα μπορούσε να έχει ζητήσει, κατ' άρθρο 64 παρ. 1 του Ν. 998/1979, να αναγνωριστεί με απόφαση του αρμόδιου Νομάρχη ότι η παραχώρηση είχε γίνει χωρίς τον όρο της ρητίνευσης, καθόσον τέτοια αίτηση δεν δικαιούνταν να υποβάλλουν οι ειδικοί διάδοχοι του παραχωρησιούχου που δεν είχαν συγγενική σχέση με αυτόν και είχαν συμφωνήσει την αγορά των δασών με οριστικό συμβόλαιο που έγινε μετά την 15.10.1967, όπως το εφεσίβλητο εν προκειμένω, και επομένως εξακολουθούσε ως προς αυτό να είναι υποχρεωτικός ο ως άνω όρος και μετά τον Ν. 998/1979.

Περαιτέρω, το εφεσίβλητο Ίδρυμα δεν έγινε κύριο των επιδίκων ούτε με πρωτότυπο τρόπο, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο πρωτοδίκως, αλλά και με τους αυτούς ως άνω λόγους της έφεσής του, δεδομένου ότι, κατά τα αναφερόμενα στην πρώτη νομική σκέψη, στα δημόσια κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα προ του διατάγματος της 17-11/1.12.1936 υπάρχοντα δάση, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις ότι είναι όλα τα εντός των τίτλων του περιλαμβανόμενα επίδικα [..., ..., ...

και 200 (το ανατολικό τμήμα και το Ε2 του δυτικού)], λόγω της αυτοδίκαιης επανόδου της προηγούμενης κατάστασης εξαιτίας της μη τήρησης του όρου από τον δικαιοπάροχο του Ιδρύματος (άρθρο 202 ΑΚ), δεν επιτρέπεται η χρησικτησία (άρθρα 18 και 21 του Νόμου της 21-6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", του Νόμου ΔΞΗ/1912 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντων Διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, του άρθρου 21 του Ν.Δ.

της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", του άρθρου 4 του ΑΝ 1539/1938 και άρθρων 51 και 53 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα). Ο πρώτος λόγος της πρώτης έφεσης του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο παραπονείται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη που δέχτηκε ότι οι αγωγές είναι παραδεκτές παρά την μη τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938 είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι προϋπόθεση για την τήρηση της προδικασίας κατά το άρθρο αυτό, όπως ίσχυε στους χρόνους άσκησης των αγωγών (1995, 1996), ήταν η κατοχή του Δημοσίου στα επίδικα, η οποία δεν αποδείχτηκε, ενώ το επικαλούμενο από αυτό νομικό πλάσμα περί νομής του στα δημόσια κτήματα, που καθιερώνεται με το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 ΑΝ 1539/1938, δεν υποκαθιστά την απαιτούμενη από το ανωτέρω άρθρο πραγματική κατοχή αυτών.

Άλλωστε, όσον αφορά στο τμήμα Ε1 του επιδίκου με αριθμό 200 (δυτικού), που εμπίπτει στην ιδιοκτησία του εκκαλούντος Π. Σ., το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, αλλά για δασική ιδιοκτησία, όσο τηρείται ο ως άνω όρος. Ο Π. Κ., άμεσος δικαιοπάροχος του εφεσίβλητου- εκκαλούντος Π. Σ., συνέχισε μέχρι το θάνατό του το έτος 1953 να εκμεταλλεύεται το παραχωρηθέν δάσος για τη συλλογή ρητίνης, μέσω τρίτων καλλιεργητών και στη συνέχεια και ο εφεσίβλητος-εκκαλών κληρονόμος του Π.

Σ., όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σαράντα οκτώ (48) ιδιωτικά συμφωνητικά από το επόμενο της παραχώρησης έτος (1924) έως το έτος ...0, ενώ δεν αποδείχτηκαν έκτοτε υλικές ή νομικές πράξεις αλλοίωσης της μορφής του παραχωρηθέντος δάσους ή άλλες που να προδίδουν πρόθεση τέτοιας αλλοίωσης.

Ο εφεσίβλητος-εκκαλών Π. Σ. υπέβαλε προς το Δασαρχείο Μεγάρων την από 27.12....9, κατ' άρθρο 64§1 του Ν. 998/1979, αίτησή του για την αναγνώριση ότι η παραχώρηση Ισχύει χωρίς όρο, η οποία δεν αποδείχτηκε ότι έγινε δεκτή, με συνέπεια ο όρος να εξακολουθεί υφιστάμενος και να τηρείται πράγματι. Για το λόγο αυτό το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε μέχρι σήμερα προβάλλει ως προς αυτόν αιτιάσεις αντίστοιχες με τις ανωτέρω που προέβαλε εξαρχής για το Ίδρυμα.

Ο ισχυρισμός του Δημοσίου, για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με τις προτάσεις του, ότι και ο εφεσίβλητος Π. Σ. δεν τήρησε τον όρο διατήρησης του δασικού χαρακτήρα του ακινήτου που είχε παραχωρηθεί στον δικαιοπάροχό του, επειδή εκμίσθωνε τμήματα αυτού για την τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων, ο οποίος προβάλλεται παραδεκτώς, εφόσον τα θεμελιωτικά αυτού πραγματικά περιστατικά, δηλαδή οι επικαλούμενες εκμισθώσεις, ομολογούνται από τον αντίδικο και προκύπτουν από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτόν μισθωτήρια έγγραφα (άρθρο 269§2β ΚΠολΔ), δεν είναι βάσιμος, επειδή από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι τα μίσθια είναι μικρής επιφάνειας (50-100 τ.μ.) εδαφικά τμήματα κατά μήκος της Νέας Εθνικής Οδού ...

Κορίνθου (Ν.Ε.Ο.Α.Κ.), από χ/θ 29,00 ως 31,500 και η τοποθέτηση των διαφημιστικών πινακίδων εντός εκείνων που εμπίπτουν στα όρια του ακινήτου του δεν επηρεάζει τον κατά τα λοιπά δασικό χαρακτήρα αυτού. Επομένως, ο Π. Σ. απέκτησε την κυριότητα του παραχωρηθέντος στον δικαιοπάροχο του πευκοδάσους, συνεπώς και του εντός αυτού κείμενου τμήματος του επιδίκου με αριθμό 200 (το τμήμα Ε1 του δυτικού), με τον ανωτέρω παράγωγο τρόπο, υπό τον αυτό όρο συνέχισης της ρητίνευσης και διατήρησης του δασικού χαρακτήρα του ακινήτου, τον οποίο τήρησε κατά τα ανωτέρω.

Αντίθετα, αυτός δεν απέκτησε την κυριότητα των υπόλοιπων ως άνω επιδίκων, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε ως εναγόμενος στις ανωτέρω υπό στοιχεία α' και β' αγωγές και ως ενάγων στις υπό στοιχεία γ' και δ', ούτε παράγωγα, επειδή τα επίδικα αυτά δεν περιλαμβάνονται στους τίτλους του, ούτε πρωτότυπα, επειδή αποδείχτηκε ότι πρόκειται για δημόσια κτήματα, στα οποία δεν επιτρέπεται χρησικτησία, κατά τα προαναφερόμενα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 863/2015 απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 13-7-1995 αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος επί των επίδικων αναγκαστικά απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με κτηματολογικούς αριθμούς ...,..., (μετά από αποχή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την 755/1994 απόφασή του για αναγνώριση δικαιούχων λόγω προβολής ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, μεταξύ άλλων, και του αναιρεσιβλήτου), θεμελιούμενη σε παράγωγο τρόπο (δωρητήρια συμβόλαια που μεταγράφηκαν), αλλά και σε πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του αναιρεσιβλήτου - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, αφού προηγουμένως δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του τελευταίου κατά της εκκληθείσας 2222/2002 πρωτοβάθμιας απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το παραπάνω μέρος, και εξαφάνισε την τελευταία ως προς το μέρος που είχε δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την παραπάνω αγωγή του αναιρεσείοντος, σχετικά με τα εν λόγω ακίνητα και κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του αναιρεσιβλήτου.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα επίδικα παραπάνω ακίνητα σε μεγαλύτερη έκταση είχαν περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως δάσος, με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και είχαν την ιδιότητα του δάσους κατά την έναρξη του βδ της 17-11/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", για τα οποία δεν τηρήθηκαν από κάποιον οι επιβαλλόμενες υποχρεώσεις των εν λόγω διατάξεων και συνεπώς άνηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο.

Ότι η κυριότητα του τελευταίου στα επίδικα εδαφικά τμήματα δεν καταλύθηκε από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντος με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του βρδ που να συμπληρώθηκε μέχρι τις 11-9-1915, διότι αυτοί δεν είχαν διάνοια κυρίου, ούτε καλή πίστη, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση. 'Οτι, ναι μεν με το αναφερόμενο παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1924, που μεταγράφηκε, παραχωρήθηκε στον απώτερο δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος Ι.

Ε. κατά πλήρη κυριότητα το αναφερόμενο "πευκοδάσος", στο οποίο εμπίπτουν τα επίδικα εδαφικά τμήματα, επί των οποίων οι δικαιοπάροχοί του ασκούσαν "έκπαλαι" το δικαίωμα της ρητινοσυλλογής κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του από 17/18-10-1923 ν.δ/τος, πλην όμως λόγω μη τήρησης από τον δικαιοδόχο αυτού Λ. Ε. (μετά από διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας το έτος 1929 του αποβιώσαντος Ι.

Ε.) του όρου της ρητινοσυλλογής, υπό τον οποίο τελούσε η παραχώρηση, και περαιτέρω η μεταβίβαση από αυτόν των εν λόγω επίδικων (σε μεγαλύτερη έκταση) στο αναιρεσείον, μη ρητινοσυλλέκτη, τα έτη 1975 και 1981 με δωρητήρια συμβόλαια και με συμβολαιογραφική παραίτηση από το δικαίωμα της επικαρπίας το έτος 1984, και χωρίς επίσης το αναιρεσείον να τηρήσει τον παραπάνω όρο, η εν λόγω μεταβίβαση δεν επέφερε τα νόμιμα αποτελέσματα σύμφωνα με τις αναφερόμενες στην απόφαση νομικές σκέψεις και ότι, συνεπώς, το αναιρεσείον δεν κατέστη κύριο με παράγωγο τρόπο.

Επιπρόσθετα, γίνεται αναφορά ότι το αναιρεσείον δεν θα μπορούσε να έχει ζητήσει, κατ' άρθρο 64 παρ. 1 του Ν. 998/1979 να αναγνωρισθεί κατά τη διαλαμβανόμενη διαδικασία με απόφαση του αρμόδιου Νομάρχη ότι η παραχώρηση είχε γίνει "χωρίς τον όρο της ρητίνευσης", καθόσον τέτοια αίτηση δεν δικαιούνταν να υποβάλλουν οι ειδικοί διάδοχοι του παραχωρησιούχου που δεν είχαν συγγενική σχέση με αυτόν και είχαν συμφωνήσει την αγορά των δασών με οριστικό συμβόλαιο που έγινε μετά την 15-10-1967, όπως ήταν το αναιρεσείον, και, επομένως, εξακολουθούσε ως προς αυτό να είναι υποχρεωτικός ο παραπάνω όρος και μετά το Ν. 998/1979.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι το αναιρεσείον δεν κατέστη κύριο των επίδικων ούτε με πρωτότυπο τρόπο, αφού στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα υπάρχοντα κατά την έναρξη του β.δ/τος της 17-11/1-12-1836 δάση, στα οποία εμπίπτουν και τα επίδικα, λόγω αυτοδίκαιης επανόδου τους στην προηγούμενη κατάσταση (επαναφοράς της κυριότητας στο Ελληνικό Δημόσιο), εξαιτίας της μη τήρησης του τεθέντος όρου από τον δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρο 202 ΑΚ, δεν επιτρέπεται η χρησικτησία σύμφωνα με τις αναφερόμενες διατάξεις μετά την 11-9-1915 (εκτός αν είχε συμπληρωθεί τριαντακονταετής νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι τότε, που όμως δεν έγινε δεκτό).

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας των επίδικων με έκτακτη χρησικτησία από τον απώτερο δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος μέχρι την 11-9-1915 και, ειδικότερα, αναφορικά με την άσκηση νομής (με τη συλλογή ρητίνης) χωρίς καλή πίστη και με διάνοια κυρίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι οι πράξεις αυτές (συλλογής ρητίνης) δεν ενεργούνταν από τον απώτερο δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος με ειλικρινή πεποίθηση ότι αυτός είναι κύριος των επιδίκων και ότι δεν παραβιάζει δικαιώματα άλλων με τη συμπεριφορά του και, μάλιστα, του Ελληνικού Δημοσίου. Ενισχυτικό δε της κρίσης αυτής ήταν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι αυτός γνώριζε ότι οι δικαιοπάροχοί του δεν διέθεταν οθωμανικούς τίτλους για το πευκοδάσος, (στο οποίο εμπίπτουν τα επίδικα) και ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 3 του προαναφερόμενου βδ της 17-11/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", και επίσης ότι ζήτησε από το Ελληνικό Δημόσιο (αληθή κύριο) την παραχώρηση του εν λόγω πευκοδάσους, κατά κυριότητα, το έτος 1934.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και ότι το Εφετείο ως προϋπόθεση της καλής πίστης απαίτησε την ύπαρξη οθωμανικού τίτλου και την τήρηση της άνω διαδικασίας του βδ "περί ιδιωτικών δασών", χωρίς να διαλάβει άλλες αιτιολογίες ως προς τη μη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης στο πρόσωπο του απώτερου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στο ίδιο λόγο είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο μετά την εξαφάνιση της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου και την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, κατά τα προαναφερόμενα, εσφαλμένα στήριξε την κρίση του στη μη αναγνώριση της "άνευ όρων" κυριότητας του αναιρεσείοντος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 64 του ν. 998/1979 όπως προεκτέθηκε, και δεν εφήρμοσε τον νεότερο ν.3208/2003 που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (27-2-2015), αν και, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, αυτός ήταν εφαρμοστέος, και, ειδικότερα, ότι εσφαλμένα δεν εφήρμοσε την προαναφερόμενη στη μείζονα σκέψη της παρούσας διάταξη του άρθρου 14 του νόμου αυτού, κατά την οποία "παραχωρήσεις ρητινευομένων δασών που έγιναν, μεταξύ άλλων, με τις διατάξεις του από 17/18-10-1923 ν.δ/τος, εφόσον δεν ανακλήθηκαν μεταγενέστερα τα παραχωρητήρια, θεωρούνται ότι έγιναν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας...", δηλαδή, "άνευ όρων".

Τούτο δε, καθόσον η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 14 ν. 3208/2003), όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (24-12-2003), δεν έχει αναδρομική ισχύ και δεν καταλαμβάνει "χρονικά" την επίδικη έννομη σχέση, της οποίας τα πραγματικά περιστατικά και το δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου είχε ήδη θεμελιωθεί πολύ πριν, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 51 του Εισ.ΝΑΚ και του άρθρου 17 του Συν/τος, με το οποίο προστατεύεται το δικαίωμα της κυριότητας, ενώ αντίθετα τέτοιο αντίστοιχο δικαίωμα δεν είχε θεμελιωθεί υπέρ του αναιρείοντος.

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο με το να διαλάβει στην απόφασή του ότι είχε αλλοιωθεί ο χαρακτήρας του δάσους, διότι το αναιρεσείον ουδέποτε προέβη σε ρητινοσυλλογή και ότι έτσι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση, από την οποία είχε εξαρτηθεί η κτήση της κυριότητας από τον αρχικό ρητινοσυλλέκτη (απώτερο δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος), παρά το νόμο υποκατέστησε το αρμόδιο όργανο της Διοίκησης για τη διακρίβωση της μεταβολής της χρήσης, αφού τούτο αποτελούσε την προδικασία για την ανάκληση του παραχωρητηρίου..

Ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω σκέλος είναι προεχόντως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται ποια συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 259/2019).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης επίσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι πλημμελώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 64 του ν. 998/1979, 21 του ν. 3208/2003, και τα άρθρα 202, 203,204,206, 361 και 1000 ΑΚ, με το να κρίνει ότι το αναιρεσείον δεν είχε κυριότητα κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης (1991) και δεν είναι δικαιούχος της αποζημίωσης, αλλά αντίθετα κύριο ήταν το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, αν και δέχθηκε ότι το παραχωρητήριο δεν είχε ανακληθεί από τη Διοίκηση, που είναι αρμόδια προς ανάκληση και διαπίστωση της πλήρωσης της αίρεσης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το δικαστήριο για τη διάγνωση του δικαιώματος της κυριότητας, και τη συνδρομή ή όχι όλων των απαιτούμενων από το νόμο για την κτήση ή όχι αυτής από το αναιρεσείον, που ήταν αντικείμενο της δίκης, έθεσε ως προϋπόθεση την έκδοση ή όχι πράξης ανάκλησης του παραχωρητηρίου από τη Διοίκηση (που δεν συνέβη) και, επιπρόσθετα, ότι το αναιρεσείον είχε αποκτήσει κάποτε την κυριότητα, την οποία απώλεσε μεταγενέστερα, που όμως αντίθετα έγινε δεκτό ότι ουδέποτε την απέκτησε.

Παρεκτός δε του ότι το Δικαστήριο, εκτός από τις διατάξεις του άρθρου 64 του ν. 998/1979 και 202 ΑΚ, δεν ασχολήθηκε με τις πιο πάνω λοιπές επικαλούμενες διατάξεις, ούτε εκείνης του άρθρου 21 του ν. 3208/2003, αφού αυτή, δεν είχε εφαρμογή, κατά τα προεκτεθέντα. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον κοινωφελές ίδρυμα, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/...7 και 2 της Υ Α 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

Θέμα εισαγωγής παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, δεν τίθεται, διότι τέτοιο δεν κατατέθηκε από το αναιρεσείον, το οποίο συσταθέν με το νδ 208/1973 (ΦΕΚ Α 273/5-10-1973) κατ' άρθρο 13 του εν λόγω ν.δ/τος απολαμβάνει όλων των δικαστικών προνομίων και ατελειών, όπως το Δημόσιο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-2-2018 αίτηση του κοινωφελούς ιδρύματος "ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ-ΙΔΡΥΜΑ Β-Ε" για αναίρεση της 863/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ